












































































Ποίηση: Φώντα Λάδη
Σύνθεση: 1966
Πρώτη εκτέλεση: 1966, Γιώργος Ζωγράφος, Λυκαβηττός, Α’ Μουσικός Αύγουστος.
Ηχογραφήσεις: 1975, Γιώργος Ζωγράφος, ‘Αννα Βίσση, Γιάννης Θωμόπουλος


Μίκης Θεοδωράκης – Γιώργος Ζωγράφος – Άννα Βίσση
Πρώτη εκτέλεση.
Το τραγούδι “Ήρθαν κάτι στρατηγοί” προέρχεται από την δέυτερη έκδοση του δίσκπου το 1975, με τους Αντώνη Καλογιάννης, Αφροδίτη Μάνου.
Απαγορευμένα από τη λογοκρισία της εποχής, κυκλοφόρησαν σε δίσκο 9 χρόνια μετά τη σύνθεση τους.
Τραγούδια:
ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΜΑΝΑ ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΣΤΡΑΤΟ
ΚΙΝΗΣΕ Ο ΜΑΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ‘ΡΘΕΙ
ΧΤΕΣ Τ’ ΑΠΟΓΕΜΑ ΣΤΟ ΑΑΧΕΝ
ΣΟΥ ‘ΣΤΕΙΛΑ
Ο ΜΗΤΣΟΣ ΑΠ’ ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ
ΜΙΑ ΞΑΝΘΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΒΙΣΜΠΑΝΤΕΝ
ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ»
ΕΣΤΕΙΛΑ ΣΤΟ ΚΟΜΜΑ
ΒΙΛΕΜ ΣΤΡΑΣΕ
ΕΝΑ ΔΑΣΟΣ ΚΛΑΡΕΣ
ΒΓΗΚΕ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΙ ΙΤΑΛΟΙ
ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ
1. ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΜΑΝΑ, ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΣΤΡΑΤΟ
Γεια σου μάνα, γεια σου Στράτο
κι έχω είδηση καλή,
τώρα δε δουλεύω κάτω,
στη στοά τη σκοτεινή.
Στέλνω μια φωτογραφία,
που ‘βγαλα με τη στολή,
είμαι μπρος στα μεταλλεία
κι άλλοι δυο εργοδηγοί.
Τα φιλιά μου στη Μαρία
και στα άλλα τα παιδιά,
εδώ έχουμε όλο κρύα
και μεγάλη συννεφιά
2. ΚΙΝΗΣΕ Ο ΜΑΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ‘ΡΘΕΙ
Κίνησ’ ο Μάης για να ρθει
κι έχει μεγάλη στράτα,
τι να του πάρω πρώτα μου,
τον ήλιο ή τα μαντάτα!
Πρόφτασέ τον μάνα μου,
μη φύγει μ’ άδεια χέρια,
φόρτωσέ τον με φιλιά
και με καλά χαμπέρια.
Ήρθεν ο Μάης κι από δω,
Μάης κακός και ψεύτης,
μας είπε για το φονικό,
του γέλιου μας ο κλέφτης.
Τέτοιο Μάη, μάνα μου,
άλλο να μη μου στείλεις,
να λέει, πως στην Ελλάδα
μας σκοτώθηκε ο Απρίλης.
3. ΧΤΕΣ Τ’ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΑΑΧΕΝ
Ήρθαν κάτι στρατηγοί, κάτι υποστράτηγοι,
για το ΝΑΤΟ είπανε, οι κυράδες λείπανε.
Κι ό,τι μοσχοείπανε, σκυλοβαρεθήκανε,
τις κυράδες βρήκανε και στ’ αμάξια μπήκανε.
4. ΣΟΥ ‘ΣΤΕΙΛΑ
Σου ‘στειλα δυο τρεις στυλούς
και πενήντα μάρκα, έκανα μια τσάρκα,
σούφρωσα δυο Γερμανούς.
Όταν βρεις λίγο καιρό,
περνά απ’ την Ασφάλεια,
πες τους να μου στείλουν το πιστοποιητικό.
5. Ο ΜΗΤΣΟΣ ΑΠ’ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ
Ο Μήτσος απ’ τα Φάρσαλα
έγινε αρχιγκάγκστερ,
καθαρίζει πέντε – πέντε
και μιλάει γερμανικά.
Ο Μήτσος, το καλό παιδί,
κρυφά πουλάει μαύρη,
έχει γκόμενα μια μαύρη
και μια μαύρη λιμουζίνα.
Ο Μήτσος ξέρει υπουργούς,
κάνει πως δεν μας ξέρει,
δουλειά σε μας δε δίνουνε
και στ’ όνομά του φτύνουνε.
6. ΜΙΑ ΞΑΝΘΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΒΙΣΜΠΑΝΤΕΝ
Μια ξανθιά απ’ το Βισμπάντεν
τους Ρωμιούς τους αγαπάει,
γιατί ξέρουν στο κρεβάτι,
να ‘ναι ντούροι και βαρβάτοι.
Μια καλή απ’ το Βισμπάντεν
τους Ρωμιούς τους αγαπάει,
εδώ και μισό φεγγάρι,
γίναμε τρελό ζευγάρι.
Μια καλή στη μπυραρία
τους Ρωμιούς τους αγαπάει,
πιο πολύ κι από το Χίτλερ,
πιο πολύ κι απ’ το Βισμπάντεν.
7. ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ
Στο καφενείο «Ελληνικόν» μαζευόμαστε τα βράδια,
πέντε πέντε στα τραπέζια και διαβάζουμε «Αυγή»,
«Βήμα», «Νέα», «Αλλαγή».
Όποιος θέλει «Ακρόπολη» κι είναι κάτι λίγοι,
τζάμπα τις μοιράζουνε,
ο Κοσμάς τις μάζεψε, να ‘χει να τυλίγει.
Του Καζαντζίδη το καινούργιο,
δε μου το ‘στειλες ακόμα, «το δικό μου πάπλωμα»,
πάρτο και μαζί μ’αυτό στείλ’το Στρώμα σου για δυο
Το δικό μου πάπλωμα,το δικό σου στρώμα,
μην κοροϊδευόμαστε,
θα μας βλέπουν χωριστά, για καιρό ακόμα
8. ΕΣΤΕΙΛΑ ΣΤΟ ΚΟΜΜΑ
Έστειλα στο κόμμα, δέκα μάρκα ακόμα.
Μη γράψουν τ’ όνομά μου,
μόνο τ’ αρχικά μου.
Όχι πως φοβάμαι, -τι εργάτης θα ‘μαι-
για τόσα όμως δεν κάνει
να χαλάν μελάνι.
Τα πολλά σαν πάρτε, τ’ όνομά μου βάλτε,
και πλάνο και τομέα
και με κεφαλαία.
9. ΕΝΑ ΔΑΣΟΣ ΚΛΑΡΕΣ
Ένα δάσος κλάρες
πάνε κι έρχονται στο χωλ,
για το Παλομάρες, το Βιετνάμ και το Ντε Γκώλ.
Τον αχάριστο, τον κλέφτη,
το χωριάτη, τον αλήτη, με τη μύτη τη μεγάλη,
που τους έχει μπει στη μύτη.
Να ‘χα τόσες κλάρες,
θα καθόμουν στο χωριό, θα ‘βγαζα λαδάκι,
δε θα μ’ ένοιαζε ο Ντε Γκωλ.
10. ΧΤΕΣ ΣΤΗ ΒΙΛΕΜ ΣΤΡΑΣΕ
Χτες στην Βιλλεμνστράσσε, πέφτω σ’ ένα Γερμανό,
κάτω απ’ το πέτο είχε αγκυλωτό σταυρό.
Και του λέω, αν είσαι άντρας,
φόρα τον στα φανερά, σαν και τότε στην Ελλάδα,
που χτυπούσες τα μωρά.
Πήξαμ’ από δαύτους, πάνε σ’ ειδικές σχολές,
φτιάχνουνε σημαίες, σταχτοπράσινες στολές.
Και του λέω, πες αλεύρι και τα βρίσκουμε μετά,
ο Μανώλης σε γυρεύεικαι ο Σάντας σε ζητά.
11. ΒΓΗΚΕ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ
Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί,
μας παίρνουν, μας πουλάνε,
στα ξένα χάνετ’ η ζωή,
μας στίβουν, μας πετάνε.
Βγήκι η ζωή μας στο σφυρί,
σ’ Αμερική κι Ευρώπη,
άνθρωποι μας γεννήσανε
και μας πουλάν ανθρώποι.
Για μεροκάματο διπλό
τον ουρανό μας κρύψανε,
δεν έχει φως να ζήσουμε.
Η φτώχεια κει, η νύχτα εδώ,
μάνα, οι τόποι λείψανε
τη μοίρα μας να χτίσουμε.
12. ΕΛΛΗΝΕΣ, ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΙ ΙΤΑΛΟΙ
Έλληνες, Τούρκοι κι Ιταλοί
πήξανε τη Γερμανία,
λες και κάναν κατοχή
έξω απ’ τη καγκελαρία.
Έλληνες, Τούρκοι κι Ιταλοί
παρατήσαν τους καυγάδες,
σκέφτονται τα σπίτια τους
και τις δόλιες τις μανάδες.
Έλληνες, Τούρκοι κι Ιταλοί
κατεβήκαν σ’ απεργία,
γιατί δύο Ισπανοί
θάφτηκαν στα μεταλλεία.
Πες στον παπα Σταύρο,
προσευχή να κάνει,
πες στο μουεζίνη,
πες και στον ιμάμη.
13. ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ
Εμείς οι Έλληνες εργάτες
που είμαστε στη Γερμανία,
ζητάμε με χαρτόσημο,
να πάψει η κοροϊδία.
Απ’ τα πολλά, που υπόσχεστε,
αφήσαμε γενειάδα,
κάντε κάνα εργοστάσιο,
να ‘ρθούμε στην Ελλάδα.
14. ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΕΣ
Χτες τ’ απόγευμα στο Άαχεν
ήρθε κάποιος σοβαρός,
είδε το κακό μας χάλι,
το κουτσό μας το κρεβάτι,
κι είπε, πως θα κάνει κάτι.
Βρε, μανούλα, μη σε νοιάζει
και δεν τρώμε λάχανα,
ξέρουμε, ποιος έχει δίκιο
και ποιος φταίει για όλ’ αυτά.
Σαν και τούτο τον χοντρό,
πέρασαν καμιά ντουζίνα,
έρχονται γι’ αποστολή,
πέντε πέντε κάθε μέρα
και την κάνουν κρουαζιέρα.
Βρε, μανούλα, μη σε νοιάζει
και τους ξέρω τούτους δω,
ξέρω γω, ποιοι μ’ αγαπάνε,
ξέρω γω, ποιους αγαπώ.
Τον πρώτο καιρό το κλίμα και οι συνθήκες δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο. Για κάποιους μήνες δεν μπορούσε να παίξει τίποτα στο πιάνο. Ομως μετά άρχισε να παίζει αρχικά τραγούδια του Χατζιδάκι και στη συνέχεια αποφασίζει να συνθέσει δικά του καινούργια τραγούδια. Γιατί δεν έχει σταματήσει να ζει, να ονειρεύεται, να παλεύει. Εκεί γεννήθηκαν λοιπόν οι 10+1 κύκλοι τραγουδιών με τον τίτλο «Αρκαδίες» και άλλα έργα του. Οι αστυνομικοί γίνονται το… κοινό που ακούει για πρώτη φορά αυτές τις μελωδίες του Μίκη. Και βέβαια, παρά τις απαγορεύσεις, με διάφορους τρόπους καταφέρνει να στέλνει μαγνητοταινίες με τα καινούργια έργα του στο εξωτερικό (όπου είχαν καταφέρει να βγουν η Μαρία Φαραντούρη και ο Αντώνης Καλογιάννης με τη λαϊκή Ορχήστρα του).
Ο Κώστας Καζάκος μας μεταφέρει στην εποχή της εξορίας του Μίκη Θεοδωράκη στην Ζάτουνα.
Η ηχογράφηση έγινε στο σπίτι του Ηθοποιού ύστερα από επιθυμία του Μίκη.
– Θέλω να προλογίσει τις Αρκαδίες μου ο Κώστας Καζάκος θα πάς να τον βρεις.
Νίκος Θεοδωράκης
«Σαν πνευματικός δημιουργός, επιτελώντας το λαϊκό λειτούργημά μου, συνέθεσα και εδώ στη Ζάτουνα έξι κύκλους τραγουδιών, που τους ονομάζω “Αρκαδίες”. Αυτά τα τραγούδια που γράφω τώρα όπως εκείνα που θα γράψω και αύριο είναι αφιερωμένα σε σας, δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους που πιστεύουν στον άνθρωπο, που πιστεύουν στη ζωή, στο δίκιο, στη δημοκρατία και την ελευθερία και που έχουν τάξει σκοπό της ζωής τους τον αγώνα για την υπεράσπισή τους. Αφιερώνονται ιδιαίτερα στους Έλληνες αγωνιστές της ελευθερίας και τους ξένους φίλους του λαού μας που μας συμπαραστέκονται στον δύσκολο αγώνα μας». Και ολοκληρώνει τον χαιρετισμό του λέγοντας: «Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον ανελέητο αγώνα έως την τελική νίκη. Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι η λευτεριά δε χαρίζεται, η λευτεριά κερδίζεται. Γεια χαρά».

Ο Θεοδωράκης μεταφέρεται από τις αρχές της Δικτατορία των Συνταγματαρχών στο απομονωμένο χωριό Ζάτουνα Αρκαδίας.
Το σπίτι στο οποίο εγκαθίσταται βρίσκεται υπό συνεχή αστυνομική επιτήρηση.


και τα παιδιά τους μεταφέρονται επίσης στη Ζάτουνα.
Στρατιωτική φρουρά βρίσκεται μόνιμα έξω από
το σπίτι.
Οι επισκέψεις απαγορεύονται.
Η αλληλογραφία λογοκρίνεται.
Ο στόχος του καθεστώτος ήταν να τον απομονώσει πλήρως από την πολιτική και καλλιτεχνική ζωή.
Μετά από άδεια των αρχών μεταφέρεται το πιάνο του στο σπίτι.
Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει μια έντονη δημιουργική περίοδος.
Ο Θεοδωράκης γράφει μουσική καθημερινά, παρά τους περιορισμούς.
Η ζωή στη Ζάτουνα είναι δύσκολη:
το χωριό είναι ορεινό και απομονωμένο
οι χειμώνες είναι πολύ σκληροί
υπάρχει συνεχής αστυνομική επιτήρηση.


Παρόλα αυτά ο Θεοδωράκης αποκτά στενή σχέση με αρκετούς κατοίκους του χωριού.
Η διεθνής πίεση για την απελευθέρωσή του μεγαλώνει.
Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι στην Ευρώπη ζητούν την απελευθέρωσή του και καταγγέλλουν τη χούντα.
Οι αρχές απομακρύνουν τη σύζυγο και τα παιδιά του από τη Ζάτουνα.
Ο ίδιος παραμένει μόνος υπό αυστηρότερη επιτήρηση.
Η εξορία στη Ζάτουνα τελειώνει.
Ο Θεοδωράκης μεταφέρεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ωρωπός Αττικής, όπου κρατούνταν πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι.
Τα έργα που συνέθεσε στη Ζάτουνα
Κύκλοι τραγουδιών σε ποίηση του ίδιου του Θεοδωράκη και μεγάλων ποιητών.
Το έργο εκφράζει:
την απομόνωση
την αντίσταση
την ελπίδα για ελευθερία.
Στη Ζάτουνα συνέχισε να δουλεύει πάνω σε συμφωνική μουσική και ορατόρια.
Πολλά τραγούδια της περιόδου γράφτηκαν κρυφά και βγήκαν στο εξωτερικό.
Τα τραγούδια αυτά έγιναν σύμβολα αντίστασης κατά της χούντας.
Παρότι οι αρχές τον επιτηρούσαν, η μουσική του έφτανε στο εξωτερικό:
μέσω φίλων και επισκεπτών
μέσω κρυφής αλληλογραφίας
με αντιγραφές των παρτιτούρων.
Στο εξωτερικό οι συνθέσεις του εκτελούνταν σε συναυλίες κατά της δικτατορίας.
Σήμερα η Ζάτουνα Αρκαδίας έχει μετατραπεί σε ιστορικό τόπο μνήμης.
Λειτουργεί το Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας, όπου εκτίθενται:
χειρόγραφα έργων
προσωπικά αντικείμενα
φωτογραφίες από την εξορία.
Το σπίτι όπου έζησε αποτελεί σημαντικό μνημείο της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, η στρατιωτική χούντα απαγόρευσε την πολιτική δράση και τη μουσική του Θεοδωράκη, θεωρώντας τον επικίνδυνο για το καθεστώς.
Ο ίδιος ίδρυσε την αντιστασιακή οργάνωση Πατριωτικό Μέτωπο, γεγονός που τον έφερε στο στόχαστρο της δικτατορίας.
Συνελήφθη και φυλακίστηκε.
Στη συνέχεια τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Βραχάτι Κορινθίας.
Η χούντα αποφάσισε τελικά να τον απομονώσει πλήρως από τον κόσμο.
Έτσι οργανώθηκε η εξορία του σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό.
Στις 21 Αυγούστου 1968 χωροφύλακες εμφανίστηκαν στο σπίτι του και του έδωσαν ελάχιστο χρόνο για να ετοιμαστεί. Με συνοδεία αστυνομικών μεταφέρθηκε στη Ζάτουνα, ένα μικρό χωριό της Αρκαδίας, απομονωμένο στα βουνά.
Η επιλογή του χωριού δεν ήταν τυχαία:
ήταν απομακρυσμένο
είχε λίγους κατοίκους
μπορούσε να επιτηρείται εύκολα.
Λίγες μέρες αργότερα πήγαν εκεί η σύζυγός του Μυρτώ Θεοδωράκη και τα παιδιά τους.
Ο Θεοδωράκης εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του σε ένα παλιό διώροφο πέτρινο σπίτι στον κεντρικό δρόμο του χωριού.
Η επιτήρηση ήταν πολύ αυστηρή:
το σπίτι φυλασσόταν από χωροφύλακες
υπήρχαν προβολείς τη νύχτα
οι κινήσεις του ήταν περιορισμένες
οι επαφές με ξένους ελέγχονταν αυστηρά.
Στόχος της χούντας ήταν να τον απομονώσει από την πολιτική και πολιτιστική ζωή.
Παρά τους περιορισμούς, ο Θεοδωράκης συνέχισε να δημιουργεί.
Η καθημερινότητά του περιλάμβανε:
διάβασμα βιβλίων (κυρίως γαλλικών λόγω λογοκρισίας)
ακρόαση ξένων ραδιοφωνικών σταθμών όπως BBC και Deutsche Welle
σύνθεση μουσικής.
Το πιάνο του μεταφέρθηκε στο χωριό, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο γεγονός για τους κατοίκους, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν ξαναδεί πιάνο.
Η μουσική του έγινε για τον ίδιο τρόπος αντίστασης και πνευματικής ελευθερίας.
Παρότι απομονωμένος, κατάφερε να στείλει μηνύματα στο εξωτερικό καταγγέλλοντας τη δικτατορία.
Αυτό βοήθησε:
να γίνει διεθνώς γνωστή η δίωξή του
να ενισχυθεί η διεθνής καμπάνια για την απελευθέρωσή του.
Σε μία περίπτωση δημοσιογράφοι της γερμανικής τηλεόρασης κατάφεραν να τον κινηματογραφήσουν κρυφά στη Ζάτουνα, προκαλώντας μεγάλη ενόχληση στις αρχές.
Παρά την παρουσία χωροφυλάκων, πολλοί κάτοικοι της Ζάτουνας:
τον συμπαθούσαν
τον βοηθούσαν στην καθημερινότητα
τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό.
Η παρουσία του σημάδεψε το χωριό, το οποίο αργότερα θεωρήθηκε σύμβολο αντίστασης στη χούντα.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 1969, η οικογένειά του απομακρύνθηκε βίαια από τη Ζάτουνα από τις αρχές.
Ο Θεοδωράκης παρέμεινε εκεί υπό περιορισμό μέχρι το φθινόπωρο του ίδιου έτους.

Η παραμονή του στη Ζάτουνα έληξε στις 26 Οκτωβρίου 1969.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε πιο αυστηρό χώρο κράτησης στο στρατόπεδο του Ωρωπού.
Η διεθνής πίεση από καλλιτέχνες και πολιτικούς τελικά οδήγησε το 1970:
στην απελευθέρωσή του
και στην αναχώρησή του στο εξωτερικό.
Η εξορία στη Ζάτουνα θεωρείται:
μία από τις πιο δημιουργικές αλλά και δραματικές περιόδους της ζωής του Θεοδωράκη
σύμβολο της πνευματικής αντίστασης στη χούντα.
Σήμερα στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού λειτουργεί το Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας, αφιερωμένο στη ζωή και στο έργο του κατά την περίοδο αυτή.
1. Οι χωροφύλακες που άκουγαν κρυφά τη μουσική του
Το σπίτι του Θεοδωράκη φυλασσόταν συνεχώς από άνδρες της χωροφυλακής της Δικτατορία των Συνταγματαρχών.
Στην αρχή η στάση τους ήταν αυστηρή.
Όμως όταν μεταφέρθηκε το πιάνο του και άρχισε να παίζει:
οι φρουροί τον άκουγαν από έξω
πολλές φορές σταματούσαν για να ακούσουν τις πρόβες
κάποιοι μάλιστα του ζήτησαν να παίξει συγκεκριμένα τραγούδια.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, με τον καιρό δημιουργήθηκε μια παράδοξη σχέση σεβασμού ανάμεσα στον εξόριστο συνθέτη και τους φρουρούς του.
2. Το πιάνο που έγινε «γεγονός» για το χωριό
Η άφιξη του πιάνου στη Ζάτουνα ήταν ένα μικρό ιστορικό γεγονός για το χωριό.
Πολλοί κάτοικοι:
δεν είχαν δει ποτέ πιάνο
μαζεύονταν έξω από το σπίτι για να ακούσουν τη μουσική
τα παιδιά στέκονταν στα παράθυρα για να τον παρακολουθήσουν.
Η μουσική του ακουγόταν συχνά σε όλο το χωριό.
3. Οι κρυφές παρτιτούρες που έφευγαν στο εξωτερικό
Παρότι βρισκόταν σε επιτήρηση, ο Θεοδωράκης κατάφερε να στείλει μουσική στο εξωτερικό.
Ο τρόπος ήταν αρκετά ριψοκίνδυνος:
έγραφε τις παρτιτούρες σε μικρά φύλλα
φίλοι ή επισκέπτες τις έκρυβαν σε βιβλία ή ρούχα
οι παρτιτούρες έφταναν σε συνεργάτες του στην Ευρώπη.
Εκεί τα έργα του εκτελούνταν σε συναυλίες κατά της ελληνικής δικτατορίας.
4. Η διεθνής καμπάνια για την απελευθέρωσή του
Η κράτηση του Θεοδωράκη προκάλεσε διεθνή αντίδραση.
Μεγάλοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι πίεζαν για την απελευθέρωσή του.
Ανάμεσά τους ήταν και ο Γάλλος συνθέτης Dmitri Shostakovich καθώς και ο συγγραφέας Arthur Miller.
Η πίεση αυτή συνέβαλε τελικά στο να αποφυλακιστεί και να φύγει στο εξωτερικό το 1970.
5. Η ψυχολογική δύναμη της δημιουργίας
Ο ίδιος ο Θεοδωράκης αργότερα έλεγε ότι:
η μουσική ήταν ο τρόπος να νικήσει την απομόνωση.
Στη Ζάτουνα έγραφε συχνά πολλές ώρες την ημέρα.
Η δημιουργία ήταν για εκείνον πράξη αντίστασης απέναντι στο καθεστώς.
6. Η Ζάτουνα ως τόπος μνήμης
Σήμερα στο χωριό λειτουργεί το Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη, αφιερωμένο στη ζωή του κατά την περίοδο της εξορίας.
Εκεί υπάρχουν:
φωτογραφίες από τη ζωή του στο χωριό
χειρόγραφα των έργων που συνέθεσε
προσωπικά αντικείμενα της οικογένειας.
Η Ζάτουνα Αρκαδίας θεωρείται πλέον ένας από τους σημαντικούς τόπους μνήμης της αντίστασης στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών.
Αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Ζάτουνας
1. Για την απομόνωση Σε σημείωσή του περιγράφει το σοκ της μεταφοράς του στο χωριό:
«Μας έφεραν εδώ, σ’ ένα χωριό χαμένο στα βουνά. Σιωπή παντού. Η παρουσία των χωροφυλάκων κάνει την απομόνωση πιο βαριά.»
Το χωριό ήταν μικρό και απομονωμένο και ο ίδιος ένιωθε ότι η χούντα προσπαθούσε να τον εξαφανίσει από τη δημόσια ζωή.
2. Για τη μουσική ως αντίσταση
Σε άλλη σημείωση γράφει:
«Όσο μπορώ να γράφω μουσική, δεν μπορούν να με νικήσουν.»
Η φράση αυτή δείχνει ότι θεωρούσε τη δημιουργία πράξη ελευθερίας και αντίστασης.
3. Για τους κατοίκους του χωριού
Παρότι ήταν εξόριστος, μιλά με συμπάθεια για τους ανθρώπους της Ζάτουνας:
«Οι χωρικοί είναι απλοί άνθρωποι. Με κοιτούν με απορία αλλά και καλοσύνη.»
Αρκετοί κάτοικοι του χωριού του έδειχναν σεβασμό και προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν όσο μπορούσαν.
4. Για τα παιδιά του
Σε ιδιαίτερα συγκινητική καταγραφή αναφέρεται στα παιδιά του:
«Το πιο δύσκολο είναι να βλέπω τα παιδιά να μεγαλώνουν μέσα σε αυτή τη φυλακή.»
Η οικογένεια ζούσε μαζί του στο ίδιο σπίτι για μεγάλο διάστημα της εξορίας.
5. Για την ελπίδα
Σε μεταγενέστερη σημείωση γράφει:
«Ξέρω πως η Ελλάδα θα ελευθερωθεί. Η μουσική μου θα επιστρέψει στον λαό.»
Η φράση αυτή δείχνει την πίστη του ότι η δικτατορία δεν θα κρατήσει για πάντα.
Η μυστική κινηματογράφηση στη Ζάτουνα
Το διεθνές ενδιαφέρον
Όταν ο Θεοδωράκης εξορίστηκε στη Ζάτουνα (1968), πολλοί δημοσιογράφοι στην Ευρώπη ήθελαν να δείξουν στον κόσμο:
τις συνθήκες κράτησής του
τη δίωξη των καλλιτεχνών στην Ελλάδα.
Επειδή όμως η χούντα απαγόρευε την πρόσβαση δημοσιογράφων, μια ξένη τηλεοπτική ομάδα αποφάσισε να προσπαθήσει κρυφά.
Η αποστολή των δημοσιογράφων
Μια ομάδα ξένων δημοσιογράφων (κυρίως από γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο) κατάφερε να φτάσει στο χωριό προσποιούμενη τους τουρίστες.
Για να μην κινήσουν υποψίες:
μπήκαν στο χωριό με απλό αυτοκίνητο έκρυψαν την κάμερα προσποιήθηκαν ότι τραβούσαν πλάνα του χωριού.
Κάποια στιγμή κατάφεραν να κινηματογραφήσουν τον Θεοδωράκη έξω από το σπίτι του.
Το μήνυμα του Θεοδωράκη
Κατά τη διάρκεια της σύντομης επαφής τους, ο Θεοδωράκης μπόρεσε να πει λίγα λόγια προς τον κόσμο.
Το βασικό μήνυμα ήταν ότι:
Η Ελλάδα βρίσκεται υπό δικτατορία ο ίδιος είναι φυλακισμένος για τις ιδέες του
η διεθνής κοινότητα πρέπει να πιέσει για δημοκρατία.
Το υλικό αυτό βγήκε σε ευρωπαϊκές τηλεοπτικές εκπομπές και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση.
Η αντίδραση της χούντας
Όταν οι ελληνικές αρχές έμαθαν ότι το υλικό μεταδόθηκε στο εξωτερικό: εξοργίστηκαν αύξησαν την επιτήρηση γύρω από το σπίτι του
περιόρισαν ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις του.
Η χούντα φοβόταν ιδιαίτερα τη διεθνή δημοσιότητα, γιατί έπληττε την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό.
Η διεθνής πίεση που ακολούθησε
Το τηλεοπτικό υλικό βοήθησε να δυναμώσει η διεθνής εκστρατεία για την απελευθέρωση του Θεοδωράκη.
Πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες συμμετείχαν, όπως:
Dmitri Shostakovich
Arthur Miller
Leonard Bernstein
Η πίεση αυτή συνέβαλε στο να επιτραπεί τελικά στον Θεοδωράκη να φύγει στο εξωτερικό το 1970.
Ποίηση: Διονύση Καρατζά
Σύνθεση: 1986.’Αθήνα-Βραχάτι.
Ηχογράφηση: 1987, Βάνα Βερούτη, Πέτρος Πανδής, Θανάσης Μωραΐτης, Βίκυ Σίμου, ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ.
Τραγούδια:
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
ΕΧΩ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΣΕ ΔΩ
ΤΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ
ΣΤΑΣΟΥ ΕΔΩ
ΤΟ ΚΡΥΦΤΟ
ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΜΙΛΑΣ
ΤΕΤΟΙΑ ΩΡΑ
ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ ΜΙΛΑ ΜΟΥ
ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ
ΠΩΣ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ
ΝΥΧΤΩΝΕΙ
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
ΝΑ ‘ΡΘΩ ΕΔΩ
ΜΕ ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ Η ΕΠΟΧΗ
Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ
ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
1. Αλλιώτικα μίλα μου
Αλλιώτικα μίλα μου
σκίζοντας τα λόγια σου σε καιρούς ώριμους
πιάνοντας τα χέρια μου στις άκρες των ποταμών
μίλα μου στα μάτια
άφησε τα λόγια για τον χειμώνα τον υγρό
τώρα έχουμε ολόκληρη θάλασσα
και τούτο τον ουρανό που κατεβαίνει απ’ τα βουνά
αλλιώτικα μίλα μου.
2. Αυτό το δέντρο
Το δέντρο έχει έναν άνεμο ωραίο στις ρίζες
κι έχει ονόματα νερών
κλαριά και φύλλα
ονόματα κοριτσιών και αγοριών
ονόματα σωμάτων
αυτό το δέντρο ανοίγει κάθε πρωί
όταν τα παιδιά καθαρίζουν τα όνειρα στους δρόμους
με τα παιχνίδια της βροχής
που τρέφει τις μέρες
κι εγώ σκέφτομαι τις θάλασσες
ανάμεσά τους περνάει ο Θεός
όμορφο παιδί
χαράζοντας τους χρόνους
με το μικρό του δάχτυλο τον Έρωτα.
Γιατί τα δέντρα και τ’ αγόρια ομορφαίνουν στα νερά
γι’ αυτό μαθαίνω θάλασσα και `συ ανθίζεις.
3. Έτσι που μου μιλάς
Έτσι που μου μιλάς
ανοίγεις τα όνειρα περ’ απ’ τα μάτια σου
σε πόλεις ελληνικές και ταξίδια τραγουδιών
στον ήλιο και στο χιόνι
έτσι που μου μιλάς
σταματάς τα νερά
κι ακούω το τρίξιμο του κόσμου.
4. Έχω καιρό να σε δω
Έχω καιρό να σε δω,
τελευταία φορά ήταν στη θάλασσα
που κρέμασες το ένα σου μάτι σε `κείνο το κύμα
να φυλάει είπες τον ουρανό απ’ τον κακό βοριά.
Κι έκανες έτσι το κορμί σου και βρέθηκες στις πέτρες
κι έπιανα εγώ στο νερό υγρά τα λόγια μου
μιας μοναξιάς γεμάτης απόσταση
στο κενό της διαμελισμένης ιστορίας μου.
5. Η θάλασσα το μεσημέρι
Η θάλασσα το μεσημέρι μπαίνει βαθύτερα στα όνειρα
κι οι φωνές των πουλιών τρυγούν στην φαντασία μου μου
πέρα ο κάμπος με τα ρούχα των γυμνών κοριτσιών
ψιθυρίζουν τα φύκια, τρίζουν οι πέτρες
ωραία μουσική φέρνουν οι άντρες απ’ τα καράβια
κι απ’ τις γλυκιές πλαγιές τους οι γυναίκες.
6. Καινούργια μιλάς
Καινούργια μιλάς
καινούργια περπατάς
όμως πάλι ο ήλιος δεύτερος
και `συ λαϊκή χαρά μακρινή.
Πάντα ωραία την αυγή
και κατά το βράδυ πόνος.
Τ’ άλλο μου μισό η θάλασσα
το πρώτο μου αέρας του χειμώνα.
7. Με μισό φεγγάρι
Με μισό φεγγάρι κινάω τη νύχτα
στην άλλη μεριά του κορμιού σου
κι ανακαλύπτω τα εξαίσια θαλασσινά τοπία σου
γι’ αυτό τα χελιδόνια όταν έρχονται στον τόπο μου
γυρεύουνε τη νύχτα τις μασχάλες σου
και το πρωί ανοίγουνε τον ουρανό
ώσπου να καταλάβουνε καλά τι έχουν απ’ τα μάτια σου
να στήσουν τη φωλιά τους στο παράθυρό σου.
8. Νά `ρθω εδώ
Να `ρθω εδώ που ξημερώνεις
το σπίτι μας είναι τούτο το χώμα το αρχαίο
και τα μισά μου λόγια του κόσμου όλου η ομορφιά.
9. Νυχτώνει
Νυχτώνει και ψηλώνουν τα δέντρα
πιάνονται στα κλαριά τα όνειρα
τα λόγια μας στις ελιές μυρίζουν θάλασσα
πλιφ πλαφ πλοφ τα παιδιά γράφουν τις πέτρες στο νερό.
10. Ο δρόμος του φεγγαριού
Σπάζοντας στα δυο τη θάλασσα βγαίνει το φεγγάρι
και ταξιδεύει στο μικρό βοριά
που ξενυχτάει στα μαλλιά σου.
Κι όταν κατέβει χαμηλά στην τελευταία δροσιά σου
κάνει έτσι και τρυπώνει στις γλάστρες σου
ώσπου να μεγαλώσουν τα νερά
και συ να με ζητήσεις.
11. Πως με κοιτάς
Πώς με κοιτάς και γίνομαι άνεμος
στους εφτά δρόμους του νερού.
Οι μέρες είναι παραμύθια
που κατεβαίνουν από το βουνό
και ταξιδεύω μέσα μου με τα μαλλιά σου
ως είσαι η όμορφη στα δυο σου όλα.
12. Στάσου εδώ
Στάσου εκεί σαν το βουνό
να δω πιο καλά τον αποκεί κόσμο σου
ή
στάσου εκεί σαν τη θάλασσα
νά `μαι πιο κοντά στον ήλιο σου
που κρύβεται τ’ απογεύματα
ή
νά `ρθω εγώ σαν το περιστέρι
μακριά απ’ την πλάτη σου
μεσ’ απ’ τα ρούχα σου
στα γλυκά σου μισοφέγγαρα.
13. Τα πρόσωπα του ήλιου
Ποθούσα να δω τα πρόσωπα του ήλιου
πίσω απ’ τις πατημασιές μου στη θάλασσα
σηκωνόταν τότε δυνατός αέρας
κι έσπαγε τον ήλιο σε χρυσά κομμάτια
και τα πόδια μου άνοιγαν κόκκινες πληγές.
Ώσπου να μάθω το νερό
έχασα τον εαυτό μου
κι ώσπου να βρω τον ίσκιο μου
έφευγαν οι μέρες.
14. Τέτοια ώρα
Το καλοκαίρι όταν μαζεύει η μέρα
ανοίγει η θάλασσα την εξαίσια μοναξιά της.
Τέτοια ώρα τα πουλιά αναγνωρίζουν το δέντρο και την πέτρα.
Τέτοια ώρα στη γειτονιά φορούν τη σιωπή τους
και βγαίνουν στα κράσπεδα του χρόνου τους
με δυο βαθιά φεγγάρια στο πρόσωπό τους.
15. Της φωτιάς η εποχή
Όσο είμαι δέντρο δε φοβάμαι τη νύχτα
τη ντύνομαι και περπατώ στους δρόμους
κι αύριο που θά `μαι νερό
θα κατεβαίνεις εσύ στην πατρίδα μου
να βρέχεσαι και να ποτίζεσαι.
Ξέρεις, τα πράγματα είναι αυτά που λες
κι εγώ περνώ στις λέξεις σου
και γίνομαι ένα και `συ και
τούτα τα λόγια άπειρα.
16. Το κρυφτό
Πίσω απ’ τη βροχή έρχετ’ ο ήλιος
πιο μέσα στα μάτια σου
που μεγαλώνουν σαν λουλούδια,
έρχεσαι με τα δέντρα των δρόμων
να σου παίζω εγώ το κρυφτό
να με ξέρεις και να μη με βλέπεις.
Φως γίνομαι στα φύλλα
και βήματα θάλασσας καλοκαιριάτικης
και Κυριακής ώρες αργόσυρτες
που κατοικώ στα μαλλιά σου που μακραίνουν,
ύστερα δεν εκπλήσσεσαι που σου μιλώ
ακουμπάς στον ουρανό και γέρνεις στην καρδιά μου.
17. Το τριήμερο
Το τριήμερο των χεριών σου άρχισε αύριο
μετά τη ματαίωση των γραμμών του σώματος
μετά την ανάσταση των νερών.
Απ’ τον ουρανό κατεβαίνουν περιστέρια και βροχή
τα μαλλιά σου και τα λόγια σου.
Το έργο βασίζεται στην «ΤΡΕΛΗ ΜΑΝΑ» του Διονυσίου Σολωμού,
μέρος από την «Πόλη» του Κωνσταντίνου Καβάφη και τους τρεις βυζαντινούς ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής.
Σύνθεση: 1980- 1981, για σόλο Σοπράνο, Χορωδία και Συμφωνική Ορχήστρα.
Ηχογραφήσεις:
1982 Eterna (DDR)
1984 Plane (Allemagne)
1983 State Philharmonic Orchestra of Moscow, MINOS
Β’ Μορφή
Πρώτη εκτέλεση και ηχογράφηση: Μέγαρο Μουσικής – Μαρκέλα Χατζιάνο, Εθνική Συμφωνική Χορωδία ΕΡΤ. Διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης
Η τρελή μάνα [ή] Το κοιμητήριο
Τώρα που η ξάστερη νύχτα μονάχους
μας ηύρε απάντεχα,
και εκεί στους βράχους σχίζεται η θάλασσα σιγαλινά.
Τώρα που ανοίγεται κάθε καρδία
στη λύπη, ακούσετε μίαν ιστορία,
που την αισθάνονται τα σωθικά.
Σε κοιμητήριο είναι στημένα
δύο κυπαρίσσια αδελφωμένα
που πρασινίζουνε μες στους σταυρούς.
Όταν μεσάνυχτα καταβουίζουν
οι ανέμοι, αν τα ’βλεπες πώς κυματίζουν,
έλεες πως κράζουνε τους ζωντανούς.
Δύο αδέλφια δύστυχα κοιμούνται κάτου
τον ανεξύπνητον ύπνον θανάτου,
κι έχασε η μάνα τους τα λογικά.
Τα μαύρα! επαίζανε εκεί όπου στέκει
ο πύργος, κι έπεσε τ’ αστροπελέκι,
κι άψυχα τ’ άφησε τα θλιβερά.
Ροδοστεφάνωτα, ασπροεντυμένα,
τα κατεβάσανε αγκαλιασμένα
μέσα εις την ύστερη αλησμονιά.
Δεν άκουες βάβισμα χαμένου σκύλου·
πουλιού δεν άκουες λάλημα, ή χείλου,
ή κλωνοφλίφλισμα να πνέει τερπνά.
Νερομουρμούρισμα οπού αναβρύζει
και τσ’ επιτύμβιες πέτρες δροσίζει
μόλις αντίσκοβε τη σιγαλιά.
Θανής δεν έμνεσκαν άλλα σημεία
πάρεξ του λίβανου η μυρωδία
οπού εχυνότουνε στην ερημιά.
(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας) *
Στέκει, μυρίζεται εις τον αέρα,
και συλλογίζεται —μαύρη μητέρα!— σαν κάτι να ’θελε να θυμηθεί.
Στον τοίχο σύρριζα σκύφτει, κοιτάει,
γλυκολυπούμενη χαμογελάει
κατά τα εντάφια χόρτα πικρά.
Κατά τα σύγνεφα, κατά τ’ αστέρια,
τρεμομανιάζοντας ρίχτει τα χέρια,
και κλαίει και ρυάζεται τρομαχτικά.
Της πέφτουν έπειτα και ληθαργίζει,
και πάλε αρχίναε να τριγυρίζει
το περιτείχισμα πασπατευτά.
Γύριζε, γύριζε, τέλος εμπαίνει
στο σημαντρήριο και τ’ ανεβαίνει
τα ίχνη αλλάζοντας σπουδαχτικά.
Ήτον στην άλαλη τη μοναξία
στρογγυλοφέγγαρη φωτοχυσία,
σαν τη λαμπρόπλαστη πρωτονυχτιά· όμως η δύστυχη,
ξεφρενωμένη, κοιτάζει ολόγυρα τετρομασμένη,
πράχνει τα σήμαντρα, κράζει σφιχτά.
«Γλήγορα ας φύγουνε απ’ τα λαγκάδια
κεια τα φριχτότατα πυκνά σκοτάδια·
αχ! με πλακώνουνε μες στην καρδιά.
»Γλήγορα ας φύγουνε, δεν τα πομένω,
μοιάζουνε, μοιάζουνε με το σχισμένο
ρούχο που σκέπασε τα δύο παιδιά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα της εκκλησίας,
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι της ερημίας
αποκρινόντανε φριχτά φριχτά.
«Από την έρημη Αναφωνήτρα,
που ’ναι εις τους δύστυχους παρηγορήτρα,
είχαν δυο ξέμετρα τα δυο παιδιά·»
τα ’χω στον κόρφο μου και τα φυλάω·
με αυτά τα ξέμετρα θε να μετράω
τα δυο τους μνήματα καθημερνά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα της εκκλησίας,
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι της ερημίας
αποκρινόντανε φριχτά, φριχτά.
«Βραχνό το ψάλσιμο· τα κεριά αχνίζουν·
του νεκροκρέβατου τα ξύλα τρίζουν·
αργά τα σήμαντρα και τρομερά.
«Ναι, ναι, απεθάνανε· μέσα στο σκότο
τα κατεβάσανε —ακούω τον κρότο—
τα κατεβάσανε βαθιά, βαθιά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα της εκκλησίας
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι της ερημίας
αποκρινόντανε φριχτά φριχτά.
«Γιατί τινάζετε πάνω τους χώματα;
Μη, μη σκεπάζετε τα μικρά σώματα
που αποκοιμήθηκαν γλυκά, γλυκά.»
Αύριο θα κόψουμε κάτι λουλούδια,
αύριο θα ψάλουμε
κάτι τραγούδια εις την πολύανθη Πρωτομαγιά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα
της εκκλησίας, γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι
της ερημίας αποκρινόντανε φριχτά φριχτά·
γκλαν γκλαν παράδερνε με τα γλωσσίδια,
κι εματαρχίναε, κι έλεε τα ίδια,
ώς οπού εβράχνιασε θανατερά.
* * *
Νά, που δροσόβολη αύρα ξυπνάει,
και ψιθυρίζοντας μοσχοβολάει
από τα αρώματα τα αυγερινά·
στα φύλλα επέρναε και της καρδίας,
σαν τα κινήματα της φαντασίας,
που ζωγραφίζουνε την ευτυχιά·
εκείν’ η δύστυχη τραβάει την άχνα,
βαθιά τα αισθάνθηκε μέσα στα σπλάχνα
αχ! κι εκατέβηκε στην ερημιά.
* * *
Με λύπη εγκάρδια εθεωρούσε
όλα τα μνήματα και τα μετρούσε
με τ’ αργό κίνημα της κεφαλής.
Ποίηση: Γιάννη Ρίτσου-Γιώργου Κουλούκη
ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ
ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ
Σύνθεση: 1982, Βραχάτι.
Πρώτη Παγκόσμια Εκτέλεση: 19 Μαίου 1981 στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Δρέσδης πα¬ρουσία του συνθέτη και του ποιητή.
Συμμετείχαν ή Φιλαρμονική Ορχήστρα της Δρέσδης, η χορωδία της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου
Ηχογραφήσεις:
1981 Φιλαρμονική Ορχήστρα της Μόσχας
1985, Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας
1985, Balkantone Bulgaria
1987, Jolanta Courilaite, Ausra Stasiunaite, Sergei Larine. Vladimir Prudnikov, Ακαδημαϊκή Χορωδία Λεττονίας, Κρατική Χορωδία Kaunas Λιθουανίας και Φιλαρμονική Ορχήστρα Μόσχας υπό τη διεύθυνση του Dmitri Kitaenko) ΙOULΙANOS (Greece)
ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
(Γιάννη Ρίτσου)
Ζητώντας το Θεό ζητούσα εσένα
Γεννήθηκα να χαιρετήσω τον ήλιο των ματιών σου.
Τα μαλλιά σου αρωματίζουν τη νύχτα.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το Σύμπαν.
Το φως κελαηδάει στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας.
Κάθε πουλί που βουτάει στο γαλάζιο
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.
Σταθμός του απείρου η καρδιά μας.
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε.
Ο ήλιος με φωνάζει.
Φεύγει το θέρος μα το τραγούδι μένει.
Άνοιξε το παράθυρο να δεις το Σύμπαν ανθισμένο.
Γεννήθηκα να χαιρετήσω τον ήλιο των ματιών σου
Είμαι ο έναστρος ουρανός του θέρους.
Τούτο το -μαύρα γλυκιά μου μάτια-
Τούτο το καλοκαιράκι
Τούτο το καλοκαιράκι κυνηγούσα ένα πουλάκι
Ας έλθουν οι θύελλες να συντρίψουν
τους καθρέπτες των κήπων.
Στην κόγχη των χειλιών μας εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας.
Μια πέτρα θα ραγίσει το γυαλί της σιγής.
Ένα άστρο έπεσε. Κλείσε τα μάτια.
Τόσο βαθύς κι ωραίος τόσο μεγάλος έγινα
απ’ την αγάπη σου
που δε δίνεσαι πια να μ’ αγκαλιάσεις
Βυθίζονται τ’ άστρα στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε κι εμείς έμπιστοι κι ωραίοι.
Η ζέστα του κορμιού σου με ντύνει τον ήλιο
Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.
Χαρά Χαρά Χαρά
Αγγίξαμε το μέγα άσκοπο που δε ζητά το σκοπό του
ο Θεός πραγματοποιεί τον εαυτό του στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε την εντολή του απείρου.
Στην κόγχη των χειλιών μας εδρεύει το απόλυτο.
Ένα άστρο έπεσε, κλείσε τα μάτια.
Ζητώντας το Θεό ζητούσα εσένα.
Τα μαλλιά σου αρωματίζουν τη νύχτα.
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
(Γιώργου Κουλούκη)
Είχε χαράξει όταν πήρανε την αδελφή μας Αθηνά για εκτέλεση.
Από βραδύς της δώσαμε κρυφά δυο πορτοκάλια
μα δεν τα ‘φαγε.
Τα φίλησε με τόση λατρεία
σα να ’κρυβαν στο χυμό τους
όλη την Άνοιξη.
Όλα τα ζουμερά νιάτα της γης.
Κι υστέρα τα ’κρύψε μέσα στο στήθος της.
Στου κελιού της την άκρη είχε ζαρώσει
σα φοβισμένο σκυλί ο θάνατος.
Κι αυτή του φώναζε:
«Έλα Τίγρη, Αράπη, Τζακ»
ψάχνοντας να βρει το σκυλίσιο του τ’ όνομα
«Έλα να μυρίσεις τα πορτοκάλια
που έχω μέσα στον κόρφο μου».
Είχε χαράξει.
Με πέντε ριπές κάρφωσαν ένα μεγάλο στήθος
χωρίς να προσέξουν τα πορτοκάλια που χρύσιζαν
Κι ο χυμός τους ανακατώθηκε με το αίμα
Και τα κουκούτσια τους βρήκανε γη τιμημένη
και γιόμισε ο τόπος πορτοκαλιές.
Να κόβεις, να κόβεις και να μη σώνονται
για την ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ.
ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ
(Γιάννη Ρίτσου)
Νυχτερινό λιμάνι -φώτα πνιγμένα στα νερά-
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα απ’ τους περαστικούς προβολείς
περαστικών πλοίων
κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδιού.
Λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες
σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων
που αμάρτησαν.
Οι στρατιώτες με τις κάσκες ανάμεσα στη νύχτα και στο κάρβουνο.
Τραυματισμένα χέρια σαν τη συγγνώμη που έφτασε αργά.
Νυχτερινό λιμάνι – φώτα πνιγμένα στα νερά.
Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες.
Ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι αλυσίδες στα πόδια των παιδιών.
Θα υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη την ανοιχτή πληγή
του ήλιου που αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στην ’ίδια πορεία στην ’ίδια ερώτηση
στις γόνιμες φλέβες
της Άνοιξης που επαναλαμβάνει τους γύρους των χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν στο ακατανίκητο στερέωμα;
Ποια πληγή δε μας θωρήθηκε ακόμη για να συμπληρώσουμε
του θεού τη θεότητα.
ΘΑΛΑΣΣΑ -ΘΑΛΑΣΣΑ-ΘΑΛΑΣΣΑ
Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δε μπορούμε να κοιμηθούμε.
Μητέρα μη μου κρατάς το χέρι – θάλασσα
θάλασσα στο νου στην ψυχή.
και στις φλέβες μας θάλασσα.
Ανοιχτά κατώφλια στο βήμα της νύχτας.
Χρώματα πρωινά διαλυμένα στα νερά.
Πυρκαγιές δειλινών αχούς ώμους των γλάρων.
Κατάρτια που δείχνουν το άπειρο.
Ανοιχτά κατώφλια στο βήμα της νύχτας
και πάνω απ’ τον ύπνο της πέτρας
μετέωρο κατάφωτο ασίγαστό το τραγούδι της θάλασσας
να μπαίνει απ’ τα μικρά παράθυρα να σχεδιάζει κήπου λάμψεις και
όνειρα
στα νωπά τζάμια και στα κοιμισμένα μέτωπα.
Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
πιο πολύ για τ’ αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για τη νίκη,
μονάχα για τη νίκη.
Νυχτερινό λιμάνι φώτα πνιγμένα στα νερά.
ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ
(Γιάννη Ρίτσου)
Κυρά των αμπελιών
που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκοδάσους
να συγυρίζεις με το χάραμα
τα σπίτια των αϊτών και των τσομπάνων.
Πάνω στη φούστα σου ο Αυγερινός.
Δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες
κρεμούσανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια
και τα πορτοκαλάνθη σου έφεγγαν
τη μαύρη την καμένη στράτα.
Κυρά μελαχρινή
που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια
σαν της Παναγιάς το κόνισμα
πίσω από το χνούδι το σγουρό
σπίθιζε το δροσό της νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου
να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου.
Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα
και τ’ οργωμένο χώμα ευωδίαζε σαν εκκλησιά
τη μέρα των βαγιώνε.
Κυρά τρανή
κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του
καθώς που βγαίνει ο κάβουρας απ’ το νερό
στο περιγιάλι
κι αστράφτει το νωπό καβούκι του
γαλάζιο πρωινό με δυο κουκίδες άστρα.
Κυρά τρανή
τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τι σιγανό το βήμα σου κι ανάσα του ψαριού
πλάι στο φεγγάρι.
Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο
Τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα
μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι
Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο
το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας.
Πόση λουλουδόσκονη στριμώχνεται
στης μέλισσας το σώμα για το μέλι.
Πόση σιωπή μες στην καρδιά σου για τραγούδι.
Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή
σ’ άτρεμο ρίγος
και σένα τα δυο σου χέρια δετά
γύρω το γόνα της γαλήνης
φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως
ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.
Σύνθεση: 1986-1987
Αποσπάσματα από τίς «Ευμενίδες» του Αισχύλου σε μετάφραση του Κ.Χ.Μύρη και τις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη σε μετάφραση Γε¬ράσιμου Σπαταλά.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Αισχύλου ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ευριπίδη ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ
1987, Κική Μορφονιού (κοντράλτο), Αλέκα Δρακοπούλου (σοπράνο). Λήδα Τασοπούλου (ηθοποιός), Ντάνα Χατζηγεωργίου (τσέλλο), Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα. Χορωδιακό Σύνολο, διεύθυνση ορχήστρας : Λουκάς Καρυτινός. Διεύθυνση χορωδίας : Έλλη Νικολαίδη, Ioulianos-CBS (Greece)
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΑΙΣΧΥΛΟΥ «ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ»
ΑΛΤΟ
Και ποιος θνητός δε θα σκιαχτεί
και ποιος τους δε θα σεβαστεί.
όταν ακούσει το θεσμό
που μου ‘ταξαν οι Μοίρες
και τον κύρωσαν οι Θεοί
αρχαίο ιερό θεσμό
που κανείς δεν τολμά ν’ ατιμάσει,
μόλο που διάλεξα να ζω βαθιά στη γη
και στον ανήλιαγο το ζόφο.
ΧΟΡΟΣ
Κοίτα, κοίτα και πάλι, ψάξε παντού
μη σου ξεφύγει κρυφά
ο μητροκτόνος απλήρωτος.
Δες τον! Βρήκε ξανά καταφύγιο
στο άγαλμα τυλίχτηκε της θεάς της αθάνατης
και θέλει να κριθεί για τα χρέη του.
ΑΛΤΟ
Αυτό δε γίνεται! Από τα χάμου δε μαζεύεται
αίμα μητέρας! Αλιά του!
Χύνεται, κυλάει στο χώμα και χάνεται!
ΧΟΡΟΣ
Πρέπει να δώσεις για πληρωμή κόκκινο, ζωντανό
το αίμα του κορμιού σου να ρουφήξω με χαρά
θα χορτάσω τέτοιο άπιωτο ποτό.
ΑΛΤΟ
Θα σε στραγγίζω ζωντανό, κάτω βαθιά
θα σε σύρω στη γη, να πληρώσεις αντίποινα
για τη σφαγή την άκαρδή της μάνας.
Αν κανείς θνητός αμαρτήσει
και δε σεβαστεί θεό, γονιούς αγαπητούς
και ξένο, θα δεις να βρει στην ώρα του
την τιμωρία που του πρέπει.
Ο μέγας δικαστής των θνητών, ο Άδης,
τα πάντα από τον κάτω κόσμο εποπτεύει
με τα κατάστιχα του νου.
ΧΟΡΟΣ
Άκου Μάνα Νύχτα. Μάνα
που με γέννησες και ζώντων και νεκρών
αίματος φόρο το τέκνο
της Λητώς μ ’ ατιμάζει.
μου παίρνει το δειλό λαγό
που θα ’πρεπε μονάχα αυτός
της μάνας του το φόνο να ξεπλύνει.
Γι’ αυτό το θύμα θήραμα
ψάλλω ψαλμό παράφορο,
αλλόκοτο και ξέφρενο
των Ερινυών ύμνο,
χωρίς κιθάρα και χορδές
κόμπος του νου και στέρφος.
Όταν εμφύλιος Άρης
ρημάζει συγγενείς.
τα σπίτια ξεριζώνω
κι ορμάω στο φονιά
και την αποκοτιά του
μέσα στο φρέσκο αίμα του την πνίγω.
Ολελέ μου! Ολελέ μου!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Πάθαμε, φίλες, ανάκουστα πάθαμε πάθη.
ΧΟΡΟΣ
Πάθαμε. φίλες, ανάκουστα πάθαμε πάθη.
Ολελέ μου! Ολελέ μου!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Ασήκωτα δεινά.
ΧΟΡΟΣ
Ασήκωτα πάθαμε δεινά.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Τρύπησε το δίχτυ!
Λάκισε το θήραμα!
ΧΟΡΟΣ
Ο ύπνος με γονάτισε κι έχασα τη λεία.
‘Ω, Γιέ του Δίας! Εσύ καλύπτεις την κλοπή!
Νέος Θεός! Και στις παλιές θεές πέρασες χαλινάρι!
ΑΛΤΟ
Ήρθε βαρύς ο ψόγος μέσα στ όνειρο
και σαν ηνίοχος τρυπούσε,
με μυτερό κεντρί.
μια την καρδιά και μια τα σπλάχνα.
Σα δήμιος αδάμαστος,
βαρύ το σύγκρυο, βαρύ με μαστιγώνει.
ΧΟΡΟΣ
Τέτοια τολμούν θεοί νεότεροι
που κυβερνούν τα πάντα δίχως ζύγι
θρόνος πασαλειμμένος φόβο
από τα νύχια ως την κορφή
της γης ο ομφαλός. για δες πως πήρε και κρατεί
τη βλοσυρή κατάρα των αιμάτων.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Είναι μάντης…
ΑΛΤΟ
…και μαγάρισε…
ΣΟΠΡΑΝΟ
…το βωμό του ναού του. αυτός.
ΑΛΤΟ
Μοναχός του και αυτόκλητος…
ΣΟΠΡΑΝΟ
…παρά το νόμο των θεών τιμά θνητό
και τ’ αρχαία σύμβολα σβήνει.
ΑΛΤΟ
Με ταπείνωσε μα δε θα σωθεί
ακόμη κι αν κρυφτεί στη γη,
ποτέ του δε θα λυτρωθεί
έχει το φόνο φορτωθεί κι απάνω στ’ άλλο
εκδικητή την κεφαλή θα σπάσει.
Κοντά στο νου! Ιδού, καθαρό ανθρώπου αχνάρι
κυνήγα του βουβού σημείου το νόημα.
Όπως ο σκύλος λαβωμένο ελάφι,
ψάχνω το αίμα του στάλα τη στάλα.
Φούσκωσαν τα πνεμόνια μου απ’ την τρεχάλα
και πλάνταξα σάρωσα κοπαδιαστά την πάσα γη.
χωρίς φτερούγες πέταξα από τον πόντο επάνω
κι από το σκαρί γοργότερη τον πήρα καταπόδι.
Και τώρα κάπου εδώ σιμά θα ζάρωσε
οσμίζομαι ευφρόσυνο ανθρώπου αίμα.
Κοίτα, κοίτα και πάλι, ψάξε παντού
μη σου ξεφύγει κρυφά
ο μητροκτόνος απλήρωτος.
Δες τον! Βρήκε ξανά καταφύγιο
στο άγαλμα τυλίχτηκε της θεάς της αθάνατης
και θέλει να κριθεί για τα χρέη του.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Αυτό δε γίνεται! Από τα χάμου δε μαζεύεται
αίμα μητέρας.
ΧΟΡΟΣ
Αλιά του! Χύνεται! Κυλάει στο χώμα και χάνεται…
ΑΛΤΟ
Πρέπει να δώσεις για πληρωμή κόκκινο, ζωντανό
το αίμα του κορμιού σου να ρουφήξω με χαρά
θα χορτάσω τέτοιο άπιωτο ποτό!
Δόξες σεμνές των ανθρώπων που φτάνουν στα νέφη
λιώνουν βαθιά μες στη γη κι άτιμες σβήνουν.
όταν μαυροντυμένες ορμάμε
και το πόδι κάτω βροντάμε στου φθόνου το χορό.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Θολώνει το μυαλό, τσακίζεται και δεν το νιώθει.
Ζόφος της αμαρτίας τον περιβάλλει
και σέρνει φριχτή καταλαλιά
πως έπνιξε το σπίτι του πηχτό σκοτάδι.
ΧΟΡΟΣ
Από ψηλά πηδώ κι αφήνω βαριά τη φτέρνα
να πέσει στη γη
και τρέχουνε τρεκλίζοντας
συφοριασμένοι.
Είναι γραμμένο για πάντα
εύστοχες, πολυμήχανες
για το κακό μακρόθυμες,
σεμνές κι αμείλικτες.
απόκληρες απ’ τους θεούς.
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΧΟΡΟΣ
Και ποιος θνητός δε θα σκιαχτεί
και ποιος τους δε θα σεβαστεί,
όταν ακούσει το θεσμό που μου ‘ταξαν οι Μοίρες
και τον κυρώσαν οι Θεοί
αρχαίο ιερό θεσμό
που κανείς δεν τολμά ν’ ατιμάσει,
μόλο που διάλεξα να ζω βαθιά στη γη
και στον ανήλιαγό το ζόφο.
ΑΛΤΟ
Ούτε ο Απόλλων ούτε της Αθήνας το κύρος
θα σε σώσει θα χαθείς στην καταφρόνια
η ψυχή σου θα ξεμάθει τη χαρά
θα γίνεις δαιμόνων τροφή, σκιά δίχως αίμα.
Δεν απαντάς και φτύνεις τα λόγια μου.
τάμα μου εσύ, που σ’ έθρεψαν για να με θρέψεις;
Θα με ταΐσεις ζωντανός κι όχι σφαγμένος στο βωμό
και θα σε δέσω με τον ύμνο που θ’ ακούσεις.
ΧΟΡΟΣ
Με τους νέους τώρα θεσμούς
θα ‘ρθοϋν τα πάνω κάτω,
αν βασιλέψει το δίκιο τ’ ανόσιο
του μητροκτόνου.
Κάθε θνητός για τέτοια πράξη
θα ’χει το χέρι του αλαφρό
πάθη προσμένουν πολλά
τους γονιούς μας μες στο μέλλον,
όταν τα τέκνα θ ’ ανοίγουν πληγές ζωντανές.
Μια ώρα αρχύτερα κάθε παθός πατέρας.
και κάθε μάνα της νέας οδύνης
θα σέρνουν θρήνο αντιθρήνο.
όταν ο οίκος της Δίκης σωριάζεται χάμω.
Καλός ο φόβος, όταν φρουρός
θρονιάζεται μέσα στο νου.
Καλή κι η φρονιμάδα
μακάρι κι αν βογκάει.
Ποιος θνητός και ποια πόλη
στον κόσμο ετούτο το δίκιο θα σεβότανε,
αν ο τρόμος δε φτερούγιζε μέσα στα στήθια;
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΧΟΡΟΣ
Μηδέ της αναρχίας
μηδέ της τυραννίας το βίο
να καταδεχτείς.
Ο Θεός τα πάντα ζυγιάζει στη μέση
κι αλλιώς το καθετί το μετράει.
Μιλώ για τις αναλογίες.
Η Ασέβεια γεννά την ύβρη
κι ο φρόνιμος ο νους το μέσα πλούτος.
Να το ξέρεις στον αιώνα:
Σεβάσου το βωμό της Δίκης.
Από το κέρδος μη θολώσεις
και μ’ άθεο ποδάρι μη
άτιμά το βωμό πατήσεις.
ΑΛΤΟ
Είναι γραμμένο πως στο τέλος θα πληρώσεις.
Να σέβεται καθένας
και πάνω απ’ όλα το γονιό
και να τιμά τον ξένο
που μπαίνει στο κατώφλι του.
Όποιος δε γονατίζει στην ανάγκη
και το δίκιο ποθεί, δε θα διψάσει τη χαρά
και στα βουνά δε θα βουλιάξει
όποιος μ’ αποκοτιά παράνομα
σοδιάζει με τη βία. θα ‘ρθει καιρός
να κατεβάσει τα πανιά.
όταν χτυπήσει το κακό
και σπάσει το κατάρτι.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Φωνάζει και κανείς δεν τον ακούει
μέσα στης δίνης την ταραχή.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Ένας θεός γελά για το θρασίμι
που δε λογάριασε της συμφοράς το δίχτυ.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Και στ’ ανοιχτά δεν πέρασε τον κάβο
χτυπώντας
στης Δίκης τα ύφαλα
τα περασμένα μεγαλεία,
άκλαυτος χάθηκε κι άφαντος.
ΧΟΡΟΣ
Ουαί, νεότεροι θεοί,
τους νόμους τους αρχαίους τους ρημάξατε
και μέσα από τα χέρια τους αρπάξατε.
ΑΛΤΟ
Ατιμασμένη, η μαύρη. γεμάτη χολή
φαρμάκι, φαρμάκι πικρό, χαμό
θα σπείρω σε τούτη τη γη,
τη βαριά ν’ αλαφρώσω καρδιά μου.
ΧΟΡΟΣ
Στο χώμα θα ρίξω
τη στάλα την άγονη
τη φυλλοξήρα, τον σπόρο τον άκαρπο.
ΑΛΤΟ
Η Δίκη, που κάτω θα πέσει
και στίγμα θανάτου στη χώρα θα βάλει.
Στενάζω τι άλλο να κάνω ;
Θα γίνω της πόλης η συμφορά
έπαθαν μεγάλα δεινά.
ΧΟΡΟΣ
όλελέ μου. οι κόρες της νύχτας
και πενθούν τη βαριά τους ντροπή.
ΑΛΤΟ
Εγώ να τα πάθω αυτά, όλελέ μου,
εγώ η παλαιά των ήμερων,
να κατοικώ στη γη σιχαμερή κι ατιμασμένη ;
Ξεφυσάω και μανιάζω
και ξερνάω χολή.
Αλιά μου, Γη. Ποιος μου τρυπά το
στήθος,
ποιος μου κεντά τα σωθικά;
Αφουγκράσου βαθιά. Μάνα μου Νύχτα
τις αρχαίες τιμές μου τις αρπάξανε
με δόλο κι ένα τίποτα με κάναν οι θεοί.
ΧΟΡΟΣ
Εγώ να τα πάθω αυτά. όλελέ μου.
εγώ η παλαιά των ημερών,
να κατοικώ στη γη σιχαμερή κι ατιμασμένη;
Ξεφυσάω και μανιάζω
και ξερνάω χολή.
Αλιά μου. Γη. Ποιος μου τρυπά το στήθος,
ποιος μου κεντά τα σωθικά;
Αφουγκράσου βαθιά. Μάνα μου Νύχτα
τις αρχαίες τιμές μου τις αρπάξανε
με δόλο κι ένα τίποτα με κάναν οι θεοί.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΥΡΙΠΙΔΗ «ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ»
ΧΟΡΟΣ
Ω βράχε! που λάμψη δίκορφη φωτιάς…
ΑΛΤΟ
Τη θάλασσα της Τύρου παρατώντας
απ’ της Φοινίκης το νησί
έρχομαι κορφολόγημα στο Λοξία
δούλα να μείνω στο ναό του Φοίβου
κάτω απ’ τα κορφοβούνια του Παρνασσού
τα χιονισμένα…
ΧΟΡΟΣ
…σου λαμπ’ η ράχη σου
στις γιορτές του Διονύσου.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Έχω διαβεί με πλοίο το Ιόνιο πέλαγο
σα μάκρυνε από τους κάμπους τους περίβρεκτους
και καρπερούς της Σικελίας ο Ζέφυρος
καβάλα περνώντας του ανέμου τις πνοές
που ’ναι τερπνό κελάϊδισμα
στου τόπου μας τον ουρανό.
ΧΟΡΟΣ
Κι ω κλήμα! π’ ωριμάζεις τ’ άνθη σου
καθημερινά
κι από τα πολυρόγα τσαμπιά σου
στάζεις το κρασί.
ΑΛΤΟ
Για χάρη του Λοξία
μ’ έχουνε διαλέξει μες από τις πρώτες
ομορφιές
κι ήρθα σταλμένη στων Καδμείων τη χώρα
στους ξακουστούς δικούς του Αιγηνορίδη
στου Λάιου εδώ τους πύργους.
ΧΟΡΟΣ
Και σεις σπηλιές, του δράκοντα λημέρια
ΣΟΠΡΑΝΟ
Κι έχοντας την αξία την ίδια που ’χουνε
τα χρυσά ταμένα αγάλματα
στο Φοίβο να γενώ δουλεύτρα τάχτηκα.
Μου λείπει πια στης Κασταλίας τα νάματα
την κόμη μου στολίδι παρθενικό να λούσω
και στου Απόλλωνα τη δούλεψη ν’ αφιερωθώ.
ΧΟΡΟΣ
Και συ βουνίσια βίγλα του θεού…
ΑΛΤΟ
Ω βράχε! που με λάμψη δίκορφη φωτιάς σου
λαμπ’ η ράχη σου στις γιορτές του Διονύσου
ΧΟΡΟΣ
Και συ του χιονισμένου ιερού βουνού τριγυριστή
ΑΛΤΟ
Κι ω κλήμα, π’ ωριμάζεις τ’ άνθη σου καθημερινά
κι από τα πολυρόγα τσαμπιά σου στάζεις το
κρασί.
ΧΟΡΟΣ
Να ζήσω ας ήταν άφοβη
κάτω απ’ τ’ αθάνατο χέρι του θεού
στου Φοίβου
τα μεσόφυλα κοιλώματα
όταν τη Δίρκη αφήσω.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Γιατί μου ’ρθε μπρος στα τείχη
τώρα μανιασμένος ο Άρης
κι εξοργίζει αυτής της χώρας
τους εχθρούς.
ΧΟΡΟΣ
Που να μη φτάσει!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Γιατί η θλίψη είναι κοινή στους δικούς
κι αν κάτι η χώρα πάθει
η εφτάπυργη
δικό της κι η Φοινίκη το ‘χει.
ΧΟΡΟΣ
Αλί!
ΑΛΤΟ
Α! μα και παιδιά από την ίδια κερασφόρα
Ιώ πετάγονται
και τον πόνο τους γροικώ.
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Και πυκνό στην πόλη γύρω
σύγνεφο από σπίθες λάμπει
μάχης φονικής σημάδι.
Που γοργά θα νιώσει ο Άδης.
Πως του Οιδίποδα τους γιους
φέρνει συμφορά κατάρας.
Ω Πελασγικό Άργος
τρέμω την αλκή σου
και τη θεία Δικαιοσύνη
τι δεν κάνει τον αγώνα
τούτον άδικα
την Πατρίδα όποιος ποθεί.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Εδώ πέρα ο Κάδμος ο Τύριος
ήρθε και κατοίκησε
όπου η τετράποδη δαμάλα
χάμου πλάγιασε μονάχη
το χρησμό αληθεύοντας τον.
Κι ο χρησμός όριζε
τόπο σιτοδότη
για να χτίσει εκεί που νερά
δροσοβόλα από ωραία ποτάμια
τρέχουν στα βαθύσπορα χωράφια
κι ολοπράσινα της Δίρκης.
Κι από το Δία εδώ το Διόνυσο
η Σεμέλη μάνα γέννησε
που κισσός στριφτός τυλίγοντας
ενώ ακόμα ήταν βρέφος
με κλαριά ισκιοφόρα
απαλότατα τον σκέπασε.
Κι έτσι οι κόρες κι οι γυναίκες οι Θηβαίες
χορό του στήσανε βακχικό
και ευοί του ψάλλουν.
ΑΛΤΟ
Εδώ δράκος ήταν του Άρη
φύλακας σκληρός, μοβόρος
που χλοερά ρυάκια
και βρύσες φύλαε
και παντού τις κόρες
στριφογύρνα των ματιών.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Μα τον σκότωσε ο Κάδμος
να χεροπλυθεί σαν πήγε
στο κρανίο του βράχο ρίχνοντας
με τα θεριοφάγα μπράτσα
όπως του ’χε πει
η Διογέννητη κι αμήτορη
Παλλάδα.
Και τα δόντια του χάμω έσπειρε
στα βαθύσπορα χωράφια.
Άπο κείνα η γη
πάνοπλους πέταξε άντρες.
Μα ο σκληρός ο φόνος
πάλι με τη μάνα γη τους έσμιξε.
Κι έβρεξε το χώμα μ’ αίμα
που σ’ εκείνες είχε δείξει
το ηλιοφώτιστο τ’ αγέρι.
ΑΛΤΟ
Και το γιο της Πρωτομάνας μας της Ιώς
εσέ τον Έπαφο
γιέ του Δία.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Με τη φωνή μου τη βαρβαρική
σε κράζω.
ΧΟΡΟΣ
Βάρβαρα σ’ επικαλούμαι!
Τρέξε δω σ’ αυτή τη χώρα!
Τη θεμελίωσαν τ’ αγγόνια σου
όπου οι θεές οι διπλονόματες έμεναν.
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΑΛΤΟ
Η Περσεφόνη
κι η ακριβή θεά μας
Δήμητρα.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Στείλε τις θεές τις δαδοφόρες.
Κι υπεράσπισε το λαό τούτο.
ΑΛΤΟ
Κι όλα είναι εύκολα
για τους θεούς.
ΧΟΡΟΣ
Ιερέ Δρυμέ δασύφυλλε με τα πολλά τ’ αγρίμια,
Κιθαιρώνα χιονόσκεπε, της Άρτεμης καμάρι.
άμπωτες να μην έτρεφες το τέκνο της Ιοκάστης
το απόπαιδο του σπιτικού, το θάνατο-
γραμμένο Οιδίποδα
του ξακουστού από τις χρυσές περόνες.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Άμποτε να μην έτρεφες το τέκνο της Ιοκάστης
το απόπαιδο του σπιτικού, το θάνατο-
γραμμένο Οιδίποδα
του ξακουστού από τις χρυσές περόνες.
Κι ας μην είχε ‘ρθει του βουνού το τέρας
η φτερωτή παρθένα
η Σφίγγα η κακοτράγουδη
για συμφορά του τόπου
που ο υπόγειος Άδης έστειλε
δω πέρα στους Καδμείους.
Και που καθίζοντας κοντά στα τείχη
με τα νύχια των τετραπλών της των ποδιών
ανεβάζει στον αιθέρα το άβατο φέγγος
τη γενιά την Καδμογεννημένη.
Και να!
Στων γιών του Οιδίποδα την πόλη και το
σπίτι
άλλο δαιμόνιο φούντωσε.
Τι 6,τι καλό δεν είναι
ποτέ τους δε θα γίνει καλό.
Κι ούτε ποτέ παιδιά θα ’ναι στη μάνα νόμιμα
που ’ρθαν στο φως αμαρτωλά
γιατί από γάμο αιμομίχτου πατέρα γεννήθηκαν.
ΧΟΡΟΣ
Ιερέ Δρυμέ…
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Ω Γη!
ΧΟΡΟΣ
…δασύφυλλε με τα πολλά τ’ αγρίμια.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Εδώ πέρα γέννησες – εδώ κάποτε γέννησες
βαρβαρικά καθώς άκουσα να λένε στην
πατρίδα μου
του θεριοφάγου δράκου τ’ άλικο χαίτη τη
γενιά
που φύτρωσε απ’ τα δόντια του το καύχημα της Θήβας.
ΧΟΡΟΣ
Κιθαρώνα χιονόσκεπε
της Άρτεμης καμάρι
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Και τ’ Ουρανού κάποτε οι γιοι
στης Αρμονίας το γάμο εδώ ήρθαν
και με του Αμφίωνα τη λύρα και τη φόρμιγγα
τα τείχη σηκωθήκανε της Θήβας.
ΧΟΡΟΣ
άμπωτες να μην έτρεφες το τέκνο της Ιοκάστης
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Και των ποταμών τα δυο τα κάστρα
ανάμεσα στο πέρασμα της Δίρκης
που μπρος απ’ τον Ίσμηνο
τον κάμπο της τον πράσινο
με τα νερά ποτίζει.
ΧΟΡΟΣ
το απόπαιδο του σπιτικού
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Κι η Ιώ η κερατοστόλιστη προμήτορα μας
γέννησε της Θήβας τους Ρηγάδες
ΧΟΡΟΣ
το θανατογραμμένο Οιδίποδα
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Κι ενώ μυριάδες αγαθά
λάβαινε η πόλη τούτη δω
το ’να κατόπι απ’ τ’ άλλο
ΧΟΡΟΣ
τον ξακουστό απ’ τις χρυσές περόνες.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Τώρα ζωσμένη από στίφη εχθρικά
στον έσχατο τον κίνδυνο έχει φτάσει.
ΧΟΡΟΣ
Ήρθες!
ΑΛΤΟ
Ήρθες φτεροφόρα!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Γεννοβόλημα της γης
και της υποχθόνιας Έχιδνας.
ΧΟΡΟΣ
των Καδμείων αρπάχτρα εσύ
ΣΟΠΡΑΝΟ
πολυθάνατη!
ΑΑΤΟ
Πολύβογγη!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Κόρη από τη μέση κι άνω.
ΧΟΡΟΣ
Τέρας πολεμόχαρο.
ΑΛΤΟ
Με τ’ αστραφτερά φτερά σου
και τα σαρκοβόρα νύχια
ΣΟΠΡΑΝΟ
Απ’ τα μέρη τα Διρκαία
ΑΛΤΟ
παίρνοντας τους νέους ανάωρα
ΧΟΡΟΣ
με θρηνητικά τραγούδια
ΑΛΤΟ
κι αφανιστική κατάρα.
Στην πατρίδα βόγγους έφερες.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Βόγγους για τους φόνους
και φονιάς ένας θεός.
ΧΟΡΟΣ
Μοιρολογάν οι μητέρες
ΑΛΤΟ
Μοιρολογάν τα κορίτσια
ΣΟΠΡΑΝΟ
Μ’ αναστεναγμούς στα σπίτια
ΧΟΡΟΣ
Κι ένας έπειτ’ απ’ τον άλλον
ΑΛΤΟ
κλάμα απανωτό στο κλάμα
ΧΟΡΟΣ
θρήνο απανωτό σε θρήνους
ΣΟΠΡΑΝΟ
Έσκουζαν μέσα στην πόλη
ΧΟΡΟΣ
θρήνο απανωτό σε θρήνους
ΑΛΤΟ
και τα βογγητά κι οι θρήνοι
ΣΟΠΡΑΝΟ
αντηχούσαν σα βροντή
ΧΟΡΟΣ
κάποιον άντρα απ ’ την πόλη
σαν αφάνιζε
ΑΛΤΟ
η παρθένα η φτερωτή.
ΧΟΡΟΣ
Ήρθε αργότερα σταλμένος
απ’ του Φοίβου τους χρησμούς
ο πολύπαθος Οιδίποδας
στη Θηβαϊκή γη με χαρά
που πίκρα γέννησε.
ΑΛΤΟ
Τι το μητρικό το γάμο
τον αταίριαστο έκανε.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Μόλις έφτασε ο δόλιος νικητής
των αινιγμάτων.
ΑΛΤΟ
Κι έτσι μόλυνε την πόλη
ΧΟΡΟΣ
χαίτη πνίγει μες στο αίμα
ΣΟΠΡΑΝΟ
ρίχνοντας σ’ ανίερη μάχη
ΑΛΤΟ
ο τρισάθλιος με κατάρες
τα παιδιά του.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Μα θαυμάζω!
ΧΟΡΟΣ
Ώ ναι, θαυμάζω!
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Κείνον που να σκοτωθεί
έτρεξε για την πατρίδα!
Κι άφησε στον Κρέοντα θρήνους
για να κάνει νικηφόρες
τις εφτάπυργες τις πύλες.
Ας γινόμουν τέτοια μάνα
με καλά παιδιά. Παλλάδα μου.
που του δράκου εσύ το φόνο
μηχανεύτηκες με πέτρες
κι έκαμες σ’ αυτή τη χώρα
δαιμονοστάλακτος να πέσει
αρπάχτρα οργή.
Ποίηση: Κώστα Τριπολίτη
Σύνθεση: 1981,’Αθήνα-Παρίσι.
Ηχογράφηση: 1981, Μαρία Φαραντούρη, Minos
1981, Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Τραγούδια:
ΕΠΙΒΑΤΗΣ
80
ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ
ΤΩΡΑ
ΑΠΟΣΤΗΜΑ
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ
ΟΛΟΙ
ΚΥΡΙΑΚΕΣ
ΑΝ
ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ ΔΟΣΜΕΝΟΣ
ΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΖΗΣΑ ΠΟΤΕ
ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΔΩ
1. ΕΠΙΒΑΤΗΣ
Επιβάτης στην εξουσία αυτού του κράτους
που τα κάγκελά του χτίζει
υπογράφοντας θανάτους.
Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου
που τα κόκαλα τσακίζει
και τα όνειρα του ανθρώπου.
Έβγαλα εισιτήριο
στο γήπεδο και στο νοσοκομείο
έβγαλα εισιτήριο στο κρατητήριο.
Έβγαλα εισιτήριο
σαν επιβάτης…
στη χώρα αυτή που τρώει τα παιδιά της.
Επιβάτης στην υποψία αυτή του πλήθους
που ζωές υποστηρίζει
ανατρέποντας τους μύθους.
Επιβάτης στη γεωγραφία αυτού του τόπου
που νεκρούς υπερασπίζει
στις φωτιές της λεωφόρου.
2. ‘80
Ο καιρός να με πονάει
κι η ζωή με προϊόντα
μ’ έναν ενισχυτή Ακάι
και πεντακοσάρα Χόντα
πες μου ποιος μας κυβερνάει
στη δεκαετία του ογδόντα.
…Ζούμε λάθος κι από σπόντα.
Μια ανάπηρη εξουσία
τουφεκίζει τις βδομάδες
σε αργή αυτοκτονία
να τραβάει τις Ελλάδες
του θανάτου η συντεχνία
λίγο πριν το δυο χιλιάδες
…τα χαντάκια τώρα τά ‘δες.
3. ΑΦΙΕΡΩΜΑ
(ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ)
Με σημαία και περίστροφο
θαμμένα στο συρτάρι
πήρες ένα δρόμο αντίστροφο
απ’ ό,τι έχω πάρει.
Πράγματα κρυφά κι ακατάλληλα
τώρα δε σου λέω
πήγαινε μ’ εμένανε παράλληλα
κι άσε εγώ να φταίω.
Με καινούριο τώρα επίθετο
κι άλλη ενδυμασία
πήρες ένα δρόμο αντίθετο
και είσαι εξουσία.
4. ΤΩΡΑ (ΟΤΕ)
Γύρεψα θάλαμο του ΟΤΕ
να σε ειδοποιήσω
όμως δεν πρόλαβα ποτέ…
κι όλα με πήγαν πίσω.
Τώρα, χωρίς πληροφορία στη ζωή σου
στα προηγούμενα τα λόγια μου βασίσου.
Βρήκα το θάλαμο αργά
τα σύρματα κομμένα
τ’ ακουστικά του σιωπηλά…
είναι αργά για μένα.
5. ΑΠΟΣΤΗΜΑ
Γίνεται η αγάπη σου αμπούλα φαρμακερή
και τη χρειάζομαι
αδιάβροχο μες στη βροχή για να σκεπάζομαι.
Γίνεται η αγάπη σου ανακωχή.
Και την πληρώνω με φόρους και με πρόστιμα
και με της ζωής μου το απόστημα.
Γίνεται η αγάπη σου επέμβαση χειρουργική
ανάγκη απόλυτη
διαδήλωση ορμητική, οργή ξυπόλυτη.
Γίνεται η αγάπη σου ανατροπή.
6. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ
Το τραγούδι μου σε κάνει να θυμάσαι
χίλια πράγματα
ανακρίσεις, χειρουργεία κι οδοφράγματα.
Το τραγούδι μου γυρεύει εσένα
για να ειπωθεί
ζητάει νεύρα και καρδιά για να σωθεί.
Το τραγούδι μου γυρεύει να ποτίσει
τις ορμόνες σου
για να βρεις τον εαυτό μου στις οθόνες σου.
7. ΟΛΟΙ
Μ’ έχουν πάρει από πίσω περιπολικά
και μαντρόσκυλα στο δρόμο μου γαβγίζουν
την καρδιά μου τη χρεώνουν άχρηστα υλικά
κι όλο νάιλον αγάπες μου χαρίζουν.
Τούτη η νύχτα ποτισμένη βιτριόλι
και τα κάγκελα ριγμένα καταγής
ό,τι βλέπουμε απόψε μην το πεις
…τό ‘χουν δει και τό ‘χουν μάθει απόψε όλοι.
Μ’ έχουν πάρει από πίσω περιπολικά
κάπου εδώ η σχιζοφρένεια σταθμεύει
ό,τι έχουμε αγαπήσει παθολογικά
από ξένο μισθοφόρο κινδυνεύει.
8. ΚΥΡΙΑΚΕΣ
Με φθηνό ποδόσφαιρο οι Κυριακές
και κασέτες…
σαν επίδεσμος επάνω σε πληγές
…ξέχασέ τες.
Κυριακές τη μια πάνω στην άλλη
φωτογράφισα
τον καιρό στο τέρμα να με βγάλει
μόνο άφησα.
Μ’ ένα ρούχο επίσημο η Κυριακή
και κολώνια…
σαν θερμόμετρο σε άρρωστο κορμι
…από χρόνια.
9. ΑΝ
Κι αν απόψε το τραγούδι π’ αγαπάς
δεν τ’ αφήνεις μοναχό να σ’ οδηγήσει
το σκαλί αυτό που τώρα ακουμπάς
αύριο θα τό ‘χεις πριονίσει.
Κι αν απόψε της καρδιάς σου δε νοιαστείς
ν’ αναλύσεις την κρυμμένη σημασία
θά ‘σαι αύριο φτηνός διαχειριστής
σε μια ξένη εξουσία.
Κι αν αυτό το παραμύθι π’ ακούς
δεν τ’ αφήνεις μιαν αλήθεια να γυρέψει
θά ‘χεις κάνει ένα κόσμο σαν κι αυτούς
κι όλα θα τα έχεις καταστρέψει.
10. ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ ΔΟΣΜΕΝΟΣ
Τα βράδια να οπλοφορείς
με την καρδιά γεμάτη
με δυναμίτη στο κορμί
και πυροβόλο μάτι…
Κι έτσι στη νύχτα σου δοσμένος
σπουδαία πράγματα ν’ ακούς
και νά ‘σαι πάλι προδομένος
με σκοτεινούς μηχανισμούς.
Τα βράδια να παρατηρείς
με φλέβα οπλισμένη
να δεις τι γίνεται εδώ
και τι σε περιμένει…
11. ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΖΗΣΑ ΠΟΤΕ
Σα να μην έζησα ποτέ
σαν έμβρυο μέσα στη φιάλη
με τη ζωή μου στη μασχάλη
θα τριγυρνάω στα στενά.
Σα να μην έζησα ποτέ
Dunhill και Ronson και Cartier
δεν βρίσκω θέση να χωρέσω
Mobil, Jaguar και Esso.
Σα να μην έζησα ποτέ
σα ν’ αποκλείστηκα στη νύχτα
φθαρμένα όνειρα για λύτρα
θα κουβαλάω στα στενά.
12. ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΔΩ
Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα οι φυλακές
και τα ψυχιατρεία.
Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα οι εκκλησίες
και τα στενά σχολεία.
Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα τα γιαπιά
κι οι θάλαμοι του ΙΚΑ.
Τα σύνορα εδώ
είναι αυτά που μου ζητάς
και που ποτέ δεν βρήκα.
…και τούτο το τραγούδι
έχει γραφτεί
σαν μια ανάκριση νυχτερινή.
Ποίηση: Brendan Behan – μετάφραση Βασίλη Ρώτα
Σύνθεση: Οκτώβρης 1961, Παρίσι.
Πρώτη παρουσίαση του θεατρικού έργου: Απρίλιος του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λ.Τριβιζά.
Σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά, σκηνικά-κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη.
Πρώτη ηχογράφηση: 1962, Ντόρα Γιαννακοπούλου, (ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ), Δημήτρης Φάμπας (κιθάρα),
Ολοκληρωμένη ηχογράφηση:
1962, Μίκης Θεοδωράκης, Lyra
Εξώφυλλο: ξυλογραφία του Α. Τάσσου.
1962, Μίκης Θεοδωράκης, Pathe-Marconi
1962, Μίκης Θεοδωράκης, Polydor
1972, Μαρία Φαραντούρη, Pathe-Marconi
Τραγούδια:
ΗΤΑΝ 18 ΝΟΕΜΒΡΗ
ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ
ΑΝΟΙΞΕ ΛΙΓΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ Η ΓΗ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΕΣΗ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΘΕΣΗ Η ΓΗ
ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΘΥΜΑΜΑΙ
ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΤΟΠΙ ΧΡΥΣΟ
ΘΕΣ ΝΑ ΖΕΙΣ ΑΠ’ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΕΙΜΑΙ ΑΓΓΛΟΣ ΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΥΧΕΡΟΣ
ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΣΩΤΗΡΑ ΜΟΥ
ΘΑ ΣΟΥ ΣΤΕΙΛΩ ΜΑΝΑ
ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΕΔΩ ΚΑΝΕΙΣ
ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
ΠΟΙΟΣ ΔΕ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ
1. ΗΤΑΝ 18 ΝΟΕΜΒΡΗ
Ήταν 18 Νοέμβρη
πέρα στο Μακρούν μπροστά
φτάσαν ταχτικοί χακένιοι
με τα μεταγωγικά
Τα παιδιά τους καρτερούσαν
του στρατού λαϊκού
και με τις χειροβομβίδες
τους εκάμαν τ’αλατιού
2. ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ
(από το μουσικό θέμα της
κινηματογραφικής ταινίας «Ζ»)
Ήταν πρωί του Αυγούστου
κοντά στη ροδαυγή
βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη
βλέπω μια κόρη κλαίει σπαραχτικά θρηνεί
σπάσε καρδιά μου εχάθη το γελαστό παιδί
Είχεν αντρεία και θάρρος και αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα το γέλιο το γλυκό
ανάθεμα την ώρα κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί
Μον’ να ‘ταν σκοτωμένο
στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι Εγγλέζου να ‘χε πάει
κι από απεργία πείνας μέσα στη φυλακή
θα ‘ταν τιμή μου που ‘χασα το γελαστό παιδί
Βασιλικιά μου αγάπη μ’ αγάπη θα στο λέω
για το ό,τι έκανες αιώνια θα σε κλαίω
γιατί όλους τους εχθρούς μας θα ξέκανες εσύ
δόξα τιμή στ’ αξέχαστο γελαστό παιδί
3. ΑΝΟΙΞΕ ΛΙΓΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Άνοιξε σιγά την πόρτα
Κλείσ’ τη για να μην τραβάει
όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα, δάκρυα
το στόμα μου δεν ξέρει να γελάει
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
Κι άσ’ το φυρό για το Χριστό,
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό
Μόν’ μια φορά σαν έπεσε η εικόνα
κι άφησε τη γριά τη βάβω μου ξερή
κει που ‘λεγε παλιό ιρλανδέζικο τραγούδι
πως πούλησαν προδότες τον οδηγητή
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό
Από τους μπάσταρδους τους ξένους
κρύψε, καλή μου, το χάλι σου
εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο
και ρόδο στο κεφάλι σου
Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό
4. ΔΕΝ ΕΧΕΙ Η ΓΗ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΕΣΗ
Δεν έχει η γη κι ο κόσμος θέση σαν κι αυτή
Ανάμεσα σε ‘μάς τους δυο
Δεν έχει η γη κι ο κόσμος θέση σαν κι αυτή
Ακούς ταίρι μου χρυσό
5. ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΘΥΜΑΜΑΙ
Το Σεπτέμβριο θυμάμαι
όταν άδειαζαν οι πάγκοι
κι έπαψ’ ή βουή του κόσμου,
πήγαν τα παιδιά για τσάι.
Άσε μας θεέ ψηλά, να θυμόμαστε τ’ απλά
τώρα που έχουν πια πεθάνει
όλοι που μας αγαπάνε,
λοχαγοί και βασιλιάδες.
Πέρα στην παλιά μας Κύπρο
και στην Κένυα την καημένη
όλοι εκεί βασανισμένοι μαύροι
κι άσπροι από τους άσπρους.
Και στα ξωτικά τα μέρη κι όπου ρίξουμε το μάτι
το κουδούνι του σχολείου
στο μισό Μπέλφαστ σημαίνει
κι αχ, ή Αγγλία μας ή καημένη,
λοχαγοί και βασιλιάδες.
Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου
και στο πάρκο κει του Ουΐνσδορ, τι θαρρείτε κει πώς ηύρα, περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο και το πιο αστείο απ’ όλα
χαραγμένα πέντε δόντια, πέντε δόντια από παιδάκι, λοχαγοί και βασιλιάδες.
6. ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Διαβάζεις την Αγία Γραφή, χρυσές σελίδες.
Διαβάζεις λόγια ωραία που μιλάν για αγάπη.
Διαβάζεις και για τον Πλάτωνα, όλους τους σοφούς που λεν για ελπίδα, για χαρά,
για αγάπη, για ειρήνη.
Μα αυτά λέω σαν ανόητα τα νιώθει ο νους,
σα να λένε για λεπρούς ή για νεράιδες.
Αλλά το ξέρεις όταν άνθρωπο χρειαστείς,
πως σαν τον εαυτό σου εσέ δεν σ’αγαπάει κανείς
Επάσχισα κι εγώ να γίνω κάποιος.
Στα δεκατρία εδούλεψα καλά στο τραμ,
μα κι αν δεν έγινα γιατρός, στρατιωτικός,
τον βασιλιά τον υπηρέτησα πιστά,
ποτέ στους χαλεπούς καιρούς δεν πρόδωσα.
Ούτε όταν οι Άγγλοι τα ‘καναν σμπαράλια εδώ.
Κι όταν γίναμε γίναμε ανεξάρτητοι ήμουν νομιμόφρων, μα σαν τον εαυτό σου
εσέ δεν σ’ αγαπάει κανείς.
Πράγματι τους μικρούς εμάς της μεσαίας τάξεως
μας φέρνουν γύρω σαν καφέδες σ’ αγρυπνία,
οι υπάλληλοι μας έχουν σαν γαϊδούρια στη σειρά,
μας κοροϊδεύει ο όχλος όταν προσπαθούμε
να ‘χουμε τρόπους, να μιλάμε καθαρεύουσα.
Έτσι ούτε σύλλογο έχουμε και είναι να μας κλαις.
Μα μόνο τούτο ξέρουμε καλά και εμείς, πως σαν τον εαυτό σου εσέ δεν σ’ αγαπάει κανείς.
7. ΘΑ ΣΟΥ ΣΤΕΙΛΩ ΜΑΝΑ
Θα σου στείλω μάνα, θα σου στείλω μάνα
Ένα κουτί με σπίρτα, ένα κουτί με σπίρτα
Ένα κουτί με σπίρτα, από την Ιρλανδία
Ένας τοκογλύφος, τοκογλύφος σκούζει
φτάσε Χάρε, πάρε με, φτάσε Χάρε πάρε με
Πάρε με ένας Άγγλος μου ‘φαγε τα βόλια
Θα σου στείλω μάνα, θα σου στείλω μάνα
Ένα κουτί με σπίρτα, ένα κουτί με σπίρτα
Ένα κουτί με σπίρτα, από την Ιρλανδία
8. ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΜΗΝ ΤΗΝ ΠΕΤΡΟΒΟΛΑΣ
Δεν έχει θέση η Γη παρά για τη ζωή
δεν έχει θέση όπου κι αν πας.
δεν έχει θέση η Γη παρά για τη ζωή
σ’ το λέω και νιώσ’ το αν μ’ αγαπας.
Τη μάνα σου μην την πετροβολάς
όταν πεθάνει, αυτό θα σε πονάει
Τη μάνα σου μην την πετροβολάς
κάλλιο ο πατέρας σου πετριές ας φάει.
9. ΕΙΜΑΙ ΑΓΓΛΟΣ ΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΥΧΕΡΟΣ
Είμ’ Άγγλος νιος και τυχερός
θέλω τον βασιλιά
κι ας ακριβαίνουν τον καπνό,
φτάνει που με ρωτάν.
Την γριά Αγγλία την αγαπώ
από δύση σ’ ανατολή,
απ’ τον Ιορδάνη ποταμό
ως του Άτλα την ακτή.
Την γριά Αγγλία όπου κι αν βρεθώ
την έχω στην καρδιά,
μόνο αυτούς τους νέγρους
να έδιωχνα έξω με μια κλοτσιά.
10. ΘΕΣ ΝΑ ΖΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Θες να ζεις απ’ τις γυναίκες
και ποτέ να μη δουλεύεις
να ‘σαι σωματέμπορος
ναι, τη μαύρη μ’ αλήθεια, θέλω
Θες να στέκεις στο Σόχο
να ‘σαι γουέστερν νταβατζής
καλοπέραση γουστάρω
και γι’ αυτό να γίνω ευθύς
Τα πορνόφυλλα διαβάζεις
και γι’ ανθρώπους σαν κι αυτούς
που λεν για ασέλγειες και για φόνους
δεν μου λες μου τα χαρίζεις
Ναι μ’ αρέσει νταβατζής
Να βαλθώ με τα σωστά μου
Να πιάσω εγγλέζικο παρά
Που ‘χει πέραση παντού
Γιε μου γεια, κι ο Θεός μαζί σου
Πρωί βράδυ προσευχή
Και στέλνε στη μητέρα σου
ένα κάλπικο φλουρί
11. ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΕΝΑ ΤΟΠΙ ΧΡΥΣΟ
Θα σου δώσω ένα τόπι χρυσό
για να παίζεις στο χολ με παιδιά
αν με πάρεις, με πάρεις, με πάρεις
να ‘μαι ταίρι σου πια.
Θα σου δώσω τα κλειδιά της καρδιάς μου
και τα χρήματα όσα κι αν έχω,
αν με πάρεις, μ πάρεις, με πάρεις
να ‘μαι ταίρι σου πια.
Θα σου δώσω ρολόι με καδένα
να το δείχνεις κρυφά στα παιδιά
αν με πάρεις, με πάρεις, με πάρεις
να ‘μαι ταίρι σου πια.
Θ σου δώσω χρυσάφι, χρυσάφι
να γεμίζεις τις χούφτες φλωριά
αν με πάρεις, με πάρεις, με πάρεις
ταίρι να ‘μαστε πια
Θα σου φτιάξω μια πίτα με κρέας
θα σε κρύψω ως να φύγουν οι μάγκες
αν με πάρεις, με πάριες με πάρεις
ταίρι να ‘μαστε πια.
Όμως πρώτα να δούμε αν ταιριάζουμε,
αν ταιριάζουμε οι δυο μας σωστά.
12. ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΜΟΥ
Λατρεύω το Σωτήρα μου
τον Πλάστη μου αγαπώ,
στην κόλαση είν’ η θέση
για τον οξαποδώ.
Και λέω στον Mr Dalles
παρακαλώ πολύ, για μια μεγάλη χάρη,
αχ όχι αστεία με το φεγγάρι.
Είμαι μικρούλα Χριστιανή
στα πόδια μου άσπρο χιόνι,
καθημερνά προσεύχομαι
για της Λαμπρής τ’ αρνί.
Φωνάζω στον Mack Milan
που μοιάζει μανιτάρι
για μια μεγάλη χάρη,
αχ όχι αστεία με το φεγγάρι.
13. ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΕΔΩ ΚΑΝΕΙΣ
Δεν παίρνει εδώ κανείς
τη θέση της μητέρας
για να του δώσει
ένα φιλί γλυκό για μένα.
14. ΤΟ ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ
(Ορχηστρικό)
15. ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΑΜΠΡΗ
Ποιος δε μιλά για τη λαμπρή
γιορτή ξανανιωμού,
παν τα παιδιά στον πόλεμο
και παν του σκοτωμού.
Με θάρρος οι τρανές καρδιές
έπιασαν τα στενά,
ψηλά η σημαία ανέμιζε
η αντάρτισσα μπροστά.
Δέκα χιλιάδες φτάσανε
χακένιοι ταxτικοί
για να σκοτώσουν τα παιδιά
μα μείναν εδ’ εκεί.
Με πολυβόλα κι άρματα
κανόνια τους σωρό,
κανένας τους δε γύρισε,
δε φταίμε εμείς για αυτό.
Ένας με δέκα, ημέρες εξ,
κρατήσαμε γερά
και δεν περάσαν τις γραμμές,
μ’ όλα τους τα πυρά.
Μας ρίξαν και φαρμακερά
αέρια και καπνούς,
μας κάψαν την πρωτεύουσα
ωσάν τους Γερμανούς.
Σκοτώσαν τους ηγέτες μας
χωρίς απολογιά τους,
γυναίκες μας, μικρά παιδιά
στα γόνατα μπροστά τους.
Τους τάφους άνοιγαν κρυφά
και θάβαν τους νεκρούς,
δεν πιάσαν ούτε σκότωσαν
αντάρτες μας πιστούς.
Ποιος δε μιλά για τη λαμπρή
γιορτή ξανανιωμού,
παν τα παιδιά στον πόλεμο
και παν του σκοτωμού.
16. ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Της κόλασης καμπάνες(δις)
για σας, όχι για μένα(δις)
Ω θάνατέ μου έλα(δις)
πού είν’ η ελπίδα γκλιν γκλαν γκλιν
πού να ναι τάφε η νίκη σου
Αν δεις τον εργολάβο,
αν δεις τον οδηγό
να πιείτε μια απ’ ότι έμεινε
τώρα σας χαιρετώ
Το Μπλόκο της Καισαριανής
Ποιονε να κλάψω πρώτονε
ποιον να τραγουδήσω πρώτονε
στο μπλόκο στην Καισαριανή,
που γίνηκε μια Κυριακή.
Που γίνηκε μια Κυριακή
πρωί με τη δροσούλα.
Γιώργη με τη γλυκιά φωνή,
με τις φαρδιές τις πλάτες,
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και τραγούδησες
και τάραξες τη γειτονιά
ως πέρα στο Παγκράτι.
Ποιονε να κλάψω πρώτονε
ποιον να τραγουδήσω πρώτονε
στο μπλόκο στην Καισαριανή,
που γίνηκε μια Κυριακή.
Λευτέρη, με τα γαλανά
τα μάτια και την ομορφιά,
τους τοίχους που μπογιάτιζες
πες μου την ύστερη στιγμή
τι βρήκες και ζωγράφισες,
και το κοιτάν στη γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι;
Γιάννη καλέ, Νίκο αδελφέ,
Δημήτρη καροτσέρη,
π’ άφησες έρμο τ’ άλογο,
να τριγυρνά στους δρόμους
και το κοιτάν στην γειτονιά
και κλαίνε στο Παγκράτι.
Την περίοδο 1974 – 1975 ανέβηκε στο θέατρο «Κάβα» της οδού Σταδίου, από τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου και της Τιτίκας Νικηφοράκη το έργο του θεατρικού συγγραφέα και ηθοποιού Νότη Περγιάλη «Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή», με τη μουσική και τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, πάνω σε στίχους του Περγιάλη, που ερμήνευσαν η Χάρις Αλεξίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Κώστας Σμοκοβίτης, ενώ συμμετείχε ο βαρύτονος Θεόδωρος Δημήτριεφ και χορωδία αποτελούμενη από τα μέλη του θιάσου.
Η σκηνοθεσία ήταν του Νίκου Χατζίσκου, η χορογραφία της Τατιάνας Βαρούτη – Μαμάκη, η σκηνογραφία Περικλή Δουραμάνη. Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Τάκης Καραθανάσης, Περικλής Παναγιωτόπουλος, Νίκος Χατζίσκος, Αντώνης Ξενάκης, Μάκης Πανώριος, Νίκος Νικολαΐδης, Τιτίκα Νικηφοράκη, Αιμίλιος Μεσίδης, Όλγα Νικαρούδη, Κατερίνα Βανέζη, Άννα Βανέζη, Αλέκα Γεωργίου, Καίτη Σάββα, Μαρία Φωκά, Ρένα Γκριέλλα, Πάρις Πατριαρχέας, Νίκος Νικολαΐδης, Κυριάκος Βρόντης και Σπύρος Τζερμπίνος.
Ο Νότης Περγιάλης συνεργάστηκε με συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, με αποτέλεσμα μια σειρά τραγουδιών που έγραψαν τη δική τους, μεγάλη διαδρομή και ιστορία. Αναφέρω μόνο τα «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, «Τι να την κάνω τη χαρά» και «Ο λεβέντης» του Μίκη Θεοδωράκη, «Γκρεμισμένα σπίτια» του Γιάννη Μαρκόπουλου, ενώ υπάρχουν και κάποια ακόμη που έγιναν λιγότερο γνωστά.
Δυστυχώς τα τραγούδια από «Το δέντρο που δεν το λέγανε υπομονή» αν και ηχογραφήθηκαν εκείνη την εποχή, δεν κυκλοφόρησαν σε δίσκο ποτέ. Μονάχα το συγκλονιστικό «Μπλόκο της Καισαριανής» «δραπέτευσε» και το 1977 βρήκε θέση, σε διαφορετική εκτέλεση χωρίς τη χορωδία που συνοδεύει τη Χαρούλα Αλεξίου, στον διπλό προσωπικό της δίσκο «24 τραγούδια» που κυκλοφόρησε από τη Minos. Επίσης, ανάμεσα στα τραγούδια ήταν και ο «Λεβέντης», που πρωτογραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη το 1971 στα «Τραγούδια του αγώνα» κι ακούστηκε εδώ σε νέα ηχογράφηση με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποιοι μουσικοί έπαιξαν στην ηχογράφηση, πόσα ακριβώς ήταν τα τραγούδια, ούτε τους λόγους που παρέμειναν ακυκλοφόρητα. Ωστόσο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 μεταδόθηκαν σε μια εκπομπή της Έφης Πουλοπούλου στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, με καλεσμένο τον Νότη Περγιάλη. Τα τραγούδια διατηρήθηκαν στο αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και τα τελευταία δέκα – δεκαπέντε χρόνια επανήλθαν μέσα από διάφορες εκπομπές του Δευτέρου Προγράμματος.
Οι τίτλοι των τραγουδιών μπήκαν «αυθαίρετα» από τον γράφοντα:
1) Ένα σακάκι μπαλωμένο – Χάρις Αλεξίου
2) Μαράθηκαν τα δέντρα – Χάρις Αλεξίου
3) Σ’ αυτό τον κόσμο τον πικρό – Κώστας Σμοκοβίτης & Χορωδία
4) Για κάνε πέτρα την καρδιά σου – Βασίλης Παπακωνσταντίνου & Χορωδία
5) Το μπλόκο της Καισαριανής – Χάρις Αλεξίου & Χορωδία
6) Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή – Θεόδωρος Δημήτριεφ / Αφήγηση Νότης Περγιάλης
7) Ο λεβέντης – Βασίλης Παπακωνσταντίνου & Χορωδία
8) Μαράθηκαν τα δέντρα – Χάρις Αλεξίου (φινάλε)
Τα τραγούδια, όπως μεταδόθηκαν από την εκπομπή της Έφης Πουλοπούλου, αναρτήθηκαν πριν από μερικά χρόνια στο κανάλι του «Ctpcmh» στο YouTube, ο οποίος ευχαριστεί τον φίλο του Αθανάσιο Σακελλαράκη, που μαγνητοφώνησε την εκπομπή…
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Θανάσης Γιώγλου

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς “Μελίνα Μερκούρη”, Μεταμορφώσεως 7-9 & Αργυρουπόλεως, Θεσσαλονίκη
7 Μαρτίου 2026
“Μπροστά στην αιωνιότητα”
Μουσικοθεατρικό αφιέρωμα στην ζωή, το έργο και τη φιλοσοφική σκέψη του Μίκη Θεοδωράκη
Το μουσικοθεατρικό αφιέρωμα «Μπροστά στην Αιωνιότητα», αφιερωμένο στον Μίκη Θεοδωράκη, επιστρέφει για μια ακόμη μοναδική βραδιά! Η συγκλονιστική ανταπόκρισή σας και η βαθιά αγάπη για τη δημιουργία του Μίκη μάς δίνουν τη χαρά να ανακοινώσουμε δεύτερη παράσταση αυτή την φορά το Σάββατο 7 Μαρτίου στο ιστορικό θέατρο «Μελίνα Μερκούρη».
Ένα βαθιά συγκινητικό και ανανεωμένο ταξίδι στον κόσμο, τη μουσική και τη φιλοσοφία του σπουδαίου δημιουργού, επιστρέφει για να μας αγγίξει ξανά.
Πλοκή & Φιλοσοφία του έργου:
Η παράσταση είναι ένα μουσικοθεατρικό αφιέρωμα στη ζωή, το έργο και τη φιλοσοφία του Μίκη Θεοδωράκη,
με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο και την ψυχή ενός δημιουργού που ένωσε την ποίηση με τον αγώνα, τη μουσική με την ελευθερία, την τέχνη με τον άνθρωπο.
Ο θεατής ταξιδεύει από τα παιδικά χρόνια του Μίκη στη Χίο, στις μεγάλες στιγμές του αγώνα και της δημιουργίας, μέχρι τη φιλοσοφική του σκέψη για τη “συμπαντική αρμονία” – την ιδέα ότι ο άνθρωπος, η φύση και η μουσική αποτελούν ένα ενιαίο, αόρατο σύνολο.
Η μουσική συναντά το θέατρο, η ποίηση μεταμορφώνεται σε εικόνα, και ο λόγος του μεγάλου δημιουργού γίνεται αφορμή για ενδοσκόπηση, συγκίνηση και έμπνευση. Μια παράσταση που δεν αναπαριστά απλώς τον Θεοδωράκη – μας καλεί να τον ανακαλύψουμε ξανά, μέσα μας.
Στις 8.00 μμ Θα μεταδοθεί στην μνήμη του Dr. Peter Hanser-Strecker η Ραψωδία για Βαρύτονο και Ορχήστρα, το τελευταίο έργο του Μίκη Θεοδωράκη όπου και του το είχε αφιερώσει. 20.00 Ραψωδία για βαρύτονο και Ορχήστρα Εγχόρδων 2009. Ποίηση: Διονύσης Καρατζάς. Βαρύτονος: Δημήτρης Τηλιακός. Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ. Δ.Ορχήστρας: Μίλτος Λογιάδης.
Ο Dr. Peter Hanser-Strecker υπήρξε μια εμβληματική μορφή της ευρωπαϊκής μουσικής εκδοτικής ιστορίας και ένας από τους σημαντικότερους θεματοφύλακες του σύγχρονου συμφωνικού και λυρικού ρεπερτορίου. Ως πρόεδρος της ιστορικής εκδοτικής εταιρείας Schott Music, συνέχισε με συνέπεια και όραμα μια παράδοση αιώνων, μετατρέποντας τον οίκο σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη μουσική δημιουργία.
Η συμβολή του δεν περιορίστηκε στη διοικητική του ιδιότητα. Με βαθιά καλλιέργεια, μουσική παιδεία και σπάνια διορατικότητα, στάθηκε αληθινός συνοδοιπόρος των συνθετών, υπερασπιζόμενος το έργο τους όχι μόνο ως πνευματική ιδιοκτησία, αλλά ως ζωντανή πολιτιστική παρακαταθήκη.
Παράλληλα με τη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου, ο Hanser-Strecker ήταν βαθιά αφοσιωμένος στη φιλανθρωπία. Το 1981, ίδρυσε το «Ίδρυμα Paul Strecker», το οποίο πήρε το όνομά του από τον παππού του. Το ίδρυμα προωθεί τη σημασία της μουσικής και της μουσικής εκπαίδευσης στα σχολεία, τα σπίτια και την επαγγελματική κατάρτιση, υποστηρίζει νέους μουσικούς και έχει διευκολύνει πολλά μουσικά έργα. Για την εθελοντική του προσφορά, ο Δρ. Carl-Peter Hanser-Strecker τιμήθηκε με το Τάγμα της Αξίας του Κρατιδίου της Ρηνανίας-Παλατινάτου από τον Υπουργό-Πρόεδρο Kurt Beck το 2002.
Ανακοίνωση εξέδωσε και η επίσημη σελίδα του Μίκη Θεοδωράκη.
27.01.2026
Ο κόσμος του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και γενικά ο κόσμος της μουσικής θρηνεί για την απώλεια του Peter Hanser-Strecker, που υπήρξε επί κεφαλής του Εκδοτικού Οίκου SCHOTT, δηλαδή του κληρονόμου του Μίκη Θεοδωράκη και ένας από τους πιο πολύτιμους φίλους και υποστηρικτές του έργου του. Παραθέτουμε το κείμενο με το οποίο τον αποχαιρέτησε ο Οίκος SCHOTT και το οποίο δίνει ανάγλυφα την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και την προσφορά αυτού του εξαίρετου ανθρώπου.
«Η μουσική είναι η γλώσσα της ανθρωπότητας». Ακολουθώντας πιστά αυτό το μότο, ο Δρ. Peter Hanser-Strecker όχι μόνο διαμόρφωσε επί περισσότερο από μισό αιώνα την πορεία του μουσικού εκδοτικού οίκου Schott Music αλλά και αναδείχθηκε σε μία από τις πλέον επιδραστικές προσωπικότητες στον διεθνή κόσμο της μουσικής. Με τον θάνατό του το βράδυ της 22ας Ιανουαρίου 2026, που έφυγε πλαισιωμένος από την οικογένειά του στο Wiesbaden, ο πολιτιστικός κόσμος χάνει έναν ακούραστο οραματιστή, έναν διακριτικό προστάτη των τεχνών και έναν εκδότη σεβαστής παράδοσης, ο οποίος διαισθητικά γνώριζε πώς να ισορροπεί το θάρρος της καινοτομίας με τον σεβασμό προς την κληρονομιά.
Γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1942 στο Μόναχο και τα πρώτα παιδικά χρόνια του σημαδεύτηκαν από ορόσημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τραυματική ανάμνηση του ήχου του κούκου στο ραδιόφωνο, που λειτουργούσε ως προειδοποίηση για επικείμενους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, παρέμεινε μία από τις καθοριστικές μουσικές εμπειρίες της ζωής του. Μετά την πρόωρη απώλεια του πατέρα του, Heinz Hanser, το 1949, βρήκε ένα νέο πνευματικό στήριγμα τόσο στον αστικό ανθρωπισμό της Σχολής Dilthey στο Wiesbaden όσο και στη μουσική.
Η ακαδημαϊκή του πορεία, με σπουδές μουσικολογίας και νομικής στο Μάιντς, το Μόναχο και τη Φρανκφούρτη, αποτέλεσε για την εποχή ένα σπάνιο διεπιστημονικό επίτευγμα. Η διδακτορική του διατριβή το 1968 με θέμα τη λογοκλοπή στη μουσική έθεσε τα θεμέλια της δια βίου δέσμευσής του για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας – ενός ζητήματος που επρόκειτο να αποκτήσει νέα, υπαρξιακή σημασία στην εποχή της ψηφιοποίησης.
Την 1η Οκτωβρίου 1968 ο Peter Hanser-Strecker εντάχθηκε στην οικογενειακή επιχείρηση Schott Music, την οποία, ως Διευθύνων Εταίρος από το 1974 και ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου από το 1983, μετέτρεψε σε έναν παγκοσμίως δραστήριο όμιλο μέσων. Ήταν από τους πρώτους που διέγνωσαν τα σημάδια της ψηφιακής επανάστασης και, υπό την καθοδήγησή του, η Schott αναδείχθηκε πρωτοπόρος στην ψηφιακή μουσική τυπογραφία και καθιέρωσε ολοκληρωμένη διαδικτυακή παρουσία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, πολύ πριν ο κλάδος αντιληφθεί πλήρως την εμβέλεια του διαδικτύου.
Το εκδοτικό του ένστικτο διαμορφωνόταν από βαθιά περιέργεια για το άγνωστο. Μέσω της απόκτησης της δισκογραφικής εταιρείας WERGO και συνεργασιών με εμβληματικούς συνθέτες όπως οι György Ligeti, Krzysztof Penderecki και Carl Orff, εξασφάλισε στη Schott ηγετική διεθνή θέση στον χώρο της σύγχρονης μουσικής. Τα ταξίδια του τον οδήγησαν έως την Κίνα, τη Ρωσία και την Ιαπωνία, απ’ όπου έφερε νέες μουσικές φωνές στον εκδοτικό οίκο, οικοδομώντας γέφυρες μεταξύ πολιτισμών. Παράλληλα, με ακαδημαϊκή αυστηρότητα, επιμελήθηκε την κληρονομιά της κλασικής μουσικής, όπως αυτή αποτυπώθηκε σε εξαιρετικά φιλόδοξες πλήρεις εκδόσεις έργων των Richard Wagner, Robert Schumann και Paul Hindemith.
Η κοινωνική προσφορά του Δρ Hanser-Strecker υπερέβαινε κατά πολύ την έννοια του τυπικού καθήκοντος· αποτελούσε έκφραση του βαθιά ριζωμένου ανθρωπιστικού του ήθους. Σε πολυάριθμες τιμητικές θέσεις – μεταξύ αυτών ως Πρόεδρος της Ένωσης Γερμανών Μουσικών Εκδοτών και επίτιμο μέλος της GEMA, του γερμανικού οργανισμού συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων στη μουσική – αγωνίστηκε ακούραστα για τα συμφέροντα της σοβαρής κλασικής μουσικής και των δημιουργών της.
Η φιλανθρωπία κατείχε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του. Με την ίδρυση του Ιδρύματος Pro Musica Viva – Maria Strecker-Daelen συνέβαλε στην εκ νέου ανακάλυψη έργων λησμονημένων συνθετών, ενώ το Ίδρυμα Strecker συνεχίζει έως και σήμερα να προάγει τη μουσική εκπαίδευση παιδιών και νέων. Η δράση του δεν γνώριζε γεωγραφικά όρια και, ως στενός φίλος του Karlheinz Böhm, στήριξε επί δεκαετίες την ανθρωπιστική οργάνωση βοήθειας στην Αιθιοπία «Άνθρωποιο για Ανθρώπους» (Menschen für Menschen). Η απονομή του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 2014 αποτέλεσε τη δίκαιη αναγνώριση μιας ζωής που έθετε το καλό των άλλων πάνω απ’ όλα.
Πέρα από το γραφείο του στον εκδοτικό οίκο, ο Peter Hanser-Strecker υπήρξε άνθρωπος ευρείας πνευματικής καλλιέργειας. Ήταν οργανίστας, παθιασμένος φωτογράφος και ζωγράφος, γνώστης της ασιατικής τέχνης και ενθουσιώδης αθλητής, με ιδιαίτερη αγάπη στο σκι και την ποδηλασία.
Αποχαιρετούμε έναν σπουδαίο Ευρωπαίο, του οποίου η σοφία, η καλοσύνη και η ανεξάντλητη δημιουργική ορμή θα μας λείψουν βαθιά. Αν και το σπίτι της Schott στην οδό Weihergarten θα έχει πλέον ένα αισθητό κενό, το πνεύμα του θα ζει σε κάθε μουσικό μέτρο που ο εκδοτικός μας οίκος μοιράζεται με τον κόσμο.
Ο Παγκρήτιος Σύλλογος Φίλων Μίκη Θεοδωράκη με θλίψη αποχαιρετά τον Dr Peter Hanser-Strecker, που έφυγε από τη ζωή στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση «φίλος και συνεργάτης του Μίκη Θεοδωράκη, ο Dr Peter Hanser-Strecker υπήρξε μία χαρισματική προσωπικότητα, η οποία ως επικεφαλής των Μουσικών εκδόσεων Schott Music, άφησε ισχυρό το αποτύπωμά της στην Παγκόσμια Μουσική Ζωή.Οι Schott Music είναι οι κληρονόμοι του Μεγάλου Έλληνα Δημιουργού, όπως ο ίδιος το όρισε, αποδεικνύοντας τη βαθιά εκτίμηση και πίστη που έτρεφε για τον Γερμανό φίλο και συνεργάτη του»

Σε ηλικία 88 ετών έφυγε από τη ζωή η σπουδαία καλλιτέχνις, συγγραφέας, ηθοποιός και τραγουδίστρια, Ντόρα Γιαννακοπούλου (Θεοδώρα Κοτοπούλη).
Η Ντόρα Γιαννακοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μυτιλήνη, ενώ με το τέλος των θεατρικών της σπουδών στην Αθήνα έπαιξε και τραγούδησε στο έργο Ένας Όμηρος του Μπρένταμ Μπίαμ, που ανέβασε ο Λεωνίδας Τριβιζάς στο «Κυκλικό Θέατρο» με τραγούδια που είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο.
Ένα από αυτά είναι και το «Γελαστό Παιδί» που το τραγούδησε τότε σε εκατοντάδες συναυλίες και δίσκους. Την ίδια περίοδο, η Ντόρα Γιαννακοπούλου άρχισε μια παράλληλη καριέρα στο θέατρο και στο τραγούδι, με σύγχρονες εμφανίσεις στο «σανίδι», στον κινηματογράφο και στις πρώτες μπουάτ στην Πλάκα.
Μεταξύ άλλων, έβγαλε δίσκους με τα τραγούδια του Όμηρου και συνεχίζει με την «Όμορφη Πόλη» των Θεοδωράκη, Μποστ, Κακογιάννη και λίγο αργότερα με τις «Μικρές Κυκλάδες» του Οδυσσέα Ελύτη.
Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών, η Ντόρα Γιαννακοπούλου έφυγε στο εξωτερικό, όπου με μία μικρή ομάδα, πραγματοποιούσε περιοδείες σε χώρες της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης, με πρόγραμμα βασισμένο, κυρίως, στη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.
Στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, η Ντόρα Γιαννακοπούλου στρέφεται προς τον χώρο του βιβλίο, εγκαταλείποντας σταδιακά, αλλά όχι οριστικά, τραγούδι και θέατρο. Η πρόβα του νυφικού, που κυκλοφόρησε το 1993, είναι το πρώτο της μυθιστόρημα που εκδίδεται.
Στην πραγματικότητα είναι το πρώτο της γραπτό κείμενο, με δεύτερο ένα διήγημα στο περιοδικό με τίτλο «Ο Πάπαρδος», δημοσιευμένο το 1995. Το δεύτερο μυθιστόρημά της, Ο μεγάλος θυμός, κυκλοφόρησε το 1996, ενώ τα δύο μυθιστορήματα έγιναν σειρές για την τηλεόραση, το πρώτο στον ΑΝΤ1 και το δεύτερο στο MEGA, σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη.
Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Με τα μάτια του έρωτα (1999), Οι τρεις χήρες (2001), που έγινε σειρά στον ALPHA, Αμαρτωλέ μου άγγελε (2002), Έρως μετ’ εμποδίων (2004), Το μενταγιόν (2007), Ένοχα μυστικά (2009) και Πεθαίνω για σένα (2011).
Στη φιλμογραφία, η Ντόρα Γιαννακοπούλου έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο ελληνικό ιστορικό δράμα του 1959, «Η λίμνη των στεναγμών», για να συνεχίσει την ίδια χρονιά με την ερμηνεία της «Αλέκας» στην ταινία «Ψιτ… κορίτσια».
Ακολούθησε ο ρόλος της «Βαρβάρας» το 1962 στο «Τα σκαλοπάτια της ζωής», της «Μαρίνας Τσακμάκη» στο φιλμ του 1963 «Οι σκανδαλιάρηδες». Η παρουσία της στον κινηματογράφο συνεχίζεται το 1964 στο «Το μεροκάματο του πόνου», στο «Έκλαψα πικρά για ‘σένα» ερμηνεύοντας τη «Μάρω», για να κλείσει την κινηματογραφική της παρουσία το 1965 σε δύο διαδοχικές ταινίες.
Με τη «Μαρίνα Ράλλη» στην ταινία «Καταιγίδα» και τη «Στέλλα Μαυράκη» στο «Ξαναγύρισε κοντά μου», η Ντόρα Γιαννακοπούλου επέκτεινε κι άλλο φάσμα της καλλιτεχνικής της δημιουργίας και ικανότητας.

Η Κική Μορφωνιού, κορυφαία μεσόφωνος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη στη λυρική τέχνη και στην ιστορία της ελληνικής όπερας.
Η Μορφωνιού υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φωνές της ΕΛΣ, με καριέρα που διήρκεσε τρεις δεκαετίες. Ερμήνευσε σχεδόν ολόκληρο το ρεπερτόριο της μεσοφώνου, συμμετέχοντας σε περισσότερες από σαράντα όπερες και αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό λυρικό θέατρο.
Ιδιαίτερη θέση στην καλλιτεχνική της διαδρομή κατέχουν οι ιστορικές εμφανίσεις της στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, δίπλα στη Μαρία Κάλλας, το 1960 και το 1961. Οι ερμηνείες εκείνες καταγράφηκαν με χρυσά γράμματα στην ιστορία της όπερας στην Ελλάδα.
Η Κική Μορφωνιού γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Σπούδασε πιάνο με τη Φώφη Βαφειάδου και τραγούδι με την Ειρήνη Σκέπερς στο Εθνικό Ωδείο, από όπου αποφοίτησε το 1956 με πρώτο βραβείο και αριστείο εξαιρετικής επίδοσης. Με κρατική υποτροφία συνέχισε σπουδές στο Μιλάνο, δίπλα στους αρχιμουσικούς Αντόνιο Τονίνι και Αντόνιο Ναρντούκι.
Το 1958 εντάχθηκε στην ΕΛΣ αρχικά ως χορωδός και σύντομα υπέγραψε συμβόλαιο μονωδού. Από το 1958 έως το 1987 πρωταγωνίστησε σε σαράντα όπερες και 93 παραγωγές ή αναβιώσεις, όπως οι Φάουστ, Κάρμεν, Ο κουρέας της Σεβίλλης, Ο τροβαδούρος, Τζοκόντα και άλλες.
Η Μορφωνιού συμμετείχε στις πρώτες παρουσιάσεις από την ΕΛΣ έργων όπως οι Διάλογοι Καρμηλιτισσών, Ναμπούκκο, Κασσιανή, Μήδεια, Φάλσταφ, Η στέψη της Ποππαίας και Δον Κιχώτης. Εμφανίστηκε σε σημαντικά φεστιβάλ της Ελλάδας και του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων το Φεστιβάλ Επιδαύρου, το Σπολέτο και τα Δημήτρια Θεσσαλονίκης.
Συνεργάστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, καθώς και με ορχήστρες της ραδιοφωνίας των Βρυξελλών και της Κολωνίας. Από το 1974 δίδαξε στο Ωδείο Αθηνών και τη δεκαετία του ’90 διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΛΣ. Παράλληλα, ηχογράφησε έργα Ελλήνων συνθετών όπως των Καλομοίρη, Θεοδωράκη και Χατζηαποστόλου.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή τίμησε την Κική Μορφωνιού το 2023, κατά την έναρξη των εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας. Στην πρεμιέρα της Μήδειας του Κερουμπίνι, στις 25 Απριλίου 2023, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης της απένειμε τιμητική πλακέτα για «τη σπουδαία συνεισφορά της στη λυρική τέχνη, τις αξεπέραστες ερμηνείες της, αλλά και για το ήθος, την αγάπη και την αφοσίωσή της στην Εθνική Λυρική Σκηνή».
Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στο ντοκιμαντέρ της ΕΛΣ για τη Μαρία Κάλλας (2023), όπου μίλησε για τη συνεργασία τους στην Επίδαυρο, αναβιώνοντας πολύτιμες μνήμες από εκείνη την εποχή.
Η Διοίκηση και το προσωπικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με βαθιά συγκίνηση, εξέφρασαν τα συλλυπητήριά τους στην οικογένεια και στους οικείους της, τιμώντας τη μνήμη και το έργο μιας σπουδαίας καλλιτέχνιδας που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μουσική ζωή της χώρας.
Η πόλις – Κωνσταντίνος Π. Καβάφης – Μίκης Θεοδωράκης
|
Η Πόλις Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. |
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 17 Απριλίου 1863 (29 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο). Ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί του μεγαλέμπορου βαμβακιού Πέτρου-Ιωάννου Καβάφη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του είχε ζήσει στην Αγγλία και ήταν κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου.
Τα πρώτα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη γενέτειρά του, στην αριστοκρατική οδό Σερίφ, μέσα σ’ ένα πλούσιο περιβάλλον με Γάλλο παιδαγωγό και Αγγλίδα τροφό. Με τον θάνατο του πατέρα του το 1870 αρχίζει η παρακμή της οικογένειάς του. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα του Χαρίκλεια Καβάφη (το γένος Φωτιάδη) υποχρεώνεται να φύγει από την Αλεξάνδρεια και να μετακομίσει με τα παιδιά της, πρώτα στο Λονδίνο και μετά στο Λίβερπουλ.
Στα έξι χρόνια της διαμονής του στην Αγγλία ο νεαρός Κωνσταντίνος θα μάθει σε βάθος την Αγγλική γλώσσα και θα καλλιεργήσει την έμφυτη ροπή του προς τα Γράμματα. Το 1878 η οικογένειά του αντιμετωπίζει εκ νέου οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της Κρίσης του 1873 και επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Ο δεκαπενταετής Κωνσταντίνος μελετά κατ’ οίκον και το 1881 συνεχίζει τις σπουδές του στο εμπορικό λύκειο Ο Ερμής, που ιδρύεται εκείνη τη χρονιά από τον Κωνσταντίνο Παπαζή.
Τον επόμενο χρόνο, η οικογένειά του θα μετακομίσει εκ νέου, αυτή τη φορά στην Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας των εθνικιστικών ταραχών στην Αίγυπτο, που καθιστά επισφαλή τη θέση των Ευρωπαίων. Ο αγγλικός στόλος βομβαρδίζει την Αλεξάνδρεια και η οικία Καβάφη γίνεται παρανάλωμα του πυρός. Η οικογένειά του θα φιλοξενηθεί επί τριετία από τον παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη.
Την περίοδο της παραμονής του στην Πόλη εκδηλώνονται οι πρώτες συστηματικές προσπάθειές του στην ποίηση. Η ατμόσφαιρα και το τοπίο της φαίνεται να τον εμπνέουν και αυτό διαπιστώνεται στα ποιήματά του Ο Βεϊζαδές προς την ερωμένη του (1884), Dünya Güzeli (1884), Νιχώρι (1885) και το πρώτο του πεζό Μια νυξ στο Καλντέρι (1884).
Πάντως, το πρώτο κείμενο που σώζεται στο αρχείο του γράφτηκε το 1882. Πρόκειται για ένα ημερολόγιο σε αγγλική γλώσσα, με τον τίτλο Constantipoliad-En Epic (Κωνσταντινοπουλιάς – Ένα έπος), στο οποίο περιγράφονται οι προετοιμασίες για την αναχώρηση της οικογένειας από την Αλεξάνδρεια, το πολεμικό κλίμα των ημερών εκείνων και το ταξίδι ως την Κωνσταντινούπολη.
Τον Οκτώβριο του 1885 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τη μητέρα του και τα δυο αδέλφια του, Αλέξανδρο και Παύλο, αφού πήραν αποζημίωση για τις καταστροφές του 1882. Μία από τις πρώτες αποφάσεις του είναι να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα. Αρχίζει να εργάζεται πρώτα ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 προσλαμβάνεται αρχικά ως άμισθος γραμματέας στην Υπηρεσία Αρδεύσεων και από το 1892 ως έμμισθος υπάλληλος, θέση στην οποία θα παραμείνει έως το 1922, φθάνοντας στον βαθμό του υποτμηματάρχη.
Το 1891 θεωρείται σημαντική χρονιά για τον Καβάφη. Εκδίδει το πρώτο αξιόλογο ποίημά του (Κτίσται) και δημοσιεύει μερικά από τα σπουδαιότερα πεζά κείμενά του (Ολίγα περί στιχουργίας, Ο Σακεσπήρος περί της ζωής, Ο καθηγητής Βλάκη περί της νεοελληνικής και δύο κείμενα για τα Ελγίνεια).
Από το 1893 έως το τέλος του αιώνα γράφει μερικά από τα σημαντικότερα ποιήματά του, όπως τα: Κεριά (1893), Τείχη (1896), Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1899). Το 1896 συνεργάζεται με την εφημερίδα Phere d’ Alexandrie. O δημοσιογράφος και συγγραφέας Γεώργιος Τσοκόπουλος τον χαρακτηρίζει «Σκεπτικιστής, φιλοσοφικός, μελαγχολικός, με ειρωνική πικρία». Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο.
Το 1899 φεύγει από τη ζωή η μητέρα του Χαρίκλεια, την οποία υπεραγαπούσε. Είχαν προηγηθεί οι θάνατοι του παιδικού του φίλου Μικέ Ράλλη (1889), του αδελφού του Πέτρου-Ιωάννη (1891) και του παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη (1896).
To 1902 ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα την Αθήνα, όπου γνωρίζεται με τους ομοτέχνους του Γρηγόριο Ξενόπουλο και Ιωάννη Πολέμη. Σε μια επιστολή του αναφέρει ότι στην Αθήνα αισθανόταν, όπως ένας πιστός που πηγαίνει προσκυνητής στη Μέκκα. Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται και πάλι την Αθήνα, ενώ στις 30 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο Ξενόπουλος γράφει στο περιοδικό Παναθήναια το ιστορικό άρθρο Ένας Ποιητής, που αποτελεί την πρώτη εγκωμιαστική παρουσίαση του καβαφικού έργου στο ελλαδικό κοινό. Το 1904 θα γράψει ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματά του, το Περιμένοντας τους Βαρβάρους. Το 1905 επισκέπτεται για τρίτη φορά την Αθήνα για την κηδεία του αδελφού του Αλέξανδρου.
Τον Δεκέμβριο του 1907 εγκαθίσταται στο σπίτι της οδού Λέψιους 10, όπου και θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του, δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα του έργου του. Η φήμη του διαρκώς εξαπλώνεται και στο διαμέρισμά του τον επισκέπτονται προσωπικότητες της λογοτεχνίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως ο φουτουριστής Τομάσο Μαρινέτι, ο Αντρέ Μαλρό, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Ουράνης και η Μυρτιώτισσσα.
Το 1911 θα γράψει το περίφημο ποίημά του Ιθάκη. Το 1914 γνωρίζεται με τον σπουδαίο Άγγλο μυθιστοριογράφο Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ και συνδέεται μαζί του με φιλία. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Φόρστερ θα συστήσει τον Καβάφη στο αγγλικό κοινό.
Το 1917 γνωρίζεται με τον Αλέκο Σεγκόπουλο, κατ’ άλλους νόθο γιο του, κατ’ άλλους ερωτικό του σύντροφο, πάντως μετέπειτα γενικό κληρονόμο του. Τον Απρίλιο του 1922 παραιτείται από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί στο ποιητικό του έργο. «Επιτέλους απελευθερώθηκα από αυτό το μισητό πράγμα», γράφει κάπου. Τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο τελευταίος εν ζωή αδελφός του, ο Τζον Καβάφης, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος θαυμαστής και μεταφραστής του έργου του.
Το 1926 η κυβέρνηση του δικτάτορα Πάγκαλου του απονέμει το παράσημο του Φοίνικος, διάκριση την οποία ο ποιητής αποδέχεται, υποστηρίζοντας ότι «το παράσημο μού το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, γι’ αυτό και το κρατώ». Το 1930 αρχίζει να υποφέρει από τον λάρυγγά του. Οι γιατροί διαπιστώνουν καρκίνο. Ο Καβάφης δεν μπορεί να μιλήσει και το 1932 υποβάλλεται σε τραχειοτομία στην Αθήνα.
Το 1933 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, με την υγεία του διαρκώς να χειροτερεύει. Στις αρχές Απριλίου μεταφέρεται στο Ελληνικό Νοσοκομείο και στις 2 το πρωί της 29ης Απριλίου ο ποιητής αφήνει την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 70 ετών.
Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ. Π. Καβάφη
Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σ’ ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.
Πηγή: © SanSimera.gr
1 Rhapsody for Cello & Orchestra. 2 Romancero Gitano. 3 Sinfonietta for Flute, Piano & String Orchestra.
12.00
Μίκης Θεοδωράκης: Caro – Iva Zanicchi (1970)
Η Iva Zanicchi είναι μία από τις τρεις μεγάλες τραγουδίστριες που ανέδειξε η Ιταλία μεταπολεμικά. Οι άλλες δύο είναι η Milva και η Mina. Γεννημένη το 1940 στο Λιγκόντσιο της επαρχίας Reggio Emilia, έμελλε να μεσουρανήσει τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο ιταλικός Τύπος την αποκάλεσε «Αετό του Λιγκόντσιο».
Το 1970 ηχογράφησε έναν ολοκληρωμένο δίσκο με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, με γενικό τίτλο Caro Theodorakis. Ήταν η εποχή που οι μουσικές και τα τραγούδια του Μίκη ήταν απαγορευμένα στην Ελλάδα, αλλά ακούγονταν ολοένα και περισσότερο σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.
13.00
Επιτάφιος – Ο Ολλανδός κιθαρίστας Wim Spruijt ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη στο άλμπουμ The Ballad of Mauthausen (τέσσερα τραγούδια από τον Επιτάφιο).
14.00
Σονατίνα για πιάνο (1955) – Η Δανάη Καρά παίζει Μίκη Θεοδωράκη. Έτος έκδοσης: 1985.
14.30
Τέσσερα ποιήματα του Καβάφη (1952).
Αφηγητής: Χάρης Ανδριανός
Όμποε: Γιάννης Τσελίκας
Κλαρινέτο: Γιάννης Στραμπροβαλάκης
Κόρνο: Χριστίνα Παντελίδου
Φαγκότο: Γιώργος Φαρούγγιας
15.00
Τέσσερις σπουδές για δύο βιολιά και τσέλο (1952).
Βιολί: Γιώργος Δεμερτζής, Δημήτρης Χανδράκης
Τσέλο: Άγγελος Λιακάκης
15.30 Rhapsody for Cello & Orchestra. Athens State Orchestra, Kornilios Michailidis, Timotheos Gavriilidis-Petrin.
16.00 Romancero Gitano. Athens State Orchestra, Kornilios Michailidis, Orestis Kalampalikis.
16.30 Sinfonietta for Flute, Piano & String Orchestra. Athens State Orchestra, Kornilios Michailidis, Stathis Karapanos, Titos Gouvelis,
18.00
Τραγούδια για παιδιά και παιδάκια. Έτη σύνθεσης: 1938–1961.
Παιδική Χορωδία και Ορχήστρα Δημοτικού Ωδείου Λάρισας.
Ενορχήστρωση, χορωδιακή επεξεργασία & διεύθυνση: Δημήτρης Καρβούνης.
Έτος έκδοσης: 1994.
19.00
Αρκαδία Ι – Ποίηση: Μίκης Θεοδωράκης.
Ζάτουνα 1968. Ηχογράφηση: 1973, Παρίσι.
Ερμηνεία: Πέτρος Πανδής.
Κιθάρες: Νίκος Μωραΐτης, Νίκος Μανιάτης.
20.00
Αρκαδία VI – Ποίηση του συνθέτη.
Ζάτουνα 1969. Ηχογράφηση: Οκτώβριος 1974.
Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.
Χορωδία: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου.
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης.
Μπουζούκι: Λάκης Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος.
Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης.
21.00
Αρκαδία IV – Ποίηση: Ανδρέας Κάλβος.
Σύνθεση: Άνοιξη 1969, Ζάτουνα.
Ηχογράφηση: Λονδίνο 1971.
Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.
22.00
Gala Russia & Greece (22 Μαρτίου 2007).
Μίκης Θεοδωράκης: Carnaval, Σουίτα Μπαλέτου (1947).
State Symphony Orchestra & Capella of Russia.
Διεύθυνση: Valery Polyansky.
23.00
Οι εραστές του Τερουέλ (Les Amants de Teruel).
Σύνθεση: 1958.
Συμμετέχουν: Johannes Moser, Sinfonieorchester Aachen.
Διεύθυνση: Marcus Bosch.
Έτος έκδοσης: 2006.
10.00
Ο Αλέξανδρος Χατζής ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη.
11.00
Mikis Theodorakis & Oracle – Live 1955.
12.00
Άξιον Εστί – Lobgepriesen sei.
Σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Nur diese eine Schwalbe. Ζωντανή ηχογράφηση.
Bremer Kantorei St. Stephani, Ensemble d’accord Bremen, Orchester «Axion Esti».
Διεύθυνση: Tim Gunther & Stephan Uhlig.
14.00
Χορός Ασίκικος – από τις 11 Σπουδές για σόλο βιολοντσέλο (1989).
Τσέλο: Άγγελος Λιακάκης.
15.00
Trio για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο (1947).
Trio Athénée:
Βιολί: Χάρης Χατζηγεωργίου
Βιολοντσέλο: Ντάνα Χατζηγεωργίου
Πιάνο: Βίκυ Στυλιανού
16.00
Sonatina for Violin & Piano No. 1 (1952).
Theodore Kerkezos (σαξόφωνο), Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης.
Greek Classics: Impressions for Saxophone and Orchestra.
19.00
Αρκαδία ΙΙ – Ποίηση: Μάνος Ελευθερίου.
Σύνθεση: Ιανουάριος 1969, Ζάτουνα.
Ντόρα Γιαννακοπούλου, Πέτρος Πανδής, Μαρία Φαραντούρη.
Κιθάρες: Νίκος Μωραΐτης, Νίκος Μανιάτης.
Πιάνο & ερμηνεία: Μίκης Θεοδωράκης.
20.00
Πνευματικό Εμβατήριο – Αρκαδία V.
Ποίηση: Άγγελος Σικελιανός. Σύνθεση: 1969.
Albert Hall, Λονδίνο 1970.
Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης, Γιάννης Θεοχάρης.
London Symphony Orchestra, Χορωδία New Opera London, Ανδρική Χορωδία Ουαλών ανθρακωρύχων.
Διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης.
21.00
Αρκαδία VIII – Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης.
1969, Ζάτουνα. Ηχογράφηση: Οκτώβριος 1974.
Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης, Αφροδίτη Μάνου.
22.00
Canto General – Ποίηση: Pablo Neruda (1973–1974).
Alexandra Papadjiakou (άλτο), Frangiskos Voutsinos (βαρύτονος).
Rundfunkchor Berlin & Berliner Instrumentalisten.
Διεύθυνση: Lukas Karytinos & Sigurd Brauns.
Ηχογράφηση: 1989.
10.00
Das Blaue Einhorn – Wo find’ ich meine Seele.
Τραγούδια πολέμου και ειρήνης του Μίκη Θεοδωράκη (Τα Λυρικά).
Σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη, με αποσπάσματα από τη Λειτουργία 2 – Για τα παιδιά που σκοτώθηκαν στον πόλεμο.
11.00
Η Milva ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη.
12.00
Alexandra Gravas sings Theodorakis – Songbooks 2.
14.00
Sonatina No. 1 for Violin & Piano (1952).
Βιολί: Χάρης Χατζηγεωργίου – Πιάνο: Βίκυ Στυλιανού.
15.00
Μικρή Σουίτα (1954).
Πιάνο: Γκέρχαρτ Φόλκερτς.
16.00
Κουαρτέτο αρ. 3 – Epoca Nocturna (1948).
Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο.
17.00
Αρκαδία IX – Ποίηση: Κώστας Καλατζής (1969, Ζάτουνα).
Αρκαδία Χ – Ποίηση: Μίκης Θεοδωράκης (1969, Ζάτουνα).
Η Αδελφή μας Αθηνά – Ποίηση: Γιώργος Κουλούκης (1968, Βραχάτι).
Ερμηνεύει ο Μίκης Θεοδωράκης.
Παρουσίαση: Κώστας Καζάκος.
19.00
Μυθιστόρημα – Γιώργος Σεφέρης.
Σύνθεση: 1967, Φυλακές Αβέρωφ.
Ερμηνεύει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά.
Ενορχήστρωση & διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης.
Ηχογράφηση: 1979.
20.00
Romancero Gitano – Federico García Lorca (1967).
Μαρία Φαραντούρη & John Williams – Songs of Freedom.
21.00
Ο Ήλιος και ο Χρόνος (1967).
Ζωντανή συναυλία στο Palais de Chaillot, Παρίσι (1971).
22.00
Στην Ανατολή (1973).
Ερμηνεύει ο Στέλιος Καζαντζίδης.
Φωνητικά: Χάρις Αλεξίου.
23.00
Οι εραστές του Τερουέλ – Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ.
Διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης.
24.00
Ηλέκτρα – Μουσική Μπαλέτου (1979).
Συμφωνική Ορχήστρα Λονδίνου.
Διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης.
10.00
Ο Παγκόσμιος Θεοδωράκης – Μοναδικές ερμηνείες.
Margaret Whiting, Edith Piaf, Petula Clark, Al Bano, Vicky Leandros, Dalida, Nana Mouskouri, Shirley Bassey.
11.00
Gisela May & Θανάσης Μωραΐτης ερμηνεύουν Μίκη Θεοδωράκη.
12.00
Η Νανά Μούσχουρη ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη.
Διεύθυνση ορχήστρας: Jack Deanjean.
14.00
Κουαρτέτο αρ. 4 – Μάζα (1955).
Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο:
Γιώργος Δεμερτζής (βιολί), Δημήτρης Χανδράκης (βιολί),
Αγγέλα Γιαννάκη (βιόλα), Άγγελος Λιακάκης (τσέλο).
15.00
Passacailles pour deux pianos (1955).
16.00
Τρίτη Σουίτα για ορχήστρα, μικτή χορωδία και μέτζο σοπράνο – Η Μάνα.
Ποίηση: Διονύσιος Σολωμός.
Έτος σύνθεσης: 1956, Παρίσι.
Χορωδία υπό τη διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου.
Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
19.00
Έρως και Θάνατος – Τέσσερα τραγούδια για τη Μυρτώ (1946–1948).
Σοπράνο: Λίλα Αδαμάκη.
Τσέλο: Ντάνα Χατζηγεωργίου.
Κοντραμπάσο: Τάκης Καπογιάννης.
Βιόλα: Πάρης Αναστασιάδης.
Βιολί: Πέτρος Παπακώστας.
20.00
Six Lieder (1957).
Λίλα Αδαμάκη – Γιάννης Παπαδόπουλος.
21.00
Λιποτάκτες.
Ποίηση: Γιάννης Θεοδωράκης.
Σύνθεση: 1952 (Χανιά – Αθήνα – Παρίσι).
Ηχογράφηση: 1960.
Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης.
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας.
Ερμηνεύει ο Μίκης Θεοδωράκης.
22.00
Romancero Gitano (1967).
Ποίηση: Federico García Lorca.
Μαρία Φαραντούρη – Του Φεγγαριού τα Πάθη.
Orquestra de Córdoba.
Σολίστ κλασικής κιθάρας: Κώστας Κοτσιώλης.
Χορωδία: Fons Musicalis.
Μουσική επεξεργασία – ενορχήστρωση: Leo Brouwer.
23.00
Rhapsody for Violoncello and Orchestra (1996).
Σολίστ: Johannes Moser.
Sinfonieorchester Aachen.
Διεύθυνση: Marcus Bosch.
Έτος έκδοσης: 2006.
10.00
Ο Παγκόσμιος Θεοδωράκης – Μοναδικές ερμηνείες.
Das Blaue Einhorn & Karolina Petrova, Liesbeth List, Nadia Weinberg, Elinor Moav,
Bo Hansson, Agneta Sköld, Lea Padovani.
11.00
Η Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν.
Ποίηση: Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Έτος σύνθεσης: 1965.
Ερμηνεύει η Nadia Weinberg.
12.00
Η Γιώτα Λύδια ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη.
14.00
Βαλς σε ντο μείζονα (1943).
Μενουέτο σε λα μείζονα (1942).
Φαντασία σε σολ ελάσσονα (1943).
Πιανιστικά Άπαντα.
Πιάνο: Τατιάνα Παπαγεωργίου.
15.00
Έντεκα Πρελούδια (1947).
Πιανιστικά Άπαντα.
Πιάνο: Τατιάνα Παπαγεωργίου.
16.00
Sonatina No. 2 for Violin & Piano (1958).
Βιολί: Χάρης Χατζηγεωργίου.
Πιάνο: Βίκυ Στυλιανού.
19.00
Λιποτάκτες (1952).
Ποίηση: Γιάννης Θεοδωράκης.
Ερμηνεύει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά.
Ενορχήστρωση & διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης.
20.00
Μπαλάντες – Ποίηση: Μανώλης Αναγνωστάκης.
Ερμηνεύουν: Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής.
Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής.
Ενορχήστρωση & διεύθυνση: Σταύρος Ξαρχάκος.
21.00
Μίκης Θεοδωράκης – Σταμάτης Κόκοτας: Συνάντηση.
22.00
Άξιον Εστί – Οδυσσέας Ελύτης.
Γιώργος Νταλάρας, Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Γιώργος Κιμούλης.
Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» & Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής ΕΡΤ.
Χορωδία ΔΕΗ, Χορωδία Δήμου Αθηναίων, Νεανική Χορωδία Λεοντείου Λυκείου Νέας Σμύρνης.
Διεύθυνση: Ανδρέας Πυλαρινός.
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2005.
23.30
Ρωμιοσύνη – Γιάννης Ρίτσος (1966).
Γιώργος Νταλάρας, Γιώργος Κιμούλης.
Ζωντανή συναυλία από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (2005).
24.30
Πνευματικό Εμβατήριο – Ποίηση: Άγγελος Σικελιανός (1969).
Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης», Χορωδία ΕΡΤ, Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής ΕΡΤ.
Συμμετέχουν: Ανδρέας Κουλουμπής, Γιάννης Κότσιρας, Ιωάννα Φόρτη, Γιάννης Φέρτης.
Συναυλία 2002.
Ποίηση: LORCA – ελεύθερη απόδοση Οδυσσέα Ελύτη
Σύνθεση: Μάρτιος – Απρίλιος του 1967. Ή τελευταία σύνθεση πριν τη Δικτατορία.
Ηχογραφήσεις: 1970, Παρίσι, Μαρία Φαραντούρη Polydor France
1971, Μαρία Φαραντούρη, John Williams CBS London
1971, Μαρία Φαραντούρη, Polydor
1975, Μαρία Φαραντούρη, Polygram
1978, Αρλέτα Τσάπρα, Lyra
Ο ANTONIO TORRES HEREDIA
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΗΣ
Κάτου στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
και στη Σεβίλλια πάει.
Τα κατσαρά του γυαλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός
από του φεγγαριού το φως.
Κάποτε λίγο σταματά,
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει
και να το χρυσαφώσει.
Εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ’ τα κλώνια μιας φτελιάς
χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.
Αποβραδίς η ώρα οχτώ
τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί
και βλαστημάνε.
ΧΑΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ
-Τι είναι κείνο που φωτά,
Μάνα, στα δώματα ψηλά;
-Κοιμήσου γιε μου κι ειν’ αργά
σήμανε η ώρα έντεκα.
-Μάνα, στα μάτια μου για δες,
λάμπουνε τέσσερις φωτιές.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια,
ειν’ τα μπακίρια αστραφτερά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
Τη φυσαρμόνικα γλυκά
παίζανε Σεραφείμ γλυκά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
-Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω
μηνύσετέ το στους ανθρώπους
σ’ όλη τη γη, σ’ όλους τους τόπους
κατά Βοριά κατά Νοτιά
μαντάτα στείλετε πικρά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
Κι οι πόρτες τ’ ουρανού χτυπούσαν
κι όλα τα δάση αχολογούσαν
ψηλά δεν έβλεπες κανέναν
κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ Α. Τ. HEREDIA
Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
φωνές ξεσκίσαν τον αγέρα.
Έμπηγε κάπρου δαγκωνιές
μες στα ψηλά ποδήματα χίμαγε
κι έκανε βουτιές και δελφινιού πηδήματα.
Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν – ήταν έξι
και δεν εμπόραε πια ν’ αντέξει.
Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου
κι ασπρογαρούφαλέ μου.
Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο,
π’ άξιζες μια βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά
τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια.
Στην άκρη εκεί του ποταμού
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
στην άκρη εκεί του ποταμού
Κι ανάγειρε την κεφαλή
με τα σφιγμένα χείλη
και τότε πια καμμιά φωνή
μόνο εφωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός ήρθε
και τ’ άναψε καντήλι.
Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ
Βουνά και σύννεφα μακριά
σ’ όλα τα γύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα
και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.
Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει.
Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά,
και τ’ άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες
τέσσερις αγριομολόχες.
Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντάει η καλόγρια η μικρή
μα κάπου-κάπου αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει.
Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π’ ανοιγοκλείνουν
δυο καβαλάρηδες περνούν.
Κι ύστερα πάλι στο πανί
ξεσπάει η καλόγρια η μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια,
τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
Πλάσματα της αρεσιάς της
τής ονειροφαντασιάς της.
Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ
Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυτή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.
Μαύρη μαυρίλα ειν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.
-Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;
-Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.
-Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;
-Ποιός ο καημός μου;
Μαύρη πίσσα εγίνη
η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελλή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.
-Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ’ τό χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
ασ’ τη να βρει αναπαμό.
Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.
ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ
Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη,
έρχεται μες στις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη.
Ως τη θωρεί πετιέται πάνου
ο Άνεμος ο ακοίμιστος,
Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει:
Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ’ αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό.
Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη,
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή.
Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
ο κάμπος άκου πώς στενάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αγέρα:
Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κι όπου να ‘ναι θα προφτάσει
ο Άνεμος και θα σ’ αρπάξει,
να τος χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά.
Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί.
Ενώ απ’ τη λύσσα του θερίο,
ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.
ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ
Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.
Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ’ όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.
Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».
Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού ‘χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.
Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ’ Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.
Ακολουθούν: Τα τραγούδια του Ανδρέα – Μυθιστόρημα
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ
Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
Σύνθεση: 1968,Βραχάτι.
Ηχογραφήσεις:
1970, George Moustaki, Polydor.
1971, Αντώνης Καλογιάννης, Polydor
Τραγούδια:
ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΥΟ
ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΔΕΙΣ
ΤΟ ΣΦΑΓΕΙΟ
Τα τραγούδια του Ανδρέα
“Τα τραγούδια του Ανδρέα”, έργο αφιερωμένο στον αγωνιστή του αντιδικτατορικού αγώνα Ανδρέα Λεντάκη. Αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και κυρίως στα βασανιστήρια που υποβάλλονταν τόσο ο μουσικοσυνθέτης, τον είχαν τοποθετήσει σε κελί κοντά σε χώρους βασανισμού, όσο και τα βασανιστήρια που είχε υποστεί ο ίδιος ο Ανδρέας Λεντάκης, στο κτήριο της Ασφάλειας της Μπουμπουλίνας. Στη δισκογραφία ο κύκλος τραγουδιών “Τα τραγούδια του Ανδρέα” συμπεριλαμβάνεται στο “Θεοδωράκης Διευθύνει Θεοδωράκη Νο 2”
Είμαστε δυο
Είμαστε δυο, είμαστε δυο,
η ώρα σήμανε οχτώ
κλείσε το φως, χτυπά φρουρός,
το βράδυ θά ‘ρθουνε ξανά
έμπα μπροστά, έμπα μπροστά
και οι άλλοι πίσω ακολουθούν
μετά σιωπή και ακολουθεί
το ίδιο τροπάρι το γνωστό
Βαράνε δυο, βαράνε τρεις,
βαράνε χίλιοι δεκατρείς
Πονάς εσύ, πονάω εγώ,
μα ποιος πονάει πιο πολύ
θά ‘ρθει καιρός να μας το πει
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
Καβάλα πάμε στον καιρό
με τον καιρό με την βροχή
το αίμα πήζει στην πληγή
ο πόνος γίνεται καρφί
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
Καβάλα πάμε στον καιρό
με τον καιρό με την βροχή
το αίμα πήζει στην πληγή
ο πόνος γίνεται καρφί
Ο εκδικητής ο λυτρωτής
είμαστε δυο, είμαστε τρεις
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
Είσαι Έλληνας – 1968
Αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά
πρέπει να γίνεις, πρέπει να κλάψεις.
Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος
Η εκπόρθηση να φτάσει ως τις ρίζες των βουνών
Είσαι Έλληνας, είσαι Έλληνας.
Πίνεις την προδοσία με το γάλα,
πίνεις την προδοσία με το κρασί.
Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος,
πρέπει να δεις, πρέπει να γίνεις,
αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά
Καιρός να δεις ( Σου είπαν ψέματα πολλά ) – 1968
Σου είπαν ψέματα πολλά,
ψέματα σήμερα σου λένε ξανά
κι αύριο ψέματα ξανά θα σου πουν,
ψέματα σου λένε οι εχθροί σου
μα κι οι φίλοι σου, σου κρύβουν την αλήθεια.
Ψεύτικη δόξα σου τάζουν οι ψεύτες
μα κι οι φίλοι σου με ψεύτικες αλήθειες σε κοιμίζουν,
πού πας με ψεύτικα όνειρα;
πού πας με ψεύτικα όνειρα;
Καιρός να σταματήσεις,
καιρός να τραγουδήσεις,
καιρός να κλάψεις και να πονέσεις,
καιρός να δεις.
Το σφαγείο ( Το μεσημέρι )
Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ
είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο
σήμερα εσύ αύριο εγώ
Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα `μαστε παρέα
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
Που πάει να πει
σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή
βαστάω γερά, κρατάω καλά
Μες στις καρδιές μας αρχιναέι το πανηγύρι
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό
Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα `μαστε παρέα
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
Που πάει να πει
σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή
βαστάω γερά, κρατάω καλά
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό.
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ποίηση: Γιώργου Σεφέρη
Σύνθεση: Ιανουάριος του 1968 στις Φυλακές Αβέρωφ.
Ηχογράφηση: 1971, Παρίσι, Μαρία Φαραντούρη, Polydor
1. ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ
Τώρα που θα φύγεις,
πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι
Μια μέρα π’ αντηχούσαν σάλπιγγες
κι έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα
σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
Και τ’ άλογα ιδρωμένα
σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στην γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια
Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με την γνώση των γονιών μας
και το αίμα τ’ αδερφού μας ζωντανό
στο χώμα
Ήταν μια γερή χαρά
μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους
Τώρα που θα φύγεις,
τώρα που η μέρα της πληρωμής χαράζει
τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει
και πως θα τελειώσει
Πάρε μαζί σου το παιδί
που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα
τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά
τα δέντρα
2. ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΠΛΗΓΗ
Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα
και συγγενέυουν με το κορμί μου
Όταν πέφτει σιγή
κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων
αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν
αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν
μέσα στα χρόνια, μέσα στα χρόνια
ώσπου θα με παρασύρουν
Τη θάλασσα, τη θάλασσα
ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει
βλέπω τα χέρια κάθε αυγή
να γνέφουν στον γύπα και στο γεράκι
Δεν μένει πάνω στον βράχο
που έγινε με τον πόνο δικός μου
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν
τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων
και κοιτάω τα χαμόγελα
που δεν προχωρούν των αγαλμάτων
3. Ο ΥΠΝΟΣ ΣΕ ΤΥΛΙΞΕ
Ο ύπνος σε τύλιξε, ο ύπνος σε τύλιξε
με πράσινα φύλλα
ανάσαινες, με πράσινα φύλλα, ανάσαινες
Σαν ένα δέντρο, σαν ένα δέντρο
με πράσινα φύλλα, ανάσαινες
με πράσινα φύλλα, ανάσαινες
Μέσα στο ήσυχο φως
μέσα στην διάφανη πηγή
κοίταζα τη μορφή σου
Κλεισμένα βλέφαρα, κλεισμένα βλέφαρα
και τα ματόκλαδα σου, χαράζαν το νερό
και τα ματόκλαδα σου, χαράζαν το νερό
4. ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ
Λίγο ακόμα θα ιδούμε, λίγο ακόμα θα ιδούμε
Τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν
Λίγο ακόμα θα ιδούμε, λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν,
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα
Η Schott Music είναι ένας από τους παλαιότερους γερμανικούς μουσικούς εκδότες.
Είναι επίσης ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς εκδοτικούς οίκους στην Ευρώπη και είναι ο δεύτερος παλαιότερος μουσικός εκδότης μετά την Breitkopf & Härtel.
Ο Μίκης Θεοδωράκης για ευνόητους λόγους μη απαγόρευσης της μουσικής του από τυχόν συγγενικά δικαιώματα όρισε ως νόμιμο κληρονόμο των πνευματικών του δικαιωμάτων τον εκδοτικό οίκο Schott Music.
Ο Εκδοτικός οίκος Shott Musik διαχειρίζεται σχεδόν το σύνολο από το έργο του μεγάλου μας συνθέτη παραχωρώντας άδειες και γνήσιες παρτιτούρες ώστε να αποδίδεται σωστά το έργο του .

1. ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ (Μ.Θεοδωράκη)
Θάλασσες μας ζώνουν,
κύματα μας κλειουν
σ’ άγριους βράχους πάνω
τα νιάτα μας φρουρούν.
Στείλαν του λαού μας, τ’ άξια τα παιδιά
για να τα λυγίσουν σε δεσμά βαριά.
Στων φρουρών το πείσμα, θα σταθούμε ορθοί
στις καρδιές ατσάλι φλόγα στην ψυχή.
Μάνα μη στενάζεις, μάνα μη θρηνείς
τώρα πέφτουν θρόνοι και τραντάζει η γης.
Η αυγή χαράζει, πάνω στα βουνά
ο εχρθός λουφάζει φτάνει η λευτεριά.
Χτυπάτε τους αδέλφια, χτυπάτε δυνατά
σαν χτυπάει ο Μάρκος, σειέται γη στεριά.
2. ΧΤΥΠΑ – ΧΤΥΠΑ (Μ.Θεοδωράκη)
Τα πλοία προσμένουν κρυφά στα σκοτάδια
δεμένα σε κάποια ακτή μυστική
καμιόνια με φάρους σβησμένους
γεμάτα συντρόφους πιστούς
γλιστρούν μες στην πόλη που τώρα σφαδάζει
στα νύχια των εχθρών του λαού.
Χτύπα χτύπα το στήθος π’ ανάβει
χτύπα χτύπα το νου που φωτά
στα χτυπήματα θεριεύουν οι σκλάβοι
κάτω μας σπρώχνεις μα πάμε ψηλά.
Τα πλοία στα βράχια σκορπούν τους συντρόφους
τους ζώνουν σαν φίδια φρουροί τρομεροί
μα κείνοι ψηλά το κεφάλι,
ψηλά η σημαία προχωρεί,
παιδιά του λαού τιμημένα γνωρίζουν
πως πλάθουν την καινούρια ζωή.
3. ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΕΛΑΝ (Π.Λαμψίδη)
Απ’ την Αντίκαιρα προβάλλει ο Ζαχαριάς
και ξεμακραίνει το ελανίτικο καράβι
θαλασσομάχοι εμείς της λευτεριάς
απ’ την Αντίκαιρα προβάλλει ο Ζαχαριάς.
Έγια μόλα έγια λέσα
μπρος θαλασσομάχοι εμείς της λευτεριάς.
Μεσοπελάγου αρμενίζουμε μεμιάς
όμοια μπουρλότο η ψυχή φωτά κι ανάβει
καθώς προβάλει το λιμάνι της Ιτιάς
μεσοπελάγου αρμενίζουμε μεμιάς.
Στο Γαλαξίδι οι ελανίτες μέσα
κι η καμπάνα γλυκόηχα να χτυπάει
έγια μόλα παιδιά, έγια λέσα
στο Γαλαξίδι οι ελανίτες μέσα.
4. ΕΛ ΖΑΑΤΑΡ (Γ.Νεγρεπόντη)
Όταν τη νύχτα κρυώνω
κάνω μια προσευχή
να μην είναι οι νύχτες
παγερές στο Ελ Ζαατάρ.
Δεν κρυώνουν εκείνοι
που ποτέ δεν ρωτούν
και για μάρκα ή δολάρια
μακελειό ξεκινούν.
Όταν τη νύχτα πεινάω
κάνω μια προσευχή
να μην είναι οι νύχτες
παγερές στο Ελ Ζαατάρ.
Έως πότε Θεέ μου
το κακό θα κρατά
για δολάρια ή μάρκα
μακελειό στα Ελ Ζαατάρ.
5. ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ (Γ.Νεγρεπόντη)
Μετά από τέτοια απουσία μακρυά
Σαν ένας ξένος στην παλιά μου γειτονιά
Άγνωστα πρόσωπα γεμίσανε τα σπίτια
Στο δρόμο παίζουν άγνωστα παιδιά
Μην πεις ποτέ πως είν’ αργά να ξαναρχίσεις
Πως ξέκοψες μην πεις απ’ τη ζωή
Όταν υπάρχουν τόσοι γύρω που μαζί τους
Τον κόσμο απ’ την αρχή θα ξαναχτίσεις
Είναι λοιπόν τόσα πολλά είκοσι χρόνια
Σ’ εμένα φαίνεται σα να ‘ταν μόλις χθες
Έτσι που τη ζωή μου έχω ξοδέψει
Στα ξερονήσια και στις φυλακές
6. ΠΕΤΡΟΥΛΑΣ (Μ.Θεοδωράκη)
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
σε πήρε ο Λαμπράκης σε πήρε η Λευτεριά
σε πήρε ο Λαμπράκης σε πήρε η Λευτεριά
Μάρτυρες ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια του μάς καλούνε
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
αηδόνι και λιοντάρι βουνό και ξαστεριά
αηδόνι και λιοντάρι βουνό και ξαστεριά
Μάρτυρες ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια του μάς καλούνε
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
οδήγα το λαό σου οδήγα μας μπροστά
οδήγα το λαό σου οδήγα μας μπροστά
Μάρτυρες ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια του μάς καλούνε
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
7. ΕΦΤΑΣΕΣ ΑΡΓΑ (Μ.Αναγνωστάκη)
Έφτασες αργά σου πήρε άλλος τη θέση
έφτασες αργά σε ‘βγάλαν απ’ τη μέση.
Δεν σου φταίει κανείς, επέρασε ο καιρός σου
δεν σου φταίει κανείς, λάθος ήτανε δικό σου.
Άργησες πολύ και τό ‘χασες το τρένο
άργησες πολύ δεν σε περιμένω.
8. ΔΕΝ ΕΦΤΑΙΓΕ Ο ΙΔΙΟΣ (Μ.Αναγνωστάκη)
Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες
κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι
και δεν ακούσανε των παλιών τις υποθήκες.
Τάχα η θέλησή σου λίγη
τάχα ο πόνος σου μεγάλος
η ζημιά ήτανε στο ζύγι
πάντα φταίει κάποιος άλλος.
Καλά καλά ποιο είναι το κέρδος, ποια η ζημιά
ποιος να το πει δεν ξέρει
το βέβαιο ήτανε πως κάτι δεν πήγε καλά
δεν έφτασε όπου ονειρεύτηκε το χέρι.
Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
κι οι άνθρωποι γεμάτοι είναι τώρα απαιτήσεις
αφού σήμερα δε θά ‘λεγε το ίδιο το ναι
τώρα περίσσεψαν η σύνεση και η κρίση.
9. ΗΤΑΝΕ ΝΕΟΙ (Μ.Αναγνωστάκη)
Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό,
το φιλί στο κατώφλι ήταν κλεφτό
και έρωτες μέσα στις καρδούλες κλειδωμένοι
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά
Τα βράδια ξενυχτούσαν στα υπόγεια,
και σβάρνα ολημερίς στις γειτονιές
αχ! τα σοκάκια εκείνα κι οι γωνιές
σφιχτά που φυλάξαν τα τίμια λόγια
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά
Δεν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
έναν δεν δίναν για το σήμερα παρά
δε ρίχνανε δραχμές στον κουμπαρά
δεν κράταγαν μεζούρα και διαβήτη
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ‘ναι και καλή σοδειά
10. ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ (Μ.Αναγνωστάκη)
Κάθε πρωί, καταργούμε τα όνειρα,
χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια.
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο,
κάθε πρωί, χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους, φίλους, φίλους. Οι νύχτες μεγαλώνουν,
μεγαλώνουν σαν αρμονικές, ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά, ασήμαντες απαρριθμήσεις.
Τίποτα, τίποτα. Λέξεις μόνο για τους άλλους,
μα που τελειώνει η μοναξιά.
11. ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΤΕ ΓΙΑ‘ΚΕΙΝΟΝ (Νεγρεπ.)
Πως να με νιώσετε όλοι εσείς τι ξέρετε για κείνον
κι έτσι θαρρείτε εύκολα μπορώ να τον ξεχάσω.
Μου μιλάτε για κείνον σαν να ήτανε κάποιος
όπως όλοι εμείς κάποιος μέσα στο πλήθος.
Έφευγε κι ήξερε για που κι όμως χαμογελούσε
τι τον περίμενε ήξερε κι όμως χαμογελούσε.
Μου μιλάτε για κείνον σαν να πήγαινε κάπου
όπως όλοι εμείς κάπου σαν κάθε μέρα.
Πως να με νιώσετε όλοι εσείς τι ξέρετε για κέινον
ήξερε για που πήγαινε κι όμως χαμογελούσε
μου μιλάτε για κείνον σαν να ήτανε κάποιος
όπως όλοι εμείς κάποιος μέσα στο πλήθος.
12. ΜΗ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΣΟΥ (Λειβαδίτη)
Μη χάνεις το θάρρος σου
εμείς πάντα το ξέραμε πως δεν χωράει
μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο
Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
τόσοι σκοτωμένοι.
Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου
που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου φλογερά και μεγάλα
σαν δυο νύχτες έρωτα μέσα στον άγριο πόλεμο.
Το σπίτι μας με τους σκορπιούς
Ο καθένας θα ‘χει βρεθεί σε παρόμοιες στιγμές. Υπάρχουν δεσμίδες από ζεστές επικλήσεις. Πράσινες, κίτρινες, μωβ, που ανεβαίνουν από κάθε φυτό. Η θάλασσα φυσά θυμωμένα είτε ήρεμα, τις τυλίγει και τις διευθύνει ψηλά στο υπομονετικό μας σπίτι. Θα ‘πρεπε να σας μιλήσω γι’ αυτό το σπίτι. Η έκφρασή του αντανακλά τις πτυχές των βασανισμένων βουνών. Έχει κάτι από το συρτό θρήνο.
Ευθύς εξ αρχής θα διακρίνει κανείς το τείχος των δέντρων που τυλίγονται ολόγυρά του με φροντίδα και στοργή. Υπάρχει ανάμεσά τους η απόσταση των ισοδύναμων ανθρώπων, η απόσταση ανάμεσα σε δυο όμοιες αχτίνες που κατευθύνονται από το βάθος της θάλασσας προς δύο απομονωμένους γλάρους.
Με πέντε βήματα αγγίζεις από τη ρίζα των δέντρων τις ξασπρισμένες πέτρες που υποβαστάζουν την υπομονή και τα όνειρα του σπιτιού μας. Το χαμόγελό του είναι πάντα βεβιασμένο. Η γνώση του τροχίζεται απ’ τους σκορπιούς και το βορινό άνεμο που φοβισμένος το παρακάμπτει συχνά όταν μέσα στις νύχτες του Δεκεμβρίου αλληθωρίζει προς την απέραντη θάλασσα με τα μάτια πύρινα και προκλητικά.
Έπειτα από ένα συγκρατημένο και ήρεμο όνειρο ξύπνησε αντικρύζοντας την καταματωμένη θάλασσα ως τις ρίζες της γης. Αναταράχτηκε από τις χιλιάδες λεπτές και φευγαλέες μυρωδιές που κυνηγιούνται με τις πεταλούδες και τις μέλισσες πάνω στο κάτασπρο σεντόνι του ‘Ηλιου. Ήταν καιρός να εξακοντίσει την πρώτη του σκέψη προς το στερέωμα που το συγκρατούσε στο χώμα με συγκατάβαση και ειρωνεία. Ίσως να μη γνώριζε που το πλοίο μας διέσχιζε ήδη το Αιγαίο κι ακόμα πως πριν γεννηθούν οι μητέρες μας είχε αποφασιστεί ο ερχομός μας εδώ ψηλά.
Δυσκολευτήκαμε να καταλάβουμε το βεβιασμένο του χαμόγελο καθώς και την παράξενη συνήθεια να προσκαλεί τ’ αδέσποτα σύγνεφα που τριγυρίζουν ψαχουλεύοντας στο λόγγο και τις πλαγιές του βουνού. Έτσι δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τα μάτια μας, δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε σ’ αυτή την απότομη και βάρβαρη μεταλλαγή ανάμεσα στο φως και την πάχνη, στο κύμα και τη συρτή φωνή που εξακοντίζεται τόσο συχνά προς το δυτικό Αιγαίο. Χάνουμε έτσι το πρόσωπό μας καθώς γινόμαστε ένα με τα παράξενα όνειρά του που ενώ έχουν αγκυροβολήσει στις σφραγισμένες εποχές προεκτείνονται προς τα μακρινά σημεία που ειρωνεύονται τους κύκλους και τις επανόδους.
Υπάρχει εν τούτοις κάτι που ενώ δεν τραβά σε δένει σφιχτά. Νομίζεις ότι προεκτείνεσαι διαρκώς προς τα μπρος ενώ τα ίχνη σου μπλέκονται μες στις ρίζες των θάμνων που σε περικυκλώνουν με θανάσιμη χαρά.
Θα ‘ρθει και για σένα η όμορφη εποχή !
Θα πρέπει τώρα να σας μιλήσω για τις χαρές και τους θυμούς του. Την ήρεμη αφήγηση κάτω απ’ το θόλο των κουμαριών. Τον τελείως απόκρυφο έρωτά του για την νοτιοανατολική πηγή. Τη νοσταλγία των ξασπρισμένων του τοίχων που ήταν συνηθισμένοι ν’ αγναντεύουν προς το Αιγαίο τους κουρσάρους καθώς γύριζαν ανήσυχοι τα κεφάλια για να χαιρετήσουν με σεβασμό και φόβο. Προ παντός όμως η φροντίδα του από αιώνες ήταν αυτός ο ατέλειωτος κι ανώφελος αγώνας που γίνεται μέσα του ανάμεσα σ’ ό,τι υπήρχε και σ’ ό,τι ήρθε.
Αυτή την ώρα ο ορίζοντας εξαφανίζεται κάτω από την πίεση του ουρανού και το ανέβασμα της θάλασσας. Υπάρχει διάχυτο στην ατμόσφαιρα το αίσθημα της κατανόησης. Στα μικρά σύγνεφα που ταξιδεύουν προς τον ήλιο αντιμάχονται η αγάπη με το μίσος. Σε λίγο το φως θα ισομοιραστεί εφ’ όσον ο ήλιος εξαλείψει τις σκιές και τους ενδοιασμούς που τον οδηγούν στην οδυνηρή και χιλιοτραγουδισμένη του πτώση. Η τελευταία αχτίνα οδηγείται προς τον γνώριμο δρόμο του σπιτιού μας. Τη δεχόμαστε ήρεμα δίχως φωνές. Θα συνομιλήσουμε όλη τη νύχτα μαζί της. Θα ονειρευτούμε μαζί.
Υπάρχει μια αναγκαιότητα που διανοίγει ανάμεσα στα σύννεφα μακρύ και ανήσυχο δρόμο. Απ’ αυτόν θα περάσουν οι σκέψεις του σπιτιού μας, οι σιωπηλές του έγνοιες για κάθε τι που πιστεύει στη ζωή. Όλοι απορούν για το βάθος του βλέμματος του. Ξεσκίζει κατάβαθα τους σκλάβους της Νότιας Αφρικής όπως και τα αιχμάλωτα θηρία των ζωολογικών κήπων της Ευρώπης. Από κει πάλι έρχονται αγκαλιασμένα τα όνειρα του κόσμου με ανοιχτά και βρώμικα τραύματα. Μπορεί κάθε στιγμή να δεις την ατέλειωτη φάλαγγα που κάνει τους σκορπιούς να αναδιπλώνονται με ανατριχίλα..
Βλέπετε πως όλο παρασύρομαι απ’ αυτήν την αργυρή αντανάκλαση που μου δίνει την αυταπάτη πως είμαι αδερφός των σκορπιών, παιδί των τοίχων και των στοχασμών του σπιτιού μας. Σας υποσχέθηκα να σας μιλήσω για τις χαρές και τους θυμούς του.
Σήμερα η μέρα ήρθε αθόρυβα. Το φως κλιμακώνεται στην ήρεμη θάλασσα σχηματίζοντας μια φωτεινή σκάλα που συνεχίζεται απ’ τις γραμμές του ορίζοντα. Θα μπορέσω ίσως να τοποθετήσω δίπλα δυο σκέψεις που να έχουν το θάρρος να αλληλοκοιταχτούν στιγμιαία στα μάτια; Όμως αυτή η ησυχία μου επιτρέπει ν’ ακούω τον παράξενο σάλο που γίνεται εντός μου… Όσο κι αν θέλω να το ξεφύγω είμαι παιδί των στοχασμών του, είμαι αδερφός των σκορπιών του. Δεν ανέχεται μέσα μου αυτό που υπάρχει εκείνο που έρχεται.. Πώς θέλετε λοιπόν ν’ αρνηθώ τη γενιά μου, να επιτρέψω να δώσουν τα χέρια που τρέμουν από το μίσος, να κοιταχτούνε στα μάτια που χάνονται απ’ το ακόρεστο πάθος, ν’ αγκαλιαστούνε κραυγές που ξεσκίζονται απ’ την ανατριχίλα; ΕΧΘΡΟΙ ΜΕ ΕΧΘΡΟΙ ;
(Το βράδυ καθόμαστε κι αγναντεύουμε τη θάλασσα. Τραγουδάμε σιγά… Συχνά σιωπούμε κοιτάζοντας κάτω. Μας στεναχωρεί αυτή η συνεχής παρακολούθηση. Θέλουμε πολύ να μείνουμε μια στιγμή μόνοι με συντροφιά μας μονάχα τους σκορπιούς και τους τοίχους).
ΙΚΑΡΙΑ 1947
Μίκης Θεοδωράκης: Σεξτέτο 1947 για φλάουτο, κουαρτέτο εγχόρδων και πιάνο. Μαρία Αστεριάδου, Μαριλένα Δωρή. Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο..
Μίκης Θεοδωράκης: Τρίο για βιολί, τσέλο και πιάνο. 1947. Γιώργος Δεμερτζής, Θανάσης Αποστολόπουλος, Άγγελος Λιακάκης.
Μίκης Θεοδωράκης: Λειτουργία Νο2 Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο, σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη. Σύνθεση 1982.
Ηχογράφηση: 1985 Στη γερμανική γλώσσα, μετάφραση Dirk Mandel. Χορωδία: Kreuzchor Dresdner, υπό την διεύθυνση του Martin Flamig.
ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Ποίηση: Τάσου Λειβαδίτη, Μίκη Θεοδωράκη.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
ΧΕΡΟΥΒΙΚΟ ΣΤ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ
ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΣΕ
ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟ
ΑΝΝΑ ΦΡΑΝΚ – ΙΜΠΡΑΗΜ – ΕΜΙΛΙΑΝΟ
Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ
Η ΑΓΙΑ ΜΑΝΑ
ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΥΣ
ΠΑΙΔΙ ΔΕ ΜΙΛΑΣ
GLORIA
ΕΩΘΙΝΟ, ΨΑΛΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Σύνθεση: 1982
Ηχογραφήσεις:
1985, στη γερμανική γλώσσα, Eterna DDR
1987, Ioulianos Greece
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.
Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιεί ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδελφός.
Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθεί συντροφιά κι ο Χριστός.
ΧΕΡΟΥΒΙΚΟ ΣΤ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέλφια της βροχής
μα εφτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ’ αναστηθούν.
Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία κι ο Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά
και τώρα και ξανά.
Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά που με πας;
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ
Ο αγέρας λέει μια προσευχή
στην πόρτα του φτωχού ληστή,
καημός, βροχή
να πιείς να ξεδιψάσεις.
Αρχάγγελος με το σπαθί
πουλάει λαχεία ένα παιδί,
καημός, φτερά
αντίκρυ να περάσεις.
Η νύχτα πίνει μοναχή
στο καπηλειό του Γιακουμή,
καημός, σκαλί
να γείρεις να ξεχάσεις.
ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Δειλινό της ερημιάς
πολιτεία που με πας.
μες στους δρόμους
αρχαίος λυγμός.
Αγόρι απ’ τον Αρδηττό
κορίτσι απ’ τον ουρανό
αίμα στάζει ο καημός
μενεξέδες ρίχνει στο φως.
Μη ρωτάς τον καιρό
κρατάει το μυστικό
μια μέρα θα σ’ το πω.
ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Μοιρολόι της βροχής
βράδυ Κυριακής,
που πηγαίνεις μονάχος
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας. χλομό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί.
Παλικάρι χλομό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας.
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.
Παλικάρι χλομό
σε ηύραμε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή
μαύρα που αντηχεί
στο καλό. χλομό παιδί,
σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή.
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΣΕ
Για τα παιδιά του κόσμου σκοτώθηκες,
Τσε Γκουεβάρα.
Στο κατώφλι των καιρών
γνέθουν οι μητέρες την ελπίδα
και πριν γνωρίσουν τα φιλιά
φεύγουν τα παιδιά
και γίνονται άντρες στα βουνά
και τα κορίτσια που αγαπούν
τη Γκουέρνικα κεντούν.
Άγια είναι η λευτεριά
κι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκουεβάρα.
Είναι ο δρόμος μακρινός
πάμε για τη μάχη,
κι ίσως να ’σαι, μάνα,
αύριο μονάχη.
ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟ
Μες στη βροχή, τη νύχτα αργά, περπατούν
αυτοί που μουσική πουλούν,
φορούν φτωχά καπέλα σταχτιά.
στα χέρια τα βιολιά
σαν τα νεκρά παιδιά.
Μες στο σταθμό, καμιά φορά, σταματούν
μακριά στο πουθενά κοιτούν,
γι’ αυτούς τα τραίνα δεν ξεκινούν
και πάνε κατά κει
που κλαίει η μουσική.
ΑΝΝΑ ΦΡΑΝΚ ΙΜΠΡΑΗΜ – ΕΜΙΛΙΑΝΟ
στίχοι του Μίκη Θεοδωράκη
Άννα Φρανκ
τα μεγάλα μάτια σου σφραγίζουν τον καιρό
Ιμπραήμ
τα μεγάλα μάτια σου μας κοιτούν από τον ουρανό
Εμιλιάνο
τα μεγάλα μάτια σου κοκκίνισαν τη γη.
Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ
Μια μέρα θα σ’ το πω
το μαύρο παραμύθι εκείνο,
το μαύρο μυστικό
που κλαίει μες στ’ άσπρο κρίνο.
Κι ω! τότε, τότε…
Ποιος είναι μη ρωτάς
αυτός που στέκει εκεί στη δύση,
πολύ να μ’ αγαπάς
αυτός θα μας χωρίσει.
Κι ω! τότε. τότε…
Η ΑΓΙΑ ΜΑΝΑ
Του κόσμου δρόμοι σκοτεινοί
μπροστά στην πόρτα μας περνάνε
της νύχτας τα παιδιά μες στη φωτιά
κινούν και πάνε.
Φυλαχτό κρατούν ένα άστρο, δυο φιλιά
και το βόλι ας έρθει στην καρδιά.
Σημαίες στο βάθος προχωρούν
φεύγω, μάνα, έχε γεια, έχε γεια.
Κι αν στη μάχη πέσω, μην ξεχνάς,
γνέθε, μάνα, σα να πολεμάς.
ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΥΣ
Θυμήσου το Μανωλιό
που στο σχολειό
φορούσε αρβύλες ξένες
νούμερα δυο
ξερό ψωμί στη βροχή
και που θα βγει.
Θυμήσου το Μανωλιό
ο πρώτος που ανέβη αντάρτης
βρήκε βόλι πικρό
αχ, Φλεβάρη καιρό.
και πια δεν μας ξανάρθε ο Μάρτης.
Θυμήσου και το Θωμά
που τα μυαλά τα ’χε χαμένα λίγο
και στα βουνά την Παναγιά
στο χιονιά είδε συχνά.
Θυμήσου και το Θωμά
δυο τραίνα καίει και πάει
σ’ όλα πλάι τα χωριά
είδαν την Παναγιά,
την είδαν να περνάει.
ΠΑΙΔΙ ΔΕ ΜΙΛΑΣ
Παιδί δε μιλάς
τώρα δε ρωτάς
πόσα άστρα έχει ο ουρανός
δε με ρωτάς.
Που πηγαίνουν τα πουλιά
δε ρωτάς
τις πέτρες αν τις πονά 6 βοριάς
δε ρωτάς
δε ρωτάς.
Στο δρόμο τώρα που ’χεις πάρει
θα σου μάθει πολλά
το φεγγάρι.
Πέντε παιδιά του κόσμου
πήραν μαζί τους την άνοιξη
GLORIA
στίχοι του Μίκη Θεοδωράκη
πέντε καρδιές ματωμένες
πέρασαν το σύνορο του κόσμου
πήραν μαζί τους την άνοιξη
τώρα μας κοιτούν με τα μεγάλα μάτια
κλαμένα
τι πρέπει να κάνουμε για να γελάσουν;
ΕΩΘΙΝΟ, ΨΑΛΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
στίχοι του Μίκη Θεοδωράκη
Της αγάπης λόγια σαν της άνοιξής τα
φύλλα
ένας ήλιος ήρθε και μας φίλησε στα χείλια
πέντε παλικάρια και μια νια χορεύουν
κι η καρδιά στο στόμα.
Όμοιες σαν κλωνάρια ανθισμένα με μια
χάρη
πέντε αγάπες σμίγουν και φιλούνε το
χορτάρι.
Where shall I find my soul…
Athens Philharmonia Orchestra, Alkis Baltas, conductor.

Ο Άλκης Μπαλτάς γεννήθηκε το 1948 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε μουσική (βιολί και ανώτερα θεωρητικά) στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Στο τέλος των μουσικών του σπουδών στη Θεσσαλονίκη, συνεργάστηκε με το Μουσικό Τμήμα του ΑΠΘ, ενώ υπήρξε έκτακτο μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ), διευθυντής διάφορων χορωδιών της πόλης και συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού Μακεδονίας. Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της «Εβδομάδας νέων καλλιτεχνών» που εξακολουθεί να διοργανώνει η Δ.Ε.Θ. («Διεθνείς Μουσικές Μέρες»).
Το 1970 παρουσιάστηκε το πρώτο του έργο για ορχήστρα από την ΚΟΘ υπό τη διεύθυνση του δασκάλου του Σόλωνα Μιχαηλίδη. Την ίδια περίοδο έγραψε τη μουσική για αρκετά θεατρικά έργα που παρουσίασε το Κ.Θ.Β.Ε.
Το 1974 πήρε το πτυχίο Νομικής του Α.Π.Θ.
Συνέχισε τις μουσικές του σπουδές στην Hochschule der Künste του Βερολίνου, από όπου πήρε το δίπλωμα σύνθεσης και διεύθυνσης ορχήστρας.
Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1978 και εργάζεται στο Κρατικό Ωδείο και στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Μακεδονίας και στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Από το 1983 έως το 1992 ήταν Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης.
Από το 1994 έως το 1997 είχε τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Κατά την περίοδο 1997-1999 ανέλαβε ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ.
Από το 2001 έως το 2011 διετέλεσε Καλλιτεχνικός διευθυντής του Θρησκευτικού Φεστιβάλ Πάτμου «η Θεία Αποκάλυψη της Μουσικής»
Από το 1990 είναι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Ωδείου «Μουσικό Κολλέγιο» στη Θεσσαλονίκη.
Την περίοδο 2004 – 2009 υπήρξε ο Καλλιτεχνικός διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Δήμου Κερκυραίων.
Από τον Μάιο του 2010 είναι ο Αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας (Παλαιά)
Από τον 2011 μέχρι το 2017 διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου (Σ.Ο.Κ.). Σήμερα είναι Επίτιμος Μαέστρος της Σ.Ο.Κ.
Επί σειρά ετών υπήρξε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του «Ελληνικού Ωδείου» στην Αθήνα και του “Σύγχρονου Ωδείου Θεσσαλονίκης”.
Επί 20ετία δίδαξε ως Ειδικός Επιστήμων στη Σχολή Μουσικολογίας του Τμήματος Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.
Ο Ά. Μπαλτάς είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών. Έργα του έχουν πολλές φορές εκτελεστεί τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Συνθέσεις του έχουν βραβευτεί τόσο στην Ελλάδα (διαγωνισμοί Υπουργείου Πολιτισμού και Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών) όσο και σε στο εξωτερικό (σε δύο διεθνείς διαγωνισμούς του 2004, στην Ισπανία και Ιταλία). Έργα του κυκλοφορούν σε περισσότερα από 20 cds
Ως μαέστρος έχει διευθύνει εκτός της Ελλάδας στην Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Τσεχοσλοβακία, Σουηδία, Αυστρία, Γερμανία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Κύπρο, Σοβιετική Ένωση, Τουρκία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αργεντινή, Κατάρ,Αυστραλία, Αγγλία.
ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 30 Νοεμβρίου 1948
Μεγάλωσε μέσα σε μουσική οικογένεια: η μητέρα του επαγγελματίας μουσικός (βιολίστρια στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης), ο πατέρας του ερασιτέχνης μουσικός (βιόλα) και ο αδελφός του βιολοντσελίστας (μόνιμος μουσικός, σήμερα, στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης).
ΣΠΟΥΔΕΣ
Βιολί ( τάξη Σταύρου Παπαναστασίου ) και ανώτερα θεωρητικά-σύνθεση ( τάξη Σόλωνα Μιχαηλίδη )στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης από το 1958 έως το 1970.
Συνέχεια σπουδών το 1974 ( με υποτροφία της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών) στην Hochschule der Künste στο τότε Δυτικό Βερολίνο. Σύνθεση με τον Max Baumann και διεύθυνση ορχήστρας με τον Hans Martin Rabenstein.Το 1978 πήρε τα διπλώματα καί στις δύο ειδικότητες.
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ
Α) ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1982
Το 1968 βοηθός μαέστρου στη Χορωδία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την οποία διηύθυνε ο Γιάννης Μάντακας. Από τον Γ. Μάντακα αποκτά και την πρώτη του επαφή με τη μουσική του μεσαίωνα και της αναγέννησης καθώς και με τη σύγχρονη μουσική.Διευθύνει πολλές συναυλίες της Χορωδίας του ΑΠΘ στη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις. Η Χορωδία ερμηνεύει και αρκετά χορωδιακά του έργα (Αγια Μαρίνα,Καντάτα της γλυκείας χώρας Κύπρου,Ψαλμός κ.α.).
Διευθυντής για ένα διάστημα της Χορωδίας των Μαθητικών Ομάδων ΧΜΟ και της Χορωδίας της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη».
Μέλος, ως βιολιστής, του συγκροτήματος Pro Musica ( μαέστρος ο Αντώνης Κοντογεωργίου) και μέλος της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης από το 1969 έως το 1974.
Το 1969 μαζί με την Δόμνα Ευνουχίδου,τον Ρένο Μπαλτά, τον Βύρωνα Φιδετζή και τον Γιάννη Βακαρέλη δημιουργούν την «Εβδομάδα Νέων Καλλιτεχνών», ένα θεσμό που η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης συνεχίζει μέχρι σήμερα με την ονομασία «Διεθνείς Μουσικές Μέρες». Αργότερα βραβεύεται από την ΔΕΘ με μετάλλιο για αυτή του την δραστηριότητα.
Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης παρουσιάζει το πρώτο του ορχηστρικό έργο (την «Κυπριακή Σουίτα»). Το 1970 με διευθυντή ορχήστρας τον Σ.Μιχαηλίδη. Το 1972 το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Δημήτρια» του αναθέτει και παρουσιάζει, με μαέστρο τον Δημήτρη Χωραφά, το έργο «Σουίτα για Ορχήστρα». Η Μακεδονική Εταιρεία «Τέχνη» οργανώνει το 1973 συναυλία με έργα του και έργα του Κώστα Νικήτα
Για πολλά χρόνια συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού Μακεδονίας με εκπομπές στις οποίες αναλύει έργα κλασσικής μουσικής («μουσικό ημερολόγιο», «μουσικές προσεγγίσεις», «έστιν ουν μουσική…») και παρουσιάζει λαϊκή μουσική από όλο τον κόσμο. Αργότερα συνεργάστηκε και με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Παρατηρητής».
Καθηγητής στο μάθημα της αρμονίας και μαέστρος της μαθητικής ορχήστρας και χορωδίας του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Δημιουργεί στο ΚΩΘ και τη μικρή χορωδία δωματίου. Με τα παραπάνω σύνολα δίνει πολλές συναυλίες με αποκορύφωμα τις παραστάσεις όπερας (Μότσαρτ «Απόλλων και Υάκινθος»).
Το καλοκαίρι του 1970 με υποτροφία της οργάνωσης «Μουσικά νιάτα» συμμετέχει -μετά από διαγωνισμό – ως μουσικός βιόλας, στην Παγκόσμια Ορχήστρα Νέων στον Καναδά-Δανία (μαέστρος Erich Leinsdorf). Το 1971 συμμετέχει στην ίδια ορχήστρα στο Βέλγιο και Ιταλία. Ο μαέστρος της ορχήστρας Carl Ancerl τον παρακινεί να ασχοληθεί σοβαρά με τη διεύθυνση ορχήστρας.
Συνεργάζεται στενά με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος γράφοντας μουσική για θεατρικά έργα.
Στο Βερολίνο ,κατά τη διάρκεια των σπουδών του, γίνεται μαέστρος των ερασιτεχνικών ορχηστρών Seniorenorchester και της Orchester-Charlottenburg. Στην Ακαδημία του αναθέτουν το 1973 τη διδασκαλία του μαθήματος της διεύθυνσης Ορχήστρας στο μάθημα της Μουσικής για Καθηγητές Σχολείων.
Το 1974 παίρνει το πτυχίο Νομικής από το ΑΠΘ.
Διευθύνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών μετά από πρόσκληση του Μάνου Χατζηδάκι. Ακολουθούν συναυλίες και στη Θεσσαλονίκη με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης καθώς και ηχογραφήσεις με τον Ορχήστρα της ΕΡΤ.
Β) ΜΕΤΑ ΤΟ 1983
Το 1983 διορίζεται διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης. Καθιερώνει για πρώτη φορά την Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ ως χώρο συναυλιών καθώς και την αίθουσα «Αυλαία» ως χώρο συναυλιών μουσικής δωματίου. Ανανεώνει το ρεπερτόριο της ορχήστρας με περισσότερα ελληνικά έργα και με έργα σύγχρονης μουσικής. Δημιουργεί το κλιμάκιο της ΚΟΘ το οποίο, παράλληλα με τη μεγάλη ορχήστρα, συμμετέχει σε πάρα πολλές συναυλίες για μαθητές, εργάτες και στρατιώτες. Δημιουργεί την Ορχήστρα Νέων της ΚΟΘ στην οποία συμμετέχουν νέοι μουσικοί από πολλές πόλεις της Β.Ελλάδας. Καθιερώνει την υποτροφία της ΚΟΘ «Παρμενίων Καραγκουνίδης». Διευθύνει την ΚΟΘ σε πολλές συναυλίες στη Θεσσαλονίκη σε άλλες πόλεις και στα Φεστιβάλ των «Δημητρίων» και των «Αθηνών». Το 1992 ( μετά από 9 έτη συνεχούς υπηρεσίας του στην ΚΟΘ ) προτείνεται η ανανέωση της θητείας του, αλλά μετά από πολιτική παρέμβαση τότε Υπουργού, η απόφαση ανακαλείται. Για την προσφορά του στην ΚΟΘ τιμήθηκε με το Χρυσό Βραβείο Μουσικής της Εταιρεία Μουσικής Βορείου Ελλάδος.
Ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της Φιλαρμονικής Χορωδίας της Κολωνίας. Συμμετέχει σε μουσικά σεμινάρια σε διάφορες ελληνικές πόλεις και γίνεται μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Διεθνούς Μουσικού Διαγωνισμού «Μουσικά Νιάτα» στο Βελιγράδι.
Αναλαμβάνει το 1988 τη Διεύθυνση του Σύγχρονου Ωδείου Θεσσαλονίκης. Οργανώνει με το ωδείο την μουσική κατασκήνωση «Βερτίσκος». Διαφωνεί με συνεταίρους σε θέματα λειτουργίας και παραιτείται το 1990.
Την περίοδο 1992-1994 γίνεται διευθυντής της νεανικής Ορχήστρας Ωδείων με την οποία δίνει πολλές συναυλίες. Το 1992 διορίζεται ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών στο ΑΠΘ όπου διδάσκει μέχρι σήμερα.
Το 1994 αναλαμβάνει τη Γενική Διεύθυνση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ανανεώνει το ρεπερτόριο της και με σύγχρονα έργα (Κάγκελ, Σοστακόβιτς κ.α), δημιουργεί την Παιδική Όπερα (κάθε Κυριακή πρωί ), τα στούντιο μπαλέτου και μελοδραματικής για νέους χορευτές και τραγουδιστές και καθιερώνει ευρύ πρόγραμμα περιoδειών εκτός Αθηνών. Παραιτείται τον Ιούνιο του 1997 αρνούμενος να δεχτεί πίεση του τότε Υπουργού Πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου για πρόσληψη συγκεκριμμένης χορεύτριας.
Την περίοδο θητείας του στη ΕΛΣ συνεργάζεται με τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ (τότε διευθυντής ο Μίκης Θεοδωράκης) στο ευρύ εκπαιδευτικό πρόγραμμα «η μουσική πάει στο σχολείο» και προλογίζει συναυλίες σε σχολεία. Παράλληλα διδάσκει στο Ελληνικό Ωδείο στην Αθήνα.
Το 1990 συμμετέχει στην ίδρυση και γίνεται διευθυντής του «Μουσικού Κολεγίου Θεσσαλονίκης» θέση που κατέχει μέχρι σήμερα.
Τον Οκτώβριο του 1997 αναλαμβάνει τη Διεύθυνση των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ («Eθνική Συμφωνική Ορχήστρα», «Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής», Χορωδία, Big-Band). Οργανώνει πλήθος συναυλιών εντός και εκτός Αθηνών. Παραιτείται τον Οκτώβριο του 1999 διαφωνώντας σε οργανωτικά θέματα των Μουσικών Συνόλων.
Το 1998 αναλαμβάνει την Διεύθυνση του Ελληνικού Ωδείου, θέση που κατέχει μέχρι σήμερα.
Την περίοδο 2001 – 2017 είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ «η Θεία Αποκάλυψη της Μουσικής» στην Πάτμο.
Από το 2004 έως το 2008 ο Δήμος Κέρκυρας του ανέθεσε την καλλιτεχνική διεύθυνση της Συμφωνικής Ορχήστρας του Δήμου Κερκυραίων
Το Σεπτέμβριο του 2009 το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης του ανέθεσε τη διεύθυνση της Ορχήστρας του Κ.Ω.Θ
Το Μάρτιο του 2010 ο Δήμος Βέροιας του ανέθεσε την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Φεστιβάλ «Βέροια Εύηχη Πόλη»
Το Μάιο του 2010 η «Παλαιά Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας» του ανέθεσε την καλλιτεχνική διεύθυνση της Συμφωνικής Ορχήστρας
Την περίοδο 2011-2017 ήταν Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου. (Σ.Ο.Κ.) Την περίοδο αυτή εκτός των τακτικών συναυλιών οργάνωσε πλήθος συναυλιών κοινωνικής προσφοράς (εκτός των μεγάλων πόλεων και σε μη συνηθισμένους χώρους όπως σε πάρκο) καθώς και πλήθος εκπαιδευτικών συναυλιών. Δημιούργησε μικρή ορχήστρα με άνεργους μουσικούς («κλιμάκιο» που αργότερα ονομάστηκε «ορχήστρα Allegro vivace” με σκοπό να δίνει πολλές εκπαιδευτικές συναυλίες πέραν των όσων πραγματοποιούσε η Σ.Ο.Κ. Παραιτήθηκε το 2017 για λόγους προσωπικής αξιοπρέπειας, μετά από έντονη διαφωνία του με το ΔΣ του Ιδρύματος «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου» Οι μουσικοί της Σ.Ο.Κ. τον τίμησαν κατά την αποχώρησή του και, αργότερα, νέο ΔΣ τον ανακήρυξε Επίτιμο Μαέστρο της Ορχήστρας.
Ο Άλκης Μπαλτάς έχει δώσει συναυλίες συμφωνικής μουσικής και παραστάσεις όπερας στην Ελλάδα και σε πολλές χώρες όπως : Ιταλία («Φεστιβάλ των δύο κόσμων»), Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Τσεχοσλοβακία, Σουηδία, Αυστρία, Γερμανία ( μεταξύ των άλλων και στην όπερα του Βερολίνου ), Γιουγκοσλαβία ( φεστιβάλ Βελιγραδίου ), Βουλγαρία, Ρουμανία, Κύπρο, Σοβιετική Ένωση, Τουρκία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αργεντινή, Αυστραλία ( φεστιβάλ Μελβούρνης ), Αγγλία κ.α.
Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Συνθετών. Έχει συνθέσει έργα για συμφωνική ορχήστρα, για χορωδία, για μουσική δωματίου κ.α. Η όπερά του ΜΟΜΟ παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1997 και τον Δεκέμβριο του στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.
Εκτός του συνθετικού του έργου έχει ενορχηστρώσει πιανιστικά έργα των Κωνσταντινίδη και Χατζιδάκι ( «Αχιβάδα» ) και ολόκληρο τον « Ύμνο στην Ελευθερία» του Ν. Μάντζαρου.
Τον Φεβρουάριο του 2004 παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση, το μπαλέτο του «Πανώρια»
Αρκετές συνθέσεις του προορίζονται για ορχήστρες νέων.
Το 2004 βραβεύτηκε σε δύο διεθνείς διαγωνισμούς σύνθεσης (Ισπανία και Τεργέστη).
Έχει, επίσης, πάρει μέρος ως παιδαγωγός (ανώτερων θεωρητικών μαθημάτων ) σε πολλά σεμινάρια στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Μίκης Θεοδωράκης: Εχθρός Λαός. Κείμενα, Ποίηση: Ιάκωβος Καμπανέλλης. Έτος σύνθεσης: 1975 Βραχάτι.
Συμμετέχουν: Τζένη Καρέζη, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίκης Θεοδωράκης.
Χορωδία από Ηθοποιούς του θιάσου Καρέζη Καζάκου. Μικρή συμφωνική ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
1. ΑΡΝΙΕΜΑΙ
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
και Χορωδία
Αρνιέμαι, αρνιέμαι, αρνιέμαι
οι άλλοι να βαστάνε τα σκοινιά
αρνιέμαι να με κάνουν ό,τι θένε
αρνιέμαι να πνιγώ στην καταχνιά.
Αρνιέμαι, αρνιέμαι, αρνιέμαι
να είσαι συ και να μην είμαι εγώ
που τη δική μου μοίρα διαφεντεύεις
με τη δική μου γη και το νερό.
Αρνιέμαι, αρνιέμαι, αρνιέμαι
να βλέπω πια το δρόμο μου κλειστό
αρνιέμαι να ‘χω σκέψη που σωπαίνει
να περιμένει μάταια τον καιρό.
2. Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ
Βασίλης Παπακωνσταντίνου,
Τζένη Καρέζη και Χορωδία
…απ’ το ’44 κι από το γλυκοχάραμα
ο αδελφός τον αδελφό
με σύμβουλο ένα βρετανό
ποτίζουν αίμα το στενό
με σύμβουλο ένα βρετανό…
…’46 εγύρισε στον σβέρκο μας θρονιάστηκε
κι ο αδερφός τον αδερφό
με σύμβουλο παλατιανό
κανόνια σέρνουν στο βουνό
με σύμβουλο παλατιανό…
…’47 κι ανάθεμα όλα δικά τους τ’ θελαν
κι αδερφός τον αδερφό
με σύμβουλο αμερικανό
χορταίνει νιάτα το βουνό
με σύμβουλο αμερικανό…
…προδότες και δοσήλογοι όλοι καλοδεχούμενοι
πατριώτες και αγωνιστές στον τοίχο
και στις φυλακές Νταχάου σε ελληνικό νησί
κι ένας σοφός υμνολογεί…
“Η Μακρόνησος είναι ο Παρθενών
της συγχρόνου Ελλάδος”
…κι απ’ τα ’54 το μέλλον μας ανθόσπαρτο
το σύστημα έχει οργανωθεί
και ο λαός φακελωθεί
οι σύντροφοι εκτελεστεί οι πλάκες έχουν πλυθεί…
…μα ένας σοφός ανησυχεί…
“Δεν έχω ανάγκη από ήρωες,
θέλω Χίτες σκυλιά λυσσασμένα που να γαβγίζουν”
…Στεριώνουνε της τάξη τους
μένουν συναμετάξυ του παίρνουν το φόρο
απ΄το φτωχό τον κάνουν δάνειο κρατικό
κεφάλαιο εφοπλιστικό, κεφάλαιο βιομηχανικό…
…ο πλούσιος πλουσιότερος
κι ο φτωχός φτωχότερος η αγροτιά και η εργατιά
τον δρόμο παίρνουν του βοριά
για προκοπή στην ξενιτιά
και ένας σοφός δοξολογά…
” Η Μετανάστευσης είναι ευλογία δια τον τόπον”
…Σαν Έλληνες περήφανοι σαν Ευρωπαίοι ελεύθεροι
σαν κράτος συνεταιρικό
στο ΝΑΤΟ μέλος εκλεκτό
απ ‘ τον προϋπολογισμό το πιο μεγάλο μερτικό…
…Το πιο μεγάλο μερτικό το δίνουμε για το στρατό
κι είμαστε κράτος δυνατό
σε εχθρούς και φίλους σεβαστό
κι ακούμε εκείνο το σοφό
να λέει σε ένα αμερικανό…
“Κύριε Πρόεδρε της αμερικανικής βιομηχανίας ραπτομηχανών Singer ιδού ο στρατός σας”
…το σύστημα έχει οργανωθεί και ο λαός φακελωθεί
οι σύντροφοι εκτελεστεί οι πλάκες έχουν πλυθεί…
3. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΣ
Παπακωνσταντίνου, Καρέζη και Χορωδία
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
σε πήρε ο Λαμπράκης σε πήρε η Λευτεριά
σε πήρε ο Λαμπράκης σε πήρε η Λευτεριά
Μάρτυρες ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια του μάς καλούνε
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
αηδόνι και λιοντάρι βουνό και ξαστεριά
αηδόνι και λιοντάρι βουνό και ξαστεριά
Μάρτυρες ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια του μάς καλούνε
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πέτρουλα
οδήγα το λαό σου οδήγα μας μπροστά
οδήγα το λαό σου οδήγα μας μπροστά
Μάρτυρες ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια του μάς καλούνε
Σωτήρη Πέτρουλα, Σωτήρη Πετρούλα
4. ΛΑΧΤΑΡΙΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ
Παπακωνσταντίνου, Καρέζη και Χορωδία
Λαχτάρησα μια χώρα, γυρεύω ένα νησί
που οι άνθρωποι να λένε, ό,τι μου λες κι εσύ
Βροχούλα στα μαλλιά σου, στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει, μια μάνα υπομονή
Να σπείρω ένα χωράφι και κάθε πρωινό
πόση ζωή έχει πάρει, να βγαίνω να μετρώ
θέλω να σε κρατήσω, θέλω να σ’ αγαπώ
για όσα έχω σωπάσει, να σκύψω να σου πω
Βροχούλα στα μαλλιά σου, στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει,μια μάνα υπομονή
και σαν θα μεγαλώσεις το λάδι απ’ την ελιά
ίσια να το μοιράσεις στα δώδεκα παιδιά
Να ρίξουν’ ένα γέλιο, να πάει ως την πηγή
να σηκωθούν οι μέρες, που καρτερούν εκεί
βροχούλα στα μαλλιά σου, στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει, μια μάνα υπομονή
5. ΤΟΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ
Παπακωνσταντίνου, Καρέζη και Χορωδία
Μην παντρευτείς τη μοναξιά
μην πάρεις το σκοτάδι
τραγούδα πάλι κάθε βράδυ
και φέρνε με κοντά.
Βάλε σημάδι εσπερινό
τ’ άστρο που μου ‘χεις δώσει
το βλέμμα μου θα σ’ ανταμώσει
ψηλά στον ουρανό.
Τρίκλωνη μόνη σιδεριά
δράκοι που φοβερίζουν
αυτά μονάχα μας χωρίζουν
ανάσα μου γλυκιά.
Όσα η αγάπη μας χωρά
καλή μου μην τ’ αρνιέσαι
την άνοιξη στον κήπο δέσε
και κοίταζε μακριά.
6. ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Παπακωνσταντίνου, Καρέζη και Χορωδία
Θα βγουν από παλιές φωτογραφίες
θα κατέβουν από λιθογραφίες
με σκονισμένες φυσιογνωμίες
και παραγνωρισμένες αμαρτίες.
«Όχλο» και πάλι θα σε πούνε
κι «οχλοκρατία» τη θέλησή σου
«αναρχικά» τα όνειρά σου
και «αναρχία» τη φωνή σου
λεβέντη πάρε με μαζί σου.
Θα ‘ρθει η παραπαίουσα ευφυΐα
η λατρευτή του παλατιού φοβία
η καθώς πρέπει δεοντολογία
και η πανταχού παρούσα καπηλεία.
«Όχλο» και πάλι θα σε πούνε
κι «οχλοκρατία» τη θέλησή σου
«αναρχικά» τα όνειρά σου
και «αναρχία» τη φωνή σου
λεβέντη πάρε με μαζί σου.
7. Ο ΕΧΘΡΟΣ ΛΑΟΣ
Παπακωνσταντίνου, Καρέζη και Χορωδία
Ήταν πατριώτη ένας λαός
ένας μεγάλος τοπικός εχθρός.
Θέλανε να ‘χουν όλοι το σπιτάκι τους
καθημερινά το μεροκαματάκι τους
να ‘χουν ακόμα κι άμα θα κακογεράσουν
μια συνταξούλα για να μην πεινάσουν.
Νιώθεις πατριώτη τι εχθρός
ήταν τούτος ο παλιολαός…
Θέλανε να μην περπατούν στα τέσσερα
να σκέφτονται και να μιλούν ελεύθερα
να κυβερνάει αυτός που θα ‘χουνε διαλέξει
κανένας πια να μην τους κοροϊδέψει.
Νιώθεις πατριώτη τι εχθρός
ήτανε τούτος ο παλιολαός…
Θέλαν το νόμο φίλο κι όχι φύλακα
να μη φοβούνται πια τον χωροφύλακα
την περηφάνια τους κανείς να μην πληγώνει
ούτε την πόρτα τους να ξεκλειδώνει.
Νιώθεις πατριώτη τι εχθρός
ήτανε τούτος ο παλιολαός…
Όνειρα χίλια μέσα στο κεφάλι τους
τ’ αποθηκεύανε στο προσκεφάλι τους.
Χρόνια καλύτερα ελπίζανε να ‘ρθούνε
το σήμερα οι ληστές δεν εχτιμούνε.
Νιώθεις πατριώτη τι εχθρός
ήταν τούτος ο παλιολαός…
8. ΑΡΝΙΕΜΑΙ
Παπακωνσταντίνου, Καρέζη και Χορωδία
9. Α ΧΟΡΙΚΟ Ο Θίασος
10. Β ΧΟΡΙΚΟ Ο Θίασος
11. Γ ΧΟΡΙΚΟ Ο Θίασος
12. Δ ΧΟΡΙΚΟ Ο Θίασος
Δυστυχώς ήρθε η ώρα να το γράψω και για τον άνθρωπο που «ευθύνεται» γι’ αυτή τη φράση… Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι αράδες, δεν έχουν περάσει παρά μόνο λίγες ώρες, από τη φυγή του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Και δεν ξέρω πώς, αλλά με την ανακοίνωση της είδησης, το πρώτο τραγούδι με στίχους του που ήρθε στο μυαλό μου, δεν ήταν ούτε το Στρώσε το στρώμα σου για δυο και το Δόξα τω Θεώ του Θεοδωράκη, ούτε κάποιο από τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου από Το Μεγάλο Μας Τσίρκο. Βρίσκεται μέσα σ’ έναν δίσκο, που δεν ανήκει στους γνωστότερους του Θεοδωράκη. Μάλιστα δεν είχε τύχει να τον ακούσω μόλις κυκλοφόρησε, αλλά πολλά χρόνια μετά… Mε την ακρόαση δε του συνταρακτικού τραγουδιού Ο αδελφός τον αδελφό από τον δίσκο Ο Εχθρός Λαός, με την ερμηνεία της Τζένης Καρέζη, του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και ηθοποιών του θιάσου του ομώνυμου θεατρικού έργου, θυμάμαι πως ανατρίχιασα ενώ δάκρυα μου ήρθαν στα μάτια… Κι αυτό το συναίσθημα το νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα όταν ξανακούω το τραγούδι. Διαβάστε τι λέει μέσα σε εξήμισι λεπτά αυτό το μικρό αριστούργημα:
Απ’ το σαράντα τέσσερα κι από το γλυκοχάραμα
ο αδερφός τον αδερφό
με σύμβουλο ένα Bρετανό
ποτίζουν αίμα το στενό
με σύμβουλο ένα Bρετανό
Σαράντα έξι εγύρισε στο σβέρκο μας θρονιάστηκε
κι ο αδερφός τον αδερφό
με σύμβουλο παλατιανό
κανόνια σέρνουν στο βουνό
με σύμβουλο παλατιανό
Σαράντα εφτά κι ανάθεμα όλα δικά τους τα’ θελαν
κι αδερφός τον αδερφό
με σύμβουλο Αμερικανό
χορταίνει νιάτα το βουνό
με σύμβουλο Αμερικανό
Προδότες και δωσίλογοι όλοι καλοδεχούμενοι
πατριώτες και αγωνιστές
στον τοίχο και στις φυλακές
Νταχάου σε ελληνικό νησί
κι ένας σοφός υμνολογεί:
“Η Μακρόνησος είναι ο Παρθενών της συγχρόνου Ελλάδος”
Κι απ’ τα πενήντα τέσσερα το μέλλον μας ανθόσπαρτο
το σύστημα έχει οργανωθεί
και ο λαός φακελωθεί
οι σύντροφοι εκτελεστεί
οι πλάκες έχουν πλυθεί
μα ένας σοφός ανησυχεί:
“Δεν έχω ανάγκη από ήρωες, θέλω Χίτες σκυλιά λυσσασμένα που να γαβγίζουν”
Στεριώνουνε την τάξη τους μένουν συναμεταξύ τους
παίρνουν το φόρο απ το φτωχό
τον κάνουν δάνειο κρατικό
κεφάλαιο εφοπλιστικό
κεφάλαιο βιομηχανικό
Ο πλούσιος πλουσιότερος και ο φτωχός φτωχότερος
η αγροτιά και η εργατιά
τον δρόμο παίρνουν του βοριά
για προκοπή στην ξενιτιά
κι ένας σοφός δοξολογά:
“Η μετανάστευσις είναι ευλογία δια τον τόπον”
Σαν Έλληνες περήφανοι σαν Ευρωπαίοι ελεύθεροι
σαν κράτος συνεταιρικό
στο ΝΑΤΟ μέλος εκλεκτό
απ ‘ τον προϋπολογισμό
το πιο μεγάλο μερτικό…
Το πιο μεγάλο μερτικό το δίνουμε για το στρατό
κι είμαστε κράτος δυνατό
σε εχθρούς και φίλους σεβαστό
κι ακούμε εκείνο το σοφό
να λέει σ’ ένα Αμερικανό:
“Κύριε Πρόεδρε της αμερικανικής βιομηχανίας ραπτομηχανών Σίγγερ: Ιδού ο στρατός σας”
Το σύστημα έχει οργανωθεί
και ο λαός φακελωθεί
οι σύντροφοι εκτελεστεί
οι πλάκες έχουνε πλυθεί…
Έχω την αίσθηση πως το 1993, ο Μιχάλης Γκανάς γράφοντας τους στίχους του τραγουδιού Να δεις τι σού ’χω για μετά, το οποίο μελοποίησε ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και το τραγούδησε μαζί με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο δίσκο Ρίξε Κόκκινο Στη Νύχτα, επηρεάστηκε και συνέχισε από το σημείο που σταμάτησε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης… Και λυπάμαι πολύ που το συγκεκριμένο τραγούδι δεν ακούγεται πουθενά… Δεν αποτελεί καν επιλογή της ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης».
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Μίκης Θεοδωράκης συνεργαζόταν με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. Η Γειτονιά Των Αγγέλων το 1963 και το Μαουτχάουζεν το 1966 ήταν δυο έργα ορόσημα τόσο για τους ίδιους όσο και για το ελληνικό τραγούδι. Το 1975 ξαναβρίσκονται για τις ανάγκες του θεατρικού έργου του Καμπανέλλη Ο Εχθρός Λαός, στο θέατρο «Αθήναιον» σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, σκηνικά-κοστούμια Αντώνη Κυριακούλη, μουσική διδασκαλία Βασίλη Τενίδη και κίνηση Κώστα Τσιάνου. Στην παράσταση τραγουδούσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ενώ στο θίασο συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι Τζένη Καρέζη, Κώστας Καζάκος, Λάζος Τερζανίδης, Βασίλης Κολοβός, Πάνος Μιχαλόπουλος, Σπύρος Καλογήρου, Κώστας Τσιάνος και πολλοί άλλοι… Και τι σύμπτωση! Την ώρα που ετοιμάζεται αυτό το κείμενο στο Β’ πρόγραμμα ακούγεται μια παλιά συνέντευξη του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στην οποία αναφέρεται στο συγκεκριμένο έργο, λέγοντας πως εκείνες οι ώρες ήταν ώρες χαράς για το λαό και πως σ’ αυτό το έργο, το μήνυμα ήταν λίγο-πολύ «Προσέξτε να μην πάθετε πάλι τα ίδια…» Έτσι ενώ ήταν ένα σημαντικό έργο δεν γνώρισε την ίδια αποδοχή με Το Μεγάλο Μας Τσίρκο.
Την ορχήστρα διευθύνει ο Μίκης Θεοδωράκης ενώ συμμετέχει Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα αποτελούμενη από τους Τάτση και Έρση Αποστολίδη στα βιολιά, Γιάννη Βατικιώτη και Γιώργο Πουμπουρίδη, βιόλες, Σωτήρη Ταχιάτη, τσέλο, Ανδρέα Ροδουσάκη, μπάσο, Γιάννη Ζουγανέλη, τούμπα, Σπύρο Ρέγγιο, φλάουτο, Τάσο Διακογιώργη, σαντούρι, Τάσο Κλαβανίδη και Σταύρο Βάγια, τρομπόνι, Βασίλη Τενίδη, κιθάρα, Νίκο Κορατζίνο, τύμπανα, Αλίκη Βατικιώτη, πιάνο και Γιώργο Λαυράνο στα κρουστά. Συμμετέχει επίσης χορωδία από το θίασο του θεάτρου. Η ηχογράφηση έγινε το 1975 από τον Στέλιο Γιαννακόπουλο στα studios της Columbia, η διεύθυνση παραγωγής από τον Αχιλλέα Θεοφίλου και ο συντονισμός από τον Γιώργο Λεφεντάριο (θυμάστε τη φωνή του τα κυριακάτικα πρωινά στα διαφημιστικά της Minos;)
Πολλά χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε σε μονό cd αλλά και στη σειρά remasters του Μίκη Θεοδωράκη ενώ στην remastered έκδοση του cd Της Eξορίας με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου υπάρχει, σαν bonus track, μια ανέκδοτη ηχογράφηση από το Αρνιέμαι, τελείως διαφορετική από τις δυο εκτελέσεις του Εχθρού λαού, την οποία τη χαρακτήριζα έως και rock.
Κλείνοντας και θέλοντας να δώσω μια ευρύτερη εικόνα τόσο της εποχής, όσο και του συγκεκριμένου έργου, δε νομίζω να υπάρχει καλύτερος τρόπος από το κείμενο της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου, με τίτλο «Πολιτικοποιημένη εποχή ή πολιτικοποιημένοι άνθρωποι;» που βρίσκεται στη remastered έκδοση του cd (Minos-Emi 2006).
«1975. Η ελληνική ψυχή στην περιπετειώδη της πορεία, από τα μεταπολεμικά χρόνια ως την μεταπολίτευση. Η χαρά, η λύπη, οι απώλειες, οι προδοσίες, η ξενιτιά, οι αγώνες, η καπηλεία, οι σχέσεις, όλα αυτά που ορίζουν για δεκαετίες ολόκληρες τους ρυθμούς της ελληνικής ζωής, διατρέχουν σε ένα έργο μια εποχή, όπου η αγωνιστική αισιοδοξία ζυμώνεται με την αίσθηση της ελευθερίας. Όλα μπορούν να αντιμετωπισθούν, ανακεφαλαιώνοντας την ανάγκη μιας αυθεντικής μαρτυρίας για πρόσωπα και γεγονότα. Το θέατρο που καθρεφτίζει τον καιρό του, ανταποκρίνεται και επιστρατεύει τα όπλα του. Τη φαντασμαγορία της σκηνής, τη διαλεκτική του λόγου, τη δύναμη της μουσικής. Ο Μίκης Θεοδωράκης αποδέχεται την πρόταση της Τζένης Καρέζη, του Κώστα Καζάκου και του Ιάκωβου Καμπανέλλη για μια μουσική παράσταση, αμιγώς πολιτική. Συνθέτει στο Βραχάτι δώδεκα τραγούδια και χορικά. Το σπονδυλωτό έργο Ο ΕΧΘΡΟΣ ΛΑΟΣ γίνεται το γεγονός της χρονιάς.
Πολιτικοποιημένη εποχή ή πολιτικοποιημένοι άνθρωποι;
Το κοινό τρέχει στην παράσταση με την ενδόμυχη αναμονή της κάθαρσης. Να βιώσει την ελευθερία του. Να συναντηθεί με τον εαυτό του. Με τα αγαπημένα του φαντάσματα. Να ξορκίσει τους βρικόλακες ενός οικείου παρελθόντος. Να ονειρευτεί μια ζωή χωρίς φοβίες.
Νέοι και μεγαλύτεροι ταυτίζονται με συνθήκες ελευθερίας και το εμβληματικό τραγούδι του τίτλου γίνεται σύμβολο των μετά τη Χούντα ημερών. Άλλωστε, η κάθε εποχή διαμορφώνει τα σουξέ που της αξίζουν. Ένα απ’ αυτά είναι και το επαναστατικό Αρνιέμαι, που καταφέρνει και αυτονομείται. Ακούγεται από τα ραδιόφωνα και εκτός παράστασης δημιουργώντας μια δυνατή εικόνα των διαθέσεων. Είναι αποτέλεσμα μιας ποιητικής σχέσης, μιας σχέσης ανταλλαγής, που μέσα από τους μουσικούς δρόμους, τους δρόμους της γλώσσας και του ρυθμού, ρίχνει φως στις συνειδήσεις. Κι αυτό είναι το κέρδος. Πολιτικό, κοινωνικό, προσωπικό.
Η μουσική που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το θεατρικό έργο του Καμπανέλλη, ακολουθώντας την δραματουργική ανέλιξη της ιστορίας, λειτουργεί συμπληρωματικά, σχολαστικά και αντιστικτικά. Οι τραγουδιστές (Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Τζένη Καρέζη) τραγουδούν άλλοτε μέσα στα επεισόδια, άλλοτε στα φλας μπακ των ταμπλώ βιβάν, ενώ τους περιβάλλει χορός.
Η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, με εύρος και ιδιοσυγκρασιακές αρετές, ακούγεται στα πιο επικά και γι’ αυτό συλλογικά τραγούδια: Αρνιέμαι, Του χωρισμού, Ο εχθρός λαός. Με την Τζένη Καρέζη και τον θίασο που τον συνοδεύει χορωδιακά, μοιράζεται το τραγούδι Ο αδελφός τον αδελφό, το οποίο έχει έντονα αφηγηματικά στοιχεία και μια ειρωνεία που απεικονίζει με θεατρικότητα τις ιστορικές αντιφάσεις.
Η Τζένη Καρέζη με δραματική εκφραστικότητα και με συνοδεία χορωδίας ερμηνεύει θεατρικά τα τραγούδι Λαχτάρισα μια χώρα.
Ο Μίκης Θεοδωράκης διάλεξε να πει ο ίδιος στο δίσκο του τραγούδι του Σωτήρη Πέτρουλα. Το αποδίδει με τρυφερότητα και ευαισθησία. Αντίθετα, είναι είρων και περιπαικτικός στο Συμβούλιο, που με τη μουσική του ευφυΐα σχολιάζει τους στίχους, αφαιρώντας τους τον διδακτισμό. Ο χορός -ο λαός- είναι όλος ο θίασος. Ένα εύρημα, που πατάει στο αρχαίο δράμα αναπτύσσοντας, με έντονο σαρκασμό τη σύγχρονη σάτιρα. Είναι ο Χορός Τραμπούκων που λέει τέσσερα χορικά.
Το μουσικό έργο Ο ΕΧΘΡΟΣ ΛΑΟΣ έχει τη δύναμη να φέρει στο προσκήνιο την εποχή που το προκάλεσε, με τα απόνερα της και τους απόηχους της. Επαναστατικό, στρατευμένο σε μια από τις πολλές αριστερές εκφράσεις που ήχησαν, ως «φωνή λαού». Ξεκομμένο σήμερα από την εποχή του, όπου πολύ νερό έχει κυλήσει, πολλά γεγονότα έχουν διαψεύσει τις αρνήσεις για υποταγή, φαίνεται να διατηρεί, στο ρυθμό και στο ύφος, τη δική του ζωηρή ιδεολογία».
Αν δεν έχετε ακούσει το συγκεκριμένο έργο, αναζητήστε το. Είναι βέβαιο πως, όσο κι αν η θεματολογία του θεωρείται για πολλούς του ειδική ή «εποχιακή», τριάντα έξη χρόνια μετά, κάτι θα έχει να σας πει…
Θανάσης Γιώγλου. ogdoo.gr
Μίκης Θεοδωράκης: “Προδομένος Λαός”. Σύνθεση 1974 Παρίσι. Θεατρικό έργο σε σκηνοθεσία Κώστα Μιχαηλίδου. Ποίηση: Βαγγέλης Γκούφας.
Ηχογράφηση: 1974. Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης Αλεξίου, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μάνος Κατράκης, Κώστας Σμοκοβίτης.
Μπουζούκι: Λάκης Καρνέζης.
Λαϊκή ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
1. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΚΑΡΜΠΟΝΑΡΩΝ
Λύκοι χιμάνε στο κοπάδι
στήνουνε κρεμάλες λύκοι
λύκοι μας καίνε τα σπαρτά
πιάστε στα χέρια τις δικράνες
και τα σπαθιά έξω από τη θήκη
βίβα λα λιμπερτά
Στους κάμπους βροντά το κανόνι
και στα βουνά οι κεραυνοί
τ’ αντάρτικο κίνημα φουντώνει
νέα ζωή προχωρεί
Μαύρο και σκοτεινό πηγάδι
μεροδούλι μεροφάι
μαύρο και τα κορμιά γερτά
άιντε σηκώστε το κεφάλι
να τραγουδήσουμε το Μάη
βίβα λα λιμπερτά
Έλληνες ακολουθήστε
των ανταρτών τη φωνή
να ζείτε τι ωφελείστε
μαύρη και σκλάβα ζωή
Πάρτε στους ώμους την ελπίδα
λάσπη και φωτιά στα χέρια
λάσπη ελπίδα και φωτιά
τ’ άπαρτα κάστρα μετερίζια
γίναν τ’ ονείρου μας λημέρια
βίβα λα λιμπερτά
Φύτρωσε μια φωνή στους δρόμους
έδεσε καρπό το στάχυ
βίβα ο αγέρας τον κρατά
όλο και πιο ψηλά η παντιέρα
τώρα και πάντα μια ΄ναι η μάχη
βίβα λα λιμπρέτα
2. ΧΑΙ, ΧΑΙ
Καΐκι κακοτάξιδο
Λίγο ψωμί στην ορφανή
Μάτια δεν έχω για να δω
Μου ‘χουνε κλέψει τη φωνή
Βρέχουν χαλάζι οι ουρανοί
Χάι, χάι
Βαρύ το τετραβάγγελο
Τα κρίματά μου είν’ αρμαθιά
Και του Αϊβαλιού το μακελειό
Τη σούβλα εμπήξανε βαθιά
Τους εστομώσαν τα σπαθιά
Χάι, χάι
Δέντρο με τέσσερα κλωνιά
Κόβουν τα τέσσερα με μια
άτρεμο χέρι του φονιά
Φρύγανο καίγεται η καρδιά
Καντήλια τέσσερα παιδιά
Χάι, χάι
3. ΒΟΓΓΑ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ Τ’ ΑΝΑΠΛΙΟΥ
Βογγά το κάστρο τ’ Αναπλιού
κλαίει το Παλαμίδι
τι το βαρά η θάλασσα
το δέρνουν οι ανέμοι.
Ψηλό κυπαρισσόπουλο
βεργολυγά και τρέμει.
Οι ξένοι βάλανε βουλή
κι’ οι ντόπιοι ανταριαστήκαν
χτυπά ’δερφός τον αδερφό
ασκέρι τ’ άλλο ασκέρι.
Χτυπά ’δερφός τον αδερφό
ασκέρι τ’ άλλο ασκέρι
παίζει χαμός στα μάτια τους
στα χέρια το μαχαίρι.
4. ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ΤΟ ΝΕΡΟ
Της βροχής νερό να λούσεις τα μαλλιά σου
στο μπαλκόνι σου να βγεις να χτενιστείς
Ανεράιδες μην κλέψουν τη μιλιά σου
το φεγγαροφώς στεφάνι να ζωστείς
Να ζωστείς φωτιά να λιώσεις μες στο θάμπος
τ’ αφανέρωτα να ξομολογηθείς
κόψε το φιλί να λουλουδίσει ο κάμπος
περδικόστηθη τον ήλιο να ντυθείς
Γλέντα το φιλί και το μεράδι δώσ’ μου
απ΄ τα χείλια σου το πίνω και μεθώ
μες στα μάτια σου μεράκι μου ορφανό μου
με ταξίδεψες στο δρόμο μη χαθώ
Εχ, κι όταν χαθώ ποιος θα βγει να γυρέψει
άσπρο γιασεμί παραπεταμένο
και στις θάλασσες ποιος θα βγει να κουρσέψει
το πλεούμενο που πάει ξυλάρμενο
5. ΚΑΝΟΝΙΑ ΤΟ ΒΑΡΟΥΝΕ
Κανόνια το βαρούνε, το ψωροκάλυβο
στεριάς και του πελάγου
καλύβι μ’ ακριβό.
Στεριώσανε ταμπούρι, εστήθηκ’ ο χορός
και του κρατάει κεφάλι
ο Πανάχραντος.
Τα κύματα πυρώνεις, κόκκινε ουρανέ
θεριά θαλασσομάχοι
μεταλαβαίνουνε.
Έγια μόλα έγια λέσα έγια
κλείστηκ’ η καρδιά μου μέσα
καρδιά μου κάστρο άπαρτο
της λευτεριάς το φυλαχτό.
6. ΒΑΝΩ ΤΟΝ ΧΑΡΟ ΠΙΣΟΚΑΠΟΥΛΑ
Βάνω τον Χάρο πισωκάπουλα
καρφώνω το φεγγάρι
και το περικαλώ
να ‘ρθει να με πάρει
παλικαρόπουλο.
Κι εγώ του κλέφτη κλέβω την καρδιά
κρατάω το χαλινάρι
τι έχω να του πω
της ομορφιάς τη χάρη
αχ, πως τον αγαπώ.
Να ‘χει στη σέλα του ζερβόδεξα
μαλαμοκαπνισμένα
άηΓιώργη τα κρατά
της λευτεριάς ταμένα
του κλέφτη τ’ άρματα.
Πέτρωσ’ η νύχτα στο κατώφλι μου
αλλού τον περιμένουν
το αίμα βρε που χύνεται
όρκος του αντρειωμένου
και δεν προδίνεται.
7. ΑΝΤΕ ΜΙΑ
Κάντε τα χέρια σίδερα
και τις ψυχές ατσάλι
αΪτόπουλα μαύρα φτερά
να μη σας πάρει ο ύπνος, ο νους φωτιά
να κάψει τ’ ανθοπέρβολα, με τη βαριά
τσακίζ’ ο γύφτος κόκαλα
ο γύφτος μάτι δε σφαλά.
Άιντε μια κι άλλη μια
μια πνοή κι ανάσανε
σταυρωμένε μου ουρανέ
τα καρφιά σκουριάσανε.
Άιντε μια κι άλλη μια
καπετάν απέθαντος
της ζωής ο σταυραητός
ντύνεται γαμπρός..
Βοριάς θερίζει το βουνό
για να χαθούν τα χνάρια,
Να μη σε βρουν κοιμάμενο
μόν’ να σε βρουν καβάλα, με το σπαθί
να σκίζεις τ’ όνειρο στα δυο, ρέμα βαθύ
περνάς και πας ανήφορο
δέσε με τους νεκρούς χορό.
Άιντε μια κι άλλη μια
μια πνοή κι ανάσανε
σταυρωμένε μου ουρανέ
τα καρφιά σκουριάσανε.
Άιντε μια κι άλλη μια
καπετάν απέθαντος
της ζωής ο σταυραητός
ντύνεται γαμπρός.
Πρωτοπανηγυριώτη μου
ζώσ’ τα τα φυσεκλίκια
εδώ ΄ναι η κόψη του γκρεμού
και της ζωής το θάμα, τ’ αντίθαμα
με τη θωριά του καθαρή, γκόλφι κρεμά
τη λευτεριά ολοπόρφυρη
αντίκρυ και μας καρτερεί.
Άιντε μια κι άλλη μια
μια πνοή κι ανάσανε
σταυρωμένε μου ουρανέ
τα καρφιά σκουριάσανε.
Άιντε μια κι άλλη μια, καπετάν απέθαντος
της ζωής ο σταυραητός, ντύνεται γαμπρός.
8. ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΑ
Στα μάτια φύτρωσε καημός
κόμπο τον κόμπο η πίκρα, κυρά Παναγιά
κυρά μου Βαγγελίστρια
τι μου ‘ταξες τι βρήκα
αγκάθι στην καρδιά.
Πότε θ’ ανθίσει Αυγερινός
τ’ άστρα να ζευγαρώσουν, αίμα και νερό.
Μαρμαρωμένο τ’ όνειρο
και το παράπονό σου
μαύρο κι άχαρο.
Χρόνια και χρόνι’ απάντεχα
βαριά να περιμένω, να ξεκουραστώ.
Στα χέρια σταυρολούλουδα
το παραμύθ’ υφαίνω σου
το αγέραστο.
Καραβοκύρισσα κυρά
ορθόπλωρη γοργόνα και μας οδηγά.
Της λευτεριάς Παντάνασσα
θεμέλιωσα κολόνα
μεσοπέλαγα.
9. ΕΛΑΤΕ Μ’ ΕΝΑΝ ΠΟΘΟ
Ελάτε μ’ έναν πόθο
σε τούτο τον καιρό
πιάστε μαντίλι για χορό
να δέσουν οι καρδιές μας
φωτιά και σίδερο.
Αντάρτες βγήκαν για παγάνα
στη βρύση πλάι στο βοριά
στην κρεμάλα να δούμε όλους
όσους λαβώσανε τη λευτεριά.
Καιρός δεν περιμένει
ποτάμι ακούραστο
πό’ ‘χει το έμπα του κλειστό
στο έβγα του ματώνει
κι έγιν’ απέραντο.
Ζητάει να προσκυνήσω
βεζύρη και πασά
βράχος μου κλείνει τη μπασιά
πέρα για να περάσω
αίμα η θάλασσα.
Αίμα και θα περάσω
παίχτε τα πίφερα
η λευτεριά ‘ναι αντίπερα
για τ’ άρματα τα χέρια
κράτα καθαρά.
10. ΑΚΟΜΑ ΤΟΥΤΗ Η ΑΝΟΙΞΗ
Ακόμα τούτ’ η άνοιξη
το δάκρυ δε στεγνώνει
δάκρυ στα μάτια ποταμός
κυλάν ποτάμια οι χρόνοι.
Δεν είναι τούτη άνοιξη
δεν είναι καλοκαίρι
μόν’ είναι σύννεφο βαρύ
χειμώνας τό ΄χει φέρει.
Αν είναι να θερίσουμε
να μπούμε για τ’ αλώνι
τι μου φωνάζ’ ο κύρης μου
κι’ η μάννα με μαλώνει.
Χειμώνας και κρατάει πολύ
κι’ η νύχτα όλο μακραίνει
τσακάλι πέφτει στο μαντρί
και τρώει και δε χορταίνει.
11. ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Μωρό στην κούνια η μάνα του
του περνάει του δράκου βέρα
να μη σκιαχτεί μη φοβηθεί
του Τούρκου τη φοβέρα.
Ξέρει τους χρόνους δίσεχτους
και βάνει του αρραβώνα
να τον γλιτώνει από βοριά
κι από κακό χειμώνα.
Ένας δεν είναι μήτε δυο
μοιρολογούν και κλαίνε
τον κύρη σου εκρεμάσανε
κοιμήσου μου αντρειωμένε.
Για να σε πάρει τ’ όνειρο
και να σε ταξιδέψει
να μη σου γιάνει την πληγή
το ντέρτι μη στερέψει.
Νά ‘χεις τις ρίζες του καημού
ραγιάς γεννήθης γιε μου
μη μεγαλώσεις μου ραγιάς
αϊτέ μονάκριβέ μου.
Στην κούνια βάνω δίπλα μου
μπροστά μου η άγια πύλη
βάνω τα δώρα του Χριστού
σταυρό και καριοφίλι.
12. ΕΔΩ ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΑΝΕ
Εδώ δεν προσκυνήσανε
θολό νερό δεν ήπιαν
μονάχα πίνουν αγιασμό
στη χούφτα τ΄ Άγιου Γιώργη
δυόσμο στην άκρια των χειλιών.
Καβαλικεύουν τ’ άλογα
σημάδι βάνουν τ’ άστρα
μπροστάρη βάνουν την καρδιά
ν’ αναστενάξει ο Χάρος
φλόγα που καίει τον ουρανό.
Πλεούμεν’ αρματώσανε
φαριά μεσοπελάγου
εζέψανε τα κύματα
να σύρουνε το Χάρο
για το χορό της λευτεριάς.
Δικό μας είναι τ’ όνειρο
δικό μας και το θάμα
μ’ ιδρώτα κι αίμα χτίζουνε
φωτιά το καταλύουνε
άιντε και πάλι απ’ την αρχή.
Στο σημείωμα του δίσκου ο συνθέτης αναφέρει:
Ζούμε μαχόμενοι.
Το χρονικό των αγώνων και της αγωνίας της Ρωμιοσύνης – οι Φιλικοί, ο Γέρος του Μωριά, ο Μακρυγιάννης, οι Τουρκομάχοι και σύστοιχοι στο αρματολίκι οι λαϊκοί αγωνιστές, οι αντάρτες στα ελεύθερα ελληνικά βουνά στην Κατοχή, οι επώνυμοι και ανώνυμοι μάρτυρες ενός λαού ταμένου και αβοήθητου, τα σημερινά παιδιά μας, τα αυριανά μας πολύχρωμα οράματα ίσα με τη συντέλεια του αιώνα.
Η ίδια πίστη, η ίδια αγάπη σε μια ζωή άξια να βιωθεί, η ίδια άρνηση υποταγής. Πάντα ο ίδιος όρκος μένει – λευτεριά και προκοπή. Και πάντα ελλοχεύουσα η προδοσία – Λερναία Ύδρα. Όμως κάθε φορά νέοι αγώνες μας καλούν, δεν μας σταματούν μήτε οι ίντριγκες μήτε η βία. Μας θεριεύουν. Ζούμε μαχόμενοι, η ανελέητη και η ακριβή μας ιστορία.
Ο καημός και η λαχτάρα της Ρωμιοσύνης – το τραγούδι μας. Ειπωμένο, τότε στον ίσιο των πλατάνων, αργότερα στους Κορυσχάδες, χθες στη νύχτα της Αθήνας, το τραγούδι που βγαίνει από τις φλέβες του τόπου μας παντιέρα και νανούρισμα και μοιρολόι.
Τα τραγούδια στην παράσταση της ΜΑΝΤΩΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ δεν απηχούν τη μνήμη της εποχής αλλά την αίσθηση της ιστορίας μας. Γιατί η ζωή στον τόπο μας δεν παγιδεύεται χρονικά, είναι μία και αδιαίρετη πάντα, διατηρεί κάθε φορά και μέσα στη διαφορά των συνθηκών τα αναγνωρίσιμα στοιχεία ενός μοναδικού αγωνιστικού ήθους κι ενός λυτρωτικού πάθους. Είναι ο Ακρίτας, ο Υψηλάντης στην τελευταία νύχτα της ζωής του, ο νεκρός αδελφός μας είναι που τραγουδάει μαζί μας και μας βοηθάει να χτίζουμε την ελπίδα, να προσπαθούμε πάντα να κρατήσουμε ψηλά τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα.
Πόσο σημερινά είναι λοιπόν, τόσο αυτά που γράφει ο Μίκης, τριάντα επτά χρόνια πριν, όσο και πολλά από τα τραγούδια του δίσκου, των οποίων η θεματική φαίνεται και σε πολλούς από τους τίτλους. Ο Γκούφας μεταφέρει με τον καλύτερο τρόπο τους αγώνες ενός λαού για ελευθερία και δημοκρατία… Οι τραγουδιστές καταθέτουν μοναδικές ερμηνείες. Ο Παπακωνσταντίνου σ’ αυτό το υλικό, με το οποίο ξεκίνησε, είναι αξεπέραστος, η Χαρούλα είναι αυτή που όλοι γνωρίζουμε, ενώ ιδιαίτερες είναι και οι ερμηνείες του Κώστα Σμοκοβίτη, για τον οποίο ο Μίκης Θεοδωράκης είπε το 2008:
Θυμάμαι πάντοτε πόσο ευχάριστη έκπληξη ήταν για μένα η συνεργασία μου με τον νεαρό τότε τραγουδιστή Κώστα Σμοκοβίτη στα 1974. Η ερμηνεία του στον «Προδομένο Λαό» και ιδιαίτερα στο τραγούδι «Βογγά το κάστρο τ’ Αναπλιού» που είναι ιδιαίτερα δύσκολο, με ενθουσίασε και λυπήθηκα πολύ που για λόγους που ποτέ δεν έμαθα, τον έχασα ξαφνικά, γιατί είχα πολλά σχέδια γι’ αυτόν. Κρίμα. Φοβάμαι ότι είναι κι αυτός θύμα της παθογένειας της ελληνικής δισκογραφικής βιομηχανίας. Γι’ αυτό χαίρομαι ιδιαίτερα, που έστω και μετά τόσα χρόνια μου δίνεται η ευκαιρία να πω έναν καλό λόγο για τον Κώστα Σμοκοβίτη, όπως επίσης χαίρομαι που είναι καλά και που συνεχίζει πάντα την καριέρα του με επιτυχία. (1)
Όσο για τους ηθοποιούς, ο Μάνος Κατράκης είναι συγκλονιστικός. Ακούγοντάς τον, θαρρείς πως είναι ένας από τους αντάρτες για τους οποίους μιλά το τραγούδι που ερμηνεύει. Σχετικά με την Βουγιουκλάκη, ποτέ δεν υπήρξα λάτρης του τρόπου που τραγουδούσε στα κινηματογραφικά τραγούδια. Και θεωρώ πως στο «Της βροχής νερό», που λέει σ’ αυτό τον δίσκο, καταθέτει, ίσως, την καλύτερη ερμηνεία της στη δισκογραφία, που φυσικά δεν έχει καμία σχέση με το «Γκρίζο γατί», το «Χόρεψε τουίστ» και τα άλλα…
Για το «Τραγούδι των Καρμπονάρων» ο Θεοδωράκης δανείζεται μια παλιά ρώσικη μελωδία… Το «Βογγά το κάστρο τ’ Αναπλιού» ηχογραφείται το 2008 και από τη Γλυκερία στο δίσκο της «Τα θεμέλιά μου στα βουνά» με τα τραγούδια του Μίκη. Με λίγα λόγια, πρόκειται για έναν ακόμα εξαιρετικό δίσκο του Θεοδωράκη, που χάθηκε μέσα στην πληθώρα των εκδόσεων των έργων του, στην μεταπολίτευση. Και είναι κρίμα που τόσο αυτός, όσο και πολλοί ακόμα δίσκοι εκείνης της εποχής, έμειναν στην αφάνεια.
Τα τραγούδια του «Προδομένου λαού» δεν έχουν υποστηριχθεί καν, από τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης. Περιττό βέβαια να αναφέρω πως ούτε η Αλεξίου, ούτε ο Παπακωνσταντίνου μπήκαν στον κόπο να παίξουν έστω κι ένα κουπλέ στις συναυλίες τους.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε και σε cd, καθώς και στη σειρά remasters του συνθέτη το 2005. Το δε βινύλιο είναι σήμερα ιδιαίτερα δυσεύρετο. Στο ένθετο της επανέκδοσης του 2005 υπάρχει ένα εξαιρετικό κείμενο της Έλενας Χατζηιωάννου για το δίσκο και την εποχή του:
1974. Μεταπολίτευση. Η σχέση του κόσμου με την εποχή του και τη σκηνή είναι ένα φαινόμενο, το οποίο δεν θέλει να προσπεράσει ούτε η λαμπερή Αλίκη Βουγιουκλάκη. Χωρίς να κατέβει από το θρόνο της σταρ και ν’ απομακρυνθεί από το οικείο, ανάλαφρο ρεπερτόριο της αστικής διασκέδασης, αποφασίζει να ανεβάσει ένα ιστορικό έργο που μιλάει για τους αγώνες και τις αγωνίες του ελληνικού λαού, τη συλλογική αντίδραση στην υποταγή, τον πόθο για την ελευθερία. Το θεατρικό έργο του Γεωργίου Ρούσσου ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ.
Αν η τσαχπίνα ξανθιά πρωταγωνίστρια μπορούσε να αντιμετωπίσει σκηνικά τους αγώνες της Ρωμιοσύνης, τότε η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη δημιουργούσε το επιπλέον στη μαγεία ενός θεάτρου, που άνοιγε διάλογο με την ιστορία της αντίστασης.
Ο Μίκης ανέλαβε να γράψει από το Παρίσι που βρισκόταν τα τραγούδια της παράστασης, με γενικό τίτλο ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΛΑΟΣ (ο υπότιτλος του έργου). Δώδεκα πρωτότυπες συνθέσεις, σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα ολοκλήρωσαν ένα μουσικό έργο που σχολίαζε τη δράση και γινόταν πηγή ανανέωσης και ενέργειας πάνω στη σκηνή και κάτω στην πλατεία. Το θέατρο και οι άνθρωποι άλλωστε, πάντα ενεργοποιούσαν ένα απόθεμα αντιπαράθεσης και διαλόγου. Αυτό το δύσκολο ανάμεσα που συνδέει το παρελθόν με την επικαιρότητα. Τη συλλογική μνήμη και την ατομική διάθεση. Ως συνήθως η φιλολογία γύρω από μια παράσταση πολλαπλασιάζει -υποτίθεται- το ενδιαφέρον, ενώ συσκοτίζει το αποτέλεσμα.
Τριάντα χρόνια μετά ο δίσκος με τα τραγούδια του ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΥ ΛΑΟΥ επανέρχεται αυτονομημένος, απογυμνωμένος από τη θεατρικότητα της παράστασης. Εμβατήρια, νανουρίσματα, μπαλάντες, επικά και λυρικά τραγούδια ερμηνευμένα από ένα επιτελείο δημοφιλών, άξιων καλλιτεχνών μεταφέρουν την αίσθηση, την αισθητική και τις πολιτιστικές συμπεριφορές εκείνης της εποχής. Γιατί, αν το παιχνίδι του χρόνου παίζεται χωρίς κανόνες, το παιχνίδι της ανθρώπινης τέχνης αντιστέκεται με δικούς της, άγραφους νόμους στο χρόνο. Η εμβληματική βαθιά φωνή του Μάνου Κατράκη, η τρυφερή φωνούλα της Αλίκης και οι μετωπικές ανοιχτές ερμηνείες του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, της Χάρις Αλεξίου και του Κώστα Σμοκοβίτη πολλαπλασιάζουν τις αρετές του υλικού τους. Οι μελωδίες αναπτύσσονται δυναμικά, οι φράσεις αρθρώνονται με σαφήνεια, οι ερμηνευτικές διατυπώσεις αποδίδουν, με τη συμμετοχή της Λαϊκής Ορχήστρας και του Λάκη Καρνέζη στο μπουζούκι, ένα κύκλο τραγουδιών με καλό αποτέλεσμα.
Τριάντα χρόνια μετά, το υλικό αντιστέκεται. Αποκολλημένο από την εποχή και τις συγκυρίες της, διατυπώνει εκ νέου μια συνείδηση που αρνείται να πιστέψει πως η κοινωνία μοιράζει χάδια και είναι αναπόφευκτο να ξυπνήσουμε- ακόμα κι όταν ονειρευόμαστε το όνειρο.
Αν η τριακονταετία που μεσολάβησε άφησε πίσω της τη ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ, ο μουσικός ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΛΑΟΣ επανέρχεται και επαναφέρει στο προσκήνιο μια αίσθηση ιστορίας. Γιατί όπως σημειώνει ο Μίκης «Τα τραγούδια της παράστασης δεν απηχούν τη μνήμη της εποχής αλλά την αίσθηση της ιστορίας μας». Στα χρόνια που πέρασαν κι ύστερα από τους Δίδυμους Πύργους, μπορεί να άλλαξαν οι παγκόσμιοι συσχετισμοί, δεν άλλαξε η μουσική, δεν άλλαξε η λογοτεχνία, δεν άλλαξε η μυθολογία της καθημερινής ζωής. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πηγαίνουν στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στις ταβέρνες. Συνεχίζουν να διαβάζουν να τραγουδούν. Είναι μια πορεία για να συναντηθούμε με ό,τι μας απομακρύνει από τον εαυτό μας και τους άλλους. Άλλωστε, όταν τραγουδάμε, δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα.
Έλενα Χατζηιωάννου – Φεβρουάριος 2005 ogdoo.gr
Μίκης Θεοδωράκης: Η Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη. Έτος σύνθεσης 1965. Ηχογράφηση: 1965. Ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη.
Συμμετέχουν Γιάννης Διδίλης Πιάνο. Λάκης Καρνέζης Κώστας Παπαδόπουλος Μπουζούκι.
Σωτήρης Ταχιάτης Βιολοντσέλο. Ανδρέας Ροδουσάκης Κόντραμπάσο. Σπύρος Ρέγγιος Φλάουτο. Διεύθυνση Ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Σύνθεση: 1965, Αθήνα.
Πρώτη ηχογράφηση: 1965, Μαρία Φαραντούρη
Μουσικοί: Γιάννης Διδίλης (πιάνο), Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι), Λάκης Καρνέζης (μπουζούκι), Σωτήρης Ταχιάτης (βιολοντσέλο), Ανδρέας Ροδουσάκης (κοντραμπάσσο), Σπύρος Ρέγγιος (φλάουτο).
Τραγούδια:
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Ο ΑΝΤΩΝΗΣ
Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ
ΑΜΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
1. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;
Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;
Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
2. Ο ΑΝΤΩΝΗΣ
Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων
Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.
Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν’ ανέβω τη σκάλα.
Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν’ κατάρα.
Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα
Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.
3. Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ
Ο Γιάννος Μπερ απ’ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει.
Κάνει καρδιά, κάνει φτερά,
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει.
“Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν’ αλλάξω.
Δρόμο να κάνω έχω μακρύ,
πάν’ από λίμνες να πετάξω”
Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει.
Και μια φωνή, φριχτή φωνή
“κρυφτείτε απ’ τον δραπέτη”.
“Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί,
θεριό για να σας φάω.
Έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω.”
Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα.
Δίνουν το Γιάννο στους Ες-Ες,
για σκότωμα τον πάνε τώρα
4. ΑΜΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.
Χαρά του κόσμου, έλα στην πύλη
να φιληθούμε μες στο δρόμο
ν’ αγκαλιαστούμε στην πλατεία.
Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.
Στο λατομείο ν’ αγαπηθούμε
στις κάμαρες των αερίων
στη σκάλα, στα πολυβολεία.
Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.
Έρωτα μες στο μεσημέρι
σ’ όλα τα μέρη του θανάτου
ώσπου ν’ αφανιστεί η σκιά του.
Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.
Ο Ήλιος και ο Χρόνος. 1967 Γενική ασφάλεια Μπουμπουλίνας. Ηχογράφηση: 1971 Παρίσι.
Συμμετέχουν: Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Μαρία Δημητριάδη, Αντώνης Καλογιάννης.
Απαγγελία: Georges Willson. Από την ζωντανή συναυλία στο Palaiw de Chaillot.
Λαϊκή Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Bass: Γιάννης Πετροπουλάκης. Bouzouki: Αντρέας Μιχαλάκης, Μάριος Βλατάκης.
Guitar: Νικόλαος Μανιάτης, Νικόλαος Μωραΐτης. Percussion: Gérard Berlioz. Piano: Γιάννης Διδίλης..
Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
Σύνθεση: Τα ποιήματα γράφτηκαν στην απομόνωση της Γενικής Ασφάλειας (Μπουμπουλίνας),κελί αρ. 4,τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1967. Τα 16 από αυτά μελοποιήθηκαν την ίδια εποχή.
Ηχογραφήσεις: 1971. Παρίσι, Μαρία Φαραντούρη. Πέτρος Πανδής, Μαρία Δημητριάδη, Αντώνης Καλογιάννης, George Willson (απαγγελία) από τη ζωντανή συναυλία στο Palais de Chaillot (Polydor).
1975 (Μinos).
1971,Γ. Καπερνάρος – Μ. Δημητριάδου, ΕΝΚ (Ηollande).
1977, Π. Πανδής, Σ. Μιχαηλίδου, Μ. Ζορμπαλά, Ν. Μητσοβολέας, (France).
Τα ποιήματα έγραψε και μελοποίησε ο Μίκης τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1967 μέσα στην απομόνωση της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών.
Το έργο «Ο Ήλιος και ο Χρόνος» ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι, το 1971, σε ζωντανή συναυλία
Όταν οι στρατιώτες ήρθαν να με συλλάβουν κοιμόμουνα. Μ’ έγδυσαν και με διέταξαν να γονατίσω. Ύστερα, μ’ έδεσαν πιστάγκωνα, όπως κάνουν οι Αμερικάνοι με τους Βιετκόγκ. Όταν η Μαρία μπήκε, ντράπηκα και τους ζήτησα να μου βάλουν το σώβρακο. Μου έβαλαν το σώβρακό μου και το πανταλόνι μου. Ήμουν ξυπόλυτος και είπα στη Μαρία να μου βάλει τα παπούτσια μου. Έσκυψε μπροστά μου και όταν μου έδενα τα κορδόνια, της ψιθύρισα: «Κουράγιο, Μαρία».
Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου
ξεφύτρωσε ένας κάκτος
πέρασαν πάνω από είκοσι αιώνες
που ονειρεύομαι γιασεμί
τα μαλλιά μου μύρισαν γιασεμί
η φωνή μου είχε πάρει κάτι
από το λεπτό άρωμά του
τα ρούχα μου μύρισαν γιασεμί, η ζωή μου
είχε πάρει κάτι από το λεπτό άρωμά του
όμως ο κάκτος δεν είναι κακός
μονάχα δεν το ξέρει και φοβάται
κοιτάζω τον κάκτο μελαγχολικά
πότε πέρασαν κιόλας τόσοι αιώνες
θα ζήσω άλλους τόσους
ακούγοντας τις ρίζες να προχωρούν
μέσα στο ξερό χώμα της καρδιάς μου.
Στις 21 Αυγούστου πιάστηκα στο Χαϊδάρι.
Στο τέταρτο πάτωμα στην οδό Μπουμπουλίνας,
στο κελί αρ. 4 περίμενα το μαρτύριο και το θάνατο.
Στις 4 Σεπτεμβρίου μου έφεραν χαρτί και μολύβι.
Τότε έγραψα 32 ποιήματα.
Τις προηγούμενες νύχτες τις πέρασα άγρυπνος,
με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να με πάρουν για το μαρτύριο
ή για την εκτέλεση.
Όλη μου η ύπαρξη σημαδεύτηκε από την αναμονή
του βέβαιου θανάτου.
Καθώς ο χρόνος κυλούσε επίμονα και βασανιστικά, έβλεπα με το νου μου καθαρά την εικόνα της τελευταίας στιγμής.
Ο πρωινός ουρανός είχε ένα χρώμα βαθιά γαλάζιο.
Η ατμόσφαιρα διάφανη,
με κρυσταλλένια καθαρότητα.
Τι θα φώναζα σ’ αυτήν τη στιγμή του τέλους;
Αυτή η σκέψη μου έγινε τυραννική.
Τα κελιά ανασαίνουν
τα κελιά που βρίσκονται ψηλά
τα κελιά που βρίσκονται χαμηλά
η βροχή μας ενώνει
ο ήλιος ντράπηκε να φανεί, Νίκο
Γιώργο, κρατιέμαι από ένα λουλούδι.
Αυτό το ποίημα,
γράφτηκε για τη Σίλβα Ακρίτα.
Στο τέταρτο πάτωμα
η μαμά σου κοιμάται Ελενα
μουσική θεία τα όνειρά της
Πεπίνο Ντι Κάπρι
Πέρα από τα όνειρα
μη την ξυπνήσεις…
Τα μεσημέρια η ζέστη ήταν φρικιαστική. Υπόφερα τρομερά. Κοιμόμουν πάνω στο τσιμέντο γυμνός,
όπως τη στιγμή που με πιάσανε.
Για προσκεφάλι είχα τα παπούτσια μου. (…)
Κάποτε καθόμουν στην καρέκλα, το μοναδικό έπιπλο. Άλλοτε βάδιζα. Πεντακόσια βήματα καθέτως. Πεντακόσια βήματα κυκλικά. Μετρούσα τα κάγκελα.
Ποτέ ποτέ ποτέ
δε θα μπορέσω να ξεδιπλώσω όλες τις σημαίες
πράσινες κόκκινες κίτρινες μπλε μωβ θαλασσιές
ποτέ ποτέ ποτέ
δε θα μπορέσω να μυρίσω όλα τα αρώματα
πράσινα κόκκινα κίτρινα μπλε μωβ θαλασσιά
ποτέ ποτέ ποτέ ποτέ
δε θα μπορέσω ν’ αγγίξω όλες τις καρδιές
όλες τις θάλασσες να ταξιδέψω
ποτέ ποτέ ποτέ
δε θα γνωρίσω τη μία σημαία
τη μοναδική
εσένα Τάνια.
Στο τέλος τέλος ο θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός. Ίσως να είναι όμορφος, λέω στο φρουρό μου.
Έκτη Σεπτεμβρίου
ώρα έντεκα πρωινή
τώρα λούζονται τα πουλιά
στα ποτάμια
στα έλατα τρίβονται οι Βοριάδες.
Σε χτύπησε ο Τούρκος
στο Μπιζάνι.
Τώρα κάθεσαι και με κοιτάς
πίνεις καφέ
στάζεις φαρμάκι
αγάπη αγάπη
ο Ήλιος ψήνει
το σταφύλι
ώρα έντεκα πρωινή.
Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος
Πάψε πια να φωνάζεις
Λαθρέμπορος, λωποδύτης νταβατζής
Φωνητικές χορδές
Ο Αντρέας, ο Ηλίας, η Ανθή
Λαρύγγι ζώου λαρύγγι ανθρώπου
Αγιά Σοφιά στίφη βαρβαρικά
το υγρόν πυρ
ο Γέρος του Μοριά σκουλήκι.
Σε κάθε βήμα μου σκοντάφτω
Ζερβά θηρία του Βόρνεο
Δεξιά φλόγες στο Ναγκασάκι
Μπροστά φουγάρα στο Μπούχενβαλντ
Και πίσω το κελί του Μακρυγιάννη
Όμως με τον ερχομό της καινούριας μέρας, μόλις χτυπούσε ο ήλιος, η ζωή ξανάπαιρνε τα δικαιώματά της. Η ζωή με νικούσε. Με κατασπάραζε.
Τα πρόσωπα των παιδιών μου διαπερνούσαν
τη σκέψη μου. Θα ήταν για πάντα ορφανά
και ο πόνος θα κατοικούσε για πάντα στα όμορφα μάτια τους. Έδιωχνα με βία αυτή την εικόνα.
Ήλιε θα σε κοιτάξω στα μάτια,
έως ότου ξεραθεί η όρασή μου
να γεμίσει κρατήρες με σκόνη,
να γίνει Σελήνη δίχως διάστημα,
κίνηση, ρυθμό, χαμένος διάττων
εσβεσμένος από αιώνες
καταδικασμένος ν’ ακούει φωνές ανθρώπων
να ανασαίνει πτωμαΐνη λουλουδιών
ο Άνθρωπος πέθανε! Ζήτω ο Άνθρωπος!
Η οδοντοστοιχία του Ήλιου
με απειλεί, το κάγκελο του χρόνου
με προστατεύει
ο Γιάννης ο Ιάσων
ο Βύρων ο Τάκης ο Αλέκος
στα κατάρτια ψηλά υψώστε
τα λεμόνια τα πορτοκάλια υψώστε
τα πέδιλα στην άμμο,
φωνές κρέμα νιβέα
ιππόκαμπος πασιέντσες νεσκαφέ
σημαίες ακριβές από φτηνό ύφασμα κρατούν.
Ήμουν δυστυχής γιατί δε με σκότωναν αμέσως.
Τι θα μ’ έκαναν τώρα;
Το κεφάλι πονούσε. Το αίμα πονούσε.
‘Ωρα 2.3.4.5.6 το απόγιομα.
Μέσα στους παραδείσιους κήπους
του κρανίου μου
κίτρινος Ήλιος ταξιδεύει
στα φτερά του χρόνου
ακολουθούν πουλιά με ξύλινα φτερά
προπορεύονται άγγελοι με τζετ
μεγαλόπρεπη πορεία πάνω από μπανανιές
ευκαλύπτους και πεύκα που καλύπτουν
την αριστερή πλευρά του εγκεφάλου μου
στη δεξιά νύμφες και ουράνιες πόρνες
σκεπασμένες γιασεμιά, κόκκινες σαύρες
ακούν τους καταρράχτες που χάνονται
στις καταβόθρες του νωτιαίου μυελού μου
εκεί αρχίζει η Γη και τελειώνει το Σύμπαν.
Αιφνιδίως η πομπή ακινητοποιείται
ώρα έξι το απόγευμα, ώρα έξι ακριβώς
σταματά η πομπή, ο χρόνος, ο Ήλιος
μονάχα τα πουλιά ταξιδεύουν
χτυπούν τα ξύλινα φτερά
και τα τζετ, θρηνούν κι αυτά αγγελικά.
Όταν εσύ φωνάζεις
Εγώ κοιμάμαι
όταν εσύ πονάς
Εγώ χασμουριέμαι
όταν εσύ σφαδάζεις
Εγώ ξύνομαι
Σεπτέμβριος
Ημέρα δεκάτη έκτη
της Δημιουργίας
Διονύση!
Κλαίω, φωνάζω! Η καρδιά μου ξαλαφρώνει.
Ίσως να με σκέπτονται.
Κανένας δεν ξέρει πως βρίσκομαι εδώ.
«934.303, 934.303» φωνάζω.
Ίσως κάποιος ακούσει και τηλεφωνήσει «ο Μίκης ζει»
Γειά σου Ακρόπολη
Τουρκολίμανο, οδός Βουκουρεστίου
ο Πολικός σημαδεύει με φως
το σταθερό σημείο του κόσμου.
Αθήνα η πρώτη
στο βυθό των αιώνων με το γυαλί
σε βλέπουν οι ψαροντουφεκάδες.
Γαλέρες, γιωταχί, πορνεία κρυφά
η Γενική κέντρο του κόσμου.
Ο Πολικός γυρίζει σταθερά
το φουγάρο του μαγειρείου
σημαδεύει με καπνό
το σταθερό σημείο του Στερεώματος
η Πούλια, η Αφροδίτη
η Ντίνα, η Σούλα, η Εύη, η Ρηνιώ
πέντε εκατομμύρια έτη φωτός
σταθερή γραμμή διασχίζει
πέντε δισεκατομμύρια γαλαξίες
σε πέντε μέτρα, σε πέντε μέτρα
σε πέντε μόνο μέτρα
από το κελί μου.
Η Σίλβα αγαπούσε τον Πεπίνο ντι Κάπρι.
Στη Φιλοθέη ακούγαμε Μαρκόπουλο.
Το βράδυ περπατούσαμε προσεκτικά στο σκοτεινό κήπο κάτω από τις βερικοκιές.
Η Έλενα κρατούσε μια φυσαρμόνικα.
Επουράνιοι ποταμοί
υπόγειοι χείμαρροι
κατεβαίνουν παφλάζοντας
οδός ονείρων ομόνοια
Σίλβα
σίγμα γιώτα λάμδα
βήτα άλφα
Φιλοθέη Χαϊδάρι
τα νερά τους ξανθά
δυο στρώματα ξανθά
δυο στρώματα πράσινα
στη μέση εγώ κόκκινη ακρίδα
φτερά φυσαρμόνικες
ήχοι από νερό
σαύρες φεγγάρια
βουτούν βυθίζονται πνίγονται
κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα
Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα.
Πόσο μπορεί να με λυτρώσουν. Είμαι δημιουργός.
Νικώ το χρόνο και το θάνατο…
Ο χρόνος διαλύεται
μέσα στη στιγμή το ελάχιστο γίνεται
ο μέγιστος τύραννος
βασανίζει ανθισμένες πληγές
γεμάτες χαμόγελα και υποσχέσεις
για κάτι άλλο, αυτό το άλλο
είναι που ζούμε κάθε στιγμή
νομίζοντας ότι ζούμε το άλλο
όμως το άλλο δεν υπάρχει
είμαστε εμείς η Μοίρα μας
που μας λοξοκοιτάζει.
Σφίγγα που ξέχασε το αίνιγμα
δεν έχουμε τίποτα να λύσουμε
δεν υπάρχει διαφυγή από τον κύκλο
τον πύρινο κύκλο
του Ήλιου και του Θανάτου.
Όταν σταματήσει ο χρόνος
Το κελί μου γεμίζει μήνες
μήνες, μέρες,
ώρες, στιγμές
δέκατα δευτερολέπτων
δέκατα δευτερολέπτων
δέκατα δευτερολέπτων
ένα βήμα πριν από το χάος
υπάρχει χάος
ένα βήμα μετά το χάος
υπάρχει χάος
εγώ υπάρχω λίγο πριν, λίγο μετά
υπάρχω μέσα στο χάος
δεν υπάρχω
Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω
Ανατολικά-Δυτικά
ορδές αγίων, ορδές δαιμόνων
ορδές αγίων, ορδές στρατηγών.
είμαι ραδίκι σπαρμένο στον κρατήρα
αντίο Ήλιε, αντίο Ήλιε, αντίο Ήλιε
αντίο Φως
καληνύχτα
Στις 23/11/2008, το έργο «ο Ηλιος
και ο Χρόνος» παρουσιάστηκε με την Μαρία Φαραντούρη στην Εκκλησία του Πάθους, την Possionskirche, στο Βερολίνο, σε σκηνοθεσία¬ Gerd Hof.
Μίκης Θεοδωράκης. Τα Λαϊκά σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου.
Έτος Σύνθεσης 1968 Αθήνα.
Μαρία Δημητριάδου, Αντώνης Καλογιάννης.
Ηχογράφηση: Παρίσι 1971. Κυκλοφορία: 1974.
1. ΤΑ ΛΑΪΚΑ
Ποίηση: Μάνου Ελευθερίου
Σύνθεση: Μάρτιος του 1968, Αθήνα.
Ηχογραφήσεις: 1970, Γ. Καπερνάρος, Chranders.
1971. Παρίσι, Μαρία Δημητριάδου, Αντώνης Καλογιάννης, Polydor
1974, Μ. Μητσιάς. ΕΜΙ
1978, Arja SaiJonmaa, Metronome.
Τραγούδια:
ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΕΧΕΙ ΚΑΗΜΟ
ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ ΣΤΗ ΣΚΕΠΗ
Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ
Η ΠΟΡΤΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ
ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΠΟΤ ΞΑΝΑΡΧΙΖΕΙ
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟ
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΚΑΙΡΟ
ΤΟ ΨΩΜΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΟ
ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΦΕΥΓΕΙ ΣΤΙΣ ΟΧΤΩ
ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ
ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΝΩΡΙΣ
1. ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΕΧΕΙ ΚΑΗΜΟ
Το παλικάρι έχει καημό
κι εγώ στα μάτια το κοιτώ
και το κοιτώ και δε μιλώ
απόψε, απόψε που έχει τον καημό
Βδομάδα πάει χωρίς δουλειά
κι έξω χιονίζει και φυσά
χωρίς τσιγάρο και δουλειά
απόψε, απόψε μου σκίζει την καρδιά
Το παλικάρι έχει καημό
μα όταν κοιτάει τον ουρανό
τα μάτια του είναι δυο πουλιά
απόψε, απόψε το δάκρυ μου κυλά
2. ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ
Μια νυχτερίδα στη σκεπή
Φυλάει το σπιτικό μου
Μια νυχτερίδα στη σκεπή
Φυλάει το σπιτικό μου
Ποιος άραγε θα σου το πει
Να μάθεις τον καημό μου
Σου στέλνω χαιρετίσματα
Κι ο άνεμος τα παίρνει
Κι αν πέσουν και στα κύματα
Πίσω ξανά τα φέρνει
Μετρώ τις μέρες που περνούν
Κι αυτές που ήσουν κοντά μου
Μετρώ τις μέρες που περνούν
Κι αυτές που ήσουν κοντά μου
Μα βρίσκω ίδια πως πονούν
Τα μάτια κι η καρδιά μου
Σου στέλνω χαιρετίσματα
Κι ο άνεμος τα παίρνει
Κι αν πέσουν και στα κύματα
Πίσω ξανά τα φέρνει
3. Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ
Σ’ αυτή τη γειτονιά
και βράδυ και πρωί
περάσαμε και χάσαμε
ολόκληρη ζωή
Σ’ αυτή τη γειτονιά
μας πήραν οι καημοί
μας πήραν και μας πρόδωσαν
για μια μπουκιά ψωμί
Σ’ αυτή τη γειτονιά
μες στο μικρό στενό
χαθήκαμε και ζήσαμε
μακριά κι απ’ το Θεό
4. Η ΠΟΡΤΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ
Η πόρτα μου είναι ανοιχτή
Αν κάποτε γυρίσεις
Εκτός κι αν θες
να ξεχαστείς ωωω
Και να με λησμονήσεις
Έχω νερό για να πλυθείς
Κρεβάτι έχω στρωμένο
Κι όταν πλυθείς και χτενιστείς
Ξάπλωσε για να κοιμηθείς
Η πόρτα μου είναι ανοιχτή
Και τα παράθυρα μου
Μα πέρασε όλη μου η ζωή ωωω
Κι είν’ άδεια η καρδιά μου
Έχω νερό για να πλυθείς
Κρεβάτι έχω στρωμένο
Κι όταν πλυθείς και χτενιστείς
Ξάπλωσε για να κοιμηθείς
5. ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ
Κάθε πρωί, καταργούμε τα όνειρα,
χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια.
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο,
κάθε πρωί, χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους, φίλους, φίλους.
Οι νύχτες μεγαλώνουν,
μεγαλώνουν σαν αρμονικές,
ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά,
ασήμαντες απαρριθμήσεις.
Τίποτα, τίποτα.
Λέξεις μόνο για τους άλλους,
μα που τελειώνει η μοναξιά.
6. ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟ
Το σπίτι μου είναι μικρό
και δεν χωράει η αγάπη μου
πες μου που θα ‘ρθω να σε βρω
Το σπίτι μένει σκοτεινό
κι έχει τη νύχτα μοίρα του
και δε χωράει τον ουρανό
Ζωή μικρή, ζωή πικρή,
πληγή με το μαχαίρι
φτώχεια, φαρμάκι, δάκρυα,
χειμώνα καλοκαίρι
Τα παραθύρια είναι φωλιές
για τα πουλιά της άνοιξης
και για τις άδειες αγκαλιές
Κι είν’ η καρδιά μου μοναχή,
κι είναι το σπίτι που άφησες
σαν νύχτα με πολλή βροχή
7. Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Έχει η αγάπη τον καημό
Κι η ξενιτιά τον δρόμο
Ο στρατιώτης τ’ όπλο του ωωω
Κι ο δικαστής, κι ο δικαστής τον νόμο
Μα εγώ είμαι ξένος που περνά
Γι’ αυτούς που με ξεχάσανε
Κι αυτοί που με δικάσανε ωωω
Πίνουν το αίμα μου ξανά
Όπου έχει μαύρη την ψυχή
Έκει και το μαχαίρι
Κι όπου το φίδι καρτερεί
Εκεί είναι πε-, εκεί είναι περιστέρι
Μα εγώ είμαι ξένος που περνά
Γι’ αυτούς που με ξεχάσανε
Κι αυτοί που με δικάσανε ωωω
Πίνουν το αίμα μου ξανά
8. ΤΟ ΨΩΜΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΟ
Τον πρώτο χρόνο φάμπρικα
τον άλλον στα ψυγεία
χωρίς να θέλω βρέθηκα
μες στα μηχανουργεία
Μα το ψωμί μου είναι γλυκό
και το κρασί ζαλίζει
τώρα που έ
-τώρα που έμαθα κι εγώ
η ρόδα πως γυρίζει
Την πρώτη μέρα γέλασες
την άλλη μου μιλούσες
χωρίς να ξέρω έπαιρνα
το δρόμο που γυρνούσες
9. Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΔΥΣΚΟΛΟ ΚΑΙΡΟ
Σ’ αυτό τον δύσκολο καιρό
μπερδέυτηκα για να σε βρω
Χωρίς καμιά παρηγοριά
και με μιαν άρρωστη καρδιά
Χωρίς καμιά παρηγοριά
και με μιαν άρρωστη καρδιά
Πέρασα δρόμους και στενά
μα ήταν τα σπίτια σκοτεινά
Φαρμάκι το ψωμί πικρό
που ‘τρώγα μέχρι να σε βρω
Φαρμάκι το ψωμί πικρό
που ‘τρώγα μέχρι να σε βρω
Έχασα την μισή ζωή ωωω
κι είναι η ψυχή μου μια πληγή
Που πρέπει να σε ξαναβρώ
σ’ αυτό το δύσκολο καιρό
Που πρέπει να σε ξαναβρώ
σ’ αυτό το δύσκολο καιρό
Πέρασα δρόμους και στενά
μα ήταν τα σπίτια σκοτεινά
Φαρμάκι το ψωμί πικρό
που ‘τρώγα μέχρι να σε βρω
Φαρμάκι το ψωμί πικρό
που ‘τρώγα μέχρι να σε βρω
10. ΤΟ ΤΡΕΝΟ (ΦΕΥΓΕΙ ΣΤΙΣ ΟΚΤΩ)
Το τρένο φεύγει στις οχτώ
Ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δεν θα μείνει
Να μην θυμάσαι στις οχτώ
Να μην θυμάσαι στις οχτώ
Το τρένο για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δεν θα μείνει
Σε βρήκα πάλι ξαφνικά
Να πίνεις ούζο στου Λευτέρη
Νύχτα δεν θα ’ρθεις σ’ άλλα μέρη
Να ‘χεις δικά σου μυστικά
Να ‘χεις δικά σου μυστικά
Και να θυμάσαι ποιος τα ξέρει
Νύχτα δεν θα ’ρθεις σ’ άλλα μέρη
Το τρένο φεύγει στις οχτώ
Μα εσύ μονάχος έχεις μείνει
Σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη
Μες στην ομίχλη πέντε-οχτώ
Μες στην ομίχλη πέντε-οχτώ
Μαχαίρι στην καρδιά σου εγίνη
Σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη
11. ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ
Εδώ δεν είναι το Πασαλιμάνι
μήτε χαρά για ν’ ακουστεί
σα μια φωνή ο κόσμος σου με φτάνει
από παλιά κι αξέχαστη γιορτή.
Μου λες πως πέρασε ο καιρός
κι όλο πως έχει, πως έχει ο Θεός,
πως έχει και δε μας ξεχνάει
την κάθε πρώτη του μηνός.
Εδώ δεν έχει πόρτα να χτυπήσεις
μήτε κορίτσια να μιλάς
κι ο δρόμος που σε λίγο θα γνωρίσεις
θέλει κι αυτόν να τον παρακαλάς.
12. ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ
Ήρθαν τα βάσανα νωρίς
κι ούτε να κλάψεις δεν μπορείς
πρωί σε πνίγει ο καημός
και βράδυ η πίκρα καθενός
Φεύγουν οι μέρες κι ο καιρός
κι ο ουρανός είναι μικρός
για να χωρέσει τη φωτιά
το δάκρυ και την ξενιτιά
Μας παίρνουν το αίμα και το φως
μα την καρδιά να ξέρεις πως
όσο στο χώμα την πατάς
ύστερα πιό ψηλά πετάς
13. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Δεν είσαι συ το αίμα της φωτιάς
εσύ π’ ανοίγεις την πληγή
με το μαχαίρι την αυγή
Ο Ποιητής είναι παράθυρο ανοιχτό
στην εξουσία των καιρών
κι έχει τη μνήμη των νεκρών.
Μιλάει τη γλώσσα του Θεού
με τη φωνή του κεραυνού.
Μιλάει τη γλώσσα του Θεού
κι έχει τα μάτια του παντού.
Δεν είσαι εσύ αυτός που με κρατά
με δυο μαχαίρια σταυρωτά
κι έχει στους ώμους του πουλιά
Ο Ποιητής φοράει τον ήλιο στα μαλλιά
κι ανήκει χώρια καθενός
– θάλασσα είναι κι ουρανός.
14. Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ
Κάποτε θά ‘ρθει ένα πρωί
κι ο μαύρος καβαλάρης
κι αν ειν’ ο κουρνιαχτόςπολύς,
το σύννεφο να πάρεις.
Βάλε γαλάζια και χρυσά
και ντύσου στο μετάξι
κι αν είναι ήλιος θα ντραπεί
και το κακό θ’ αλλάξει.
Μ’ άν είναι νύχτα του φονιά
και νύχτα του Σαββάτου
σαν δαχτυλίδι τ’ όνομα
δώσε το του θανάτου.
15. ΣΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ ΤΗΝ ΑΥΛΗ
Στου πικραμένου την αυλή
βγαίνει ξερό χορτάρι
δεν έχει δέντρο και πουλί
τον πόνο του να πάρει.
Κι αυτά τα δάκρυα τα καυτά
δεν ξέρεις για που πάνε
για όσους θά ‘ρθουν ή γι’ αυτούς
που πίσω δεν γυρνάνε.
Μες στο παλιό το σπιτικό
που έχουν όλοι φύγει
ο θάνατος το μυστικό
σιγά-σιγά τυλίγει.
16. ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΠΗΡΕ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Όσους δεν πήρε η μοναξιά
τους έχει πάρει ο θάνατος
κι είχαν τα λόγια τους πουλιά
να κελαηδούν στην πόρτα μου.
Όσους δεν πήρε ο ποταμός
τους πρόδωσαν τα όνειρα
νύχτα τους πήρε και καπνός
και μας φιλούν στον ύπνο μας.
17. ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΙΣΣΑ
Πέρασαν τα χρόνια
σαν το σκοτεινό ποτάμι
πέρασες και συ μέσα στη ζωή μου
τώρα που κάθομαι
να λογαριάσω
πόσοι χαθήκαν
πόσοι μας άφησαν
και ποιοι σκορπίσανε
τώρα που κάθε μέρα λιγοστεύουν
εκείνοι που μας πόνεσαν
όσοι μας βρήκανε
στη νύχτα του θανάτου
εγώ σε ονομάζω καταφυγή μου,
Ευαγγελία Πίσσα.
18. ΤΩΡΑ ΚΡΥΨΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ
Μέσα στη μικρή καρδιά σου
πέρασε ο κουρνιαχτός
τώρα κρύψε τ’ όνομά σου
κι ειν’ ο δρόμος ανοιχτός
μόνο μέσα στα όνειρά σου.
Τώρα σε φυλάνε σκύλοι
και σε καρτερούν ληστές
δέντρα γίναν όλοι οι φίλοι
μπρος στις πόρτες τις κλειστές
άγρια χόρτα και τριφύλλι.
19. ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΙΑ
Είχε για στέγη το σπίτι από πουλιά
τον Αύγουστο
και τα πουλιά της νύχτας
θεμέλια τη θάλασσα και το νοτιά.
Τρεις νύχτες κάρφωναν,
τρεις μέρες έχτιζαν
την τέταρτη βραδιά
κάθισα στη μέση
κι άναψα τη λάμπα μου
την τέταρτη βραδιά
τέσσερα μαχαίρια
τέσσερα καρφιά
μέσα στην καρδιά μου.
20. ΓΕΝΕΘΛΙΑ
Μού ‘πες ποιο είναι τ’ όνομά σου
τον τόπο που έχεις γεννηθεί
για ποιον φυλάς τα δάκρυά σου
κι έχει από σένα πια χαθεί.
Μού ‘πες για λόγια και γι’ ανθρώπους
μα τέτοια θά ‘χεις ξαναπεί
κάθε φορά και σ’ άλλους τόπους
χωρίς αγάπη και ντροπή.
Μου διάβασες ξανά Σεφέρη
το ίδιο που έκανες και χτες
μα εμένα η καρδιά μου ξέρει
πως δεν μας σώζουν ποιητές.
Μου διάβασες και τον Ελύτη
κι ακούσαμε και μουσική
μού ‘δειξες το παλιό σου σπίτι
κι ό,τι κρυμμένο είχες εκεί.
Μου μίλησες με ξένες γλώσσες
μα να με πείσεις δεν μπορείς.
Εγώ μεγάλωσα με τόσες
τόσες πληγές, που συγχωρείς.
21. ΕΧΕΙΣ ΜΑΤΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Έχεις μάτια το φεγγάρι
κι είναι η νύχτα σπιτικό σου
μα από αυτά που μου ’χεις πάρει
τίποτα δεν είν’ δικό σου.
Έχεις δάκρυα την αγάπη
με φωτιά και με μαχαίρι
κι έχεις για κρασί φαρμάκι
και το χωρισμό στο χέρι.
22. ΚΛΑΨΕ ΣΤΑ ΓΟΝΑΤΑ ΜΟΥ
ΤΗΝ ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ
Τώρα θα γράψεις
κι εσύ για να με πείσεις
όσα θυμάσαι
κι ό,τι άκουσες πικρό.
Μα οι άλλοι έχουν
εφεδρείες αναμνήσεις
έχουν μαζί τους τον καιρό.
Κλάψε στα γόνατά μου
την ντροπή σου
θα του τρυπάω
το κεφάλι με καρφιά
θά ‘ναι τα χέρια μου
σπαθιά στην όρεξή σου
φίδια θα τρέχουν
μες στα μάτια τα κλειστά.
Δελτίο Τύπου – Ο Παγκόσμιος Μίκης Θεοδωράκης

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Οικουμενικού Έλληνα συνθέτη, μόλις κυκλοφόρησε
από τις εκδόσεις Άγκυρα το βιβλίο-άλμπουμ του δημοσιογράφου,
συγγραφέα και δημιουργού πολλών ντοκιμαντέρ Γιώργου Λογοθέτη με τίτλο:
Ο Παγκοσμίος Μίκης Θεοδωράκης
Η έκδοση δίνει έμφαση στην παγκόσμια διάσταση του έργου του Μίκη Θεοδωράκη.
Περιέχει πάνω από 150 φωτογραφίες καθώς και ηλεκτρονικές διευθύνσεις που παραπέμπουν σε πληροφορίες και πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό.
Ο Γιώργος Λογοθέτης υπήρξε στενός φίλος του μεγάλου συνθέτη και αυτό που προσπάθησε στο βιβλίο του είναι να καταγράψει εμπειρίες που έζησε μαζί του.
Εμπειρίες που αναδεικνύουν το μέγεθος της Δημιουργίας του, αλλά και τον απλό Έλληνα πολίτη που ήθελε να τον αποκαλούν με το μικρό του όνομα.
“Γεια σου Μίκη”! Μέρος του μεγαλείου του, όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, η επιθυμία του να είναι “ένας από το πλήθος”.
www.e-agyra.gr
Δελτίο Τύπου – Ο Παγκόσμιος Μίκης Θεοδωράκης
Ο Παγκοσμίος
Μίκης Θεοδωράκης
Προεδρείο:
Ιουλίτα Λαζαρίδου Ελμαλόγλου, μουσικολόγος.
Γιάννης Μεντζελόπουλος Καλλιτεχνικός Δ/ντής Ωδείου Χανίων & Δ/ντής Χορωδίας.
Μιχάλης Αεράκης Καλλιτεχνικός Δ/ντής Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κρήτης
Στο βήμα η Gail Holst-Warhaft
Το μπαλέτο «Ζορμπάς» παίχτηκε στο αρχαίο θέατρο της Βερόνας τον Αύγουστο του 1988. Ο Θεοδωράκης ένιωσε περήφανος, όταν το βράδυ της πρεμιέρας που θα διηύθυνε την ορχήστρα, είδε σε πανό να γράφεται το όνομά του δίπλα στους γίγαντες της ιταλικής όπερας. Μετά το θρίαμβο του μπαλέτου, και αφού είχε πιει δύο-τρία ποτηράκια κρασί, έδωσε μια υπόσχεση στο διευθυντή του φεστιβάλ: «Θα γράψω τρεις όπερες» είπε, «μια για το Βέρντι, μια για τον Πουτσίνι, και μια για το Μπελίνι.»
Για ένα συνθέτη που πλησίαζε τα εβδομήντα και που δεν είχε γράψει καμιά όπερα μέχρι τότε, η πιθανότητα να εκπληρωθεί η υπόσχεση φάνηκε στον Ιταλό ελάχιστη. Αλλά δεν επρόκειτο ούτε για ματαιόδοξη επιθυμία, ούτε για επαναστατική ενέργεια ενός ανθρώπου που μια ζωή γράφει μουσική για φωνή και για ορχήστρα, και που για σαράντα χρόνια εξακολουθεί να γράφει μουσική για θέατρο, για μπαλέτο και για κινηματογραφικές ταινίες.
Ανάμεσα στα 1984 και 1986 ο Θεοδωράκης είχε ήδη γράψει την όπερα «Κώστας Καρυωτάκης ή οι Μεταμορφώσεις του Διονύσου». Πρόκειται για ένα έργο που χαρακτηρίζεται ως «όπερα μπούφα» και βασίζεται στη ζωή και στο θάνατο του ποιητή. Ο Θεοδωράκης την εμπνεύστηκε από την αηδία που ένιωθε για τη σύγχρονη κυβερνητική πολιτική. Στον «Καρυωτάκη», στην πραγματικότητα, ο συνθέτης έβαλε μέσα σ’ ένα πλαίσιο πικρής σάτιρας λυρικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα είναι μια σκόπιμα γκροτέσκα, μαύρη κωμωδία, ένας μπρεχτικός εφιάλτης, από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει την κριτική και ο αυτόχειρας ποιητής θεωρεί τους πάντες υπεύθυνους όχι μόνο για το θάνατό του αλλά και για το θάνατο του έθνους του. Η όπερα «Κώστας Καρυωτάκης» είναι ένα σχόλιο του συνθέτη για τη δεκαετία του ’80. Πιστεύει ότι και αυτή η δεκαετία είναι άλλη μια περίοδος στιγματισμένη από την κατάχρηση της εξουσίας σε μια χώρα που στην ιστορική πορεία της έχει καταδυναστευτεί από ξένους και ντόπιους.
Η «όπερα» αυτή ήταν ένα θυμωμένο, χωρίς απόγνωση όμως, ξέσπασμα του συνθέτη. Ο υπότιτλος της όπερας δένει το έργο με μια άλλη σύνθεση, τον κύκλο τραγουδιών για λαϊκό τραγουδιστή, χορωδία και τη λαϊκή ορχήστρα «Διόνυσος», που παρουσιάστηκε το 1985 στο θέατρο «Ορφέας» στην Αθήνα. Ο Θεοδωράκης ονόμασε αυτόν τον κύκλο «σύγχρονο θρησκευτικό δράμα», τονίζοντας ότι ο σκοπός του ήταν να ξαναφέρει, όπως λέει, «στην μνήμη του λαού, αρχαίους και σύγχρονους μύθους, ελπίζοντας να τον βοηθήσω να δει μέσα από τα σύμβολα, την ουσία της ζωής του, που έχω την γνώμη ότι χάνεται όλο και πιο πολύ».
Η επιστροφή του θεού Διόνυσου δίνει μια συμβολική και μυθική διάσταση στη τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας. Μετά από χρόνια ξένης παρέμβασης, πολέμους και κατοχές η χώρα υποφέρει από την κατάχρηση εξουσίας και την οργιαστική κατανάλωση που μπορεί να νικήσει, φαίνεται, ακόμη και το Διόνυσο. Αλλά με τέτοιο θεό, ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει; Ο Διόνυσος, το σύμβολο του ελληνικού παρελθόντος, είναι που ενώνει το κοσμικό με το ιερό και αφήνει χώρο για ελπίδα. Στις όπερες που θα συνθέσει ο Θεοδωράκης την επόμενη δεκαετία, θα επιστρέψει στην πηγή έμπνευσής του, στο μυθικό και συμβολικό κόσμο της αρχαίας Ελλάδας και θα δημιουργήσει μια τριλογία τραγωδιών μ’ ένα νέο λυρισμό, ένα λυρισμό που υπερβαίνει την πικρία του παρελθόντος και καταφάσκει στη δύναμη της ανθρώπινης αγάπης και του έρωτα.
Ο Θεοδωράκης πιστεύει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το τραγικό. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό οφείλεται στην ιστορία της χώρας τους ή ακόμη στο ότι το έχουν στο αίμα τους που τους ευχαριστεί η ακραία έκφραση του πόνου στη λογοτεχνία. Εν πάση περιπτώσει, ο Θεοδωράκης πάντοτε ταυτιζόταν με τις τραγικές μορφές της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα με τις τρεις ηρωίδες που στέκονται μόνες και χωρίς φόβο στο κέντρο των λεγόμενων «λυρικών τραγωδιών»: Μήδεια, Ηλέκτρα και Αντιγόνη. Το πρόβλημα για το συνθέτη ήταν πώς να μετουσιώσει αυτή την ιδιαίτερη έλξη που ασκούσε πάνω του η τραγωδία σε μουσική μορφή. Η λύση ήταν, όπως έχει συμβεί με όλα σχεδόν τα έργα του, να βασιστεί στον ποιητικό λόγο, ώστε αυτός να του εξασφαλίσει τη μουσική έμπνευση. Ο συνθέτης ένιωθε ότι ο Ευριπίδης τον οδηγούσε πιο κοντά στον άνθρωπο και στην ανθρώπινη κοινωνία παρά ο Αισχύλος, ο οποίος έβλεπε τον άνθρωπο ως όργανο της θεϊκής θέλησης.
Ο σεβασμός του Θεοδωράκη για το κείμενο του Ευριπίδη τον οδήγησε όχι μόνο να ακολουθήσει το πρωτότυπο λέξη προς λέξη και στίχο προς στίχο, αλλά να δημιουργήσει μια μοναδική μελωδική γραμμή που αρχίζει με την πρώτη φράση της τροφού και τελειώνει με το τελευταίο χορικό. Δεν σημαίνει όμως ότι μια μόνο μελωδία κυριαρχεί στο έργο, αλλά η μελωδία, το μέλος, είναι το κυρίαρχο στοιχείο που θα επηρεάσει τις άπειρες αντιθέσεις και μεταβολές των χαρακτήρων. Όπως θα περίμενε κανείς, με τέτοια εμμονή στη μελωδία, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ρετσιτατίβο, ακόμη και οι πιο γρήγοροι διάλογοι τραγουδιούνται σε μια μελωδική μορφή.
Η εστίαση του συνθέτη στη μελωδία σημαίνει ότι κάθε μελωδική γραμμή είναι φορτωμένη με συμβολικό βάρος. Το εναρκτήριο θέμα της Μήδειας θυμίζει τη μουσική που έγραψε ο Θεοδωράκης για τη ταινία «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη. Δημιουργεί μια μελαγχολική, απειλητική ατμόσφαιρα που θα ανακαλείται σε κρίσιμες στιγμές της όπερας αλλά και στις δυο επόμενες των «λυρικών τραγωδιών» του. Τέτοιες οικείες μελωδίες και ρυθμοί αποδεικνύουν τη συνέχεια μεταξύ αρχαίας και σύγχρονης Ελλάδας υπογραμμίζοντας ότι αυτό το δράμα συμβαίνει σ’ ένα τόπο που κατοικείται ακόμα από Έλληνες.
Η Μήδεια είναι πρόσφυγας από τον Πόντο. Ο Ευριπίδης με το τέχνασμα της τροφού, που κάνει έκκληση ευθέως στους θεατές για συμπόνια, μας καλεί να καταλάβουμε την τρομερή θέση της Μήδειας ως ντροπιασμένης εξόριστης. Ο Θεοδωράκης αποδίδει αυτή την έκκληση για κατανόηση με μια μουσική γλώσσα που υπογραμμίζει ότι η Μήδεια δεν είναι εντελώς ξένη, αλλά πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. «Νιώθω πόνο στη καρδιά κι ήρθα να κλάψω… Να πω τα πάθη της κυράς μου σε ουρανό και γη» μας λέει η τροφός σε μια άρια που θα μπορούσε να ενορχηστρωθεί ξανά ως ένα μικρασιάτικο ρεμπέτικο τραγούδι.
Αντί για συμπόνια από τους Κορίνθιους η Μήδεια αντιμετωπίζει τον ίδιο εθνικισμό με τον οποίο οι Έλληνες υποδέχτηκαν τους πρόσφυγες το 1922. Όταν ο Ιάσονας διαλαλεί ότι πρέπει να είναι ευγνώμων που ζει τώρα στην Ελλάδα και ο χορός των ανδρών επαναλαμβάνει «ζεις στην Ελλάδα. Οι Έλληνες σε επαινούν», ενοχλούμαστε για το σωβινισμό τους. Ο χορός των γυναικών μας θυμίζει ότι αυτά είναι κούφια λόγια, λόγια που λέγονται πολύ καθυστερημένα προς αντίπαλο πιο ισχυρό από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις βλέπουμε πόσο υπολογίζει ο Θεοδωράκης στην ιδιότητα του ανδρικού χορού. Η ύπαρξη αντρικού και γυναικείου χορού επιτρέπει στο συνθέτη να τονίσει τη διαφορά μεταξύ της αρσενικής και θηλυκής στάσης απέναντι στη συμπεριφορά της Μήδειας. Ενώ οι άνδρες φοβούνται τη Μήδεια, οι γυναίκες, τουλάχιστον στην αρχή, είναι με το μέρος της.
Αντίθετα με τις ηρωίδες στις επόμενες όπερες – Ηλέκτρα και Αντιγόνη – η Μήδεια είναι μια άστατη γυναίκα, που βασανίζεται ανάμεσα στην επιθυμία της για εκδίκηση και στην αγάπη της για τα παιδιά της. Μουσικά οι διαθέσεις της αποκαλύπτονται με γρήγορες αλλαγές μελωδικής γραμμής, τέμπο και ρυθμού. Από την πρώτη της κιόλας εμφάνιση μοιάζει σαν μια δύναμη της φύσης, σαν ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.
Στη μουσική του Ιάσονα βρίσκουμε μια επινόηση του Θεοδωράκη που θα τη χρησιμοποιήσει σ’ όλη την τριλογία: τα χάλκινα όργανα θα γίνουν σύμβολο κοσμικής εξουσίας, εξουσίας που ωστόσο φοβάται τον αντίπαλο. Ο Ιάσονας δίνει τις διαταγές του με μουσική γρήγορη και εκρηκτική.
Οι γυναίκες του χορού καταγγέλλουν όχι μόνο τον Ιάσονα, αλλά και την τύχη των γυναικών. Η κορυφαία μας θυμίζει τι θυσίασε η Μήδεια αφήνοντας το πατρικό της σπίτι και ταξιδεύοντας με το μικρό σκάφος του Ιάσονα στην Ελλάδα. Η άριά τους έχει ένα απαλό, λικνιστικό ρυθμό που μιμείται την κίνηση του σκάφους του Ιάσονα, αλλά φτάνει σε δραματική κορύφωση, όταν ο χορός μαζί με την κορυφαία κάνουν μια επίθεση στην ελληνική ηθική, επίθεση που δεν αφήνει αδιάφορο το σύγχρονο ελληνικό κοινό. «Ω Ελλάδα! Ελλάδα δοξασμένη! Ποιος σέβεται σήμερα όρκους και τιμή; Στους ουρανούς πέταξαν και χάθηκε η ντροπή!»
Στη λογομαχία Ιάσονα – Μήδειας η Μήδεια θυμίζει τον άνδρα της ότι αυτή ήταν που τον έκανε ήρωα προδίδοντας και σκοτώνοντας τους συγγενείς της. Η τραγουδιστή απάντηση του Ιάσονα, που συνοδεύεται από συνεχή αρπίσματα, μας υπενθυμίζει ότι αυτός που μιλάει είναι ένας ναύτης που αντιλαμβάνεται τη φουρτούνα που δημιούργησαν τα λόγια της. Αλλά ο λόγος του, άλλοτε σωβινιστικός άλλοτε πραγματικός, καταφέρνει μόνο να μετατρέψει τη φουρτούνα σε κυκλώνα.
Όταν η Μήδεια πείθει τον Αιγέα να ορκισθεί μπροστά στους θεούς – στη Γη, στον Ήλιο, στο Δία, στον ‘Αδη και στη Μοίρα – ότι θα την προστατέψει, η μεγαλοπρεπής μελωδία του χορού διακόπτει την πράξη και ο ιερός χαρακτήρας της προσευχής ενισχύεται μουσικά. Η προσευχή στο τέλος της πρώτης πράξης ξαναπιάνεται από το χορό των γυναικών στη δεύτερη πράξη, που ζητούν τη βοήθεια του Ερμή να οδηγήσει τον Αιγέα με ασφάλεια στο παλάτι του. Η Μήδεια επίσης επικαλείται τους θεούς πριν ανακοινώσει τα τρομαχτικά της σχέδια. Από δω και πέρα η Μήδεια βρίσκεται στην επίθεση, αλλά ο θρίαμβός της είναι πιο πικρός από οποιαδήποτε αποτυχία.
Ανηλεής από τη μανία της ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της, ενώ ακούμε τη δυσοίωνη μουσική της αρχής της όπερας. Αλλά ξαφνικά αρχίζει μια εκπληκτική άρια. Η μελωδία βασίζεται σ’ ένα τραγούδι του Θεοδωράκη του 1969 με τίτλο «Ο χρησμός» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η γλυκιά και μελαγχολική μελωδία μεταμορφώνει τη γυναίκα, που μόλις σκότωσε δύο ανθρώπους με βάρβαρο τρόπο και ετοιμάζεται να σκοτώσει τα δικά της παιδιά, σε τρυφερή μητέρα.
Ένα χαρακτηριστικό της τραγωδίας, όπως παρατηρεί ο Θεοδωράκης, είναι ότι όλοι οι πρωταγωνιστές έχουν δίκιο από την πλευρά τους, μέχρι και ο Ιάσονας, που ο συνθέτης του χαρίζει την λυτρωτική του στιγμή. Η άρια που τραγουδάει, όταν μαθαίνει για το θάνατο των παιδιών του είναι ο θρήνος ενός ανθρώπου που έχει λυγίσει από την απελπισία. Οι ρόλοι ανατρέπονται. Ο πόνος δίνει στον Ιάσονα μια καινούργια αξιοπρέπεια, ενώ η Μήδεια γίνεται μια θριαμβεύουσα ξένη. Εδώ η ορχήστρα τονίζει, πετυχημένα αυτή την ανατροπή. Τα χάλκινα όργανα, σύμβολο ανδρικής εξουσίας, συνοδεύουν τώρα τη Μήδεια.
Στις τελευταίες στιγμές της όπερας η σύντομη άρια της Μήδειας, με την οποία δηλώνει το σκοπό της να θάψει τα παιδιά της μακριά από την Κόρινθο στο Ναό της Ήρας, είναι ακόμα μια ιερή στιγμή που ο συνθέτης μάς βοηθάει να καταλάβουμε το λειτουργικό χαρακτήρα της τραγωδίας και την πεποίθηση του Θεοδωράκη ότι όλοι έχουν δίκιο. Αν υπάρχει απόλυτο κακό, αυτό βρίσκεται στην κοσμική εξουσία και στην κατάχρησή της.
Είναι πολύ σημαντικό που ο Θεοδωράκης έχει διαλέξει αντί ήρωες ηρωίδες, που και οι τρεις στέκονται μόνες μπροστά στην εξουσία του κράτους. Όπως η Μήδεια έτσι και η Ηλέκτρα του Σοφοκλή είναι μια τραγωδία, στην οποία μια καταφανώς αδύναμη γυναίκα νικάει τις δυνάμεις που την καταπιέζουν. Και όπως η Μήδεια, έτσι και η Ηλέκτρα είναι το αδυσώπητο όργανο της εκδίκησης. Όπως εξηγεί ο συνθέτης, η Ηλέκτρα είναι η «Εκλεκτή» από τους Νόμους της Παγκόσμιας Αρμονίας. Ο χορός μας δίνει τα κλειδιά του χαρακτήρα της. Είναι πρώτ’ απ’ όλα μόνη. Συνέχεια θρηνεί τον πατέρα της, αλλά ταυτόχρονα καταφρονεί το θάνατο. Η μοίρα της μπορεί να είναι μαύρη αλλά στο τέλος θα δοξαστεί και θα θεωρηθεί σοφή και ενάρετη επειδή υποστήριξε τους νόμους της αρμονίας και της φύσης και σεβόταν το Δία.
Από την τριλογία, η Ηλέκτρα είναι μάλλον η πιο δραματική όπερα και η πιο δύσκολη. Πώς, τότε, εκπληρώνεται η ενόραση του συνθέτη και εκφράζει όχι μόνο ολόκληρη την κλίμακα των ανθρώπινων αισθημάτων, αλλά και αντιπροσωπεύει παράλληλα τους νόμους της αρμονίας και της φύσης; Σε ποια μουσική γλώσσα μιλάει ο συνθέτης, όταν απευθύνεται στον ακροατή της «κλασικής» όπερας;
Εδώ ο χορός παίζει σημαντικό ρόλο. Όπως στη Μήδεια έτσι και στην Ηλέκτρα γυναίκες και άνδρες τραγουδάνε ξεχωριστά. Στο πρώτο χορικό οι γυναίκες έχουν μια αιθέρια μελωδία σε 6/8 που ταιριάζει με την προσπάθειά τους να γαληνέψουν το άγριο πένθος της Ηλέκτρας. Σ’ ένα δραματικό πέρασμα μπαίνουν οι άνδρες και μιλάνε για το φόνο του Αγαμέμνονα, αλλά και εδώ οι σοπράνοι και τενόροι τραγουδάνε ομόφωνα, όπως και οι άλτοι και οι μπάσοι, για να μπορέσουμε ν’ ακούσουμε καθαρά τα λόγια τους.
Πριν ακόμα ακουστεί η φωνή της Ηλέκτρας αιθέρια μέσα από το παλάτι, οι Μυκήνες έχουν καθιερωθεί μουσικά ως ιερός τόπος. Στην αρχή της όπερας ο Ορέστης και η Ηλέκτρα προσεύχονται στους θεούς. Η μουσική του Θεοδωράκη τονίζει την κεντρική αντίθεση της όπερας μεταξύ της κοσμικής αρμονίας της φύσης και της ασυμφωνίας μέσα στο παλάτι.
Μετά από την προσευχή στο φως ακολουθεί μια προσευχή στους θεούς του Κάτω Κόσμου και στον Ερμή, που ενώνει τους δυο κόσμους. Ο χορός υποστηρίζει την Ηλέκτρα και η μουσική του όχι μόνο θυμίζει την αρχή της όπερας, αλλά μας βοηθάει να καταλάβουμε ότι και αυτός εμπλέκεται στο ιερό καθήκον να αποκαταστήσει την χαμένη αρμονία του παλατιού.
Ο ρόλος του αλλάζει στην επομένη σκηνή. Στη αρχή της διαμάχης των δυο αδελφών προσπαθεί να γαληνέψει την οργή τους, αλλά η μουσική γλώσσα δείχνει ότι οργίζεται με τους πρωταγωνιστές. Στη κορυφή της διαμάχης η Ηλέκτρα παρακαλεί την αδελφή της να πετάξει τις προσφορές της μητέρας της και να μην τις βάλει στον τάφο του πατέρα τους. Σ’ αυτό το σημείο έχουμε την πιο χαρακτηριστική μελωδική, ρυθμική ενορχήστρωση της όπερας. Πάνω σ’ ένα σχεδόν χορευτικό ρυθμό η Ηλέκτρα προφέρει τα σύμφωνα σαν πολυβόλο. Η έκρηξη τελειώνει, χαμηλώνει η ένταση, αλλά η θεϊκή γαλήνη δεν διαρκεί.
Στη αρχή της επομένης σκηνής («Αν δεν είμαι μάντισσα τρελή») ο Θεοδωράκης υπογραμμίζει το διπλό χαρακτήρα του χορού. Απ’ τη μια πλευρά αντιπροσωπεύει τις Μυκήνες, μια ματωμένη πόλη. Απ’ την άλλη πλευρά, λυρικά, ο χορός μας θυμίζει την ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Τώρα ο ρόλος του είναι να ετοιμάσει την είσοδο της Κλυταιμνήστρας. Η διαμάχη της Ηλέκτρας με την Κλυταιμνήστρα είναι η πιο αμείλικτη της τραγωδίας. Είναι γραμμένη στη μορφή ενός ιδιότυπου Βυζαντινού ρετσιτατίβου που χαρακτηρίζεται από τη χρήση σύμφωνων συγχορδιών. Αλλά και πάλι, όταν η βασίλισσα, ανίκανη να συνεχίσει τη στιχομυθία, ζητάει την άδεια να κάνει τις θυσίες στον τάφο, ο συνθέτης τής χαρίζει τη στιγμή της. Όταν απευθύνεται στους θεούς, ιδιαίτερα στον Απόλλωνα, η μουσική γίνεται η γέφυρα, ο μεσολαβητής με την Παγκόσμια Αρμονία και η άριά της μας μεταφέρει από το σκοτάδι στο φως.
Στην περίφημη σκηνή όπου ο παιδαγωγός εξιστορεί το θάνατο του Ορέστη, η μουσική μεταμορφώνει το φανταστικό ψέμα σ’ ένα μεθυστικό χορό. Εδώ η μουσική καταφέρνει κάτι που δεν μπορούν να κάνουν τα λόγια. Στη διάρκεια της αφήγησής του, ακούμε τα άλογα να καλπάζουν έξαλλα. Ο χορός θρηνεί τον Ορέστη μ’ έναν ύμνο που είναι ριζίτικο τραγούδι. Τουλάχιστον στην Ελλάδα ο ακροατής καταλαβαίνει τη σημασία ενός τέτοιου τραγουδιού.
Η δεύτερη πράξη αρχίζει, όπως και η πρώτη, με μια σκηνή την αυγή, όπου η σύγκριση μεταξύ της χαράς της Χρυσόθεμης και της απελπισίας της Ηλέκτρας δίνεται από το τονικό ύψος των φωνών τους, η μια σοπράνο, η δεύτερη μέτζο. Στην επόμενη σκηνή είναι ο Πυλάδης, και όχι ο Ορέστης που υπερέχει. Ο Ορέστης προσπαθεί να μείνει ουδέτερος, ενώ ο Πυλάδης τραγουδάει μια σχεδόν δημοτική μελωδία με την οποία φαίνεται να υπερνικά τον πόνο. Ο Ορέστης λυπάται την Ηλέκτρα και πείθει τον Πυλάδη να της δώσει την τεφροδόχο. Τώρα τραγουδάει η Ηλέκτρα μια λυρική μελωδία. Σε τέτοιες στιγμές φαίνεται καθαρά ο ιερός χαρακτήρας της όπερας. Από δω και πέρα η ένταση ανεβαίνει, αλλά παρά τη φριχτή αναπόφευκτη πράξη που θα γίνει, υπάρχει ένας λυρισμός που μας οδηγεί σ’ ένα ανώτερο κόσμο. ‘Αλλη μια παρόμοια στιγμή συνοδεύει την αναγνώριση του παιδαγωγού. Μουσικά, αυτή η δεύτερη αναγνώριση είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές της όπερας. Για λίγο η Ηλέκτρα εγκαταλείπει την οργή και το πένθος της. Ο Ορέστης τώρα προωθεί την πράξη, αλλά πριν συνεχίσουν, πρέπει να απευθύνουν στον Απόλλωνα μια προσευχή. Ο παραλληλισμός μεταξύ αυτής της σκηνής και της ιερής ατμόσφαιρας της αρχικής σκηνής υπογραμμίζεται με μια επιστροφή στο θέμα των Μυκηνών.
Ήδη ακούστηκε η μουσική γλώσσα της όπερας και όπως προχωρεί στο φοβερό τέλος και η Ηλέκτρα σαν σκύλα ουρλιάζει για εκδίκηση, αναγνωρίζουμε τους ρυθμούς και την ενορχήστρωση που συνδέονται με την ένταση, με τη μανία, αλλά και με τη φύση και την αρμονία του κόσμου. Για παράδειγμα τη στιγμή που ο Αίγισθος πλησιάζει το παλάτι, μετά από τη σφαγή της Κλυταιμνήστρας, ο Θεοδωράκης επικαλείται τη βασιλεία της φύσης και του ουρανού ως μια διαμαρτυρία για τις φριχτές πράξεις των ανθρώπων. Παρά τα θετικά λόγια του χορού, το τέλος του έργου είναι τόσο βίαιο που δεν μπορούμε εύκολα να πιστέψουμε ότι η Ηλέκτρα έχει κάνει «ένα βήμα προς τη λευτεριά». Και η μουσική, που καλπάζει άγρια μέχρι το τέλος, μας αφήνει με την εντύπωση ότι και ο συνθέτης απορεί.
Κανένας που δε γνωρίζει το λαϊκό έργο του Θεοδωράκη δεν θα συνδέσει την όπερα Αντιγόνη με το θεατρικό έργο του που στηρίζεται στον ίδιο μυθικό υλικό, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού δηλαδή, γραμμένο όταν οι πληγές του εμφύλιου ήταν ακόμα ανοιχτές. Για να τονιστεί πάλι ο παραλληλισμός με την σύγχρονη ελληνική ιστορία, ο συνθέτης έπρεπε να επεκτείνει την όπερα πέρα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή και να γράψει το δικό του λιμπρέτο, φτιάχνοντας ένα κολάζ από πέντε αρχαία έργα που αναφέρονται στον κύκλο της Θήβας. Χρειάζεται μια Ιοκάστη που σπαράσσεται ανάμεσα στους δυο γιους της και έναν Οιδίποδα ως σύμβολο αυτοκαταστροφής. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Θεοδωράκης μπόρεσε να τονίσει τον κυκλικό χαρακτήρα της ανθρώπινης σύγκρουσης και την αμηχανία των αθώων να παρέμβουν. Ο Ετεοκλής και ο Κρέοντας έχουν το ίδιο πάθος για εξουσία, ενώ ο Οιδίποδας και η Αντιγόνη καταφέρνουν να γίνουν κοινωνοί των «νόμων της παγκόσμιας αρμονίας».
Η προσωπική ερμηνεία του Θεοδωράκη για την Αντιγόνη του δίνει τη δυνατότητα να ενώσει τη μουσική με τη φιλοσοφική ενόρασή του για την αναπόφευκτη, παγκόσμια ανθρώπινη τραγωδία, αλλά και για την ιδιαίτερη τραγωδία της χώρας του. Δραματικά η όπερα πληρώνει το κόστος του ετερόκλητου χαρακτήρα του υλικού της. Η μακροσκελής άρια του Οιδίποδα στην αρχή της όπερας βαραίνει την πράξη πριν αρχίσει. Ως «alter ego» του συνθέτη ο Οιδίποδας επηρεάζεται από το νόμο της παγκόσμιας αρμονίας, κάτι που υπάρχει πέρα από τη μεταφυσική αναζήτηση και τον τελικό προορισμό του.
Η εμφάνιση του Ετεοκλή, ο διάλογός του με το χορό και οι προετοιμασίες για πόλεμο είναι στοιχεία από τους Επτά επί Θήβας. Η εισαγωγή του Οιδίποδα ως αφηγητή ανοίγει το δρόμο για την τρίτη σκηνή, που βασίζεται στις Φοίνισσες του Ευριπίδη με τις γρήγορες στιχομυθίες ανάμεσα στον Κορυφαίο, στον Κρέοντα και στην Αντιγόνη. Σ’ αυτό το έργο οφείλεται και η εμφάνιση της Ιοκάστης και η προσπάθειά της να συμφιλιώσει τους δυο αδελφούς. Η σύγκρουση σπαθιών και λόγων καταφέρνει να δημιουργήσει μια δραματική ένταση που φτάνει στην κορύφωσή της, όταν η Ιοκάστη τραγουδάει την καταπληκτική της άρια «Η πιο δύστυχη μητέρα». Οι πηγές αυτής της άριας είναι δυο τραγούδια γραμμένα το 1942 στην Τρίπολη σε μια τραυματική εποχή για το έθνος αλλά και αθώας εφηβείας. Αυτές οι μελωδίες ανακαλούνται σε στιγμές που τονίζουν την καθαρότητα της αγάπης της Ιοκάστης για τα παιδιά της και της Αντιγόνης για τον Αίμωνα.
Όπως στις προηγούμενες όπερες, ο χορός της Αντιγόνης τραγουδάει συχνά ομόφωνα ή σε δυο φωνές και η μουσική του είναι πιο απλή ώστε να λειτουργεί ως σχολιαστής που επικοινωνεί με τους ακροατές. Και όπως είδαμε στις άλλες όπερες, ο συνθέτης χρησιμοποιεί τριπλούς ρυθμούς ή ένα συνδυασμό 2 με 3 στα πιο δραματικά μέρη της πράξης.
Στην αρχή της δεύτερης σκηνής ακούμε ένα μελωδικό μοτίβο που θα κυριαρχήσει στην υπόλοιπη πράξη. Η σύγκρουση του Οιδίποδα με το χορό τονίζεται όχι μόνο από την ακατέργαστη μουσική, αλλά και από τη σύγκρουση ανδρικών φωνών. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στη σύγκρουση των δυο αδελφών, όπου ο γεμάτος αυτοπεποίθηση βαρύτονος Ετεοκλής διαφέρει φανερά από τον έντρομο τενόρο Πολυνείκη. Η αντίθεση των μελωδικών θεμάτων της πρώτης και δεύτερης πράξης υπογραμμίζει τη μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Όπου η πρώτη πράξη της Αντιγόνης συμπυκνώνει υλικό από διαφορετικές αρχαίες τραγωδίες σ’ ένα κολάζ που διακινδυνεύει την ενότητά της, η δεύτερη συνεπάγεται άλλη μια μορφή συμπύκνωσης, όπου το πρωτότυπο συγκεντρώνεται σε με μια μοναδική φράση, η οποία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά στα αρχαία και στα νεοελληνικά.. «Έρως ανίκατε μάχαν, δηλαδή έρωτα ανίκητε στη μάχη», ώσπου στο τέλος της όπερας γίνεται υπνωτική.
Αν η Ηλέκτρα είναι η πιο δραματική όπερα του Θεοδωράκη, ένα tour de force ρυθμικής έντασης και μεγάλων οπερατικών στιγμών, η τρίτη λυρική τραγωδία, η Αντιγόνη είναι η κατάλληλη επιλογή για τελευταίο έργο της τριλογίας. Το μπαλέτο Αντιγόνη ήταν η πρώτη διεθνής εντολή που πήρε ο συνθέτης και το έργο είναι κάτι που πάντοτε τον τραβούσε. Για το Θεοδωράκη η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει «ένα ολοκληρωμένο, κλειστό κύκλο ανθρώπινης τραγωδίας. Συμβολίζει το αιώνιο κακό, το επαναλαμβανόμενο δράμα που σαν κατάρα συνοδεύει το ανθρώπινο γένος: από τη μια πλευρά υπάρχουν οι θύτες, από την άλλη τα θύματα. Οι Θεοί του Κακού συμβολίζουν το βασικό ένστικτο της κυριαρχίας, της δίψας για δύναμη και εξουσία.»
Μια ολόκληρη πόλη καταστρέφεται από αυτό το ένστικτο, αλλά μέσα από τις στάχτες ξεπηδούν η Αντιγόνη και ο Αίμων, «τα δύο απαραίτητα θύματα της κοινωνίας που θα θυσιαστούν για να εξευμενίσουν το Κακό..» Έτσι δίνουν την ευκαιρία στο συνθέτη να τελειώσει την τριλογία του όχι απαισιόδοξα αλλά με θριαμβευτικό λυρισμό.
Ξέρω καλά ότι παρέλειψα από τη σημερινή εισήγησή μου την κωμική όπερα «Λυσιστράτη». Δεν ήταν μόνο για λόγους χρόνου, αλλά κυρίως επειδή μας οδηγεί σε πολύ διαφορετικό μουσικό και πνευματικό περιβάλλον. Η τριλογία βασισμένη σε αρχαίες τραγωδίες τελειώνει εύστοχα μ’ ένα έργο που έχει απασχολήσει το συνθέτη στη διάρκεια της καριέρας του, έργο που έχει ιδιαίτερη απήχηση όχι μόνο σε κείνον, αλλά και σε όλους τους Έλληνες που έζησαν την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Ο θρίαμβος της Αντιγόνης είναι ο θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος, του έρωτα, της μουσικής, του λυρισμού και του συνθέτη που έχει γίνει για τόσους ανθρώπους σε τόσες χώρες ζωντανό σύμβολο αυτού του θριάμβου.
Γκέιλ Χολστ-Βάρχαφτ (Gail Holst-Warhaft)
Γεννήθηκε στην Αυστραλία. Από τότε που επισκέφτηκε δύο φορές την Ελλάδα, το 1965 και το 1967, η Ελληνική μουσική και ο ελληνικός λαός τράβηξαν αμέσως το ενδιαφέρον της και έγινε ενεργό μέλος του Ελληνικού αντί-δικτατορικού κινήματος στο Sydney. Εκεί σπούδασε άρπα και έγινε δημοσιογράφος.
Το 1970 γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη στο Sydney. Θρυλική φιγούρα τότε, πρόσφατα αποφυλακισμένος, είχε γίνει διεθνές σύμβολο της αντίστασης κατά της δικτατορίας. Το 1974, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ο Θεοδωράκης την κάλεσε να παίξει μαζί του σε μια από τις πρώτες περιοδείες του στην Ελληνική περιφέρεια. Αργότερα εμφανίστηκε ξανά με τον Θεοδωράκη σε μια παραγωγή του Αριστοφανικού έργου «Ιππής» στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Η Χολστ-Βάρχαφτ εμφανίστηκε επίσης με άλλους Έλληνες συνθέτες κατά την δεκαετία του 1970, μεταξύ των οποίων ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Μαρίζα Κοχ.
Το 1975, η Χολστ-Βάρχαφτ γράφει το πρώτο της βιβλίο για την Ελληνική μουσική, Road to Rembetika: Music of a Greek Sub-culture, το οποίο έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά (Δρόμος για το ρεμπέτικο), Γερμανικά, Γαλλικά και Τούρκικα. Λίγο αργότερα, εκδίδει ένα βιβλίο για την μουσική του Θεοδωράκη, Theodorakis: Myth and Politics in Modern Greek Music (1980), το οποίο έχει επίσης μεταφραστεί στα Ελληνικά (Θεοδωράκης: Μύθος και πολιτική στη σύγχρονη ελληνική μουσική). Την δεκαετία του 1980, μετακομίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου σπουδάζει αρχαία Ελληνικά και ολοκληρώνει την διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο Cornell. Έκτοτε διδάσκει Ελληνικά και ελληνική λογοτεχνία (σύγχρονη και της αρχαίας Ελλάδας), και εργάζεται ως ανεξάρτητος συγγραφέας, μεταφράστρια και ποιήτρια. Μεταξύ των δημοσιευμένων μεταφράσεών της, είναι The Collected Poems of Nikos Kavadias, Achilles’ Fiancée (Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα) του ‘Αλκη Ζέη, Mauthausen του Ιακώβου Καμπανέλλη, και The Suppliants (Οι Ικέτιδες) του Αισχύλου. ‘Αλλα βιβλία της: Dangerous Voices: Women’s Laments and Greek Literature (1995), The Classical Moment (1999), The Cue for Passion: Grief and its Political Uses (2000), και I had Three Lives: Selected Poems of Mikis Theodorakis (2004). Η Χολστ-Βαρχαφτ πήρε το Ελληνικό Βραβείο Ποίησης το 2001. Η πρώτη της συλλογή ποιημάτων, Penelope’s Confession, εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το 1975.
Είναι μητέρα δύο παιδιών. Επίκουρος καθηγήτρια στο Τμήμα Συγκριτικής και Κλασσικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Cornell και Διευθύντρια της Μεσογειακής Πρωτοβουλίας στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών. Η σχέση της με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της. Συμμετείχε στην παραγωγή της όπερας Ηλέκτρα του Μίκη Θεοδωράκη στο Μέγαρο Carnegie το 2000, και έδωσε διαλέξεις για τη μουσική του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μετάφραση των ποιημάτων του στα αγγλικά (I had Three Lives) άνοιξε νέο κεφάλαιο στη σχέση της με τον συνθέτη, ένα κεφάλαιο που τη συνέδεσε μέσω της ποίησης αλλά και της μουσικής, με μια προσωπικότητα της οποίας η δημιουργική μεγαλοφυΐα και το αλύγιστο πνεύμα υπήρξαν σημαντικές πηγές έμπνευσης στη ζωή της.
ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.
Όπερα σε δύο πράξεις σε κείμενο του συνθέτη &
στίχους Κώστα Καρυωτάκη και Κώστα Βάρναλη.
Μεταφορά: Χριστίνα Δασκούλια.
Τα Πρόσωπα :
ΔΙΟΝΥΣΟΣ, μπάσος
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, κοντράλτο
ΠΟΙΗΤΗΣ, βαρύτονος
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, τενόρος
ΦΑΙΔΡΑ, σοπράνο
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΑΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, σοπράνο
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, βαρύτονος
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, τενόρος
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΛΑΟΣ.
ΕΠΟΧΕΣ : 1928 – 1942 – 1850 – 1948 – 1980
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Σκηνή 1
ΣΚΗΝΙΚΟ: Παραλία της Πρέβεζας στον Αμβρακικό. Αριστερά, η θάλασσα.
Στο κέντρο, η ακτή.
Δεξιά, ένας στενός, χωμάτινος, επαρχιακός δρόμος, πλάι στη θάλασσα.
Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ένα μικρό καφενείο. Ο «Ουράνιος Κήπος».
Στο πεζοδρόμιο μερικά σιδερένια τραπέζια με ψάθινες καρέκλες.
Μάντρες με μεγάλες πόρτες κρύβουν μερικά διώροφα σπίτια πίσω από φοίνικες, δέντρα, λουλούδια. Αριστερά από το δρόμο, σε μια μικρή λουρίδα γής, ένα τραπέζι και λίγες καρέκλες. Πάνω στο κύμα.
Στο βάθος δεξιά, μόλις διακρίνονται τα σπίτια της πόλης.
Η παραλία. Ίσως και κανένα βαπόρι.
Στο βάθος της θάλασσας, αριστερά, το ακρωτήρι του Άκτιου και στο κέντρο, η έξοδος προς το Ιόνιο. Ο ουρανός χάλκινος. Ουρανός του Ιουλίου από τις 5 το απόγευμα και μετά. Έχει λίγα σύννεφα λευκά, για να παίξει μαζί τους το φώς του ήλιου.
Είκοσι δευτερόλεπτα περίπου, πριν αρχίσει η μουσική, απόλυτο σκοτάδι. Πρέπει οι πρώτες νότες να παιχτούν μέσα σε νεκρική σιωπή.
Στο δεύτερο μέτρο, ανοίγει η αυλαία. Το σκηνικό σε ημίφως. Εξωπραγματικό. Και στο μέλλον θα υπάρχει αυτή η εναλλαγή : εξωπραγματικό – ρεαλιστικό.
Βγαίνει ο Διόνυσος από τα δεξιά.
Είναι ντυμένος με μακριά πορφυρή χλαμύδα. Και τραγουδά απευθυνόμενος προς το κοινό. Η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής έρχονται από το βάθος στο κέντρο της σκηνής. Οι φιγούρες τους πρέπει να συγχέονται με τις σκιές.
Η Ρωμιοσύνη φυσιολογική (δηλαδή, δεν είναι έγκυος).
Όσο τραγουδούν η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής, ο Διόνυσος υπάρχει και δεν υπάρχει.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Είμαι ο Διόνυσος. Σας χαιρετώ. Στη σκηνή μας αυτή θα
αναπαραστήσουμε για σας το εύθυμο δράμα του τέλους του Ποιητή. Ας περάσει
το πρώτο πρόσωπο.
(Μπαίνει η Ρωμιοσύνη)
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Ρωμιοσύνη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : να’ χω πεθάνει πριν από καιρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …πληγωμένη πικραμένη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …Η Ρωμιοσύνη ορφανή.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ήρθε στον Αμβρακικό να συναντήσει…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …τον Ποιητή…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …που με μια σφαίρα στην καρδιά…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …ήλιους εκτυφλωτικούς…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …εσκόρπισε μες στα σκοτάδια.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το δράμα αυτό…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …σε λίγο θα ξετυλιχτεί μπροστά σας.
(Μπαίνει ο Ποιητής.Ο Ποιητής εμφανίζεται από τα βάθος. Προχωρεί αργά προς το κοινό καθώς τραγουδά. Ντυμένος σε στυλ 1928. Κουστούμι. Γραβάτα. Ψαθάκι. Ο Διόνυσος χάνεται.)
ΠΟΙΗΤΗΣ : Δέντρα μου, δέντρα μου,
δέντρα μου ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία,
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.
Δέντρα μου, δέντρα μου, δέντρα.
Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.
Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου, να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στην πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.
( Εμφανίζεται διακριτικά ο Διόνυσος. Ο Ποιητής κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα, πλάι στην ακτή. Βγάζει το περίστροφο και το ακουμπά προσεκτικά πάνω στο τραπέζι. Μπαίνει ο Δημοσιογράφος από το κέντρο της σκηνής. Είναι ντυμένος σύγχρονα. Καλοκαιρινά. Φορά μαύρα γυαλιά ήλιου και ασχολείται συνεχώς με το κασετόφωνο. Καθώς πλησιάζει με γρήγορα βήματα τον Ποιητή, το φως γίνεται εκτυφλωτικό. Τα πράγματα παίρνουν τη ρεαλιστική τους όψη.)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μπαίνει ο Δημοσιογράφος της RET.
(και πάλι εξαφανίζεται)
Σκηνή 2
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Καλημέρα σας κύριε Καρυωτάκη. Σας βλέπω να
κουβεντιάζετε με τα δέντρα.
ΠΟΙΗΤΗΣ : (σαν να μιλά στον εαυτό του) : Μόνο η ψυχή μου αυτοκτονεί. Μικρές
αυτοκτονίες καθημερινές.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Τι σύμπτωσις. Η εκπομπή μου ονομάζεται «Τα Καθημερινά».
ΠΟΙΗΤΗΣ : Η ζωή μου κρέμεται από μια κλωστή…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (κάνει πηδήματα γύρω από τον Ποιητή) : Αυτό ακριβώς με
φέρνει κοντά σας. Μιλήστε μου για την αυτοκτονία σας. Οι ακροατές αδημονούν
ν’ ακούσουν λεπτομέρειες…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Το φως χάνεται…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (δοκιμάζει το μικρόφωνο) : Ένα, δύο, τρία… Αγαπητοί μου
ακροατές, σε απευθείας μετάδοση η ιστορική αυτοκτονία. (Προς τον Ποιητή)
Ομιλείτε, είσθε εις τον αέρα (του βάζει το μικρόφωνο μπροστά στο στόμα).
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τι να πω;
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Πως αισθάνεσθε. Τι νιώθετε λίγα λεπτά πριν απ’ τον θάνατο…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Θα πιείτε καφέ;
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Υπέροχο! Μου παραγγέλνει καφέ πριν απ’ το τέλος!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ποιο το τέλος και ποια η αρχή; Το τίποτα γεννά το τίποτα…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ποιο είναι το τίποτα;
ΠΟΙΗΤΗΣ : (σηκώνεται) : Η Επαρχία. Η Πρέβεζα. Η Νομαρχία… Ο Άλλος! Αυτά τα
λευκά χαρτιά… Ο λευκός θάνατος…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (μιλά στο μικρόφωνο) : Αγαπητοί μου ακροατές. Στη συνέχεια του προγράμματός μας, το ποίημα του αυτόχειρος για τους δημοσίους υπαλλήλους αφιερωμένο εξαιρετικά στη Νίτσα, τη Στέλλα και το στρατιώτη
Μήτσο Βελούδη από την Κόνιτσα.
Σκηνή 3
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (Προς το κοινό) : Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.
ΠΟΙΗΤΗΣ : (Το βλέμμα ανάμεσα στο κοινό, τον Αμβρακικό και τον ορίζοντα) :
Αυτή την ώρα η Σελήνη δεν με βλέπει…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.
ΠΟΙΗΤΗΣ : …αυτή μονάχα μαντεύει το χάος που βλέπω να με τυλίγει.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνου
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τώρα πεθαίνουν οι Θεοί, πεθαίνουν οι σκέψεις σα φύλλα ξερά.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : «Συν τη παρούση αλληλογραφία
ΠΟΙΗΤΗΣ : Κι εγώ πρέπει το μυστικό μου….
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
ΠΟΙΗΤΗΣ : …να πάρω μαζί μου. Ίσως σε λίγο να είμαι κοντά σου Σελήνη.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Και μοναχά η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.
ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς το κοινό) : Σ’ αυτή τη χώρα του Διονύσου Τιτάνες και πόρνες
Λερναίες Ύδρες και Εφιάλτες θα κυβερνούν…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Παίρνουν κάστανα,
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ο Ποιητής…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : σκέπτονται τους νόμους,
ΠΟΙΗΤΗΣ : …καταραμένος…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : σκέπτονται το συνάλλαγμα,
ΠΟΙΗΤΗΣ : …εξόριστος
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : τους ώμους σηκώνοντας
ΠΟΙΗΤΗΣ : θα’ ναι για πάντα…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : οι υπάλληλοι οι καημένοι.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Γι’ αυτό κι εγώ θα σ’ ανταμώσω, Αμβρακικέ, φίλε πιστέ…
(Ξαναβγαίνει ο Διόνυσος. Τραγουδά προς τον Ποιητή που κάθεται στην καρέκλα και βυθίζεται στον εαυτό του. Το φώς χαμηλώνει. Δημοσιογράφος και Ποιητής μπερδεύονται με τις σκιές.)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Κάνε τον πόνο σου άρπα. Και γίνε σαν αηδόνι, και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι, κάνε τον πόνο σου άρπα και πέ τονε τραγούδι.
(Η Φαίδρα βγαίνει μέσα από το σκοτάδι. Φορά λεπτό ποδήρη χιτώνα. Έρχεται από το βάθος, υπνωτισμένη, χαμένη αλλά ήρεμη. Στέκεται στο κέντρο με μέτωπο προς το κοινό. Ο Διόνυσος «διαλύεται» διακριτικά.)
Σκηνή 4
ΦΑΙΔΡΑ : Για τη ζωή σου μου’ λεγες,
για το χαμό της νιότης,
για την αγάπη μας που κλαίει
τον ίδιο θάνατό της,
κι ενώ μια ογρή στα μάτια σου
περνούσε αναλαμπή,
ήλιος φαιδρός απ’ τ’ ανοιχτό
παράθυρο είχε μπεί.
(Το φώς ξανάρχεται. Η Φαίδρα βλέπει τον ποιητή που εξακολουθεί να κοιτάζει ακίνητος τη θάλασσα, σα να κοιμάται. Τον πλησιάζει.)
ΦΑΙΔΡΑ : Ο Ποιητής είναι βυθισμένος σε παράξενες οπτασίες. Εγώ όμως τον
αγαπώ… Ίσως η αγάπη μου θα τον θεραπεύσει.
(Πλησιάζει ακόμα πιο πολύ τον Ποιητή και στέκεται ακίνητη από πάνω του. Βλέποντας ο Δημοσιογράφος αυτό το ερωτικό πλησίασμα τρίβει τα χέρια με επαγγελματική ευχαρίστηση. Πλησιάζει.)
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ένα ερωτικό ρεπορτάζ σίγουρα θα μαλακώσει την ψυχή του.
Όμως για τις τηλεοράσεις του μέλλοντος είδηση είναι μόνο
αυτοκτονία.
ΦΑΙΔΡΑ : (Ενεργοποιείται. Κάνει κύκλους γύρω από τον Ποιητή για να κινήσει την
προσοχή του) : Τον Ποιητή, η Φαίδρα καλεί!
ΠΟΙΗΤΗΣ : (Συνέρχεται από το λήθαργο και συνειδητοποιεί την πραγματικότητα.
Βλέπει τη θάλασσα, τον Δημοσιογράφο, το πιστολί. Τέλος το βλέμμα του
σταματά πάνω στη Φαίδρα. Ευχάριστη έκπληξη! Όμως το φώς το ήλιου τον
τυφλώνει. Δε διακρίνει καλά, και βάζει το χέρι του μπροστά για να κάνει σκιά.
Είναι πάντα καθισμένος.) : Ώ, Γλυκιά Φαίδρα, που είσαι;
Σκηνή 5
ΦΑΙΔΡΑ : (Με μικρές κινήσεις, για να μπορέσει να την δει) : Εδώ, δίπλα σου! Δε με
βλέπεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ : (σαν να διακρίνει επιτέλους κάτι) : Είσαι μόνη;
ΦΑΙΔΡΑ : Περίπου…Με συνοδεύουν τα μέσα της μαζικής ενημέρωσης!
ΠΟΙΗΤΗΣ : (σηκώνεται) : Αχ! Σκοτάδια προαιώνια.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (Τον πλησιάζει με ενδιαφέρον) : Τι άλλο βλέπετε, κύριε
Καρυωτάκη;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Βλέπω το Χορό του Ζαλόγγου να τον χορεύω με τα ψάρια… (προς το
κοινό)
Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.
(Από τη δεξιά πλευρά μπαίνει τρέχοντας η Ρωμιοσύνη. Φορά σύγχρονα ρούχα και είναι έγκυος, τουλάχιστον οχτώ μηνών. Κρατά την κοιλιά της. Πίσω της έρχεται ο Πουνέντες, υφυπουργός ντυμένος άψογα με την τελευταία λέξη της μόδας. Ο Δημοσιογράφος μένει έκπληκτος. Δεν περίμενε τέτοια συνάντηση. Ο Ποιητής και η Φαίδρα υποχωρούν αμήχανα.)
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ο Κύριος Υφυπουργός!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : (κρατώντας την κοιλιά της) : Από την πολλή τρεχάλα θα μου πέσει
το παιδί.
ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τη Ρωμιοσύνη. Κάνει πως δεν την ξέρει, θυμωμένος γιατί τη
βλέπει έγκυο και κυνηγημένη…) : Σας γνωρίζω κυρία; Καθίστε!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : (Με τραυματισμένο τον εγωισμό της) : Ονομάζομαι Ρωμιοσύνη! Κι
αυτός ο τύπος με κυνηγά.
ΠΟΙΗΤΗΣ : (Δεν ανέχεται η αγαπημένη του να είναι σ’ αυτό το χάλι) : Ρωμιοσύνη!
(Βάζει το περίστροφο στον κρόταφο.)
ΦΑΙΔΡΑ : (που ζηλεύει, υποφέρει και ανησυχεί) : Μη! Τι πας να κάνεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τη Ρωμιοσύνη) : Άπιστη! Με ποιόν με απάτησες;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σας ορκίζομαι κύριε Καρυωτάκη. Ούτε που μ’ άγγιξε!
ΦΑΙΔΡΑ : (ειρωνικά) : Ανεμογκάστρι!
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : (Μπαίνει μπροστά με τον αέρα της εξουσίας) : Ονομάζομαι κύριος
Πουνέντες! Υφυπουργός. Εσείς ποιος είστε;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Υπάλληλος της Νομαρχίας. Τι ζητάτε;
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Από τα οράματα μας δραπέτευσε η Ρωμιοσύνη και κατ’ εντολή του
Σιρόκου την κυνηγώ.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μα η Κυρία είναι δική μου!
ΦΑΙΔΡΑ : (που ζηλεύει) : Κώστα, τι λές;
ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τον Πουνέντε) : Φύγετε Κύριε! Πρίν να είναι αργά! (Τον
σημαδεύει με το περίστροφο)
ΦΑΙΔΡΑ : Δεν αξίζει ο κόπος! Άλλωστε σε λίγο θα μας συναντήσει ο Διόνυσος.
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Αυτός, ποτέ!
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Μα δε θα μεταδοθεί στην RET second;
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Όχι! Είναι εκτός κλίματος. Άλλωστε προξενεί αλλεργία στο Λαό!
ΠΟΙΗΤΗΣ : RET second; Τι είναι αυτό;
ΦΑΙΔΡΑ : Ο Σταθμός της Αλλαγής!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τι είναι Αλλαγή;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όραμα!
ΦΑΙΔΡΑ : Θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Φάρμακον;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Λέξις.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Και ποιοι την τρώγουν;
ΦΑΙΔΡΑ και ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Οι Έλληνες!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Λεξιφάγοι;
ΦΑΙΔΡΑ και ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Αεροφάγοι!
ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τη Ρωμιοσύνη) : Αυτός σε κατέστησε έγκυο, Ρωμιοσύνη;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Με τι;
ΦΑΙΔΡΑ : Ερώτηση!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τι ξηρασία Θεέ μου προβλέπεται για το μέλλον… Και τι στειρότης…
Πως φούσκωσες έτσι;
Σκηνή 6
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Ένας ποιητής δεν θα μπορέσει να συλλάβει ποτέ την δύναμιν των
οραμάτων!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μεσ’ από τους στίχους μου ανασταίνω το μέλλον. Το χτές του ποιητή
είναι το αύριο του κόσμου.
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Αν έχεις δύναμη, ζήσε το μέλλον να δεις τη μοναξιά σου.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Θέλεις να καλέσω το μέλλον;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Μην το κάνεις. Θα σε πληγώσει.
ΦΑΙΔΡΑ : Κοίταξέ με. Εγώ μέσα απ’ τους αιώνες ήρθα να σε βρω σαν «αύριο».
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Τόλμησε να δεις το είδωλό σου μέσα στους ανθρώπους.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : «Όταν βλέπω ανθρώπους, πέφτω πρηνής…»
ΠΟΙΗΤΗΣ : Καλώ τα λάβαρα της ποίησης, τις σημαίες του λυρισμού, τα εξαπτέρυγα
της θείας μέθης.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τα άγια των αγίων καλείς, τις πληγές του κόσμου, τον πόνο του
ανθρώπου.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Γιατί;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τότε μόνο ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Παίρνεις το ρίσκο; Οι
πύργοι και τα παλάτια του ονείρου, σκιές σκιών είναι.
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Τόλμησε αν μπορείς!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Με ποιο τίμημα;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Το θάνατό σου!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Και η αγάπη;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και την αγάπη φυσικά, είναι το μόνο που τους έχει απομείνει.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Είμαι έτοιμος.
Σκηνή 7
(Μπαίνουν κρατούμενοι άνδρες-γυναίκες-Εβραίοι;- με παιδιά στην αγκαλιά, όπως γινότανε μ’ αυτούς που μεταφέρανε γερμανικά στρατόπεδα. Γύρω τους φρουροί-στρατιώτες Ες-Ες.)
ΛΑΟΣ : Πρωί-πρωί χτύπησαν την πόρτα στο σπίτι. Μας δώσαν διορία μισή ώρα. Για
ταξίδι μακρινό ετοιμασθείτε, μας είπαν. Μπορεί να πάρετε μονάχα ένα δέμα.
Εκεί που πάτε θα τα έχετε όλα. Τροφή, ρούχα, κατοικία, εργασία, καθαριότητα.
Τώρα μας πηγαίνουν να κάνουμε ντούς. Πολύ το θέλω αυτό το ντους, θα με ανακουφίσει.
(Οι στρατιώτες σφυρίζουν)
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Καθίστε κάτω. Στάσις δέκα λεπτά.
(Κάθονται)
ΠΟΙΗΤΗΣ : Αδελφοί μου, είμαι ο Ποιητής!
(Ο λαός κινείται με αμηχανία και φόβο. Μερικοί σηκώνονται.)
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μη φοβάστε τους φρουρούς. Δε με βλέπουν. Είμαι πνεύμα. Ζω πριν από
σας. Ταξίδεψα στον χρόνο να σας συναντήσω και να σας βοηθήσω.
(Τώρα είναι όλοι όρθιοι.)
ΛΑΟΣ : Τι μπορεί να κάνεις εσύ για μας;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μπορώ λόγου χάρη να προβλέψω το μέλλον.
ΛΑΟΣ : Κι αυτό σε τι θα μας βοηθήσει;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Η γνώση μήπως δε βοηθά;
ΛΑΟΣ : Στη δική μας θέση σε τι θα μας βοηθήσει;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Γνωρίζετε τι σας περιμένει;
ΛΑΟΣ : Σε λίγο θα κάνουμε ντούς. Αυτό μόνο ξέρουμε, προς το παρόν.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ποιοι σας έχουνε συλλάβει; Και γιατί;
ΛΑΟΣ : Γνωρίζεις το μέλλον και δεν ξέρεις το παρόν;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μα τι έχετε κάνει;
ΛΑΟΣ : Αυτά που βλέπεις. Οικογένεια, παιδιά. Είμαστε άνθρωποι ήσυχοι.
Κοιτάζουμε το σπίτι και τη δουλειά μας.
Σκηνή 8
ΕΝΑΣ : Θα μας πάνε σε στρατόπεδο.
ΛΑΟΣ : Ψέματα. Διαδόσεις.
ΑΛΛΟΣ : Θα μας εξοντώσουν.
ΛΑΟΣ : Πέμπτη φάλαγγα. Είσαι Πέμπτη φάλαγγα.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ : Θα σκοτώσουν τα παιδιά μας.
ΑΝΔΡΕΣ : Είναι ψέματα. Θέλουν να μας σπάσουν τα νεύρα.
ΑΛΛΟΣ : Θα μας δώσουν χτήματα στα ανατολικά εδάφη. Θα ξεκινήσουμε απ’ την
αρχή μια καινούρια ζωή.
ΟΛΟΙ (στον ποιητή) : Εσύ τι λές; Τι ξέρεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Σας βλέπω ανάμεσα σε καταπράσινα λιβάδια να ξαναχτίζετε τους
κήπους της Εδέμ.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Τους λες την αλήθεια Ποιητή;
ΛΑΟΣ : (σηκώνονται χαρούμενοι) : Ευλογημένος να’ σαι. Εσύ κι η γενιά σου!
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Πες τους για το ντους, αν τολμάς…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ακούω τρεχούμενα νερά να σας δροσίζουν!
ΛΑΟΣ : Το ντους! Το ντους! Ευλογημένος να’ σαι. Τώρα σε πιστεύω και σε
προσκυνώ. (Γονατίζουν μπροστά του.)
ΠΟΙΗΤΗΣ : Είστε το μέλλον του κόσμου. Σε λίγο θα είστε πιο καθαροί κι απ’ τα
σύννεφα. Πιο ελεύθεροι κι απ’ τον αέρα.
ΛΑΟΣ : Και πως τον λένε τον τόπο που μας πάνε;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ουτοπία!
ΛΑΟΣ : Ουτοπία! Ουτοπία! Έχει κυβέρνηση, άρχοντα, βασιλιά, κυβερνήτη;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τον Ποιητή!
ΛΑΟΣ : Είναι καλός; Τον ξέρεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Όνειρο ονείρου! Σκιά σκιάς!
ΛΑΟΣ : Τον αγαπώ…Νιώθω ότι μαζί του θα είμαι ευτυχισμένος. Νομοταγής και
εργατικός.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Θα χτίσετε ένα νέο κόσμο. Μια καινούρια πατρίδα.
ΛΑΟΣ : Την Ουτοπία!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Την Ουτοπία.
ΛΑΟΣ : Πως λέγεσαι, ξένε;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ψεύτης!
ΛΑΟΣ : Όνομα ευγενικό! Σε προσκυνώ!
(Οι φρουροί σφυρίζουν)
ΛΑΟΣ : Σ’ ευχαριστούμε κύριε Ψεύτη. Μας τα είπες καλά. Σε λίγο στο ντους θα
θυμόμαστε τα λόγια σου τα σοφά. Κι η ψυχή μας σε σε θα πετά.
(Βγαίνουν. Ο Ποιητής σκεπάζει με το χέρι του το πρόσωπο.)
Σκηνή 9
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : (προς το κοινό. Συγχρόνως και οι άλλοι σχηματίζουν γύρω της ημικύκλιο. Το φως χαμηλώνει.) : Τώρα μακραίνουνε πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.
Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Πόσο τ’ ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ’ όνειρό μου:
Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ’ άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος μου απόμεινα
κι έρημος πάω.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΟΛΟΙ : Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ήλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ’ αστέρια.
Είναι και ανάμεσα
σ’ όλα η Αγάπη:
στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.
Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια…
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Σκηνή 1
(Στα μέσα του περασμένου αιώνα, 1850. Τοπίο στην ορεινή Ελλάδα. Σε μια πλαγιά του βουνού πρέπει να υπάρχει μια σπηλιά. Δέντρα, θάμνοι, καλύβες από σβουνιές. Ένα μονοπάτι. Εποχή μάλλον φθινόπωρο, για να δικαιολογήσει τα κοστούμια των στρατιωτών, χωρικών κ.τ.λ. Μπαίνει ο Διόνυσος πηδώντας και χορεύοντας. Είναι ντυμένος με κοντή χλαμύδα ξεσχισμένη. Είναι στολισμένος με φύλλα αμπέλου και όλα τα σχετικά.)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μα την κνήμη του Δία που με φιλοξένησε! Και μα την κοιλιά της
μάνας μου της Σεμέλης! Και της Περσεφόνης τα σανδάλια που με οδήγησαν στο
βασιλιά των Ορχομενών! Και μα τις νύμφες που με νανούριζαν στον Ελικώνα! Και
μα την θείαν Άμπελον! Ποτέ, Ποιητή, δε βρέθηκα σε τέτοιο χάλι! Ούτε όταν με
κομμάτιαζαν οι Τιτάνες! Αιώνες τώρα βαδίζω μόνος. Συντροφιά μου, παλιά
σκουριασμένα όνειρα. Γύρω μου γη καμένη. Που πήγαν οι Έλληνες; Γυρεύω τη
Θήβα να προσκυνήσω τους τάφους των προγόνων μου και πέφτω πάνω στον
Όθωνα. «Την Ελλάδα τώρα την κατοικούν Βαυαροί», μου λέει. Ήρθα εδώ, να
κρυφτώ και να σκεφτώ.
Σκηνή 2
(Ακούγεται πρώτα η μουσική. Μπαίνουν στρατιώτες ντυμένοι άλλοι ευρωπαϊκά, άλλοι με φουστανέλες κι άλλοι ανάμικτα. Ακολουθούν Καραγκούνες που κρατούν στους ώμους δύο θρόνους, όπου κάθονται ο Όθων και η Αμαλία. Ίσως σε μια στιγμή να τους ακουμπήσουν στο χώμα. Γύρω από τις χωριάτισσες, οι αυλικοί και οι κυρίες της Αυλής ντυμένοι ευρωπαϊκά. Ο Αξιωματικός με τη στολή της εποχής : φουστανέλα.)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δε μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε : «Κύρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».
Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σαν να’ λεγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».
Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους κι ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.
Σκηνή 3
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Μαρξιστές Λενινιστές στη Σιβηρία! Εδώ Οθωνική ελευθερία! Η
Ελλάδα ανήκει στον Ελευθερωτή! Αρματωλοί και Κλέφτες, όλοι! Στη φυλακή!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : (προς τον Όθωνα) : Όμως ο Διόνυσος ζει! Ο Λαμπράκης ζει! Ο
Πέτρουλας ζει! Ο Παναγούλης ζει! Τι κάνουμε;
ΟΘΩΝΑΣ : Μια τρύπα στο νερό
ΑΜΑΛΙΑ : Να τον βρούμε και να τον κάνουμε υπουργό!
ΟΘΩΝΑΣ : Αμαλία, τι λές;
ΑΜΑΛΙΑ : Είναι η πιο δοκιμασμένη συνταγή! Ο περήφανος κολίγος θα ξεσηκωθεί,
αν ο Διόνυσος μπει στη φυλακή! Τον κάνεις υπουργό, κι έχεις το στόμα κλειστό!
ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ : Σωστά, σωστά, πολύ σωστά!
ΧΩΡΙΑΤΕΣ (Ακούγονται από μακριά) : Μπρούντζινος γύφτος – τράλαλα! –
τρελά πηδάει κει πέρα,
χαρούμενος που εδούλευε
το μπρούτζον ολημέρα.
ΟΘΩΝΑΣ : Έρχεται ο Λαός μου!
ΑΜΑΛΙΑ : Ευκαιρία να διαφωτιστεί!
ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ : Να διαφωτιστεί και να ξεψυριστεί!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Μεγαλειότατε! Να τους διώξω τους γύφτους;
ΟΘΩΝΑΣ : Αγαπώ το γύφτο Λαό μου! Αγαπώ την κοπριά που βοηθά το θρόνο ν’
ανθοφορεί!
ΧΩΡΙΑΤΕΣ (Μπαίνουν χορεύοντας) : Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –
τρελά πηδάει κει πέρα,
χαρούμενος που εδούλευε
το μπρούτζον ολημέρα.
(Μόλις δουν τον Όθωνα, γονατίζουν)
ΟΘΩΝΑΣ : Λαέ μου, γιατί σταμάτησες το τραγούδι και το χορό;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Μα είναι σωστό;
ΟΘΩΝΑΣ : Σ’ αρέσει να χορεύεις;
ΧΩΡΙΑΤΕΣ (σηκώνονται) : Ναι!
ΟΘΩΝΑΣ : Σ’ αρέσει να σκέφτεσαι;
ΧΩΡΙΑΤΕΣ : Όχι!
ΟΘΩΝΑΣ : Λαός ιδανικός! (προς τον Αξιωματικό) Γνωρίζουν τον Διόνυσο;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Βρε ζαγάρια! Τι ξέρετε για τον Διόνυσο;
ΕΝΑΣ (πετάγεται μπροστά) : Είναι Θεός!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Είσαι βαλτός! Ευθύς να συλληφθεί. (Τον πιάνουν). Υπάρχει
απειλή! Διόνυσος σημαίνει ληστής! (Προς το πλήθος). Θέλεις κι εσύ να
συλληφθείς;
ΧΩΡΙΑΤΕΣ : Όχι!
ΟΘΩΝΑΣ : Γύφτε Λαέ μου, με την άδεια κοιλιά χορεύεις ακόμα πιο καλά!
ΧΩΡΙΑΤΕΣ (τραγουδούν και χορεύουν) : Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –
τρελά πηδάει εδώ πέρα.
Έχοντας πίστη στο βασιλιά
και πίστη στην Πατρίδα.
Έχω σαν τούμπανο την κοιλιά
πρησμένη από την πείνα
κομμουνιστές κι αναρχικούς
τους κόβω κρομμυδάκια.
Είμαι ατσίδας, μυρίζομαι!
του Μάρξ τα παιχνιδάκια.
Είμαι στο Σύνταγμα πιστός
την ψήφο μου τη δίνω
στην Εξουσία την καλή
στον Αρχηγό το φίνο.
Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –
τρελά πηδάω εδώ πέρα,
χαρούμενος που εδούλευα
το μπρούτζον ολημέρα.
Ελευθερία και προκοπή σημαίνει πληρώνεις
ό, τι σου πουν οι άρχοντες
κι έτσι να καμαρώνεις!
Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –
μην πλησιάζεις έχω ακούσει πολλά
τρελά πηδάω εδώ περά!
Μια η αλήθεια! Ο δυνατός νικά!
Χαρούμενος που εδούλευα
γι’ αυτό κι εγώ πηγαίνω με τον δυνατό!
το μπρούτζον ολημέρα!
Γι’ αυτό φωνάζω «Ζήτω ο Βαυαρός»!
Της πατρίδας μου φύλακας είναι!
Μόνο οι ξένοι μας αγαπούν!
Και γι’ αυτό κι εγώ :
Στο Βασιλιά μου τον καλό
στο θρόνο και στα ράσα
στο δυνατό θα’ μια πιστός
ως να ‘μπω μές στην κάσα!
(Βγαίνουν οι Χωριάτες)
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Ώ, Βασιλεύ! Διά τον Διόνυσον, τι να πράξω;
ΟΘΩΝΑΣ : Ψάξτε να τον βρείτε και να του πείτε ότι η Βαυαρία, της Ελλάδος η
καρδιά, του συγχωρεί τη βρωμερή του καταγωγή!
(Βγαίνουν ο Όθωνας – Αμαλία και η συνοδεία τους.)
Σκηνή 4
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Δεμένα; Λυμένα;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Λυμένο δεμένο, όρθιο ή ξαπλωμένο θέλω τον Διόνυσο τον
ξακουστό! Μακάρι να μπορούσα να βάλω την κεφάλα του σε παλούκι μυτερό και
να το στήσω στη Λαμία!
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Στη Λαμία, στη Λαμία δοξάζεται η Βαυαρία!
(Ψάχνουν. Τελικά τον βρίσκουν.)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Νάτος! Νάτος! Κρυμμένος σα γάτος!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Της Άρτεμης ο πάτος! Είμαι ο Διόνυσος! Κι ήρθα να προσκυνήσω τη
γή την πατρική.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Εξοχώτατε, έχετε τύχη βουνό! Ο Όθωνας σας θέλει υπουργό.
(Μπαίνουν Αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εποχή 1944. Οι στρατιώτες και ο Αξιωματικός τα χάνουν.)
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (προς τον Διόνυσο) : Σύντροφε, φτάσαμε στην ώρα! Ο Τσώρτσιλ
χτυπάει την Αθήνα. Πρέπει να τρέξουμε όλοι εκεί! Η μάχη προβλέπεται
σημαντική!
(Φεύγουν όλοι. Μένει μόνο ο Διόνυσος. Το φως λιγοστεύει.)
Σκηνή 5
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Μάχη δεν θα τελειώσει ποτέ! Θα νικάμε πάντα και πάντα απ’ την
αρχή… Η Μοίρα αυτού του τόπου τραγική. Αν δε χυθεί αίμα Θεού θα κυβερνούν
πάντα οι Βαυαροί! Ήρθα λοιπόν το χώμα της Θήβας να φιλήσω.
Στου Μακρυγιάννη με το Λαό θα πολεμήσω. Όμως η σφαίρα δεν μπορεί να με σκοτώσει.
Η Πυραμίδα μόνο θα με τσιμεντώσει.
(Ημίφως. Μπαίνει η Ρωμιοσύνη, ντυμένη όπως στην αρχή.)
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να’ ρτεις.
Σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Όμως η σφαίρα δεν μπορεί να με σκοτώσει!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Στον κήπο μας αρρώστησεν ο Μάρτης,
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Στου Μακρυγιάννη με το Λαό θα πολεμήσω!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : και αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το γιοφύρι της Άρτας πάνω στο πτώμα μου θα θεμελιωθεί.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα.
Όλα θέ να σ’ αρέσουν∙ έχω κόψει το ρόδο…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Κι όταν περάσει κι ο τελευταίος Βαυαρός απ’ την απέναντι μεριά
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …που εγέλα την αυστηρή μου βλέποντας την όψη.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Τότε κλεφτόπουλά μου εσείς τραγούδια και βιολιά.
(Ρωμιοσύνη και Διόνυσος χάνονται. Μπαίνει η Φαίδρα.)
Σκηνή 6
ΦΑΙΔΡΑ : Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πως μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πως εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Ο Διόνυσος πηγαίνει τώρα στον Αμβρακικό
να συναντήσει τον Ποιητή.
Το νερό θα σιωπήσει.
Οι Ατρείδες δεν σκοτώνουν πιά.
Προπαγανδίζουν.
Η φάρσα θα γίνει Τραγωδία.
Και η Τραγωδία Φάρσα…
(Η Φαίδρα φεύγει.)
Σκηνή 7
(Ξαναρχόμαστε στο σκηνικό της Πρώτης Πράξης. Το φως εκτυφλωτικό. Μπαίνει ο Διόνυσος, όπως πριν, με τις ίδιες κινήσεις. Ο Ποιητής κάθεται στο καφενείο.)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μα την κνήμη του Δία που με φιλοξένησε! Και της Περσεφόνης τα
σανδάλια που με οδήγησαν στο βασιλιά των Ορχομενών! Και μα τις Νύμφες που
με νανούριζαν στον Ελικώνα! Και μα τη θείαν Άμπελον! Ποτέ, Ποιητή, δε
βρέθηκα σε τέτοιο χάλι. Ούτε τότε που με κομμάτιαζαν οι Τιτάνες. Όσο τη μέρα που με δίκαζαν στην Πνύκα αυτοί που η ιστορία θα ονομάσει οι Εραστές της Εξουσίας!
ΠΟΙΗΤΗΣ (Με ενδιαφέρον) : Τι μορφή έχουν;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Συγκεχυμένη!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Και ποία η σχέσις τους με την Άμπελον;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Άμπελος στη χώρα των Φαραώ;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Η Ελλάς χώρα των Φαραώ;
(Μπαίνουν διακριτικά η Φαίδρα, η Ρωμιοσύνη, ο Δημοσιογράφος και ο Πουνέντες.)
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Χώρα ερήμου!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Με πυραμίδας;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Πυραμίδας της Εξουσίας!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ώ! Μοίρα σκληρή!
ΦΑΙΔΡΑ : Διόνυσε! Μήπως υπερβάλλεις;
ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τον Διόνυσο) : Και ποια η θέση του Ποιητή;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ο Ποιητής είναι νεκρός…
ΠΟΙΗΤΗΣ (κοιτάζοντας πότε προς την άκρη του ορίζοντα και πότε προς το κοινό.
Το φως χαμηλώνει, παίρνοντας ποιητικούς χρωματισμούς.) :
Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για να το ζήσουμ’ όλοι.
Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θα το γλεντήσουμε το βράδυ.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (προς το κοινό) : Νυχτώνει…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Αμβρακικέ! Δέξου με στην αγκαλιά σου…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (όλοι κάνουν κύκλο γύρω από τον Ποιητή) : Με αυτοκτονίες και με
δολοφονίες
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Με οράματα και ανεμογκαστρώματα
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Με προγράμματα, συνθήματα και διεθνείς πρωτοβουλίες
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Με πληγωμένα όνειρα
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ: Με αυταπάτες…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Με ψεύτικες αλήθειες που σε κοιμίζουν…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Κατάλαβα! Κατάλαβα! Το Έθνος βουλιάζει υπερηφάνως… Κι εγώ τι να
κάνω; Να πνιγώ ή να τινάξω τα μυαλά μου;
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ (που πετάγεται προς τον Ποιητή. Το φως δυναμώνει στιγμιαία) :
Απευθυνθείτε στο Υπουργείο των Αέρηδων δια να ανανεωθείτε!
Σκηνή 8
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ησυχία! Ακούστε τη Ρωμιοσύνη! Τραγουδά το στερνό τραγούδι μαζί
με τους Έλληνες!
(Το φως στο χρώμα της Εσπέρας. Ο Λαός μπαίνει διακριτικά. Φοράνε μαύρες εσάρπες.)
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα…
ΛΑΟΣ : Νοσταλγικά ενυχτώθη κι η ψυχή
Νοσταλγικά η εσπέρα ανοίγει τα φτερά της…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα…
ΣΟΛΙΣΤ : Το φως λιγοστεύει. Νυχτώνει.
ΦΑΙΔ. – ΡΩΜ. – ΔΗΜ. – ΠΟΥΝ. – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝ.: Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η
εσπέρα.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
ΛΑΟΣ : Είναι η ώρα που πεθαίνουν οι Ποιητές
γίνονται άστρο, σύννεφο από πέρα
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοίρα μητέρα).
ΣΟΛΙΣΤ : Το φως λιγοστεύει, νυχτώνει
ΛΑΟΣ : Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνό ρόδο θα’ χανεν η σέρα
ΛΑΟΣ : Το στερνό ρόδο, η Ρωμιοσύνη, χάνεται μες στον αέρα…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ’ άστρα ζυγώνανε, καημοί, από πέρα.
ΣΟΛΙΣΤ : Το φως λιγοστεύει. Νυχτώνει.
ΛΑΟΣ : Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα.
(Φεύγει η Ρωμιοσύνη και ο Λαός)
Σκηνή 9
( Μπαίνουν οι Στρατιώτες ντυμένοι, όπως στον Εμφύλιο – 1948. Ο Αξιωματικός – λοχαγός – με στολή εκστρατείας. Ακολουθούν Καραγκούνες που κρατούν στους ώμους δύο θρόνους – τους ίδιους – με τον Παύλο, στολή ναυάρχου, και τη Φρειδερίκη, ντυμένη Βλάχα. Αυλικοί και Κυρίες της Αυλής – 1948)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Μαρξιστές – Λενινιστές στη Σιβηρία!
Εδώ Γλυξεμπουργκική δημοκρατία!
Η Ελλάδα ανήκει στον καταπιεστή!
Αντιστασιακοί λεχρίτες! Όλοι! Στη φυλακή!
(βλέπουν τον Διόνυσο)
Νάτος! Νάτος! Ζαρωμένος σαν γάτος!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Του Γανυμήδη ο πάτος!
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Δέστε τον καλά να μην το ξανακάνει. Θέλω μια δίκη σαν του
Μπελογιάννη.
ΠΑΥΛΟΣ : Ο Στρατός όμως άλλα ζητεί!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Το παλούκι στη Λαμία έχει στηθεί.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Στη Λαμία, στη Λαμία δοξάζεται η Γλυξεμπουργκία!
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Δεν θέλω άλλη υπόθεση Λαμπράκη! Η Πυθία υπήρξε
κατηγορηματική! Για να υπάρξει λύση οριστική ο Διόνυσος θα δικαστεί από
εξουσία Πυραμιδική! Λοιπόν, υπομονή!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Στη φυλακή!
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Στη φυλακή!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Σταθείτε! Να κρίνει ο Λαός!
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Ποιος είναι αυτός αναιδής;
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Αργόσχολος, τουτέστιν ποιητής!
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Υπάρχουν ακόμα ποιητές; Προς τι οι φυλακές;
ΠΑΥΛΟΣ : Ο Λαός ευθύς να προσαχθεί, ευκαιρία μοναδική η αλήθεια να λάμψει, η
ιστορική!
(Μπαίνει ο Λαός ντυμένος σχεδόν όπως στα 1850 οι χωρικοί. Υπάρχουν όμως και προλετάριοι με φτηνά ρούχα.)
ΛΑΟΣ : Ελιά! Ελιά! Και Παύλο βασιλιά!
Βάντε κλήρο – ρίχτε ζάρι
– θα σε πάρει να σε πάρει.
Το μαντρί του ποιος θα πάρει
– με καρότσια και παπά –
θα σου πάρω και μια δούλα
– πίσκοπε του Δαμαλά –
να τη λένε Σπυριδούλα
– τώρα το’ παθες καλά.
Πληρώνω τα δοσίματα
στο κράτος και δε μνήσκω
και τα στερνά μου τα όβολα
στης Εκκλησιάς το δίσκο
– θα τα βρώ ψηλά ένα-ένα
και τη Βαγγελιώ παρθένα.
Το μάθημα που δώσαμε
για πάντα θα φωτίζει.
Μελίσσι ο Λαός και θα χυμά
σ’ όποιον τον ερεθίζει.
ΠΟΙΗΤΗΣ (βγαίνει αποφασιστικά. Προς το Λαό, που τον κοιτάζει με απορία) :
Όραμα σου δίνω δυνατό! Ο κόσμος είναι δικός σου! Γίνε της Μοίρας σου τ’
αφεντικό! Το φως βρίσκεται εντός σου!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Μιλάς αναρχικά μπροστά στο βασιλιά. Τιμωρία σου πρέπει
παραδειγματική.
(Πάει να τον πιάσει.)
ΠΑΥΛΟΣ : Όχι! Σταθείτε! Την απόφαση θα πάρει ο Λαός!
ΛΑΟΣ (που ξαναζωντανεύει) : Ελιά! Ελιά! Και Παύλο βασιλιά!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Σου δίνω όραμα! Σου δίνω την αλήθεια!
ΛΑΟΣ : Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια – μαχμουρλίκι και συνήθεια –
ΠΑΥΛΟΣ : Λαέ μου, αποφάσισε εσύ!
ΛΑΟΣ : Στη Λαμία! Στη Λαμία! Δοξάζεται η Γλυξεμπουργκία!
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Έρχεται η Ρωμιοσύνη!
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Η Ρωμιοσύνη; Εφτάψυχη είναι;
ΠΑΥΛΟΣ : Εδώ δεν πρέπει να μας βρεί. Άλλωστε το μέλλον της έχει διαγραφεί!
Πρέπει να φύγουμε ευθύς…
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Εμπιστευόμαστε στην ιστορία! Αυτή θα δώσει τη λύση την
τελειωτική! Ποιητή! Μη ζητάς να σε δοξάσει τιμωρία βασιλική!
ΠΑΥΛΟΣ : Μοναχός σου τιμωρία θα δώσεις, αφού πρώτα σε φτύσει ο Λαός.
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Λαέ! Γλείφε και φτύνε! Γλείφε και φτύνε! Να μη μας βρει η
Ρωμιοσύνη. Όταν τη βλέπω μου τη δίνει!
(Βγαίνουν οι βασιλείς, ακόλουθοι, Αξιωματικός, Στρατός, Λαός. Μπαίνει η Ρωμιοσύνη. Ακολουθούν οι υπόλοιποι σολίστ.)
Σκηνή 10
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Κάνει κύκλους γύρω από τα πρόσωπα.) : Υπήρξα πάντα ευτυχής!
Είχα συντροφιά πάντοτε ανθρώπους που τραγουδούσαν και χόρευαν ωραίους
σκοπούς της πατρίδος μου, νοσταλγικούς. Που γοητεύουν και σταλάζουν
βάλσαμο στην καρδιά και γυμνάζουν το νού!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (που την πλησιάζει. Με νοσταλγία) : Η Πατρίς σου, πατρίς μου. Χώρα
ευλογημένη. Κατοικία των Θεών!
ΦΑΙΔΡΑ (συναρπάζεται από τις αναμνήσεις) : Ποτέ η Αθήνα δεν υπήρξε ωραιότερη
από τις μέρες της μάχης του Δεκέμβρη! Σε παρακολουθούσα, Διόνυσε, από το
λόφο του Φιλοπάππου!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Δεν σε εφόβιζαν οι εκπυρσοκροτήσεις;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Στις δέκα του Δεκέμβρη άρχισε η πομπή…
Αγόρια και κορίτσια σκοτωμένα
στην Άνοιξη περνούν αγκαλιασμένα
ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Και μετά; Και μετά;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ανάβασις, κατάβασις και επί τα αυτά! Έως ότου…
ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Έως ότου;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήλθεν αυτός!
ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ο Σιρόκος;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Στο σπίτι είχαμε πένθος. Οι κολονέλοι μας, βλέπετε, και η συμμορία
τους. Ο πατέρας εξορία και το σπίτι ορφανό. Η μητέρα μου μόνη. Τότε εχτύπησε η
πόρτα. «Ποιος είναι;» ρωτά η μητέρα…
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (που πετάγεται μπροστά της) : Η Αλλαγή!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (με απορία) : Πως το μαντέψατε;
ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Λοιπόν; Λοιπόν;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Μα εσείς έχετε χοντρή φωνή. Θα έλεγε κανείς, φωνή αρκούδας.
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Είχε βραχνιάσει από τις ψεύτικες αλήθειες…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ώστε αυτό ήταν;
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Ένας απλός μεσάζων. Ερμηνεύω τη σκέψη των εκπροσώπων!
Οφείλω το μαύρο να το κάνω άσπρο. Το άσπρο πράσινο. Και το πράσινο κόκκινο!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Ώ! Ιδεολογία των χρωμάτων!
ΦΑΙΔΡΑ : Μα τη σκέψη της Ήρας! Αυτή η σούπα καταλήγει στο μαύρο!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και με εζήτησε επισήμως από την μητέρα μου: «Ο Σιρόκος την ποθεί.
Θα την κάνει δική του». Και τότε…
ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ : Και τότε; Και τότε;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έβγαλε το κοχύλι και είπε: «Ακούστε τη φωνή του».
ΦΑΙΔΡΑ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Και λοιπόν; Και
λοιπόν;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Φωνή ρωμαλέα. Ιστορική. Που την αισθάνομαι όλο και περισσότερο
μέσα μου. Όπως η Ευρυκόμη το βόρειο άνεμο! Κάτι σαν τρόμπα που φουσκώνει το
λάστιχό…
ΦΑΙΔΡΑ : Ώ, δύστυχη!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και με τύλιξαν τα οράματα που ηλεκτρίζουν τον υπερήφανο κολίγο.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Και η κοιλιά σου;
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Φούσκωνε!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (προς τον Πουνέντε) : Εσύ βρέ φούσκωσες την τρόμπα;
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Εγώ σχολίαζα!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Και ποιος φούσκωνε;
ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τη Ρωμιοσύνη) : Μιλάς με γρίφους.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Η θάλασσα θα αδειάσει από την καρδιά του ανθρώπου.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Το Αιγαίο θα γίνει Σαχάρα…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Και ο Λαός;
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Κύμβαλον αλαλάζον!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τα όνειρα σάπισαν
ΦΑΙΔΡΑ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Θάψτε τα όνειρα!
Σκηνή 11
ΠΟΙΗΤΗΣ (βγαίνει μπροστά) : Η λιτανεία των λυγμών αρχίζει.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τα όνειρα σαπίζουν.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Σ’ αυτή τη γη το αίμα μου θα χύσω.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (προς τον Ποιητή) : Είσαι η ψυχή της γής.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (προς τον Ποιητή) : Είσαι η φωνή του νερού.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Αφήστε με το βλέμμα μου να σεργιανίσω για μια στερνή φορά σ’
αγαπημένα μέρη.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα θυμίζουν το ίδιο τραγούδι. Το τραγούδι αν σωπάσει, θα
σωπάσουν…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Θα σωπάσουν, θα νυχτώσουν οι καημοί του κόσμου.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τη μοναξιά μου τη σφραγίζουν τώρα όλα τα τραγούδια που θα
ξανανθίσουν.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Για ποια τραγούδια μιλάς, αφού μαζί σου θα πάρεις τη
φωνή των πουλιών, τη φωνή των νερών;
ΠΟΙΗΤΗΣ : Πάντα το τραγούδι θα ξαναγεννιέται.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Όνειρο Ονείρου; Πόθοι του ανέμου.
Σκηνή 12
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ( που βλέπει τον Αμβρακικό) : Φάνηκε μια βάρκα στη λίμνη.
Μας πλησιάζει.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Γλιστρά στα νερά.
ΦΑΙΔΡΑ : Δεν έχει κουπιά.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχει επιβάτη;
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Έναν μονάχα.
ΠΟΙΗΤΗΣ : Στα μαύρα ντυμένος.
(Εμφανίζεται η στενόμακρη βάρκα – για λιμνοθάλασσες. Όρθιος μπροστά ο Άγγελος. Ακίνητος σαν άγαλμα. Κοντά στην ακτή σταματά. Όλοι τον κοιτάζουν μαγνητισμενοί. Ο Δημοσιογράφος που βλέπει προς την Πρέβεζα τους βγάζει από την ακινησία τους. Τώρα στρέφουν τα βλέμματα προς το Λαό, που μπαίνει τρέχοντας από το βάθος. Είναι ντυμένοι με σύγχρονα ρούχα.)
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Έρχεται ο Λαός!
ΦΑΙΔΡΑ : Τρέχει αλαφιασμένος!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Φοβισμένος!
ΛΑΟΣ : Σηκώνονται οι ποταμοί! Αλλάζουν θέση τα βουνά!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (που γυρίζει τώρα το βλέμμα του προς τη βάρκα) : Απεσταλμένος του
Δία!
ΛΑΟΣ (προς τον Διόνυσο) : Ζούνε οι Θεοί;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ας τον ακούσουμε προσεχτικά!
ΛΑΟΣ (βλέπουν τον Άγγελο και ακινητοποιούνται) : Ποιος είναι ποιος;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Άγγελος του Μέλλοντος! (προς τον Άγγελο) Πνεύμα, αν έχεις φωνή, πες
ό,τι έχεις να πεις!
ΑΓΓΕΛΟΣ : Διόνυσε, σε χαιρετώ. Απ’ τον αιώνιο ύπνο μου με πρόσταξε να βγω των
Ολυμπίων Θεών εντολή. Να εμποδίσω προσπαθώ το θάνατο του Ποιητή.
ΛΑΟΣ : Τα ζώα μιλούν. Τα νερά τραγουδούν. Τα δέντρα περπατούν.
ΦΑΙΔΡΑ : Σημάδια θεϊκά!
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Δαιμονικά!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Πνεύμα! Μίλα καθαρά! Τα σημάδια αυτά τι σημαίνουν;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Η Φύση δε συγχωρεί αυτό που πρόκειται να’ ρθει. Η σιδερένια αράχνη
ξεκινά…
ΛΑΟΣ : Μίλα καθαρά!
ΑΓΓΕΛΟΣ : Χιλιάδες πόδια φαρμακερά! Φτερά αγκυλωτά! Αίμα και θάνατο σκορπά!
ΛΑΟΣ : Στην Ελλάδα πότε θα’ ρθει;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Ακρίδα πρώτα φαρμακερή!
ΛΑΟΣ : Από πού θα βγεί;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τιμωρία θεϊκή! Μέσα από την ξεραμένη γη…
ΠΟΙΗΤΗΣ (γίνεται πάλι το επίκεντρο της προσοχής) : Η λιτανεία των λυγμών αρχίζει.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τα όνειρα σαπίζουν.
ΛΑΟΣ : Η λιτανεία…σαπίζουν…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Τη μοναξιά μου…
ΛΑΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν οι καημοί του κόσμου.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν οι καημοί του κόσμου.
ΠΟΙΗΤΗΣ : …τη σφραγίζουν τώρα όλα τα τραγούδια που…
ΛΑΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν
ΛΑΟΣ (προς τον Άγγελο) : Και μετά; Και μετά;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Από την ξεραμένη γη
ΠΟΙΗΤΗΣ (και πάλι στο επίκεντρο) : Τη μοναξιά μου τη σφραγίζουν τα τραγούδια.
ΛΑΟΣ (προς τον Άγγελο) : Και μετά; Και μετά;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Η σιδερένια αράχνη τούτη τη γη την ιερή καταχτά.
ΠΟΙΗΤΗΣ (συνέρχεται και ρωτά με ενδιαφέρον) : Και τι θα γίνει το ανθρώπινο γένος;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Τη σιδερένια αράχνη βλέπω να πνίγει μέσα στο αίμα!
ΛΑΟΣ : Δόξα! Δόξα! Μεγάλη στιγμή!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Πικρή για την Ελλάδα τη μικρή…
ΛΑΟΣ : Διόνυσε, τι λές;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το Πνεύμα ευθύς τώρα θα μας πει.
ΛΑΟΣ : Πρέπει να μας πεις!
ΑΓΓΕΛΟΣ : Ας σταματήσω εδώ. Μα σώσω θέλω τον Ποιητή…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Πνεύμα, λέγε τι βλέπεις! Ζωή μου η αλήθεια!
ΑΓΓΕΛΟΣ : Όχι τόσο σκληρή… Δεν την αντέχει η καρδιά του ποιητή.
ΠΟΙΗΤΗΣ (και πάλι στο επίκεντρο) : Αφήστε με να σεργιανίσω για μια στερνή φορά σ’
αγαπημένα μέρη.
ΛΑΟΣ (προς τον Ποιητή) : Είσαι η ψυχή της γης. (προς τον Άγγελο) Τι βλέπεις; Τα
λόγια σου κρύβουν συμφορές φριχτές.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τι πιο πολύ απ’ την αράχνη και την ακρίδα;
ΛΑΟΣ : Τι πιο πολύ απ’ την αράχνη και την ακρίδα.
ΠΟΙΗΤΗΣ (επίκεντρο της προσοχής – όλοι στρέφονται προς αυτόν) : Τη μοναξιά μου
τώρα τη σφραγίζουν όλα τα τραγούδια που θα ξανανθίσουν.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ποιητή) : Για ποια τραγούδια μιλάς αφού
μαζί σου θα πάρεις τη φωνή των πουλιών και των νερών;
ΛΑΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν οι καημοί.
ΑΓΓΕΛΟΣ (παρεμβαίνει και όλοι γυρίζουν προς αυτόν) : Σήμερα για στερνή φορά τα
ζώα μιλούν, τα δέντρα περπατούν, τα νερά τραγουδούν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Βλέπω τη μεγάλη σιωπή…
ΛΑΟΣ : Κι η καρδιά του ανθρώπου; Τι θα γίνει κι αυτή;
(Το φως αρχίζει και γίνεται κλιμακωτά κόκκινο)
ΑΓΓΕΛΟΣ : Καμένη γη…
ΠΟΙΗΤΗΣ : Άχ, αλί και τρισαλί.
ΑΓΓΕΛΟΣ : Γι’ αυτό Διόνυσε προσταγή θεϊκή! Πρέπει να φύγεις από τούτη τη γη!
ΠΟΙΗΤΗΣ : Και οι Θεοί;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Θα πεθάνουν κι αυτοί…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ: Και το τραγούδι του νερού;
(Ο Ποιητής παίρνει από το τραπέζι το περίστροφο και σημαδεύει μ’ αυτό την καρδιά του)
ΑΓΓΕΛΟΣ : Σκιές σκιών θα περπατούν…
(Το φως γίνεται έντονα κόκκινο – Πυρκαγιά)
ΛΑΟΣ : Μη! Στάσου Ποιητή!
ΦΑΙΔΡΑ – ΟΛΟΙ : Μαζί σου σκοτώνεις τη ζωή!
(Σημαδεύει με το όπλο το κοινό. Αρχίζει το σκοτάδι. Λαός και πρωταγωνιστές χάνονται, σβήνουν. Μένει μόνο η φιγούρα του Ποιητή)
ΠΟΙΗΤΗΣ : Άλτ! Πυροβολώ το μέλλον…
(Σκοτάδι γενικό.)
Αυλαία
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: 1994 – 1996
ΠΑΡΙΣΙ, ΑΘΗΝΑ, ΒΡΑΧΑΤΙ, ΧΑΓΗ, ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ
Όπερα σε δύο πράξεις
Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή
Λιμπρέτο : Μίκης Θεοδωράκης
Μουσική Διεύθυνση
Alexander Chernushenko
Διανομή
Αντιγόνη: EMILIA TITARENKO
Οιδίπους: JURI WOROBIOW
Κρέων: WLADIMIR FELJAER
Ιοκάστη: IRINA LIOGKAJA
Ετεοκλής: PETER MIGOUNOV
Πολυνείκης: EUGENI WITSHNEWSKI
Αίμων: LEONID REPIN – HAEMON
Κορυφαίος: JURI KOVALENCO
Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της Αγίας Πετρούπολης
Τα πρόσωπα
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
ΚΡΕΩΝ
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
ΑΙΜΩΝ
ΙΟΚΑΣΤΗ
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
ΑΝΔΡΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ
ΜΙΚΤΟΣ ΧΟΡΟΣ
Πρώτη πράξη
(CD I)
1. Οιδίπους: Μακάρι να είσαι αγνός, Άνθρωπε… 6:03
2. Οιδίπους: Έγινα θέαμα φρικτό, εγώ που δώρισα … 3:5
3. Οιδίπους: Θεοί ραδιούργοι… 8:44
4. Κορυφαίος: Μεγάλε βασιλιά, έστειλα κατάσκοπους … »4:48
5. Χορός: Ο στρατός ξεκίνησε, ξεχύθηκε στον κάμπο …»2:59
6. Ετεοκλής: Δεν ωφελούν οι φωνές σας…. 3:14
7. Πολυνείκης : Τους σύρτες στις πύλες οι φρουροί … 1:41
8. Ιοκάστη: Γιέ μου, παιδί μου ακριβό … 8:25
9. Χορός: Μα να! Ο Ετεοκλής έρχεται τώρα. 13:17
10. Χορός: Κόρη του Δία Αθηνά, … 4:06
(CD II)
1. Κορυφαίος: Δεν ζουν Κρέοντα, οι γιοί της αδελφής σου … 8:24
2. Χορός: Το δρόμο τον σκοτεινό πήραν του Άδη … 1:59
3. Αντιγόνη: «Με τα μαλλιά ξεσκέπαστα να πέφτουν … 9:00
4. Κρέων: Τα δάκρυα σταματήστε και τους θρήνους … 5:27
5. Αντιγόνη: Όχι, τον σκοτωμένο δεν θα αφήσω … 4:32
Πράξη δεύτερη
6. Κρέων: Πώς τόλμησες να παραβείς το νόμο; 8:23
7. Αντιγόνη: Πως θα πεθάνω το ΄ξερα. 3:50
8. Κρέων: Μάθε πως τ΄ αγύριστα κεφάλια συντρίβονται …»5:19
9. Κρέων: Παιδί μου, έμαθες πως τιμώρησαν με θάνατο … 6:40
10. Χορός: Έρωτα μάχαν ανίκατε 4:18
11. Αίμων: Έφτασα στον Άδη βιαστικά … 2:37
12. Αντιγόνη: Έρωτα μάχαν ανίκατε… 6:26
13. Αίμων: Μόνη δίχως φίλους … 2:54
14. Αντιγόνη: Ήλιε μου και φως αγαπημένο… 2:46
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
Σκηνή 1
(Βγαίνει ο Οιδίπους συνοδευόμενος από 7 γέροντες και τον Κορυφαίο)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Μακάρι να είσαι αγνός, Άνθρωπε. Ιερή αγνότητα να σε τυλίγει. Όλα τα λόγια και τα έργα σου να ’ναι σε αρμονία με τους ιερούς νόμους του σύμπαντος. Ω συμπαντικό κέντρο του απείρου! Ω συμπαντική αρμονία των ουρανών! Ζεις αρμονικά με τους νόμους των ουρανών. Η δυσαρμονία και η έπαρση γεννούν τον τύραννο. Ανόητα φουσκώνει, μα στο τέλος πέφτει στον γκρεμό όποιος δε λογαριάζει τη θεία Δίκη. Έγινα θέαμα φριχτό, εγώ που δώρισα το μεγαλύτερο καλό στη χώρα μου όταν το αίνιγμα της Σφίγγας έλυσα κι έτσι την πόλη έσωσα. Οι συμφορές άδικα με χτύπησαν. Οι θεοί άδικα με μίσησαν. Με τη μάνα μου επλάγιασα χωρίς να ξέρω, τον πατέρα σκότωσα χωρίς να θέλω, έγκλημα έκανα φριχτό χωρίς να φταίω, πρόσβαλα κάποιο θεό, δεν έχω φόβο για να πω το όνομά του. Ω σύννεφο του σκοταδιού μου αποτρόπαιο, θεοί ραδιούργοι, εσείς που δέσατε στον Καύκασο τον Προμηθέα…
ΧΟΡΟΣ
Ω! Ω!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
…γιατί χάρισε τη φλόγα στους ανθρώπους.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Ανίερος είσαι. Μη!
ΧΟΡΟΣ
Ανίερος! Πάψε να μιλάς!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Σταμάτα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όμως μ’ αυτή την πράξη σας φανερώσατε το μίσος σας για τους θνητούς.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ
Στους Θεούς με σεβασμό πρέπει να μιλάς.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Αν δεν υπάρχει σέβας, τότε τιμωρούν φριχτά.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έτσι τους κάνατε κοπάδι, δίχως σκέψη, κρίση, βούληση, ν’ ακολουθούν κάθε φορά τον υποτακτικό σας…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Εσύ πώς τολμάς με τα φοβερά που έπαθες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
…τον πονηρό και τον διπρόσωπο, να τους τυλίγει με το μέλι και τις ψεύτικες αλήθειες τυφλωμένους.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Τα μάτια σου έβγαλες μοναχός σου.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ
Γιατί;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Να πάει στράφι η δωρεά του Προμηθέα.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ
Τυφλός τα τ’ ώτα, τον τε νουν, τα τ’ όμματα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Άδικα βασανίστηκες στον βράχο, Προμηθέα.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Βλάσφημος!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Οι σπιούνοι των θεών φροντίζουν οι άνθρωποι να σβήνουν…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Τολμάς τους θεούς να πολεμάς δίχως να έχεις κανένα στον κόσμο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
…μόνοι τους τη φλόγα που τους δώρισες.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Σαν καλαμιά στον κάμπο είσαι, Οιδίποδα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σαν τα σκουλήκια και τους αρουραίους μάθανε να ζουν στη λάσπη και στο σκότος.
ΧΟΡΟΣ
Βρίζεις τους Θεούς, θα μετανιώσεις Οιδίποδα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δεν θέλουν οδηγό!
ΧΟΡΟΣ
Οιδίποδα, ξακουστέ απ’ τη χρυσή περόνη.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Έτσι και φυσήξει κάποιος απ’ τον Όλυμπο, θα γίνεις έρμαιο των ανέμων.
ΧΟΡΟΣ
Οιδίποδα, τα βάζεις με τους θεούς…
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ανάμεσα στην κολακεία και στο κνούτο, στον δημοκόπο και στον τύραννο…
ΧΟΡΟΣ
…θα μετανιώσεις σκληρά γι’ αυτό.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
…αρέσκονται να βόσκουν το χόρτο της υποταγής και της συνήθειας.
ΧΟΡΟΣ
Την κόρη την αγαπημένη, την Αντιγόνη, δεν την λυπάσαι…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Φύγε απ’ την πόλη. Φύγε μακριά. Τη μολύνεις.
ΧΟΡΟΣ
…π’ αφήνεις μόνη, δυστυχισμένη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αλίμονο σ’ όποιον τους ξυπνήσει.
ΧΟΡΟΣ
Την έσβησες.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ
Τα μάτια σου έβγαλες μοναχός σου. Γιατί;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όπως εγώ, θύματα των ίδιων τους των πράξεων θα γίνουν.
ΧΟΡΟΣ
Η πόλη δε σε θέλει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
…γιατί τις πράξεις τους ελέγχουν θεοί ραδιούργοι.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ
Οι θεοί σε μισούν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αυτοί που με τη Σφίγγα και τον Τύραννο κρατούν σφιχτά τα γκέμια και σε τετράποδο τον έχουν καταντήσει τον άνθρωπο.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Ο βασιλιάς Κρέοντας μας διάταξε…
ΧΟΡΟΣ
Οι θεοί σε μισούν.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
…να δούμε που φεύγεις απ’ την πόλη και να χαρεί.
ΧΟΡΙΚΟ 1
Οιδίποδα τυφλέ στα μάτια και στο νου
τους θεούς προσβάλλεις
δεν σου συγχωρώ που τα βάσανά σου δεν σου δίδαξαν.
Να σκύβεις πρέπει ευλαβικά το κεφάλι
σ’ αυτούς που οι θεοί διάλεξαν να μας κυβερνούν
όπως ορίζουν οι Νόμοι της Εξουσίας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ: Δεν περιμένω απ’ τους ανθρώπους να έχουν μνήμη. Η αχαριστία πιο πολύ κι απ’ το μαχαίρι σκίζει σάρκες. Δεν θέλω πια στ’ αυτιά μου φωνές ανθρώπων προσκυνημένων, φοβισμένων. Φύγετε! Φύγετε! Δεν θέλω ν’ ακούω λέξεις κενές. Τη φωνή του κυρίου σας την ξέρω καλά. Τυραννική, αυταρχική. Όμως ο τύραννος θα πληρώσει.
(Ο Χορός βγαίνει αργά. Καθώς φεύγουν, κοιτούν κατηφείς τον Οιδίποδα.)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εμένα με οδηγεί γαλάζιο φως σταλμένο από πολύ μακριά στα βάθη του απείρου. Εκεί κι εγώ πηγαίνω. Θα γίνω φως! Θα γίνω φως! Θα γίνω ένα με το φως του γαλαξία!
(Βγαίνει)
Σκηνή 2
(Εσωτερικό του φρούριου της Θήβας. Έπαλξη. Ο Ετεοκλής κοιτάζει από ψηλά τον κάμπο όπου είναι παρατεταγμένοι οι Αργίτες. Μετά βηματίζει συλλογισμένος και ανήσυχος. Ατμόσφαιρα βαριά. Σε μια γωνιά στριμωγμένες απ’ το φόβο, η μια πάνω στην άλλη, ο Γυναικείος Χορός, παρακολουθεί τον Ετεοκλή, κοκαλωμένες απ’ το φόβο. Μπαίνει βαρύς και σκεφτικός ο Κορυφαίος ακολουθούμενος απ’ τον Ανδρικό Χορό.)
Α’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Μεγάλε βασιλιά, έστειλα κατάσκοπους στις τάξεις των εχθρών και τώρα τα γνωρίζω όλα λεπτομερώς. Επτά έχουν αρχηγούς, που πάνω σε ασπίδα ταύρου σφάξανε κι αφού τα χέρια τους βάψανε στο αίμα, στον Άρη και στον Φοίβο υψώνουν όρκους φοβερούς, τη Θήβα στο αίμα να πνίξουν.
ΧΟΡΟΣ
Μην αφήσετε τους εχθρούς μου να πατήσουν τους βωμούς και την ελληνική μας γλώσσα…
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ώ Δια και Γή! Μην αφήσετε τους εχθρούς μας να πατήσουν τους βωμούς και την ελληνική μας γλώσσα.
ΧΟΡΟΣ
Μην αφήσετε τους εχθρούς μου να πατήσουν τους βωμούς και την ελληνική μας γλώσσα…
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μη δεχτείτε σκλαβιά για τη λεύτερη χώρα μας. Ελάτε Σωτήρες, βοηθάτε μας. Μόνο πόλη λεύτερη τιμά τους θεούς!
(Ο Χορός κοιτάζει ανήσυχος πάνω απ’ τα τείχη. Παρακολουθεί τις κινήσεις του αργίτικου στρατού. Αντιδρά. Τέλος στρέφεται προς τον Ετεοκλή και του αφηγείται αυτό που βλέπει.)
ΧΟΡΟΣ: Ο στρατός ξεκίνησε, ξεχύθηκε στον κάμπο. Μπροστά καβαλάρηδες σύννεφο σκόνης σηκώνουν. Στρατιώτες με λευκές ασπίδες ορμούν να μας χτυπήσουν. Η βουή σπάει πάνω στα τείχη. Ποια θεά, ποιος θεός θα μας σώσει; Άρη, θα προδώσεις τον τόπο σου; Δία, πατέρα, τρέμω! Οι Αργίτες κυκλώνουν την πόλη. Διώξ’ τους! Σώσε τη Θήβα! Επτά στρατηγοί με το κοντάρι υψωμένο στις επτά πύλες πάνω προχωρούν. (Προσπέφτουν στους βωμούς.) Κόρη του Δία, Αθηνά, Ποσειδώνα και συ Άρη, Αφροδίτη, μητέρα της γενιάς μας. Απόλλων βασιλιά και συ Άρτεμη, Ήρα παντοδύναμη, πετροβολούν τους πύργους. Θεοί πυργοφύλακες, την πόλη βοηθάτε να μη λυγίσει, να μην πέσει σε ζυγό εχθρού που δε μιλά γλώσσα ελληνική.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν ωφελούν οι φωνές σας. Δεν δίνουν θάρρος στο στρατό μας τον περικυκλωμένο. Πέφτετε στους βωμούς, στριγγλίζετε. Να μου λείπουν τέτοια καμώματα. Σπέρνετε τον πανικό και το φόβο. Τους εχθρούς μας έτσι βοηθάτε, ενώ εμείς χανόμαστε.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΧΟΡΟΣ
Γιε του Οιδίποδα, με τρόμαξαν οι θόρυβοι της μάχης κι ο φόβος μ’ έφερε στους Θεούς για τη Θήβα.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Παρακαλέστε τους θεούς οι πύργοι ν’ αντέξουν. Τους συμφέρει. Αν πέσει η πόλη, την χάνουν κι αυτοί.
ΧΟΡΟΣ
Να μην φτάσω να δω τους εχθρούς νικητές να ρημάζουν την πόλη.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Παρακάλα με τάξη. Η πειθαρχία είναι η μάνα της νίκης.
ΧΟΡΟΣ
Όμως ο θεός ισχυρότερος.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δουλειά δική μας η θυσία στους θεούς. (Προς τις γυναίκες) Εσείς στο σπίτι.
Β’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
(Ο Ετεοκλής βγαίνει με την ακολουθία του. Ο Χορός κοιτάζει πάνω απ’ τα τείχη.)
ΧΟΡΟΣ
Τώρα μανιασμένος ο Άρης χτυπά τα τείχη. Γύρω στην πόλη αστράφτουν. Σύννεφο πυκνό οι ασπίδες. Μάχης αιματόβαφης σημάδι. Τα δεινά των Ερινύων φέρνει ο Άρης στου Οιδίποδα τα τέκνα.
(Μπαίνει ο Πολυνείκης καχύποπτος με το ξίφος υψωμένο.)
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Τους σύρτες στις πύλες οι φρουροί γοργά τράβηξαν να μπω μέσα στα τείχη. Φοβάμαι όμως μην έχω πέσει σε παγίδα. Έχω και δεν έχω εμπιστοσύνη στη μάνα μου που μ’ έπεισε να ’ρθώ σε συμφωνίες. Όμως ας κρύψω το σπαθί. Γυναίκες, πέστε μου, είδατε την Ιοκάστη;
ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΧΟΡΟΣ
Πρώτα να πεις εσύ ποιος είσαι.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Ο Οιδίποδας του Λάιου γονιός μου κι η μάνα μου η Ιοκάστη.
ΧΟΡΟΣ
Σε προσκυνώ γονατιστή, Άρχοντά μου. Ε! Ε! κυρά μου, Ιοκάστη. Έβγα έξω. Αυτός που γέννησες είναι κοντά μας. Μην αργείς! Τρέξε ν’ αγκαλιάσεις το παιδί σου.
(Βγαίνει αργά η Ιοκάστη)
ΙΟΚΑΣΤΗ
Γιε μου, παιδί μου ακριβό, σε ξαναβλέπω. Αγκάλιασε τη μάνα σου, γείρε στην αγκαλιά μου. Μαύρα σγουρά μαλλιά, σκεπάστε μου το πρόσωπο. Ανέλπιστα κι αναπάντεχα σε ξαναβλέπω. Θα νιώσω η μαύρη άραγες την πρωτινή μου ευτυχία; Αχ γιέ μου, ερημωμένο τ’ άφησες το σπίτι διωγμένος απ’ τ’ άδικο τ’ αδερφού σου, εσύ ο πιο αγαπημένος στη Θήβα και στους φίλους.
ΧΟΡΟΣ
Κατάρα η γέννα της γυναίκας. Γι’ αυτό αγαπάνε τόσο τα παιδιά τους.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Στοχαστικά κι αστόχαστα ήρθα, μητέρα, στους εχθρούς μου. Ωστόσο πάνω απ’ όλα πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπάμε. Με το σπαθί στο χέρι πέρασα την πόλη, φόβο είχα μεγάλο πως σε παγίδα μέσα θα έπεφτα θανάτου κι έκλαψα καθώς διάβαινα ξανά ανάμεσα σ’ αγαπημένα μέρη αποδιωγμένος άδικα να ζω σε ξένη πόλη. Και συ, μάνα, στους πόνους μέσα τυλιγμένη για τα δικά μου πάθη μόνο.
ΧΟΡΟΣ
Ανήκουστη των συγγενών η έχθρα.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Κάποιος κακός θεός βάλθηκε να αφανίσει το γένος του Οιδίποδα. Μ’ άνομο τρόπο εγώ παιδιά να κάνω, άνομους γάμους να’ χει κάνει ο γονιός σου. Πρέπει όμως τα πάθη που μας στέλνουν οι θεοί να υπομένουμε. Πες μου σαν έχασες την πατρίδα, είναι μεγάλη η συμφορά;
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Η πιο μεγάλη.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Ποιο το πιο σκληρό;
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Δεν έχεις γνώμη.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Σε δούλο αρμόζει γνώμη να μην έχει. Δεν σε συντρέχουν φίλοι.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Αθέλητα στο κέρδος είσαι σκλάβος. Αν δυστυχείς, οι φίλοι δεν αξίζουν.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Για τους θνητούς το πιο η πατρίδα.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Τόσο ακριβή, που λόγια δεν την λένε. Όμως εγώ φωνάζω στους θεούς πως άθελά μου κοντάρι σήκωσα ενάντια στην πατρίδα και τώρα, μάνα, εσύ μονάχα μπορείς στις δυστυχίες τις φοβερές να βάλεις τέλος.
Γ’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΧΟΡΟΣ
Μα να! Ο Ετεοκλής έρχεται τώρα.
(Μπαίνει ο Ετεοκλής.)
ΧΟΡΟΣ
Σε σε το βάρος τώρα πέφτει, Ιοκάστη, να τα φιλιώσεις.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ήρθα, μητέρα. Ήμουν στα τείχη και συ μου ζητάς να συναντήσω τούτον εδώ. Για σένα ήρθα, γιατί ξέρεις πως τιμώ τη δίκαια κρίση σου.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Μη βιάζεσαι. Μην ξεφυσάς σα λύκος. Τον αδελφό σου έχεις μπροστά σου κι όχι κανένα δράκο.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Μάνα, η αλήθεια δεν χρειάζεται λόγια. Η αδικία σαν άρρωστος σοφά βοτάνια θέλει. Αυτός πήρε όρκους και με ξεγέλασε. Αν ήταν όμως να μου δώσει ό,τι μου ανήκει, διώχνω το στρατό μπροστά στα τείχη να βασιλέψω ένα χρόνο κι έπειτα πάλι ο άλλος.
ΧΟΡΟΣ
Σωστά τα λόγια του ηχούν στ’ αυτιά μου.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λόγια ξεκάθαρα θα πω. Στον ουρανών τα μάκρη, στ’ αστέρια και στον ήλιο κι ως το βυθό της γης είμ’ έτοιμος να πάω για να κρατήσω ολοδικιά μου τη βασιλεία. Αυτό το αγαθό, μάνα, την εξουσία θέλω για μένα κι αυτός αν θέλει να μείνει, ας μείνει, χωρίς να περιμένει να γίνω δούλος του ενώ είμαι βασιλιάς! Και τώρα μπρος! Τραβήξτε τα σπαθιά σας. Εμπρός, φωτιά! Σ’ αυτόν τη βασιλεία δε θ’ αφήσω.
ΧΟΡΟΣ
Πράξεις κακές. Δεν πρέπει να παινούνται.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Παιδί μου, Ετεοκλή, την πιο κακιά θεά έχεις διαλέξει, τη φιλαρχία. Πόνους πολλούς θα φέρουνε στην πόλη ο πλούτος που ζητάς κι η εξουσία. Σε σένα, Πολυνείκη. Ανόητα ήρθες να χτυπήσεις την πόλη σου. Γιε μου, τέτοια δόξα δεν ταιριάζει σε Έλληνες. Κι αν νικηθείς, στο Άργος πίσω πώς να τολμήσεις να γυρίσεις; Διπλό κακό η βιασύνη σου θα φέρει. Ή εδώ θα σκοτωθείς ή τ’ αγαθά σου στο Άργος θα τα χάσεις. Εμπρός λοιπόν, βιαστείτε. Βάλτε στην άκρη την έχθρα, φιλιώστε σαν αδέλφια.
ΧΟΡΟΣ
Θεοί, βοηθάτε.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μάνα, δεν είν’ καιρός για λόγια. Σε ένα μονάχα θα συμφωνήσω, εγώ να βασιλεύω και να κρατώ τα σκήπτρα κι εσύ φύγε πριν σε σφάξω.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Και ποιος θα με σφάξει;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Τολμάς και ζυγώνεις;
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Ω των θεών προγονικοί θεοί.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Που ήρθες να ρημάξεις;
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Μ’ ακούτε;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Πώς να σ’ ακούσουν, που χτυπάς τη γη σου;
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Άδικα, ω θεοί.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κράξ’ τους στις Μυκήνες.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Ανόσιος είσαι.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μα όχι εχθρός όπως εσύ της χώρας.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Ακούς, πατέρα.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ακούει αυτά που έκανες.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Κι εσύ, μητέρα.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μάνα δε σου ταιριάζει να φωνάζεις.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Ώ πόλη
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Στο Άργος όταν πας, κράξε τη Λέρνα.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Θα πάω. Μάνα, σ’ ευχαριστώ.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Φεύγα απ’ τη χώρα.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Φεύγω. Τις αδερφές μου να δω.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν θα σου γίνει το χατίρι.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Όμως εσύ έχε γεια, μητέρα.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Τι ωραία το έχε γεια, παιδί μου. Δύστυχη.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Δεν είμαι πια παιδί σου.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Δύστυχη, δύστυχη. Με πνίγει η δυστυχία.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Με βρίζει τούτος.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Γιατί και συ με βρίζεις, θα σε σφάξω.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Τον ίδιο πόθο έχω κι εγώ.
(Ξιφομαχούν.)
ΙΟΚΑΣΤΗ
Ω η μαύρη, η δύστυχη. Τι κάνετε, παιδιά μου.
ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ
Η πράξη θα το δείξει.
ΙΟΚΑΣΤΗ
Κι απ’ του γονιού δε θα σωθείτε την κατάρα.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Καταραμένο το γένος του Οιδίποδα.
ΧΟΡΟΣ
Κόρη του Δία, Αθηνά, (μονομαχούν) Ποσειδώνα και συ Άρη (η Ιοκάστη ανάμεσά τους), Αφροδίτη, μητέρα της γενιάς μας, Απόλλων βασιλιά και συ Άρτεμη, Ήρα! παντοδύναμη, (αλληλοσκοτώνονται) πετροβολούν τους πύργους, (η Ιοκάστη πέφτει διαδοχικά επάνω τους και στη συνέχεια αυτοκτονεί) θεοί πυργοφύλακες, την πόλη βοηθείστε να μη λυγίσει, να μην πέσει σε ζυγό εχθρού που δεν μιλά γλώσσα ελληνική!
Σκηνή 3
(Μπροστά στο Παλάτι. Ο Κρέων κατεβαίνει μόνος τα σκαλιά. Σκεπτικός. Σε λίγο μπαίνει αργά, διστακτικά, ο Κορυφαίος. Ακολουθεί ο Γυναικείος Χορός και μετά ο Ανδρικός Χορός.)
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Δεν ζούνε, Κρέοντα, οι γιοι της αδερφής σου.
ΚΡΕΩΝ
Πάθη φοβερά για μένα και την πόλη ξεστομίζεις. Παλάτι του Οιδίποδα, μ’ ακούς; Παν τα παιδιά σου, χάθηκαν.
ΧΟΡΙΚΟ
Αν ήταν ζωντανό, θα ’κλαιγε κι αυτό.
ΚΡΕΩΝ
Αχ, δυστυχίες καυτές. Αχ, ο δόλιος.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Έχεις κι άλλα ν’ ακούσεις, δύστυχε.
ΧΟΡΙΚΟ
Κι άλλα ν’ ακούσεις…
ΚΡΕΩΝ
Χειρότερα απ’ αυτά μπορεί να γίνουν;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Πάει, σκοτώθηκε η Ιοκάστη. Σφάχτηκε κι έσμιξε για πάντα με τους γιους της.
ΧΟΡΙΚΟ
Αρχίστε, ξεκινήστε μοιρολόι. Πάει, έσβησε το γένος του Οιδίποδα. Βαριά κατάρα απλώνει στην πόλη.
ΚΡΕΩΝ
Δύστυχη Ιοκάστη, σημαδεμένη πάντα ήσουν απ’ τη μοίρα. Πες μου, πώς έγινε το φονικό και πώς αλήθεψαν οι κατάρες του Οιδίποδα;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Δεν μπόρεσε η δύστυχη να φιλιώσει τα παιδιά της. Μάταια προσπάθησε να τους πείσει…
ΧΟΡΙΚΟ
Δεν μπόρεσε…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
…να δώσουν τα χέρια.
ΧΟΡΙΚΟ
Δεν μπόρεσε η δύστυχη…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Να σώσουν την πόλη, να σωθούν κι αυτοί.
ΧΟΡΙΚΟ
Να δώσουν τα χέρια, να σώσουν την πόλη, να σωθούν κι αυτοί.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Άγρια λογομάχησαν και σα θηρία πέσανε ο ένας πάνω στον άλλον κι ανάμεσά τους η δόλια μάνα παράδερνε.
ΧΟΡΙΚΟ
Η μάνα… η μάνα…
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Στο τέλος σφάχτηκαν. Έσφαξε ο ένας τον άλλον την ίδια στιγμή και πέσαν μέσα στο δικό τους το αίμα.
ΧΟΡΙΚΟ
Σφάχτηκαν, πνίγηκαν μέσα στο δικό τους το αίμα.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Σαν είδε σφαγμένα τα παιδιά της η δόλια η μάνα, αρπάζει ένα σπαθί και κόβει το λαιμό της κι ως έπεσεν απάνω τους αγκαλιαστά το δρόμο τον αιώνιο, τον σκοτεινό πήρε του Άδη.
ΧΟΡΙΚΟ
Το δρόμο τον σκοτεινό πήραν του Άδη. Δύστυχη Ιοκάστη, σημαδεμένη πάντα ήσουν απ’ τη Μοίρα. Πάει, έσβησε το γένος του Οιδίποδα. Βαριά κατάρα πλακώνει την πόλη. Μα να, βλέπω να ’ρχονται τα κορμιά των νεκρών. Με τον ίδιο θάνατο κέρδισαν το αιώνιο σκοτάδι του Άδη.
Σκηνή 3 Β’ – ΘΡΗΝΟΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ
(Μπαίνουν στρατιώτες κρατώντας τα τρία φορεία με τους νεκρούς. Ακολουθεί η Αντιγόνη.)
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Με τα μαλλιά ξεσκέπαστα να πέφτουν στα τρυφερά μου μάγουλα και με την όψη κατακόκκινη, –όχι από ντροπής κοκκίνισμα παρθενικό– για τους νεκρούς ξεσκεπάζω το κεφάλι και λύνω τα μαλλιά μου, αυτούς θρηνώ θρήνο γοερό, ασταμάτητο θρήνο θρηνώ θρηνολόι σαν θρόισμα που σκίζει τον αέρα κι όλα θρηνούν μαζί μου γύρω μου Ουρανός και Γη πουλιά και συ γαλάζια θάλασσα θρηνείς και συ μαζί μου. Αχ, Πολυνείκη, τ’ όνομά σου βγήκε αληθινό για τη Θήβα για τη Θήβα η έχθρα σου φόνους πάνω στο φόνο ώσπου έσβησε το σπιτικό του Οιδίποδα. Αίμα πάνω στο αίμα και πάλι αίμα. Μέσα στο αίμα πνίγηκε για πάντα, χαρά της Ερινύας. Νάτοι οι νεκροί μου, μάνα κι αδέρφια. Ποια τραγουδίστρια, ποια μοιρολογίστρα, ποια θα μπορέσει να θρηνήσει μαύρο θρήνο για σας να πει. Δάκρυα, δάκρυα ατέλειωτα τρέξτε ώσπου να πνιγώ και να μη βλέπω. Ποια ελληνίδα ή βάρβαρη έπαθε πιο πολλά από μένα; Δάκρυα – για ποιον να ξεριζώσω τα μαλλιά μου; Για σένα, μάνα, που με βύζαξες για σας αδέρφια μου αγαπημένα. Φωτίζατε σαν Ήλιοι τη νιότη μου…
ΚΡΕΩΝ: Τα δάκρυα σταματήστε και τους θρήνους, είναι ώρα την ταφή τους να σκεφτούμε. Στο παλάτι μέσα να τους πάτε. Τούτον εδώ, τον Πολυνείκη, που την πατρίδα του ήρθε να κουρσέψει και να ρίξει στα σκυλιά, ρίξτε τον στα όρνια και στα σκυλιά ώσπου να σαπίσει το κορμί του. Και νόμο θέτω για όλους τους Θηβαίους: όποιος τολμήσει το νεκρό τούτον ν’ αγγίξει, θα πεθάνει! Και συ Αντιγόνη, σύρε στο σπίτι σταμάτα το τριπλό μοιρολόι και πρόσμενε το πένθος να τελειώσει για να φορέσεις πέπλα λευκά του γάμου σου με το γιο μου τον Αίμωνα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Πατέρα, πατέρα, τι πίκρα κι ασήκωτα δεινά μας βρήκαν. Μα πιο πολύ κι απ’ τους νεκρούς, εσένα κλαίω τα βάσανά σου ασύγκριτα είναι και σε ρωτάω, το νέο βασιλιά. Με ποιο δικαίωμα ντροπιάζεις το νεκρό μου, ποιος είσαι εσύ και βάζεις νόμους πάνω σε νεκρούς;
ΚΡΕΩΝ
Γνώμη του Ετεοκλή κι όχι δικιά μου.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Άμυαλη γνώμη κι εσύ που την εδέχθης.
ΚΡΕΩΝ
Πώς; Προσταγές να μην τις εκτελούμε;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ποτέ, αν είναι κακές και άδικες.
ΚΡΕΩΝ
Αν και Θηβαίος, τη Θήβα ήρθε να χτυπήσει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Όμως η Μοίρα τον τιμώρησε.
ΚΡΕΩΝ
Λοιπόν να ξέρεις, άταφος θα μείνει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Θα τόνε θάψω εγώ, αυτό να ξέρεις.
ΚΡΕΩΝ
Και τότε σένα στο πλάι του θα θάψω.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Τιμή μου να ’μαι δίπλα στους δικούς μου.
ΚΡΕΩΝ
Πιάστε την! Και στο σπίτι να την πάτε.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Όχι, τον σκοτωμένο δεν θ’ αφήσω. Περιφρονείς το νόμο του Θεού. Ένας ο νόμος: τους νεκρούς δεν πρέπει να ντροπιάζουν. Χώμα απαλό κανείς δε θα σου ρίξει. Στη μάνα μου την Ιοκάστη σε ικετεύω.
ΚΡΕΩΝ
Μοχθείς του κάκου.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Τότε άφησέ με να τον λούσω…
ΚΡΕΩΝ
Κι αυτό η πόλη δεν τ’ αφήνει.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
…να πλύνω τις λαβωματιές του…
ΚΡΕΩΝ
Ποτέ!
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
…στο στόμα τον αδελφό μου να φιλήσω.
ΚΡΕΩΝ
Κακό στο γάμο σου θα φέρει ο θρήνος.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Το γιο σου ζωντανή θαρρείς πως θα τον πάρω; Το σιδερένιο ξίφος μάρτυράς μου: θα φύγω με τον αδελφό μου.
Σκηνή 4
(Το σκηνικό της Πρώτης Σκηνής, έξω από τα τείχη. Ημίφως. Ξημερώνει. Μέσα από το σκοτάδι, καθώς προχωρεί η μουσική της Εισαγωγής, διακρίνεται το νεκρό σώμα του Πολυνείκη. Θα το έβλεπα δεμένο-σταυρωμένο χιαστί επάνω σε μια διχάλα, όχι κάθετα αλλά πλαγιαστά, σε οξεία γωνία. Απόλυτη ερημιά. Μπαίνει με προφύλαξη η Αντιγόνη. Αρχίζει να πλένει και να θρηνεί το νεκρό. Ξαφνικά εμφανίζεται ο Κρέων.)
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΚΡΕΩΝ
Πώς τόλμησες να παραβείς το νόμο;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Ποιο νόμο; Τον δικό σου; Δεν σκέφτηκες ποτές πώς οι δικές σου διαταγές μπορεί να γίνουν νόμος ισχυρότερος απ’ το νόμο των θεών. Εσύ, θνητός, περιφρονείς των αθανάτων τους άγραφους νόμους. Δεν είναι τωρινοί, απ’ τα βάθη των αιώνων έρχονται και στους αιώνες πάνε. Μη θέλεις λοιπόν να βλαστημήσω τους θεούς μόνο και μόνο από φόβο των ανθρώπων. Πως θα πεθάνω το ’ξερα. Αυτός ο θάνατος θα ’ναι για με χαρά. Όχι, δε με φοβίζει αυτός ο θάνατός μου αφού το χρέος μου ξεπλήρωσα θαρρώ. Τον αδελφό μου δεν αφήνω ντροπιασμένο, όπως ορίζουν οι θεοί που κυβερνούν έλουσα με τα ίδια μου τα χέρια περιφρονώντας τις δικές σου εντολές. Έτσι ελεύθερη, γεμάτη περηφάνια το σκαλοπάτι της ζωής μου θα διαβώ τις ιερές σκιές των πεθαμένων αγαπημένα πρόσωπα θα βρω. Μάνα γλυκιά, το φως του ήλιου βλέπω στερνή φορά κοντά σας για να ρθω. Αν το κεφάλι έσκυβα στο φόβο κι η δύναμή μου ήταν λιγοστή, δυστυχισμένη θα ‘μουν μες στο χρόνο θα πέθαινα την κάθε μια στιγμή.
ΧΟΡΙΚΟ (ΜΙΚΤΟ)
Περήφανη σαν τον πατέρα της κι αυτή δεν ξέρει μπρος στον δυνατό να γονατίζει.
ΚΡΕΩΝ
Μάθε πως τ’ αγύριστα κεφάλια συντρίβονται όπως το σίδερο που σπάει και ραγίζει. Το ’ξερε πως αυτά που κάνει ήταν πράξεις τρελές κι όμως το ’κανε και τώρα καμαρώνει και γελά με τα καμώματά της. Δεν θα ’μαι άντρας, άντρας θα’ ναι αυτή αν την αφήσω ατιμώρητα να κλωτσάει την ισχύ μου.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Μ’ έπιασες. Σκότωσέ με. Τι άλλο;
ΚΡΕΩΝ
Εγώ τίποτα. Σ’ έχω στο χέρι.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Γιατί λοιπόν αργείς; Περιφρονώ τα λόγια σου. Δόξα καλύτερη δεν θα ’βρισκα άλλη απ’ αυτή. Τούτοι εδώ στο βάθος συμφωνούν όμως ο φόβος τούς λυγίζει. Η τυραννία κοντά στα άλλα κάνει ό,τι θέλει και ό,τι θέλει λέει.
ΚΡΕΩΝ
Στη Θήβα μόνο εσύ τα βλέπεις έτσι.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Τα βλέπουνε κι αυτοί, όμως φοβούνται.
ΚΡΕΩΝ
Δεν ντρέπεσαι που πας ενάντιά τους;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Δεν είν’ ντροπή να σέβομαι το σπλάχνο της μητέρας μου.
ΚΡΕΩΝ
Κι ο Ετεοκλής δεν είναι σπλάχνο δικό της;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αίμα μου κι αυτός.
ΚΡΕΩΝ
Και πώς τιμάς αυτόν που ντρόπιασε τον άλλον;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ζω για ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι κι όχι να μισώ.
ΚΡΕΩΝ
Τράβα λοιπόν στον κάτω κόσμο, αφού το θες. Όσο εγώ θα ζω, γυναίκα δεν πρόκειται να διαφεντέψει.
(Οι φρουροί τρέχουν απότομα προς την Αντιγόνη, που έως αυτή τη στιγμή μένει ακίνητη. Την πιάνουν και την τραβούν βίαια προς τα έξω. Μπαίνει τρέχοντας ο Αίμων.)
ΚΡΕΩΝ
Παιδί μου, έμαθες μήπως πως τιμώρησα με θάνατο την Αντιγόνη κι έφτασες χολωμένος ή μήπως συμφωνείς και μ’ αγαπάς ακόμα;
ΑΙΜΩΝ
Είμαι δικός σου, πατέρα, τις συμβουλές σου πάντα άκουγα. Μπροστά τους ο γάμος τι βάρος να ‘χει;
ΚΡΕΩΝ
Μπράβο, παιδί μου, μπροστά στην πατρική τη γνώμη, τίποτα δε στέκει. Ευλογία τα πειθαρχικά παιδιά για να χτυπάνε τον εχθρό με λύσσα και να τιμούνε το γονιό τους. Μη χάσεις το μυαλό για τον πόθο μιας γυναίκας, γιε μου, τ’ αγκάλιασμά της παγωμένο θα ‘ναι σα σου βγει κακιά. Φτύσε την, γιε μου, σαν κατάρα κι άσ’ την να πάει να βρει γαμπρό στον Άδη. Εγώ την έπιασα να παραβαίνει το νόμο και στο λαό μπροστά δε δύναμαι να γίνω ψεύτης. Θα τη σκοτώσω.
ΑΙΜΩΝ
Πατέρα, ο νους είναι το πιο μεγάλο δώρο των θεών. Μιλάς σταράτα και σωστά, όμως είσαι ψηλά και δεν βλέπεις. Ο πολίτης φοβάται το βλέμμα σου, όμως εγώ μπορώ στα σκοτεινά ν’ ακούω και σου λέω, η πόλη θρηνεί την Αντιγόνη. Πράξη ωραία και ιερή έκανε να τιμήσει το νεκρό και τώρα άτιμα σβήνει. Δεν θα ‘πρεπε γι’ αυτό να τιμηθεί λαμπρά; Γι’ αυτό δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε γνώμη.
ΧΟΡΟΣ
Βασιλιά, αν μιλάω σωστά, άκουσέ τον προσεχτικά.
ΚΡΕΩΝ
Ένα παιδαρέλι θα ’ρθεί τώρα να μας μάθει στα γηρατειά;
ΑΙΜΩΝ
Για το δίκιο μιλάω κι αν είμαι νέος, τα έργα να μετράς κι όχι τα χρόνια.
ΚΡΕΩΝ
Έργο το λες να σέβεσαι τους ταραξίες;
ΑΙΜΩΝ
Της Θήβας ο λαός ομόφωνα τ’ αρνιέται.
ΚΡΕΩΝ
Η πόλη θα μου πει τι πρέπει εγώ να πράξω;
ΑΙΜΩΝ
Βλέπεις λοιπόν που μίλησες σαν παιδαρέλι;
ΚΡΕΩΝ
Με άλλον μαζί ή μόνος μου θα κυβερνώ την πόλη;
ΑΙΜΩΝ
Πόλη καμιά δεν είναι ενός ανθρώπου.
ΚΡΕΩΝ
Δεν ανήκει στον Άρχοντα;
ΑΙΜΩΝ
Όμορφα θα βασίλευες στην ερημιά.
ΚΡΕΩΝ
Αυτός, θαρρώ, με τη γυναίκα συμμαχεί.
ΑΙΜΩΝ
Αν είσαι συ γυναίκα… για σένα γνοιάζομαι. Λάθος κι άδικο έχεις.
ΚΡΕΩΝ
Ξεδιάντροπε! Λάθος να φέρομαι σαν βασιλιάς;
ΑΙΜΩΝ
Λάθος να κλωτσάς το νόμο των θεών.
ΚΡΕΩΝ
Σίχαμα! Σ’ έχει σκλαβώσει μια γυναίκα.
ΑΙΜΩΝ
Μ’ έχει σκλαβώσει η ντροπή.
ΚΡΕΩΝ
Δεν θα την πάρεις ζωντανή.
ΑΙΜΩΝ
Νεκρή; Νεκρός κι εγώ μαζί της.
ΚΡΕΩΝ
Φέρτε τη σιχαμένη και βάλτε την πλάι του. Μπροστά στα μάτια του να δει το θάνατό της.
ΑΙΜΩΝ
Ποτέ! Αυτό δε θα το δεις ποτέ! Κι ούτε ξανά την όψη μου θα δεις.
(Μένει λίγο ακίνητος. Ξαφνικά απότομα βγαίνει τρέχοντας.)
ΧΟΡΟΣ
Έφυγε, αφέντη, το παιδί όλο χολή και βιάση, θολώνει ο πόνος το μυαλό σαν είσαι νέος.
ΚΡΕΩΝ
Ό,τι κι αν κάνει, η απόφασή μου δεν αλλάζει.
ΧΟΡΟΣ
Θάνατος λοιπόν δεν βγαίνει απ’ το μυαλό σου.
ΚΡΕΩΝ
Σε πέτρινη βαθιά σπηλιά θα τήνε κλείσω ζωντανή-νεκρή κι αφού τον Άδη ξέρει να τιμά καθώς τιμά τους πεθαμένους, στον Άδη ας πάει κι αν βάλει γνώση, θα ‘ναι αργά γι’ αυτήν αφού ο θάνατος την περιμένει.
(Αποσύρεται με το κεφάλι σκυμμένο.)
ΧΟΡΟΣ
Έρωτα μάχαν ανίκατε
έρωτα στη μάχη ανίκητε
ορμάς και κατακτάς την πλάση
σε μάγουλα κοριτσιών κοιμάσαι
και σεργιανάς στις θάλασσες
σε σπίτια ερημικά στριφογυρίζεις
κανείς δε σου γλιτώνει κανείς θνητός
μήτε αθάνατος θεός
μπαίνεις μες στα κορμιά και τα τραυματίζεις
Έρωτα ανίκητε μάχαν ανίκατε
το νου θολώνεις
και σε χαμό οδηγείς.
Σκηνή 5 (FINALE)
(Σκοτάδι. Μετά από λίγο, εκτυφλωτική στιγμιαία λάμψη που τυφλώνει το κοινό. Μένει μέσα στο σκοτάδι που επανέρχεται το φάντασμα του Αίμωνα που μόλις διακρίνεται.)
ΑΙΜΩΝ
Έφτασα στον Άδη βιαστικά πριν από σένα, θα σε περιμένω για να ’ρθείς ξανά κοντά μου, τώρα πια δεν θα υπάρχουν εξουσίες φοβερές να μας χωρίσουν, ενωμένοι με του Χάρου τ’ αθάνατα δεσμά στο αιώνιο ταξίδι που ανοίγεται μπροστά μας, αγαπημένη.
(Αχνό, κίτρινο φως στην Αντιγόνη, που κάθεται στο χώμα με την πλάτη στον τοίχο.)
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Έρωτα μάχαν ανίκατε
έρωτα ανίκητε στη μάχη
έρωτα, που όσους κατακτάς, εξουσιάζεις,
(σηκώνεται)
κανείς θνητός δεν σου ξεφεύγει.
(Ο στρογγυλός κύκλος φωτός –με κέντρο την Αντιγόνη- κλείνει βαθμιαία.)
Ήλιε μου και φως αγαπημένο
ζωντανή-νεκρή σας χαιρετώ
τα σκαλιά του Άδη κατεβαίνω
πάω να παντρευτώ το θάνατο
το στερνό μου δρόμο τώρα παίρνω
άκλαυτη, μικρή κι ανύπαντρη
μόνη, δίχως φίλους, δίχως δάκρυα…
ΑΙΜΩΝ
Μόνη, δίχως φίλους, θα σ’ ακολουθώ.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
…στα σκοτάδια μέσα θα χαθώ…
(Ο κύκλος φωτός μόνο στο στήθος και στο πρόσωπο)
Μόνη, δίχως φίλους, δίχως δάκρυα, στα σκοτάδια…
ΑΙΜΩΝ
Μαζί… Μαζί σου κι εγώ.
(ο κύκλος φωτός μόνο στο πρόσωπό της. Μετά σκοτάδι.)
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
…μέσα θα χαθώ.
ΤΕΛΟΣ
ΗΛΕΚΤΡΑ
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: 1992 – 1993
ΑΘΗΝΑ & ΒΡΑΧΑΤΙ
Όπερα σε δύο πράξεις
Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή
Λιμπρέτο: Σπύρος Ευαγγελάτος – Μετάφραση: Κώστας Γεωργουσόπουλος
Μουσική Διεύθυνση
Μίκης Θεοδωράκης
Διανομή
Ηλέκτρα: Galina Dolbonos
Ορέστης: Vladimir Feljaer
Χρυσόθεμις: Emilia Titarenko
Κλυταιμνήστρα: Daria Rybakova
Παιδαγωγός: Peter Migounov
Αίγισθος: Eugeni Witshnewski
Πυλάδης: Sergej Leonwitch
Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της Αγίας Πετρούπολης
Τα Πρόσωπα
ΗΛΕΚΤΡΑ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
ΠΥΛΑΔΗΣ
Πρώτη πράξη
(CD I)
Παιδαγωγός / Ορέστης / Πυλάδης 9:13
Ηλέκτρα: Καθάριο φως …” 6:47
Ηλέκτρα: Της Περσεφόνης…4:34
Ηλέκτρα: Γέροντες και γυναίκες… 2:30
Ηλέκτρα: Απ’ όλες τις μέρες που φύγαν … 3:48
Χρυσόθεμις: Αδελφή μου, τι φωνές ήρθες πάλι να βάλεις … 4:24
Ηλέκτρα: Τέτοια λοιπόν γυρνάνε στο μυαλό τους…2:57
Χρυσόθεμις: «Λένε πως το γονιό μας είδε σ’ όνειρο…” 3:56
Ηλέκτρα: Καλή μου, ό,τι κρατάς στα χέρια σου …” 9:13
Χρυσόθεμις: Ναι, θα το κάνω… 1:18
(CD II)
Χορός: Αν δεν είμαι μαντεύτρα τρελή…4:04
Κλυταιμνήστρα: Αδέσποτη… 7:41
Κλυταιμνήστρα: Προστάτη Φοίβε … 3:33
Παιδαγωγός: Χαίρε, βασίλισσα… 5:40
Παιδαγωγός: Μετά το πρώτο το κακό… 2:16
Χορός: Τότε λαός πολύς το τίμησε… 4:36
Κλυταιμνήστρα: Θεέ μου, πώς να το πω; 3:43
Ηλέκτρα: Τώρα σπαράζω, Ορέστη για τα πάθη σου… 1:57
Ηλέκτρα: Αλίμονο, η μαύρη… 5:06
Ηλέκτρα: Τα ξέρω… 2:25
Πράξη δεύτερη
(CD III)
Χρυσόθεμις: Χαρά με κυνηγάει! 6:09
Ηλέκτρα: Ό,τι θα σ’ ορμηνέψω… 3:21
Χρυσόθεμις: Πού τάχα να στηρίχτηκες… 2:17
Ηλέκτρα: Αναπάντεχο τίποτα δεν είπες… 1:48
Χορός: Αφού τα φρόνιμα πετούμενα … 4:12
Ορέστης: Καλές γυναίκες … 4:31
Ηλέκτρα: Ω θυμητάρι του πιο αγαπημένου … 7:01
Ορέστης / Ηλέκτρα / Πυλάδης 3:03
Ορέστης / Ηλέκτρα ( Η αναγνώριση ) 6:21
Χορός: Έργο Θεού!… 0:48
Παιδαγωγός: Θεότρελοι και χτυπημένοι στο μυαλό… 2:33
Ηλέκτρα: Ήσουν εδώ και κρύφτηκες … 3:49
Όλοι μαζί: Απόλλων βασιλιά… 3:28
Ηλέκτρα: Καλές μου, όπου να ’ναι τελειώνουν οι άντρες… 3:03
Κλυταιμνήστρα: Αχ, αχ! Σπίτι έρημο από φίλους… 5:19
Αίγισθος: Ω! Δία!… 2:38
Αίγισθος: Σωστά μιλάς … 1:58
Ηλέκτρα: Μη, για το θεό, μην τον αφήσεις… 1:34
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
Σκηνή 1
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ορέστη, αγόρι του Αγαμέμνονος, Ορέστη, αξιώθηκες τώρα να δεις αυτό που πάντα κένταγε την όρεξή σου. Τώρα αντικρίζεις τη χρυσή Μυκήνα, απ’ όπου αγκαλιά σε πήρα, σε βάσταξα, σε γλίτωσα, σ’ ανάθρεψα, Ορέστη, τιμωρό των πατρικών αιμάτων.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ακριβέ ψυχοπατέρα, σαν έφτασα στο Πυθικό μαντείο για να μάθω πώς θα εκδικηθώ τους φονιάδες, ο Φοίβος μίλησε: «Χωρίς στρατό, ξαρμάτωτος και μόνος, με δόλο να πράξεις το δίκαιο φόνο». Λοιπόν, εσύ να πας στο σπίτι μέσα, μάθε το καθετί.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Δεν θα σ’ αναγνωρίσουν κι ούτε στο νου κακό θα βάλουν, έτσι που άσπρισες με τον καιρό.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μήνυσέ τους πως ο Ορέστης πέθανε από γραφτό της τύχης, κυλισμένος απ’ τ’ άρμα στους Πυθικούς αγώνες. Εμείς τον τάφο του πατέρα θα στολίσουμε, κατά την τάξη, με ωραία κομμένα μαλλιά και με χοές.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Ύστερα θα γυρίσουμε ξανά κρατώντας στάμνα χάλκινη στα χέρια, που θα ξέρεις στα θάμνα πως την κρύψαμε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Να φέρουμε με λόγια πλανερά σ’ αυτούς γλυκό μαντάτο πως το κορμί μου έρεψε, το ’φαγε η φλόγα και χώνεψε στη θράκα. Μόνο στα λόγια νεκρός και ζωντανός στα έργα τη δόξα θα κερδίσω. Κι έτσι καυχιέμαι ζωντανός πως θα βγω, σαν άστρο στους εχθρούς να λάμψω.
ΟΡΕΣΤΗΣ – ΠΥΛΑΔΗΣ – ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Του πατέρα μου γη και θεοί του τόπου μου (του) καλοδεχτείτε με (τον) σ’ αυτά τα μονοπάτια, κι εσύ, παλάτι πατρικό, έρχομαι (έρχεται) να ξεπλύνω (-νει) τις ντροπές από θεούς σταλμένος. Με καταφρόνια μη με (τον) διώξετε από δω. Μα κληρονόμο πάλι κι άρχοντα μες στο σπίτι μου (του).
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλίμονό μου η μαύρη!
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Σαν κάποια ψυχοκόρη ν’ άκουσα ν’ αναστενάζει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Λες να ‘ναι η Ηλέκτρα η άμοιρη;
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ώρα για δράση, εγώ στο χρέος κι εσείς
ΟΡΕΣΤΗΣ – ΠΥΛΑΔΗΣ – ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Σπονδές στον τάφο του πατέρα σου (μου) να χύσετε (-σουμε), αυτά θα φέρουν στο σκοπό τη νίκη και το κέρδος.
Σκηνή 2
ΗΛΕΚΤΡΑ
Καθάριο φως κι αγέρα, της γης αδερφέ, πόσες των θρήνων κραυγές, πόσες ακούς βροντερές χτυπιές στέρνων καταματωμένων, κάθε φορά που η ζοφερή νύχτα στερεύει. Και πάντα θα θρηνώ για το δυστυχισμένο τον πατέρα μου, που σε βάρβαρη γη δεν του χάρισε θάνατο ο Άρης, η μάνα μου όμως κι ο εραστής, ο Αίγισθος, με φονικό τσεκούρι το κεφάλι του σκίζουν. Κι άλλος από μένα κανένας δε σε πόνεσε, πατέρα, που τέτοιο φριχτό, πικρό θάνατο βρήκες. Μα ποτέ δε θα πάψω να θρηνώ, να βογκώ γοερά, όσο θα βλέπω των άστρων το φέγγος να τρέμει και όσο της μέρας το φως. Να σκούζω σαν αηδόνα που τα παιδιά της έχασε και στα πατρικά πεζούλια ο λάλος να πηγαινοφέρνει τον αντίλαλο.
Σκηνή 3
ΗΛΕΚΤΡΑ
Της Περσεφόνης και του Χάρου κατοικιά, του Κάτω Κόσμου Ερμή, Αρά-κατάρα, κόρες θεών, Ερινύες σεμνές που βλέπετε τους αδικοχαμένους, [αλλά κι όσους τρυπώνουν σε κρεβάτια ξένα, ελάτε, συντρέχτε, πληρώστε του δικού μου πατέρα το φόνο! Και στείλτε μου τον αδελφό γιατί μόνη μου πια δεν μπορώ, δε βαστάω το βαρύ τ’ αντιζύγι της λύπης]. (δις)
ΧΟΡΟΣ
Κόρη, κόρη κακορίζικης μάνας, Ηλέκτρα, πάντα σου έτσι σ’ αχόρταγο θρήνο θα λιώνεις γιατί η μάνα σου παγίδεψε τον Αγαμέμνονα και τον έριξε σ’ άτιμα χέρια. Να χαθεί όποιος τα ’πραξε, αν ταιριάζει να το ξεστομίζω.
Σκηνή 4
ΗΛΕΚΤΡΑ
Γέροντες και γυναίκες από αρχοντική γενιά, ήρθατε στα βάσανά μου συμπαραστάτες, όμως δε θέλω να πάψω να σπαράζω για τον άμοιρο τον πατέρα μου. Αφήστε με, σας ικετεύω, να παραδέρνω στη μανία μου.
ΧΟΡΟΣ
Ν’ αναστήσεις απ’ τον Άδη δεν μπορείς με φωνές και παρακλήσεις. Σ’ ανώφελο πόνο βουλιάζεις κι απ’ τα δεινά σου λύτρωση καμιά.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αστόχαστος όποιος φριχτά τους φευγάτους γονιούς λησμονεί.
ΧΟΡΟΣ
Όμως υπάρχει το ευλογημένο παλικάρι που η γη των Μυκηναίων η ένδοξη με τον καιρό θα το δεχτεί, όταν θα ’ρθει ξανά. Ο Ορέστης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αυτός, που ακούραστα προσμένοντας, άτεκνη, άμοιρη κι ανύπαντρη, πορεύομαι τ’ ατελείωτο της μοίρας βάσανό μου. Όμως αυτός, ενώ ποθεί, δεν αξιώθηκε να μου προβάλει.
ΧΟΡΟΣ
Βάστα γερά, κόρη μου, βάστα γερά. Υπάρχει ο μέγας, ο ουράνιος Ζευς που όλα τα βλέπει και τα στεριώνει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Χωρίς ελπίδα έζησα ως τώρα τη ζωή. Ψυχή να με συντρέξει φιλική καμιά και σα μια τιποτένια ξένη τα πατρικά μου συγυρίζω τα δωμάτια μ’ αυτά τα ρούχα της ντροπής και σ’ ορφανά τραπέζια τριγυρίζω.
ΧΟΡΟΣ
Φριχτή του γυρισμού φωνή, φριχτή στα πατρικά κρεβάτια, όταν ο μπρούντζος του μπαλτά σφηνώθηκε στα στήθια του. Ο δόλος τα σοφίστηκε, ο έρωτας σκοτώνει, τρόμου γενιά φυτεύοντας με τρόμο, είτε θεός είτε θνητός ήταν ο δράστης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Απ’ όλες τις μέρες που ‘φυγαν, εκείνη η πιο μισητή μου! Νύχτα και δείπνα ανείπωτα και φρίκη, σαν ο πατέρας μου δοκίμασε το θάνατο της ντροπής απ’ τα δικά τους χέρια που τη ζωή μου κούρσεψαν, με πρόδωσαν, με ρήμαξαν, ο μέγας θεός στον Όλυμπο αντίποινα πάθη να πάθουν ας δώσει.
ΧΟΡΟΣ
Στη γειτονιά των δυνατών, καβγάδες μην ανάβεις.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αν ο νεκρός μου χώμα και άλλο τίποτα δεν είναι ο κακορίζικος, κι αν πάλι εκείνοι αίμα για αίμα δεν πληρώσουνε, ντροπή κι ευσέβεια βούλιαξαν στα μάτια των ανθρώπων.
ΧΟΡΟΣ
Μη λες πια τώρα τίποτα. Στη θύρα βλέπω τη Χρυσόθεμη, την αδελφή σου. Κρατάει στα χέρια της χοές που από συνήθειο στους νεκρούς προσφέρουν.
Σκηνή 5
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Αδερφή μου, τι φωνές ήρθες πάλι να βάλεις με κούφιο κι ανώφελο πάθος; Αν είχα θάρρος, θα σ’ το ‘δειχνα τι σκέφτομαι για κείνους. Το δίκιο, όπως εσύ το κρίνεις, είναι. Μ’ αν θέλω λεύτερη να ζω, θα σκύβω πάντα στους αφέντες.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φοβερό, ενώ είσαι του πατέρα σου παιδί, να το ξεχνάς και τη μάνα σου να γνοιάζεσαι. Όλες οι συμβουλές σου, δικά της δασκαλέματα, ούτε μια λέξη δεν είναι δική σου. Εγώ σκέφτομαι μόνο του πατέρα την εκδίκηση κι ούτε συντρέχεις κι απ’ το στόχο μου με βγάζεις. Δε βάζεις πάνω στην ασέβεια δειλία κιόλας; Συ, κι αν μισείς, μισείς με λόγια μόνο, στην πράξη όμως μόνοιασες με τους φονιάδες. Δε λαχταράω τις τιμές που σου ’χουν τύχει. Και συ δεν θα ‘πρεπε, αν είχες νου. Ενώ μπορούσαν να σε λεν παιδί του πιο τρανού πατέρα, πάρε της μάνας τ’ όνομα, κακή στον κόσμο να φανείς, αφού πατέρα πρόδωσες νεκρό και τους δικούς σου.
ΧΟΡΟΣ
Όχι θυμούς, για το θεό! Έχουν τα λόγια κέρδος και των δυο, αν πάρεις τα δικά της δάσκαλο και τούτη τα δικά σου.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Συνήθισα τα λόγια της, πολίτες, ούτε θα τα θυμόμουν, αν δεν άκουγα πόσο μεγάλο κακό την καρτερεί που θα στομώσει τα πολλά τα κλάματά της. Όλα θα σου τα πω που ξέρω. Αν τους θρήνους δε σώσεις, εκεί θα σε στείλουν που πια του ήλιου το φως δε θα δεις, μα ζωντανή σε χωματένια φυλακή χωστή και μακριά, έξω απ’ τη χώρα, θα ψέλνεις τα δεινά σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τέτοια λοιπόν γυρνάνε στο μυαλό τους;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Αυτά θα πάθεις όταν γυρίσει ο Αίγισθος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να ’ρθει, αν είναι γι’ αυτά, και γρήγορα.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Σαν τι να καταριέσαι, κακορίζικη;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Νά ‘ρθει, αν το ‘βαλε στο νου του να το κάνει.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Πού τρέχει ο νους σου; Σαν τι να πάθεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να φύγω μακριά σας, πολύ μακριά.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Και τούτη τη ζωή την απαρνιέσαι;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Καμάρωσε ζωή! Δεν είναι ωραία;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Μα είναι κακό απ’ την αποκοτιά να σωριαστείς.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να σωριαστούμε, αν είναι για τον πατέρα μας.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Όπου με στείλαν τότε, να πηγαίνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Για πού κινάς; Για ποιον τα πρόσφορα;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Με στέλνει η μάνα στον τάφο του πατέρα για σπονδές.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι λες; Σπονδές στον εχθρό της τον ανήμερο;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Σ’ αυτόν που σκότωσε, τούτο δε θες να πεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φίλος την παρακίνησε; Το κάνει χάρη; Και ποιανού…
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Πήρε τη νύχτα μια τρομάρα, λένε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω πατρικοί θεοί, έστω κι αργά, βοηθάτε.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Με την τρομάρα τούτη ξεθαρρεύεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αν μου το ‘λεγες σαν τι είδε, θα μιλούσα.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Λένε πως το γονιό μας είδε σ’ όνειρο, όταν εκείνος ντύθηκε στο φως και πρόβαλε μπροστά της. Λένε πως δίπλα στη φωτιά επήρε κι έμπηξε το σκήπτρο που κρατούσε και τώρα το ‘χει ο Αίγισθος και κείνο φούντωσε και πέταξε βλαστάρι που σκέπασε όλη των Μυκηνών τη χώρα, ίσκιος βαρύς.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Καλή μου, ό,τι κρατάς στα χέρια σου, μην τ’ ακουμπάς στον τάφο. Ανόσιο πράμα κι άπρεπο από γυναίκα μισητή να πας χοές και προσφορά στο μνήμα του πατέρα. Σκόρπισέ τα στον άνεμο, σκάψε βαθιά, παράχωσέ τα και στην πλάκα του πατέρα να μη φτάσουνε ποτέ, μα σαν πεθάνει εκείνη, να σώσει να τα χαίρεται στον Κάτω Κόσμο. Σκέψου, το βάζει ο νους σου, πώς θα δεχόταν ο νεκρός στον τάφο του τα πρόσφορά της, αφού τον σκότωσε άτιμα και σαν εχθρό τον έκανε κομμάτια και καθαρίστηκε σφουγγίζοντας το αίμα στα μαλλιά της; Τα πρόσφορα τη λύνουν απ’ το κρίμα; Δε γίνεται. Μ’ άφησε αυτά και κόψε από τις άκρες των μαλλιών πλεξίδες. Δώσε από μένα προσφορά αυτή τη ζώνη μου τη φτηνοδουλεμένη. Πέσε στα γόνατα και ζήτησε ο πατέρας να ‘ρθει βοηθός ενάντια στους εχθρούς. Πιστεύω, ναι, πιστεύω πως να της στείλει φρόντισε ο ίδιος τ’ απαίσια σημάδια των ονείρων. Καλόγνωμος κι ο Ορέστης, ο αδελφός, να ‘χει ζωή με του θεού τη δύναμη να τους ποδοπατήσει. Να με συντρέξεις, αδελφή, σ’ αυτά. Βόηθα και μένανε και σένα και τον αγαπημένο σ’ όλους μας πατέρα που κείτεται στον Άδη.
ΧΟΡΟΣ
Μιλά το σέβας, κι εσύ, καλή μου, αν έχεις νου και φρόνηση, θα κάνεις ό,τι λέει.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Ναι, θα το κάνω. Το δίκιο δεν είναι λογικό να μας χωρίζει εμάς τις δυο, στην πράξη σπρώχνει. Φίλες καλές, για το θεό, κλειστό το στόμα, ώσπου το έργο να τελειώσει. Γιατί, αν μάθει η μάνα τίποτα, θαρρώ πικρή θα λάβω πληρωμή για τέτοια τόλμη.
Σκηνή 6
ΧΟΡΟΣ
Αν δεν είμαι μαντεύτρα τρελή κι αν δεν στερέψανε τα λογικά μου, έρχεται προφήτισσα Δίκη κρατώντας στα χέρια τη δίκαια δύναμη. Μπήκε στη στράτα, παιδί μου, μικρός ο καιρός. Πήρα τα θάρρη μου ακούγοντας γλυκόπνοα νωπά τα όνειρά τους. Δε λησμονεί των Ελλήνων ο άναξ που σ’ έσπειρε, ούτε και το παλιό το δίστομο, το χάλκινο τσεκούρι που της ντροπής τον ξάπλωσε κατάχαμα χτυπώντας. Πολύποδη θα ’ρθει με χέρια μύρια, χαλκόποδη, κρυμμένη σε φριχτές παγάνες, Ερινύα. Για ματωμένους γάμους πεθυμιά αταίριαχτη, τους μπήκε παράνομη, γι’ αυτό κι έχω τα θάρρη μου πως αλάθευτο σιμώνει το σημάδι για χάρη μας καταπάνω στους δράστες και στους συντρόφους τους. Των θνητών τα μαντέματα για χρησμούς και για όνειρα φρίκης ένα τίποτα – το φανέρωμα τούτης της νύχτας αν δεν αληθέψει.
Σκηνή 7
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Αδέσποτη σε πιάνω πάλι να γυρνάς. Είναι φευγάτος ο Αίγισθος που σε κρατούσε πάντα να μην ντροπιάζεις τους δικούς σου στο κατώφλι. Πάντοτε ουρλιάζεις πως είναι τύραννος και κυβερνώ παράνομα και πως περιφρονώ και σε και τα δικά σου. Μοναδικό, παντοτινό σου πρόσχημα, πως ο πατέρας επέθανε από μένα. Από μένα! Το παίρνω πάνω μου και δεν τ’ αρνιέμαι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Λες τον πατέρα μου πως σκότωσες, γίνεται λόγος πιο ξεδιάντροπος; Είχες δεν είχες δίκιο, άδικα τον σκότωσες.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Το παίρνω πάνω μου και δεν τ’ αρνιέμαι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλλά σε πλάνεψε άντρας κακός που τώρα μόνοιασες μαζί του.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Όμως η Δίκη τον σκότωσε κι όχι εγώ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ρώτα την Άρτεμη την κυνηγήτρα ποιος έφταιγε και στην Αυλίδα κράτησε τον ταξιδιώτη άνεμο. Για το στρατό κλειστός ο δρόμος της Τροίας και της πατρίδας, για τούτο με τη βία, με δισταγμούς πολλούς, στο τέλος την θυσίασε. Κι όχι για το Μενέλαο.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Γιατί ο πατέρας σου, που όλο τον κλαις, ήταν ο μόνος Έλληνας που τόλμησε θυσία να προσφέρει την αδερφή σου μιας κι όταν έσπερνε δεν πόνεσε καθώς εγώ σαν την γεννούσα. Ω! Λοιπόν, κακός κι αστόχαστος ήταν πατέρας. Έτσι θαρρώ κι ας είχες άλλη γνώμη. Θα συμφωνούσε κι η νεκρή αν έπαιρνε φωνή.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κλειστός ο δρόμος της Τροίας και της πατρίδας, για τούτο τη θυσίασε. Αν πάλι για κείνον το ’καμε θέλοντας να τον σώσει, χρωστούσε να πεθάνει απ’ το χέρι σου; Με ποιο Νόμο; Κοίτα καλά! Βάζοντας τέτοιο νόμο, βάζεις θηλιά κακή στο σβέρκο σου και θα το μετανιώσεις.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Δεν με βαραίνουν όσα έχω καμωμένα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αν είναι να σκοτώνει ο ένας τον άλλον, πρώτη θα πεθάνεις εσύ με τέτοιο νόμο. Μα πες μου, αν αγαπάς, τι σ’ έπιασε να κάνεις του κόσμου τα αισχρά τα πράγματα; Με το φονιά κοιμάσαι, αφού ξεπάστρεψες μαζί του τον πατέρα μου, κάνεις παιδιά, ενώ τα νόμιμα και τα βλογητικά στην εξορία κρατείς. Θες και να σε παινέψω; Ή μήπως πεις πως το κορίτσι σου εκδικιέσαι; Κι ο άλλος μακριά, μόλις που ξέφυγε απ’ τα χέρια σου, ζει μαύρη ζωή ο δύστυχος Ορέστης, που πάντα μου χτυπάς πως τιμωρό πως μεγαλώνω. Αν πέρναγε απ’ το χέρι μου, θα το ’κανα κι αυτό. Εκδίκηση, εκδίκηση για τον πατέρα!
ΧΟΡΟΣ
Βλέπω και βράζει από θυμό, αλλά δε βλέπω να σκοτίζεται αν έχει η Ηλέκτρα δίκιο.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ένα κορίτσι έτσι να ξεφτιλίζει μάνα; Και δε θαρρείς ότι μπορεί αδιάντροπα το καθετί να πράξει;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τα έργα της ντροπής από ντροπές μαθαίνουμε.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Πλάσμα ξεδιάντροπο, αλήθεια, εγώ τα λόγια μου, τα έργα μου, πάρα πολλά σ’ αφήνουμε να λες.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εγώ τα λέω; Συ τα λες, αφού τα πράττεις.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Μα τη θεά την Άρτεμη, το θράσος τούτο θα πληρώσεις, σα θα γυρίσει ο Αίγισθος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Βλέπεις που παραφέρεσαι; Μ’ αφήνεις πρώτα να σου πω τι θέλω, ενώ δεν έμαθες ν’ ακούς!
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ούτε θ’ αφήσεις τη θυσία μου να κάνω δίχως μιλιά, που σ’ άφησα να πεις ό,τι είχες;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σ’ αφήνω, εμπρός, θυσίαζε και μην τα βάζεις με το στόμα μου. Κλειστό από δω και πέρα.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις τα λόγια μου τα σκεπασμένα, προστάτη Φοίβε, σε φίλους δε μιλώ μπροστά κι ούτε στο φως μπορώ όλα να ξεσκεπάσω. Αλλά τα δίστομα των ονείρων φαντάσματα που είδα τη νύχτα, άναξ Απόλλων, αν ήτανε καλό σημάδι, κάνε να βγουν αλήθεια, αν ήτανε κακό, να πέσουν πάνω στους εχθρούς και μην αφήσεις απ’ τα πλούτη μου να με πετάξουν όσοι το μηχανεύονται κρυφά με δόλο…
ΧΟΡΟΣ
Η Κλυταιμνήστρα φοβάται, το όνειρο την τρομάζει.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
…αλλά να ζω ζωή γαληνεμένη πάντα, να κυβερνώ των Ατρειδών τα σπίτια και το στέμμα κι απ’ τα παιδιά μου να ’χω όσα δε με ποτίζουν λύπες και φαρμάκια.
ΧΟΡΟΣ
Η Κλυταιμνήστρα μες στα δίχτυα σε τύλιξε τώρα, η αράχνη. Υπάρχει θεός τιμωρός. Παγίδα σου στήνει φοβερή.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Για τ’ άλλα πια κι αν σωπαίνω εγώ, είσαι θεός και καρτερώ πως θα τα καταλάβεις.
Σκηνή 8
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Χαίρε, βασίλισσα. Καλά μαντάτα φέρνω σε σένα και τον Αίγισθο από δικό σας φίλο.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Λόγος καλοδεχούμενος. Θέλω να μάθω πρώτα ποιος άνθρωπος σε στέλνει.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ο Φωκίτης ο Φανοτεύς. Σπουδαίο νέο φέρνω.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ποιο, ξένε, πες το. Φίλος σε στέλνει, δεν αμφιβάλλω, καλό θα πεις μαντάτο.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Πέθανε ο Ορέστης.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ώχου μου, σήμερα χάθηκα!
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τι λες; Τι λες, ξένε; Μην την ακούς.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Πως πέθανε ο Ορέστης, είπα και ξαναλέω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Χάθηκα η άμοιρη και τίποτα δεν είμαι.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Κοίταξε τα δικά σου εσύ. Μα πες μου, ξένε, την αλήθεια, πώς εχάθηκε;
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Γι’ αυτό με στείλαν και θα τα πω με τη σειρά. Πήγε κι αυτός στους Δελφικούς Αγώνες για να κερδίσει το στεφάνι. Πώς να σου πω με λόγια λίγα τις νίκες τις πολλές που νίκησε τ’ αγόρι σου, δεν ξέρω. Τούτο μονάχα: σ’ όσους προκήρυξαν αγώνες οι αθλοθέτες πήρε μέρος και βγήκε νικητής. Όταν όμως κάποιος θεός χτυπήσει, τρανός κι αν είσαι, να το ξεφύγεις δεν μπορείς. Την άλλη μέρα, το ξημέρωμα, στους γρήγορους αγώνες των αλόγων, μπήκε στο στίβο με πολλούς αρματοδρόμους. Στάθηκαν όπου τάξαν οι κριτές, μπήκαν στ’ αμάξια και με σκούξιμο της σάλπιγγας ορμήσαν. Βαθιά κεντούσαν τ’ άλογα, ετίναζαν τα γκέμια. Ο δρόμος όλος γέμισε χτύπους αρμάτων βροντερών. Ο κουρνιαχτός σηκώθηκε ψηλά κι όλοι μαζί ανάκατα κι αλύπητα μοιράζανε κεντιές για να περάσουν τους τροχούς των άλλων αμαξιών. Ορθά κρατιόνταν στην αρχή τ’ άρματα όλα. Ύστερα, τ’ ατίθασα πουλάρια του Αινιάνα όταν τελείωναν την έκτη τη στροφή του στίβου, χτυπούν κατάμουτρα στο λιβυκό τ’ αμάξι. Μετά το πρώτο το κακό, σωριάζονταν ο ένας πάνω στον άλλο τσακισμένοι κι ο στίβος όλος της Κρίσας γέμισεν άλογα και ναυάγια. Καλός στο χαλινάρι ο Αθηναίος, τραβάει παράμερα κι ανοίγεται. Ο Ορέστης στερνός οδηγούσε. Βλέπει τον Αθηναίο να ’χει μείνει μοναχός και σφυριχτή καμουτσικιά δίνει στ’ αυτιά των πουλαριών, τον παίρνει στο κατόπι και ζευγάρι τρέχανε πότ’ ο ένας μπροστά και πότε ο άλλος. Απάντεχα τ’ αριστερό το γκέμι στη στροφή λασκάροντας χτυπά στον ακρινό το στύλο, τ’ αξόνι τσάκισε στα δυο. Γλιστράει, πέφτει και μπερδεύεται στα χαλινάρια. Τότε λαός πολύς το θρήνησε το παλικάρι.
ΧΟΡΟΣ
Τότε λαός πολύς το τίμησε το παλικάρι να σέρνεται στη γη, στον ουρανό να δείχνει τα ποδάρια.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ώσπου μόλις που μπόρεσαν αρματηλάτες να σταματήσουν τ’ άλογα που τρέχαν να τόνε λύσουν, ματωμένο τόσο που φίλος δε θα γνώριζε κανείς το θλιβερό κορμί του.
ΧΟΡΟΣ
Τότε λαός πολύς το τίμησε το παλικάρι να σέρνεται στη γη, στον ουρανό να δείχνει τα ποδάρια.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Τον κάψαν στη φωτιά ευθύς και σε μικρό λαγήνι χάλκινο, το μέγα σώμα, στάχτη φριχτή, το κουβαλούν Φωκίτες διορισμένοι στην πατρική του γη να βρει δυο μέτρα τάφο. Έτσι που λες μ’ αυτά. Και να τα πεις, πονάς. Μα κείνοι που τα ζήσαν και τα ζήσαμε, κακό μεγάλο σαν κι αυτό δεν είδαμε ποτέ μας.
ΧΟΡΟΣ
Φως φανερό, χάθηκε, ξεριζώθηκε όλη η γενιά των παλαιών μας βασιλιάδων.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Θε μου, πώς να το πω; Καλοτυχιά ή συμφορά με κέρδος; Λυπάμαι που σώζω τη ζωή μου με τα δικά μου βάσανα.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Κυρά μου, βαρύθυμη γιατί με τέτοια νέα;
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τι θάμα η μάνα! Κι αν τυραννιέται απ’ τα παιδιά, δεν τους κρατάει μίσος.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Χαμένος κόπος, φαίνεται, που φτάσαμε.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Χαμένος κόπος; Μπορείς να λες χαμένος, που έφτασες και μου ‘φερες σημάδια πιστευτά πως πέθανεν εκείνος όπου του φύσηξα ζωή, βγήκε από του κόρφου μου τη ζέστα και στοίχειωσε την ξενιτιά; Μόνο για του πατέρα του το φόνο μού έταξε δεινά και μ’ απειλούσε πάντα να τα πράξει. Τώρα όμως, τη μέρα τούτη, γλίτωσα το πλάκωμα του φόβου εκείνου κι αυτηνής, που στάθηκεν αρρώστια του σπιτιού μου. Τώρα, ναι, λέω πως ξέγνοιαστες, δίχως φοβέρες, τις μέρες θα περνάμε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τώρα σπαράζω, Ορέστη, για τα πάθη σου, που ακόμα και νεκρό σε βρίζει η μάνα σου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Όμως εκείνος καλά είναι εκεί.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Του πεθαμένου Νέμεση, άκουσέ την!
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τ’ άκουσε τα σωστά κι έβγαλε δίκια κρίση. Πολλά σου αξίζουν, ξένε, που ήρθες, αν έπνιξες για πάντα τη φωνή της.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Αν παν καλά τα πράγματα, εγώ να φεύγω.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ποτέ! Ούτε σε μένα κι ούτε στο φίλο που σ’ έβαλε στο δρόμο δε θα ταίριαζε. Πέρασε μέσα κι άσε την τούτη να βογκά τα μύρια βάσανά της στο κατώφλι.
Σκηνή 9
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλίμονό μου, η μαύρη, πέθανες και μ’ αφάνισες, Ορέστη μου, καλέ μου. Πήρες το δρόμο σου κι απ’ τα σπλάχνα μου ξερίζωσες όσες ελπίδες φύτρωναν πως θα γυρίσεις ζωντανός και του πατέρα τιμωρός και μένα της ταλαίπωρης. Τώρα είμαι μόνη, δίχως πατέρα, δίχως εσένα. Πρέπει να σκύψω το κεφάλι στους πιο τρανούς εχθρούς μου, στου γονιού μου τους φονιάδες. Άααα! Στα χρόνια που θα ‘ρθουν δε θα πατήσω σπίτι τους, θα πέσω στο κατώφλι τούτο δω, δίχως δικούς σιγά σιγά να λιώσω, κι αν γίνω βάρος για τους μέσα, να με σκοτώσουν, ο θάνατος χαρά, λύπη να ζω, δεν τη διψάω τη ζωή.
ΧΟΡΟΣ
Πού ’ναι λοιπόν του Διός οι κεραυνοί, πού ‘ναι κι ο ήλιος ο λαμπρός, αν τούτα τα βλέπουν κι ατάραχοι όλα τα κρύβουν;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αχ και αχ!
ΧΟΡΟΣ
Μην κλαις, παιδί μου!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ανάθεμα…
ΧΟΡΟΣ
Μην πεις μεγάλο λόγο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μ’ αφάνισες.
ΧΟΡΟΣ
Μα πώς;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Γι’ αυτούς που παν στον Άδη, ελπίδες αν κρατάς με γκρεμίζεις βαθύτερα.
ΧΟΡΟΣ
Ξέρω τον άνακτα Αμφιάραο, που από γυναίκας χάθηκε δίχτυ χρυσό και τώρα μες στη γη…
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αχ κι αχ!
ΧΟΡΟΣ
…πάμψυχος διαφαντεύει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αχ!
ΧΟΡΟΣ
Και πάλι αχ! Όμως η φόνισσα…
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σφάχτηκε
ΧΟΡΟΣ
Ναι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τα ξέρω. Μα τιμωρός εκείνου φάνηκε στα πάθη του. Για μένα πια κανένας δεν υπάρχει, αυτός που ήταν, άφαντος εχάθηκε.
ΧΟΡΟΣ
Δύστυχη εσύ, τα δύστυχα κερδίζεις.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ξέρω, ξέρω καλά, σωρός ολοχρονίς σ’ άλλο σωρό οι φοβερές συμφορές μου στοιβάζονται.
ΧΟΡΟΣ
Νιώθω γιατί βογκάς.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μη τότε, μη με τραβάς εκεί που…
ΧΟΡΟΣ
Τι λες;
ΗΛΕΚΤΡΑ
…σωθήκαν οι ελπίδες μου πως θ’ ακουμπούσα σε κλαδί από την ίδια ρίζα.
ΧΟΡΟΣ
Όλοι γραμμένοι του θανάτου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Έτσι; Όπως αυτός ο δύστυχος με τα σημαδεμένα γκέμια τον αντάμωσε στο λεύτερο αγώνα των αρμάτων;
ΧΟΡΟΣ
Παράλογο κακό.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και πώς δεν είναι, αφού στην ξενιτιά κι από τα χέρια μου μακριά…
ΧΟΡΟΣ
Χαμός!
ΗΛΕΚΤΡΑ
…χάθηκε, τάφο δίχως να δεχθεί τους δικούς μου θρήνους.
ΧΟΡΟΣ
Όλοι γραμμένοι του θανάτου. Ω δύστυχη Ηλέκτρα, να θρηνείς, σου πρέπει να θρηνείς.
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Σκηνή 10
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Χαρά με κυνηγάει, καλή μου. Χαρά σου φέρνω και ξανάσαμα σε συμφορές αλλοτινές που τόσο θρηνωδούσες.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Για τα δεινά μου που γιατρειά δεν παίρνουν, πού θα βρεις φάρμακο;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Μας ήρθε ο Ορέστης· άκου με καθαρά και πίστεψέ με.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τα ’χεις χαμένα, δύστυχη, και παίζεις με τις δικές σου συμφορές και τις δικές μου;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Μα το σπίτι μας! Κοντά μας είναι εκείνος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλιά σου, δόλια! Ποιανού τα λόγια άκουσες κι αψήφιστα γι’ αληθινά τα πήρες;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Εγώ από μόνη μου είδα σημάδια φανερά και πίστεψα. Όταν πήγα στον τάφο του πατέρα, πάνω στην κορφή του βλέπω γάλα χυμένο και νεοράντιστο και γύρω- γύρω λουλούδια πλήθος να ‘ν’ στο μνήμα σα στεφάνι. Και κει ψηλά, στου τύμβου την κορφή, βλέπω ένα βόστρυχο μαλλιών κομμένο πρόσφατα. Τον είδα, η μαύρη, κι ευθύς σφηνώθηκε στο νου γνωστή μορφή, πως βλέπω σημάδι αλάθευτο του πιο αγαπημένου μέσα σ’ όλους, του Ορέστη μας. Θάρρος, καλή μου, θάρρος.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ώρα κουνάω την κεφαλή στο παραλόγισμά σου.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Μα τι; Χαρά δε νιώθεις μ’ όσα λέω;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δεν ξέρεις πού πατάς και πού βαδίζει ο νους σου.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Πράματα καθαρά που είδα, πώς δεν ξέρω;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πέθανε, δύστυχη. Μην περιμένεις σωτηρία να φέρει. Σκοτάδι προς τα κει.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Συμφορά μου! Πού τ’ άκουσες; Ποιος σου το ‘πε;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κάποιος που ήτανε κοντά του σα χανόταν.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Πού ‘ναι τος; Σαστίζω που το σκέφτομαι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μέσα. Χαρά της μάνας κι όχι λύπη, βέβαια.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Συμφορά μου! Ποιανού λοιπόν οι μύριες προσφορές στον τάφο του πατέρα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κάποιος, θαρρώ, θα τα ‘φερε μνημόσυνο του πεθαμένου Ορέστη.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Η δύστυχη! Τρεχάτη και χαρούμενη έφερνα τα μαντάτα, δίχως να ξέρω τι κακό μας βρήκε. Φτάνοντας τώρα, κοντά στην πρώτη, βρίσκω καινούρια συμφορά.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αυτά σε βρήκαν. Αλλά αν μ’ ακούσεις, της τωρινής σου συμφοράς το βάρος θα πετάξεις.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Μήπως ποτέ τους πεθαμένους θ’ αναστήσω;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δε μίλησα γι’ αυτό, τόσο τρελή δεν είμαι.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Σαν τι αγαπάς και μου περνά απ’ το χέρι;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ό,τι θα σ’ ορμηνέψω να τολμήσεις. Ξέρεις πως παραστάτη δικό μας δεν έχουμε πια. Ο Άδης μάς τους πήρε κι ορφανέψαμε κι έτσι μονάχες μείναμε στον κόσμο. Τώρα που ο Ορέστης δεν υπάρχει πια, γυρνώ σε σένα που του πατέρα τον φονιά, τον Αίγισθο, μαζί μου θα σκοτώσεις. Θα κάθεσαι και θα κοιτάς; Ως πότε; Βλέπεις καμιάν ελπίδα ορθή; Στέκεις και κλαις δίχως να γεύεσαι τα πατρικά σου πλούτη, στέκεις πικρή χρόνια τώρα, γερνώντας δίχως άντρα στο κρεβάτι. Αν στέρξεις τις ορμήνιες μου, πρώτα θα τιμηθείς για την ευσέβειά σου απ’ τον πατέρα το νεκρό κι από τον αδελφό σου στον Κάτω Κόσμο. Κατόπι, λεύτερη πως γεννήθηκες θα γίνει πάλι και γάμο ταιριαστό θα κάνεις. Καλή μου, βόηθα τον πατέρα, σκύψε στον αδελφό, βγάλε με απ’ τα βάσανα, να βγεις κι εσύ που ξέρεις ντροπή πως είναι ζωή ντροπής σ’ ανθρώπους της σειράς μας.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Πού τάχα να στηρίχτηκες κι οπλίστηκες με θράσος και μου ζητάς βοήθεια; Δε βλέπεις, λοιπόν; Γυναίκα είσαι, δεν είσαι άντρας. Το χέρι σου μικρό κι αδύναμο μπρος στων εχθρών τα χέρια. Η τύχη τους φουντώνει με τη μέρα, για μας κυλάει του γκρεμού και πάει. Ποιος θα ‘βαζε στο νου του τέτοιον άντρα να ξεκάνει και θα τη γλίτωνε χωρίς πικρά να κλάψει; Κοίταξε μήπως στα δεινά κι άλλα δεινά φορτώσουμε. Πέφτω στα πόδια σου, προτού μας τάξουν του χαμού, πριν η γενιά μας ορφανέψει, αφού δεν έχεις δύναμη, προσκύνα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αναπάντεχο τίποτα δεν είπες, το ‘ξερα καλά πως θ’ αρνηθείς τα σχέδιά μου. Μόνη μου, με τα χέρια μου, λοιπόν, πρέπει να το τελειώσω, δε θα τ’ αφήσω απλήρωτο. Φύγε, δε βγάζω κέρδος από σένα.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Θα ‘βγαζες, μόνο αν θες να μάθεις.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Το δίκιο σου θ’ ακολουθήσω με το ζόρι;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Σα φρονιμέψεις, πάρε εσύ τα γκέμια.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι δα; Δε βρίσκεις τούτα δίκια που σου λέω;
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Κάνει ζημιά το δίκιο πότε-πότε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είναι καιρός που διάλεξα, δεν είναι τώρα.
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ
Φεύγω λοιπόν. Ούτε τα λόγια μου παίρνεις σοβαρά, ούτε κι εγώ τον τρόπο σου παινεύω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σύρε στο σπίτι, δε θα σε πάρω στο κατόπι. Είναι κουτό να κυνηγάς το τίποτα.
Σκηνή 11
ΧΟΡΟΣ
Αφού τα φρόνιμα πετούμενα τα βλέπουμε στον ουρανό πώς κανακεύουν τους γονιούς που τα γνοιαστήκαν, γιατί, γιατί καθόλου δεν τους μοιάζουμε κι εμείς; Όμως όχι, μα του Διός την αστραπή και την ουράνια τη Θέμη, όπου να ‘ναι θα το νιώσουν στο πετσί τους. Φήμη των ανθρώπων θνητή, τράβα μίλησε εκεί κάτω στους Ατρείδες θλιβερά και τις σκυθρωπές ντροπές μας μήνυσέ τους. Άρρωστα σπίτια κι αμάχη των δυο κοριτσιών δε λένε να δώσουν τα χέρια σ’ αγάπες, δε λένε να σμίξουν. Μα προδομένη στο σάλαγο μέσα η Ηλέκτρα μονάχη πάντα θρηνεί η δόλια και δέρνεται και δε φοβάται θάνατο, τα μάτια να σφαλίσει και δε φοβάται αν τους διπλούς φονιάδες γονατίσει. Γενναίο τόσο φύτρωσε ποτές άλλο βλαστάρι; Κανένας μεγαλόψυχος, παιδί μου, δε θέλει να ντροπιάσει τη γενιά του πεθαίνοντας ανώνυμος. Όπως κι εσύ προτίμησες να φορτωθείς το θρήνο και τα κουρέλια ντύθηκες για να κερδίσεις όνομα διπλό, σοφή και φρόνιμη μεμιάς να γίνεις. Σε θυμήθηκα στη μαύρη σου τη μοίρα, της φύσης τους νόμους να κρατάς και του Διός με φρόνηση να τιμάς το σέβας.
Σκηνή 12
ΟΡΕΣΤΗΣ
Καλές γυναίκες, σωστά μας δασκαλέψανε, καλός, σωστός ο δρόμος που ζητάμε;
ΧΟΡΟΣ
Τι ψάχνεις κι ήρθες και τι θες;
ΠΥΛΑΔΗΣ
Με τις ώρες ρωτώ πού μένει ο Αίγισθος.
ΧΟΡΟΣ
Ήρθες καλά και δε σε πλάνεψαν.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και ποια από σας θα πήγαινε σους μέσα το χαρωπό μαντάτο πως ήρθαμε κι οι δυο;
ΧΟΡΟΣ
Αυτή, αν πρέπει κοντινός να πει το νέο.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μέσα να πας, γυναίκα, και να πεις ότι τον Αίγισθο ζητούν κάτι Φωκίτες.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αλιά μου, η μαύρη, δε φέρατε σημάδια φανερά για το μαντάτο που έχουμε ακουσμένο;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν ξέρω το μαντάτο σου. Ο Στρόφιος ο γέρος μ’ έστειλε εδώ να πω για τον Ορέστη.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σαν τι, ξένε; Φόβος μ’ αδράχνει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μες στο μικρό λαγήνι, αυτό που βλέπεις, απομεινάρια λιγοστά του πεθαμένου φέρνουμε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άχου, η άραχλη, φως φανερό, χειροπιαστά τα βάσανά μου βλέπω.
ΧΟΡΟΣ
Άαα, αλιά σου άραχλη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Αν κλαις για τα δεινά του Ορέστη, μάθε: Ετούτο το λαγήνι το σώμα του κρατεί.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ξένε, δώσ’ το, για το θεό, στα χέρια μου. Αν τούτο δω το σάβανό του εγίνη, να κλάψω να χαθώ. Δώσ’ το να τ’ αγκαλιάσω και να κλάψω, να βογκήξω για τη γενιά μου και για μένα, πάνω σ’ αυτή τη στάχτη να πέσω να χαθώ.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δώσ’ το στα χέρια της, όποια και να ‘ναι. Έχθρα δεν έχει που το ζητά, μα φίλος κοντινός ή συγγενής του θα ‘ναι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ω θυμητάρι του πιο αγαπημένου, απομεινάρι του Ορέστη, με τις ελπίδες που σε προβοδούσα δε σε δέχομαι. Όμορφο σ’ έβγαλα απ’ τα σπίτια μας, παιδί μου. Τώρα μακριά μας και σ’ άλλη γη φευγάτο σε βρήκε το κακό χωρίς την αδελφή σου. Και τα χεράκια μου, της δύστυχης εμένα, μηδέ σε λούσαν μηδέ σε στόλισαν μηδέ κρατήσαν στη φωτιά το καψερό κορμί σου. Αλίμονο, της άμοιρης δεν ήσουνα της μάνας σπλάχνο παρά δικό μου πιο πολύ, εμένα, παραμάνα σου, εμένα αδελφή σου μέρα νύχτα έκραζες. Τώρα σε μιαν ημέρα χαθήκαν τούτα και πέθαναν μαζί σου. Τ’ άρπαξες όλα. Πάει κι ο πατέρας, πέθανα κι εγώ. Πας του χαμού κι εσύ. Γελάν οι εχθροί, χτυπιέται απ’ τη χαρά της η κακομοίρα η μάνα μας, που μου ‘στελνες μηνύματα πολλά πως θα φανερωθείς εκδικητής. Τα ρήμαξε όλα της δυστυχίας ο δαίμονας εμάς τους δυο, που μου ‘φερεν εδώ σκιά και στάχτη ανήμπορη, αντίς τη λατρευτή μορφή σου. Ώχου! Ώχου! Πικρό κορμί, αχ κι αχ, πήρες, αλιά μου, το σκοτεινό το τρίστρατο και μ’ έχασες, ψυχή μου, μ’ έχασες, αδελφούλη μου. Να κατοικώ μαζί σου πάντα κάτω.
ΧΟΡΟΣ
Σε γέννησε θνητός, Ηλέκτρα, σκέψου. Θνητός ο Ορέστης. Μη στενάζεις τόσο. Όλοι χρωστάμε τα πάθη του θανάτου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αλιά μου, τι να πω; Αμήχανα λόγια; Δεν αντέχω να κρατήσω τη γλώσσα μου πια.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ποιος πόνος σε κρατεί, τι σ’ εμποδίζει να μιλήσεις;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εσύ το περιλάλητο πρόσωπο της Ηλέκτρας;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι με ξετάζεις και στενάζεις, ξένε;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γιατί δεν ήξερα κανένα απ’ τα δεινά μου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και τι κατάλαβες απ’ όσα λέμε τώρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μες στα πολλά φαρμάκια σου σ’ αντίκρισα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είδες τα λίγα απ’ τα πολλά τα πάθη μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και τι θα γινότανε να δω κι άλλα χειρότερα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αφού συντροφεύω φονιάδες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ποιους και ποιανού; Τι ξεστομίζεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Του πατέρα, και τους δουλεύω με τη βία.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και ποιος σε βάνει στην ανάγκη;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μάνα τη λεν, μάνα δεν είναι όμως.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κανείς δεν παραστέκεται; Κανείς;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κανείς. Ήταν αυτός που μου ‘φερες τη στάχτη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μαύρη, σε βλέπω και λυπάμαι τόσην ώρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ο μόνος άνθρωπος που με λυπήθηκε ποτέ.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γιατί είμαι ο μόνος συγγενής που ήρθα να πονέσω τα πάθη σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δεν ήρθες βέβαια συγγενής μας από κάπου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα σ’ το ‘λεγα, πιστές αν είναι τούτες δω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Είναι πιστές και μίλα μπιστεμένα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Παράτα το λαγήνι, να τα μάθεις όλα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ξένε, μη μου το κάνεις τούτο, στο θεό σου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άκου που σου μιλώ και δε θα πέσεις έξω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μη, σε ξορκίζω, μη μου στερήσεις τ’ άγιο λείψανό μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δε σου τ’ αφήνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Δύστυχη πάλι, Ορέστη μου, για σένα, σα μου στερήσουνε και την ταφή σου.
Σκηνή 13
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άλλαξε λόγο. Άδικα τον κλαίς.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άδικα κλαίω το νεκρό αδελφό μου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άπρεπα λόγια λες γι’ αυτόν.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τόσο του πεθαμένου είμαι ανάξια;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ανάξια κανενός εσύ. Για τούτο δω ξενοιάσου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αφού βαστώ του Ορέστη μου το σώμα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν είν’ του Ορέστη. Είναι φτιαχτό, με λόγια.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και πού έχει τάφο εκείνος ο ταλαίπωρος;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν έχει. Οι ζωντανοί δεν έχουν τάφο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι θες να πεις;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ψέματα δε σου λέω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ζει, ζει ο άνθρωπός μου;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αν είμαι ζωντανός εγώ.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εσύ είσαι εκείνος;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κοίτα το δαχτυλίδι του πατέρα μου και πίστεψε πως καθαρά μιλάω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ευλογημένη μέρα!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ευλογημένη.
ΧΟΡΟΣ – ΠΥΛΑΔΗΣ
Ευλογημένη μέρα!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Βλαστάρι, βλαστάρι εσύ μονάκριβου πατέρα, έφτασες πια, μας βρήκες, μας ήρθες, μας είδες.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Έφτασα πια. Σώπαινε τώρα και καρτέρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τι τρέχει;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κάλλιο σιωπή, μη μας ακούσουν μέσα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ο κάθε καιρός, για να το πω το δίκιο, μου πρέπει ο κάθε καιρός. Η γλώσσα μου λύθηκε τώρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το βλέπω, μα κοίτα λεύτερη να τη φυλάξεις.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και τι να κάνω;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν είναι καιρός για λόγια τώρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τώρα που φάνηκες εσύ, ποιος θα μπορούσε ν’ άλλαζε με τη σιγή τα λόγια, τώρα που σ’ είδα απάντεχα κι ανέλπιστα.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Με είδες όταν οι θεοί μού δείξανε το δρόμο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ονόμασες χαρά κι από την πριν τρανότερη. Αν σ’ άνοιξε θεός το δρόμο για το σπίτι, έργο θεού το λογαριάζω.
Σκηνή 14
ΧΟΡΟΣ
Έργο θεού! Έργο θεού!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άφησε τώρα τα παραπανίσια λόγια, πως είναι η μάνα μας κακή, πως άδειασεν ο Αίγισθος το πατρικό το βιος μας, το χύνει και το σπέρνει πέρα δώθε. Την ώρα τη σωστή θα ‘ταν φραγμός τα λόγια. Ό,τι ταιριάζει σε τούτη τη στιγμή λογάριασε, πού να φανερωθούμε εμείς, πού να κρυφτούμε, για να σφραγίσει ο ερχομός τα γέλια των εχθρών μας. Κοίτα να μη διαβάσει η μάνα μας το πρόσωπό σου που γελά, σαν μπούμε μέσα. Τάχα για το κακό που ψεύτικα μηνύσαμε ν’ αναστενάζεις. Σα βρούμε στόχο, τότε θα ’ρθει καιρός για λεύτερες χαρές και γέλια.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Θεότρελοι και χτυπημένοι στο μυαλό, τι, δεν ψηφάτε τη ζωή σας; Μες στην καρδιά βρισκόσαστε του σίφουνα και δεν το παίρνετε είδηση! Αν δεν στεκόμουν στο κατώφλι να φυλάω, θα ’χανε μπει στο σπίτι πρώτα οι πράξεις σας κι ύστερα τα κορμιά σας. Αφήστε τις πολλές κουβέντες τώρα και μπείτε μέσα. Τέτοιες στιγμές ν’ αργείς, κακό το τέλος φτάνει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πώς θα τα βρω σαν έμπω μέσα;
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Καλά. Φόβος να σε γνωρίσουν δεν υπάρχει.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θα ‘φερες το μαντάτο πως επέθανα.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Με τους νεκρούς σ’ έχουν αυτοί, να ξέρεις.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και χαίρονται γι’ αυτά; Τι λένε;
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Θα μάθεις, σαν τελειώσουμε. Όλα καλά τώρα γι’ αυτούς και κείνα που δεν είναι.
Σκηνή 15
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ποιος είναι αυτός, καλέ μου, πες μου, για τον Θεό.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν τον γνωρίζεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ούτε το βάζει ο νους μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σε τίνος χέρια με παράδωσες, δεν ξέρεις τότε;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σε τίνος; Τι μου λες;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εκείνος που όταν πρόλαβες και μ’ έσωσες με πήρε να με κρύψει στην Φωκίδα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Αυτός είναι που μέσα στους πολλούς βρήκα μόνο πιστό. Μέρα γλυκιά, μοναδικέ σωτήρα των σπιτιών μας, εσύ είσαι εκείνος που γλίτωσες κι αυτόν και μένα απ’ τα δεινά; Ήσουν εδώ και κρύφτηκες τόσον καιρό και δε μου φανερώθηκες; Με σκότωνες με λόγια και σκέπαζες τα έργα της χαράς; Χαίρε, πατέρα! Πατέρα μου σε βλέπω.
ΧΟΡΟΣ
Σε βλέπω βασιλιά.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Σένα να ξέρεις, σένα πιότερο στον κόσμο…
ΧΟΡΟΣ
Σε βλέπω βασιλιά.
ΗΛΕΚΤΡΑ
…σε μίσησα κι αγάπησα την ίδια μέρα.
ΧΟΡΟΣ
Χαίρε, πατέρα. Πατέρα μου σε βλέπω, σε βλέπω βασιλιά.
Σκηνή 16
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Φτάνει, θαρρώ, κι όσα μεσολαβήσανε, νύχτες πολλές φέρνοντας μέρες άλλες θα σου τα φανερώνουν, Ηλέκτρα, καθαρά. Σε σας που στέκεστε, σας λέω πως ήρθε της δράσης η ώρα. Η Κλυταιμνήστρα μόνη, άντρας κανείς. Αν χάσετε καιρό, θα ‘χετε να παλέψετε, σκεφτείτε, με τούτους και μ’ άλλους πιο πανούργους και περσότερους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δουλειά μας δεν είναι τα λόγια τα πολλά. Πυλάδη, μέσα γρήγορα. Μα πρώτα να προσπέσουμε στ’ αγάλματα των πατρικών θεών που στο κατώφλι στέκουν.
Σκηνή 17
ΗΛ – ΠΥΛ – ΟΡ – ΠΑΙΔ – ΧΟΡΟΣ
Απόλλων, βασιλιά, σπλαχνίσου κι άκουσέ τους και με μαζί μ’ αυτούς, που απλόχερα σου πρόσφερα πολλά κι από τα λίγα που είχα. Τώρα, Λύκειε Απόλλων, με όσα έχω προσπέφτω, σου ζητώ και σ’ ικετεύω, βόηθα την πρόθεσή μας πρόθυμα και δείξε στους ανθρώπους με τι ποινές πληρώνουν οι θεοί τους παραβάτες.
Σκηνή 18
ΧΟΡΟΣ
Για δέστε πώς θερίζει αίμα ξερνώντας ακατάβλητο ο Άρης. Πατούνε πια τα δώματα οι Ερινύες και πήραν το κατόπιν τους κακούργους τ’ αλάθευτα σκυλιά, ώστε για πολύ δεν καρτερεί κρεμασμένο στο κατώφλι τ’ όνειρό μου. Με δόλο διαβαίνει τη θύρα των νεκρών, τιμωρός ίσια μέσα στα πατρικά της κλήρας του πεζούλια, τροχισμένο κρατώντας στο χέρι σπαθί. Κι ο Ερμής, γιος της Μαίας, με σκοτάδι τυλίγει το δόλο, στο τέρμα τον σπρώχνει και δεν καρτερεί.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Καλές μου, όπου να ’ναι τελειώνουν οι άντρες. Σώπα και περίμενε.
ΧΟΡΟΣ (ΓΥΝ)
Μα πώς; Τι κάνουν τώρα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εκείνη για ταφή στολίζει το λαγήνι κι αυτοί στέκουν κοντά.
ΧΟΡΟΣ
Κι εσύ, τι βγήκες έξω;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φυλάω καρτέρι, μήπως ο Αίγισθος ξεφύγει κι έρθει μέσα.
Σκηνή 19
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Αχ, αχ! Σπίτι έρημο από φίλους και γεμάτο φονιάδες!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Φωνάζει κάποιος μέσα, δεν ακούτε, φίλες;
ΧΟΡΟΣ
Άκουσα, να μην άκουγα κι έφριξα η μαύρη.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ωχ, τι με βρήκε. Πού είσαι, Αίγισθε;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άκου, πάλι φωνές.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Παιδί μου, παιδί μου, λυπήσου τη μάνα σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Εσύ δεν τον λυπήθηκες ούτε και τον πατέρα που τον γέννησε.
ΧΟΡΟΣ
Πόλη και μαύρη γενιά, μέρα κι αυτή, μοίρα κι αυτή που λιώνει, που σε λιώνει.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ωχ! Με χτύπησε!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άαααα! Χτύπα, αν μπορείς, ξανά!
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ωχ, ωχ, ξανά!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Άμποτε και στον Αίγισθο!
Σκηνή 20
ΧΟΡΟΣ
Οι κατάρες πληρώνονται, οι νεκροί ζωντανεύουν, των φονιάδων το αίμα ποτάμι οι νεκροί το πληρώνονται. (Βγαίνουν Πυλάδης – Ορέστης) Να τοι που βγαίνουν˙ κόκκινα χέρια που αίματα στάζουν και δεν μπορώ τ’ άδικο να τους ρίξω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όρέστη;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μες στο σπίτι καλά, αν κι ο Απόλλων πρόσταξε καλά.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Πέθανε η μαύρη;
ΧΟΡΟΣ
Πέθανε η μαύρη;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Μη φοβάσαι πια το θράσος πως θα σ’ ατιμάζει της μητέρας.
ΧΟΡΟΣ
Σταμάτα, βλέπω τον Αίγισθο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Είναι κοντά;
ΧΟΡΟΣ
Κρυφτείτε στο παράπορτο και γρήγορα. Καλά τα καταφέρατε και δευτερώστε.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θάρρος. Τελειώνουμε.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Βάλε μπροστά και βιάσου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Πηγαίνω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Ξενοιάσου για τα εδώ. Εγώ θα τ’ αναλάβω.
ΧΟΡΟΣ
Λίγα λόγια να πεις, μαλάκωσέ τον, συμφέρει ώσπου να πέσει ανύποπτος στη δίκια κρίση.
Σκηνή 21
(Είσοδος Αίγισθου. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης ξαναμπαίνουν στο παλάτι.)
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Ποιος από σας έμαθε πού ’ναι οι Φωκίτες ξένοι που, καθώς άκουσα, μαντάτο φέρανε για τον Ορέστη, πως με τ’ αμάξι του γκρεμοτσακίστηκε στο στίβο; Σένα, σένα ρωτώ, ναι, σένα, που ως χτες είχες αποκοτιά. Σένα σε μέλλει πιο πολύ, θαρρώ, και πιο πολλά να πεις θα ξέρεις.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Και βέβαια ξέρω! Αλλιώς έξω απ’ τη μοίρα θα ’μουνα του πιο αγαπημένου.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Και πού ‘ναι οι ξένοι; Μίλησε!
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μέσα. Βρήκαν φιλόξενη κυρά.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Αλήθεια λεν πως πέθανε;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Όχι με λόγια μόνο, φέραν σημάδια.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Τον φέρανε για να βεβαιωθούμε;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Τον φέραν. Να τον δεις και να φρίξεις.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Μ’ έκαμες να χαρώ πολύ, δε μ’ είχες συνηθίσει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Να χαίρεσαι, αν είναι να χαρείς μ’ αυτά.
Σκηνή 22
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Σιωπή προστάζω και ν’ ανοίξουν οι πύλες στους Μυκηναίους και στους Αργίτες όλους να δουν, κι αν κάποιος πριν κεφάλι σήκωνε γι’ αυτόν μ’ ελπίδες κούφιες, βλέποντας το νεκρό, τα γκέμια μου να δέχεται, μη μ’ εύρει τιμωρό και φρονιμέψει με το ζόρι.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μπήκα στο νόημα κι εγώ. Φρονίμεψα με τον καιρό, με τα νερά των δυνατών πηγαίνω.
(Βγαίνουν ο Ορέστης και ο Πυλάδης. Ο πρώτος κρατά το σώμα της Κλυταιμνήστρας σκεπασμένο.)
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Ω Δία! Ετούτο που θωρώ, δίχως το φθόνο σου δεν ήρθε. Αν προκαλώ τη Νέμεση, βουβαίνομαι. Σηκώστε από το πρόσωπο το κάλυμμα να πω κι εγώ το θρήνο μου στο συγγενή μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Κράτησ’ το μοναχός. Όχι δικό μου, δικό σου χρέος να τον δεις και φιλικά να του μιλήσεις.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Σωστά μιλάς, θ’ ακούσω. Εσύ (προς την Ηλέκτρα) στο σπίτι αν είναι η Κλυταιμνήστρα, φώναξέ την!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Εδώ ‘ναι, πλάι σου κι αλλού μην ψάχνεις.
Σκηνή 23
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Άαααα! Τι βλέπω!
ΟΡΕΣΤΗΣ
Τη φοβάσαι; Δεν την ξέρεις;
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Ο δύστυχος, μέσα σε ποιες παγίδες έπεσα και σε ποιανού;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Δεν το ‘νιωσες λοιπόν ότι μιλάς με ζωντανούς που πήρες πεθαμένους;
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Τώρα κατάλαβα τι λες. Δε γίνεται να ‘ναι άλλος αυτός που μου μιλά απ’ τον Ορέστη.
ΠΥΛΑΔΗΣ
Μάντης αλάθευτος και τόσην ώρα λάθευες;
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Ο μαύρος, χάθηκε. Μ’ άσε να πω δυο λόγια μόνο.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Μη, για το θεό, μην τον αφήσεις να μιλά, καλέ μου, χρόνο κερδίζει. Σκότωσ’ τον γρήγορα. Το πτώμα ρίχ’ το στα όρνια, τους νεκροθάφτες που του πρέπουν, να μην το δούμε πια. Μονάχα τούτο θα με λύτρωνε απ’ τα παλιά δεινά μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Προχώρα μέσα γρήγορα, δεν είναι καιρός για λόγια τώρα, για την ψυχή σου πολεμάς.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Γιατί με πας στο σπίτι;
ΧΟΡΟΣ
Για την ψυχή σου πολεμάς.
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Σαν είναι η πράξη σου καλή, γιατί σκοτάδι θες κι εδώ δε με ξεκάνεις;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σταμάτα να προστάζεις, τράβα για κει…
ΧΟΡΟΣ
Με την ίδια πληρωμή…
ΟΡΕΣΤΗΣ
…που τον πατέρα μου έσφαξες, να πεθάνεις στον ίδιο τον τόπο.
ΧΟΡΟΣ
Σπορά του Ατρέα, πολλά σου τα πάθη, λυτρώθηκες τώρα με νέαν ορμή και λεύτερη πήρες στράτα.
ΤΕΛΟΣ

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Όπερα σε δυο πράξεις και δέκα σκηνές σε λιμπρέτο του συνθέτη.
ΕΤΟΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ 2000
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΩΤΗ
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ MIKISRADIO ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
Λυσιστράτη σοπράνο
Κλεονίκη σοπράνo
Μυρρίνη σοπράνο κολορατούρα
Λαμπιτώ μετζοσοπράνο
Ποιητής τενόρος
Κορυφαίος βαρύτονος
Πρόβουλος τενόρος
Κινησίας βαρύτονος
Κήρυξ(Λάκων) μπάσος
Χορός Γυναικών-Χορός Αθηναίων-Χορός Λακώνων
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
A’ ΠΡΑΞΗ
(Μετά την Εισαγωγή μπαίνει δαφνοστεφής ο Ποιητής.
Υποτίθεται ότι είναι ο Αριστοφάνης, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις
Εξωτερικά μοιάζει με τον συνθέτη.)
ΣΚΗΝΗ 1
ΠΟΙΗΤΗΣ
Στην Αθήνα κάποια φορά
στης Ακρόπολης τη σκιά
η Λυσιστράτη στρατηγός
κι ο στρατός της ερωτικός.
Με όπλα τα κάλλη των γυναικών
Τον Αρη καλά πολεμά
να φέρει την Ειρήνη.
Μες στο έργο μας το μουσικό
δίδαγμα έχουμε ηθικό:
από χιλιάδες αγαθά
την Ειρήνη φυλάξτε καλά.
Η πρώτη και πρωταρχική
αυτή που τιμά τη ζωή.
Αδέρφια,δώστε τα χέρια!
(Βγαίνει ο Ποιητής και μπαίνει η Λυριστράτη.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αν τις καλούσες στη γιορτή του Βάκχου
η του Πάνα-απ΄το πλήθος,
απ΄το πλήθος τα ταμπούρλα
δεν θα μπορούσες να περάσεις.
Και τώρα μήτε μια δεν φάνηκε!
(Μπαίνει η Κλεονίκη.)
Μα να την η γειτόνισσα
Γεια σου Κλεονίκη!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Γεια σου Λυσιστράτη!
Ταραγμένη και κατσούφα σε βλέπω.
Μη σουφρώνεις τα φρύδια σου
σαν περισπωμένη!
Δεν σου πάει!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μου καίγεται η καρδιά.
Τα ΄χω με τις γυναικούλες
κι ας πιστεύουν οι άντρες
πως είμαστε πανούργες.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Τι δηλαδή,δεν είμαστε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τις κάλεσα κι αυτές κοιμούνται…
Αν και το ζήτημα είναι σπουδαίο!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Πώς να ξεπορτίσει μια γυναίκα…
Άλλη να φροντίσει τον άντρα της,
αλλη να ξυπνήσει τον δούλο,
αλλη να κοιμίσει το μωρό της,
να το ταίσει,
να το ξεσκατίσει.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πες μου!
(με νόημα)
Πόσο μεγάλο είναι
αυτο το σπουδαίο;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
(Δείχνει το μέγεθος.)
Πελώριο!Χοντρό!Ζουμερό!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Τότε γιατί δεν έρχονται;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ο νους σου πάει στο πονηρό…
Δεν μιλάω γι΄αυτό…
Αν ήταν έτσι,όλες θα τρέχανε!
Άλλο έχω στο νου μου.
Σπουδαίο!
Νύχτα-μέρα αυτό σκέφτομαι.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Το ΄χεις ψιλοδουλεμένο…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Απ΄ τις γυναίκες κρέμεται
η σωτηρία της Ελλάδας!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
(κατ΄ιδίαν)
Αν ήταν έτσι,θα ΄πεφτε…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Απ’ τις γυναίκες κρέμεται το Κράτος!
Χωρίς εμάς, χαμένοι οι Πελοποννήσιοι!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
(κατ΄ ιδιάν)
Καλύτερα χαμένοι!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και οι Βοιωτοί!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Τι λες;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όλες μαζί να συνταχτούμε!
Αθηναίες,Πελοποννήσιες,Βοιωτές
Να σώσουμε την Ελλάδα!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Τι καλό μπορεί να βγει απ’ τη γυναίκα;
Γυναίκα σημαίνει καθισιό,
Φουστάνια,στολίδια,αρώματα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αυτά ακριβώς
Θα σώσουν την Ελλάδα!
Είναι τα όπλα μας!
Τα ξώπλατα,τα διάφανα,τα κουνιστά!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Μα πώς;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Έτσι που να μη σηκώνει όπλο πια ο άντρας!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Έτσι ευθύς-Έτσι ευθύς ξεβρακώνουμαι κι εγώ!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μήτε ασπίδα!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Θα βάλω μίνι μπανιερό!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μήτε σπαθί!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Γοβάκι κόκκινο.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δεν θα πρεπε λοιπόν όλες εδώ να ρθουν;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Έπρεπε να ΄ρθουν πετώντας!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Οι Αθηναίες δεν κάνουνε ποτέ καλή δουλειά.
Μήτε από τα παράλια μάς ήρθε καμιά,
Μήτε απ’ τη Σαλαμίνα μάς ήρθε καμιά.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Μα το ξέρω!Με καράβια ξεκινήσαν’χαράματα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι αυτές από τις Αχαρνές, που νόμιζα-
που νόμιζα πως θα ΄ρθουν πρώτες!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Να,έρχονται!΄Ερχονται!
ΣΚΗΝΗ 2
(Μπαίνουν γυναίκες από την Αθήνα,τις Αχαρνές
και την Σαλαμίνα, με επικεφαλής τη Μυρρίνη.)
ΜΥΡΡΙΝΗ
Αργήσαμε λίγο Λυσιστράτη.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θύμωσα,,Μυρρίνη,
Το θέμα είναι σοβαρό,κι εσείς με το πάσο σας.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Τη βρακοζώνη μου έψαχνα μες στο σκοτάδι.
Όμως λέγε!Τι μας θέλεις;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Κάλλιο να περιμένουμε
τις Πελοποννήσιες και τις Βοιωτές.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Έχεις δίκιο…
Μα να, η Λαμπιτώ από τη Σπάρτη έρχεται.
(Μπαίνουν Κορίνθιες, Βοιωτές, Σπαρτιάτισσες,με επικεφαλής τη Λαμπιτώ.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
(προς τη Λαμπιτώ)
Χρυσή μου, καλώς όρισες!
Τι θάμπος! Τι ομορφιές!
Όλη αστράφτεις!
Τι κορμί γεροδεμένο!
ΛΑΜΠΙΤΏ
Γυμνάζομαι, κι όταν πηδάω
οι φτέρνες μου χτυπούν τον πισινό μου.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Βρε τι βυζιά είναι τούτα!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Μου τα μαλάζεις;
Θες να τ’ αγοράσεις;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και τούτη η κοπελιά πουθέ μας έρχεται;
ΛΑΜΠΙΤΩ
Ρουμελιώτισσα! Κι από σόι μεγάλο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ωραία παχιά χωράφια έχουν στη Ρούμελη!
Και τούτη η σουσουράδα;
ΛΑΜΠΙΤΩ
Απ’ το στενό της Κορίνθου…
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Καθόλου στενό!
Πλούσιο από μπρός και από πίσω.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Μου λέτε ποιος μας κάλεσε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Εγώ!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Τι μας θέλεις;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Ναι! Μά τον Δία!
Φανέρωσε το μυστικό σου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Φυσικά! Όμως θέλω κάτι να σας ρωτήσω.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Ό,τι θέλεις.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποθείτε ή όχι των παιδιών σας τους πατεράδες;
Στον πόλεμο είναι όλοι!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Στη θράκη πέντε μήνες ο δικός μου
φυλάει τον πουλημένο στρατηγό του.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Εφτά μήνες στην Πύλο είναι ο καλός μου.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Κι ο δικός μου σαν τύχει και το σκάσει,
όσο να τον σφίξω, αρπάζει την ασπίδα και το δρόμο.
ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ (σε τετραφωνία)
ΜΥΡΡΙΝΗ ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΛΑΜΠΟΤΏ
Είναι στον πόλεμο
οι πατεράδες
των παιδιών μας.
Έρημες, μόνες,
Μονάχες είμαστε.
Να σταματήσει
το κακό.
Οι άνδρες
να γυρίσουν
και τα σπίτια
να γεμίσουν
με γέλια
και χαρές.
Είναι στον πόλεμο.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ούτε στάχτη δεν απόμεινε
απ’ τους αγαπημένους μας
απ’τον καιρό που η Μίλητος μας πρόδωσε…
(Αλλάζει ύφος.)
Αχ να ΄χα μια πέτσινη λεγάμενη οχτώ πόντους
να βολευτώ.
Λοιπόν δεν έχω δίκιο;
Αν βρω τρόπο θα με βοηθήσετε;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Θα πούλαγα το φόρεμά μου,
κι όσα πιάσω τα πίνω σε μια μέρα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Το κορμί μου σκίζω στα δυο
Και το μισό χαρίζω!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Αν είν’ να δω Ειρήνη.
στην κορφή του Ταΰγετου σκαρφαλώνω!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ιδού λοιπόν το μυστικό μου:
Αν θέλουμε Ειρήνη,
τους άνδρες πρέπει να τους αναγκάσουμε
να τα βρούνε.
Ένας τρόπος υπάρχει: ΑΠΟΧΗ!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ, ΛΑΜΠΙΤΩ, ΜΥΡΡΙΝΗ
Από τι; Μίλα!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα το κάνετε όμως;
ΜΥΡΡΙΝΗ, ΚΛΕΟΝΙΚΗ, ΛΑΜΠΙΤΩ
Μετά χαράς!
Και τη ζωή μας δίνουμε!
Αποχή;Από τι;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Απ’ αυτό! Απ’ αυτό που έχουν οι άντρες!
(Οι τρείς πάνε να φύγουνε.)
Πού πάτε; Γιατί κατσουφιάσατε;
Σας κόπηκε το χρώμα!
Τι στέκεστε σαν κούτσουρα; θα το κάνετε;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Εγώ δεν θα το κάνω! Κάλλιο ο πόλεμος!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Κι εγώ δεν το κάνω! Κάλλιο ο πόλεμος!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δεν έλεγες πως το κορμί σου έσκιζες στα δύο;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ό,τι άλλο θες! Όχι αυτό!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Όχι αυτό! Όχι αυτό!
ΛΑΜΠΙΤΏ
Όχι αυτό! Όχι αυτό!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Να περπατήσω σε κάρβουνα αναμμένα,
Όμως να στερηθώ τη γλύκα του αντρός,
αυτό ποτέ.
ΜΥΡΡΙΝΗ ΛΑΜΠΙΤΩ
Ποτέ!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
(προς τη Μυρρίνη)
Κι εσύ!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Κι εγώ στα κάρβουνα!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ , ΛΑΜΠΙΤΩ
Στα κάρβουνα! Στα κάρβουνα.
ΛΥΣΙΣΤΑΤΗ. Αχ !Αχ! Άχρηστες γυναίκες…Καλά μας κάνει ο Ευριπίδης
ηρωιδες στις τραγωδίες…Μόνο για καβάλα και για γέννες είμαστε…
(προς τη Λαμπιτώ)
Όμως εσύ καλή μου Σπαρτιάτισσα, αν έρθεις με το μέρος μου
Υπάρχει ελπίδα.
Δώσ’ μου την ψήφο σου!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Δύσκολο το κρεβάτι δίχως άντρα…
Όμως για να ΄χεις άντρα χρειάζεσαι Ειρήνη!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γειά σου λεβέντισσα! Άξια γυναίκα!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Αν κάνουμε αποχή…
ΟΛΕΣ
Κούφια η ώρα…
ΚΛΕΟΝΊΚΗ
Πες μας, πώς θα ’ρθει η Ειρήνη;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα σας πω ευθύς το σχέδιο μου.
Σαν έρθει ο άντρας
εμείς αρχίζουμε τα στολίδια,
τα βαψίματα και τα κουνήματα.
Τα μέρη τα κρυφά καλά αποτριχωμένα
Κάτω απ’ τα αραχνούφαντα πέπλα,
τα τουρλώνουμε μπροστά στα μάτια τους!
Έτσι που να τους ανάβουμε τον πόθο!
Κι όταν αυτοί χιμούν ορεξάτοι να μας πλακώσουν,
τοτε κι εμείς τους σπρώχνουμε πέρα φωνάζοντας:
«Σταματήστε τον πόλεμο! Αλλιώς δεν έχει από αυτό»…
Τότε θα τρέξουν να κλείσουν ανακωχή!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Όπως κι ο Μενέλαος
που πέταξε το σπαθί
Μπροστά στης Ελένης τα στήθη τ’ αφράτα.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Όμως αν κάνουνε οι άντρες αποχή
τότε τι γινόμαστε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ατομική παρηγοριά θα βρούμε.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Ασε τα υποκατάστατα…
Όμως αν με το ζόρι στο στρώμα μάς σέρνουν;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα πιανόμαστε από την πόρτα.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Κι αν μας βαράνε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα τους χαλάμε όσο μπορούμε την ηδονή…
Αυτή η δουλειά με το στανιό δεν έχει γούστο.
Θα τους παιδεύουμε όσο να κουραστούν.
Αν η γυναίκα δεν θέλει, ο άντρας χαρά δεν έχει.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Αν οι δυο σας αποφασίσατε, τότε συμφωνούμε κι εμείς.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Εμείς οι Σπαρτιάτισσες
τους άντρες μας θα βάλουμε
να κάνουν Ειρήνη!
Μα τι θα γίνει με τον άστατο τον όχλο των Αθηναίων;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δουλειά δική μας! Μη σε νοιάζει!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Όσο έχει χρήμα ο Παρθενώνας
και τα καράβια τους στα πελάγη αρμενίζουν φοβάμαι!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Το πρόβλεψα κι αυτό! Όσο εμείς κουβεντιάζουμε
οι γριές τρέχουν στην Ακρόπολη
το θησαυρό να πάρουν.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Ωραία τα λές!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Λοιπόν; Όρκο ας πάρουμε.
Θεμέλιο ας βάλουμε.
ΜΥΡΡΙΝΗ, ΚΛΕΟΝΙΚΗ, ΛΑΜΠΙΤΩ
Λέγε!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Βάλε την ασπίδα ανάποδα.
Φέρε το σφαχτάρι για τη θυσία.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Πως; Έτσι θα ορκιστούμε Λυσιστράτη;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πώς αλλιώς;
Τι διδάσκει ο Αισχύλος στους Επτά επί θήβας;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Για το θεό, Λυσιστράτη!
Πάνω σε ασπίδα πολέμου
Θα ορκιστούμε για την Ειρήνη;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σαν τις αμαζόνες
Θέλεις να κόψουμε
τα σπλάχνα άσπρου αλόγου;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Τι άσπρα, τι πράσινα άλογα μας λές!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Επιτέλους! θέλεις να ορκιστούμε;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Μά τον Δία! Αντίς αρνί
φερτε μια στάμνα με θασιώτικο κρασί
να το πράξουμε.
Και να ορκιστούμε
να μη βάλουμε ποτέ νερό στα σχέδιά μας.
ΟΛΕΣ
Μάνα μου Γης, μ’ αρέσει αυτός ο όρκος!
Τρέξτε και φέρτε την κούπα και το σταμνί!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όρκο θα κάνω στους θεούς και τη Χρυσή Παλλάδα
Θα γίνω φως-φωτιά για την Ειρήνη.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Εγώ που φέρνω τη ζωή
Θα βάλω τέλος στη σφαγή•
θα γίνω φως-φωτιά για την Ειρήνη.
ΟΛΕΣ
Παντοτινά Ειρήνη!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Τον πόλεμο τον πολεμώ
με τα γλυκά μου κάλλη•
θα γίνω φως-φωτιά για την Ειρήνη.
ΟΛΕΣ
Παντοτινά Ειρήνη!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Του ΄Αρη κοφτερό σπαθί
σε λιώνει το ζεστό κορμί•
θα γίνω φως-φωτιά για την Ειρήνη.
ΣΚΗΝΗ 3
(Μπαίνει δαφνοστεφής-όπως και στην αρχή-ο Ποιητής.)
ΠΟΙΗΤΗΣ
Ιερόν και άπλετον της Ειρήνης είναι το φως!
Μας τυφλώνει, στις φλέβες περνά.
Μήνυμα συμπαντικό, πρωτόφαντο, ιερό.
Η Λυσιστράτη στρατηγός
κι ο στρατός της ερωτικός!
Πάνε τώρα όλες μαζί•
το σχέδιο προβλέπει αγωνία θεατρική.
Χορός γερόντων τώρα ας μπει.
Σας προσφέρω διπλό Χορό,
γυναικείο και ανδρικό.
Ιδού ένα έργο μοναδικό!
Ένα έργο μοναδικό!
(Μπαίνουν οι γέροντες, φορτωμένοι με κούτσουρα
που τους κάνουν να παραπατούν.)
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Περπατά γερο-Δράκο γρήγορα!
Τα κούτσουρα σου τσάκισαν τον ώμο…
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Πολλά ειν’ αυτά που βλέπουμε στο διάβα της ζωής.
Όμως ποιος θα το ‘λεγε, Στριμόδωρε,
να δούμε τις γυναίκες τις πανούκλες
που τρέφουμε στο σπίτι
να βάλουμε χέρι στα όσια και τα ιερά.
Στο ξόανο της Παρθένου!
Να πάρουν την Ακρόπολη
και να μας κλείσουν έξω!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Γρήγορα, Φιλώτα στο βράχο ν’ ανέβούμε.
Να στήσουμε κούτσουρα και να τις κάψουμε ζωντανές!
Και πρώτη πρώτη τη Λυσιστράτη!
Ναι, μά τη Δήμητρα!
Όσο ζούμε, δεν θα τους περάσει.
Ένας βασιλιάς της Σπάρτης, ο Κλεομένης,
πάτησε την Ακρόπολη
και το μετάνιωσε σκληρά!
Τον πολιορκήσαμε,
τον κάναμε να το σκάσει βρόμικος και κουρελιάρης…
Και τώρα θ’ αφήσουμε τα γύναια
που μισεί κι ο Ευριπίδης;
Πάει χαράμι η δόξα της Αθήνας.
Τα κούτσουρα φορτώθηκαν
και γίνομαι γαϊδούρι
φωτιές ν’ ανάψω στις γριές
να τις ξεφορτωθώ.
Έχουν εισβάλει στο Ναό
το θησαυρό να κλέψουν.
Πώς τόλμησαν τέτοιο κακό
στην πόλη μας να κάνουνε;
Γι’ αυτό κι εγώ τις κυνηγώ! Αλλιώς θα με ξεκάνουνε.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Θα τις κάνουμε σουβλιστές,
σα σαρδέλες καπνιστές
και στα σπίτια μας σηκωτές
θα τις κλείσουμε σφαλιστές!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Λυσιστράτη λυσσασμένη,
πέος που σε περιμένει!
Σαν θα ΄ρθει τ’ αφεντικό
στο κρεβάτι θα στενάξεις
απ’ τ’ αρσενικό!
ΟΛΟΙ
(Καθώς ανάβουμε φωτιές με τις δάδες)
Δέσποινα Νίκη!
Βοήθα να υψώσουμε
ενα τρόπαιο!
Αφού τα θηλυκά κατατροπώσουμε
καθώς τους πρέπει!
(Μπαίνει ο Χορός των Γυναικών, κρατώντας στάμνες
γεμάτες με νερό.)
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Ντουμάνι βλέπω τον καπνό.
Φουντώνει η φωτιά! Βιαστείτε!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Πέτα, πέτα Νικοδίκη
πρίν καούνε κυκλωμένες απ’ τις φλόγες
η Καλλιόπη κι η Κριτούλα.
Στη βρύση έτρεξα
τις στάμνες να γεμίσω.
Φωτιές ανάψαν’ τα γερόντια
τις γριές να κάψουν.
Αθηνά!
Μπόδισέ τους! Και σώσε μας!
Την Ελλάδα κι εμάς απ΄ τον πόλεμο!
Κουβάλα κι εσύ νερό μαζί μας!
Ω προστάτη της Αθήνας!
ΣΚΗΝΗ 4
(Μπαίνει η Κορυφαία κυνηγημένη από τον Κορυφαίο που της αρπάζει το ρούχο.
Ακολουθεί γενικευμένο ανθρωποκυνηγητό.)
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Πρόστυχε, κάτω τα ξερά σου! Είστε αλήτες!
(κυνηγητό-όμως παιχνιδιάρικο)
Είστε αλήτες!
Τίμιος άντρας κανείς δεν φέρεται έτσι.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Όλα τα περιμέναμε,
όμως όχι κι έτσι.
Έρχονται κι άλλες να βοηθήσουν;
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Μπα, φοβηθήκατε;
Είμαστε χιλιάδες, αμέτρητες!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
(προς τον Φαιδρία)
Φαιδρία!Θα τις αφήσουμε να μας υβρίζουν;
Άρπα τον κόπανο και βάρα!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Άντε να δούμε ποιος θα τολμήσει
ν’ απλώσει χέρι.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Ρε! Μά τον Δία!
Δεν βρίσκεται κανείς να τους αστράψει δυο χαστούκια.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Χτύπα, δεν φοβάμαι
και βάρα αν σου βαστά.
Σα σκύλα τ’ αχαμνά σου θα δαγκώσω!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Σκασμός!
Σου μαδάω μια μια τις άσπρες τρίχες!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Άπλωσε αν τολμάς!
Άπλωσε το δαχτυλάκι σου!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Θα σε λιώσω στις μπουνιές
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Με τα δόντια θα σου φάω το συκώτι!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Ω Ευριπίδη!
Πα-πα-πα…Πάωσοφε!
Που σιχαινόσουν τις γυναίκες!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Ροδίπη! Σήκωσε τη στάμνα!
(Η Ροδίπη απειλή τον Κορυφαίο με τη στάμνα.)
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Θεομπαίχτρα! Τι σοφίζεσαι να κάνεις;
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Φωτιές κρατάς και θέλεις να κάψεις το τομάρι σου.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Φωτιές, φωτιές ν’ ανάψω,
τις φίλες σου να κάψω.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Κι εγώ με το νερό μου θα τις σβήσω.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Τη φωτιά μου σε λίγο θα δεις! Θα σε κάψω!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Γέρο, έχεις σαπούνι;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Αι παλιόγρια!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Γέρο, να σε σαπουνίσω!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Άιντε χάσου!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Γαμπριάτικο λουτρό.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κοίτα θάρρος!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Είμαι λεύτερη γυναίκα!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Θα σ’ το βουλώσω τώρα!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Είσαι χωροφύλαξ!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Στον κότσο της βάλε φωτιά.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Πνίξ’ τον Αχελώε!
(Του ρίχνει νερό.)
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Ω, τι έπαθα ο δόλιος.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Μήπως σε ζεμάτισα;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Με περιπαίζεις.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Σε ποτίζω να βλαστήσεις!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Σταμάτα! Τρέμω!
ΚΟΡΥΦΑΙΑ, ΓΥΝΑΙΚΕΣ (ΟΛΕΣ)
Σε ποτίζω να βλαστήσεις.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ, ΑΝΔΡΕΣ (ΟΛΟΙ)
Αχ! Αχ! Τρέμω!
ΟΛΕΣ
Γεροξεκούτη.
ΟΛΟΙ
Μη με βρέχεις.
ΟΛΕΣ
Σε ποτίζω να βλαστήσεις.
ΟΛΟΙ
Μη με βρέχεις, τρέμω.
ΟΛΕΣ
Θα δεις τι άλλο θα σου κάνω!
ΟΛΟΙ
Μη με καταβρέχεις
Είμαι γέρος και ξεκούτης.
ΟΛΕΣ
Να! Σε κατουρώ!
ΟΛΟΙ
Αχου!
ΣΚΗΝΗ 5
(Όλοι παγώνουν καθώς μπαίνει αργά ο Ποιητής.)
ΠΟΙΗΤΗΣ
Μπαίνει τώρα καμαρωτός
ο Πρόβουλος ο ξακουστός.
Τη Λυσιστράτη σε λιγο θα δει!
Συνομιλία θα έχουν σημαντική!
(Βγαίνει ο Ποιητής και μπαίνει ο Πρόβουλος
πάνω στη μουσική του «Viennen los pajaros».)
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Todo era vuelo en nuestra tierra!
(Όλοι, επί σκηνής, όσο τραγουδά εκνευρίζονται.
Τέλος, θυμωμένοι του φωνάζουν ρυθμικά…)
ΟΛΟΙ
Τραγουδάς από άλλο έργο!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ!
Πρόβουλε! Αυτό είναι το Canto General.
(Βγαίνει ο Ποιητής με περούκα που
κάποιον θυμίζει. Κρατά μια ογκώδη
παρτιτούρα, σκίζει ένα φύλλο και το πετά
στην ορχήστρα. Μετά στρέφεται προς το
κοινό και λέει δυνατά: Συγνώμη!».
Πριν στρέψει την πλάκα του, η ορχήστρα
ξαναρχίζει την ίδια μουσική σε άλλο τόνο!)
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Άλλος κανείς δε φταίει, μονάχα εμείς!
Εμείς τις κακομάθαμε με λούσα!
Πάμε στον χρυσοχόο και του λέμε:
«Μεγάλωσε την τρύπα στο κολιέ της.
Μεγάλωσε την τρύπα!
Θα λείψω για τη Σαλαμίνα.
Ευκαιρία να περάσεις απ’ το σπίτι
και να τη φαρδύνεις…»
Κάποιος άλλος πάει στον τσαγκάρη:
«Μάστορα, το λουράκι στο ποδαράκι
το λουράκι στο παπουτσάκι
της πονάει το δαχτυλάκι…
Όταν θα λείψω απ’ το σπίτι
πέρνα να το φαρδύνεις…
Να το φαρδύνεις όσο μπορείς…».
Αυτά λοιπόν μας φέρανε και τούτα.
Εγώ είμαι ο Πρόβουλος!
Και βρήκα ξυλεία
για να φτιαχτούν τα κουπιά.
Όμως το χρήμα βρίσκεται στον Παρθενώνα
και οι γυναίκες κλείσαν’ τις πύλες
και μας κλείσαν’ έξω!
Φέρτε τους λοστούς να ξεπλύνουμε την ντροπή!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Μπρος-μπρος-μπρος γρήγορα
να τις τσακίσουμε.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου -τσου-τσου-τσου-τσου
θα σας τον φτύσουμε!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Φέρτε λοστούς
να ξεπλύνουμε την ντροπή!
(προς έναν τοξότη)
Τι κοιτάς σαν χαζός;
Εμπρός, ξήλωσε την πύλη!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου
θα σας τον φτύσουμε!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
(που έρχεται από ψηλά)
Μην κάνετε τον κόπο. Εδώ είμαι!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μωρή κατσίκα! Πως τολμάς;
Τοξότη, πιάσε την και δέσε την πισθάγκωνα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Για τόλμησε! Θα σε λιώσω κι ας είσαι εξουσία.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ρε! Δε φοβηθήκατε;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Μά την Πάνδροσον!
Αν απλώσεις χέρι θα σε χέσω!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θα με χέσεις! Βρομόστομα!
Αυτήνε πιάσε πρώτα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Κάνε πως μ’ αγγίζεις!
Μά την Εκάτη, θα σκούξεις απ’ τον πόνο.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Μπρος- μπρος-μπρος γρήγορα
να τις τσακίσουμε.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
θα σας τον σκίσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
(Δείχνει τη Μυρρίνη.)
Τοξότες! Πιάστε την!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Μπρος-μπρος-μπρος-γρήγορα
να τις τσακίσουμε.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
Θα σας τον σκίσουμε.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μά την ΄Αρτεμη!
Αν κάνεις ένα βήμα, σου μαδάω τις τρίχες
μία μία.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ω δυστυχία!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
Θα σας τον φτύσουμε.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Το ’σκάσε ο τοξότης!
Εμπρός Σκύθες! Πάνω τους!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
θα σας τον σκίσουμε.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τέσσερις λόχοι γυναίκες σάς περιμένουν.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σκύθες! Λέω ξανά! Πάνω τους!
Δέστε τους τα χέρια πισθάγκωνα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ομπρός γυναίκες συναγωνίστριες!
Σκορδομαιντανό! Φάβα!
Φασουλαδίτισσες! Φουρνοταβερνιάρισσες!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
θα σας τον σκίσουμε.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Χιμάτε! Χτυπάτε! Αρπάχτε!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
θα σας τον φτύσουμε.
Στα κρύα του λουτρού θα σας αφήσουμε.
(Τους δέρνουν.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Φτάνει! Φτάνει!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τσου-τσου-τσου-τσου-τσου-τσου
θα σας τον φτύσουμε.
Στα κρύα του λουτρού θα σας αφήσουμε.
(Τους δέρνουν.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Φτάνει! Φτάνει!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Θα σας τον σκίσουμε!
(Τους γδύνουν.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γυρίστε πίσω!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Θα σας τον φτύσουμε!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όχι πλιάτσικο!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Οιμένα! Ω πα πα!
Ρεζίλι με κάναν’ οι τοξότες!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Για ποιες μας πέρασες;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Για παλαβές;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ή για κρεβατογυναίκες;
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Ω Πρόβουλε! Αυτές είναι θηρία!
Πριν λίγο μας λούσανε χωρίς σαπούνι.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλέ μου!Μη σηκώνεις χέρι
αν δε θέλεις να τις φας κι εσύ!
Εγώ καλό κορίτσι είμαι.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Θέλω φρόνιμα να ζω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, ΜΥΡΡΙΝΗ ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Και να με σέβονται.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αλίμονο σ’ εκείνον που θα με χτυπήσει.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Ω Δία! Πώς θα δαμάσουμε αυτά τ’ αγρίμια;
Άιντε Πρόβουλε, βρες έναν τρόπο να ξεμπερδέψουμε…
Μας πήραν το κάστρο το άβατο του Γενάρχη Κραναού,
την ιερή Ακρόπολη!
Ρώτα, ανάκρινε Πρόβουλε!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ποιος ο σκοπός που πήραμε την Ακρόπολη;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Χρήμα ίσον πόλεμος.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Πήραμε το χρήμα.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ
Τέρμα ο πόλεμος!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μα για το χρήμα τάχα πολεμάμε;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Η για κρεβατογυναίκες;
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Ω Πρόβουλε! Αυτές είναι θηρία!
Πριν λίγο μας λούσανε χωρίς σαπούνι.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλέ μου! Μη σηκώνεις χέρι
αν δε θέλεις να τις φας κι εσύ!
Εγώ καλό κορίτσι είμαι.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Θέλω φρόνιμα να ζω.
ΛΥΣΙΣΤΑΤΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Και να με σέβονται.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αλίμονο σ’ εκείνον που θα με χτυπήσει.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Ω Δία! Πως θα δαμάσουμε αυτά τ’ αγρίμια;
Άιντε Πρόβουλε, βρες έναν τρόπο να ξεμπερδέψουμε…
Μας πήραν το κάστρο το άβατο του Γενάρχη Κραναού,
την ιερή Ακρόπολη!
Ρώτα, ανάκρινε Πρόβουλε!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ποιος ο σκοπός που πήρατε την Ακρόπολη;
ΛΥΣΙΣΤΑΤΗ
Χρήμα ίσον πόλεμος.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Πήραμε το χρήμα.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ, ΜΥΡΡΙΝΗ
Τέρμα ο πόλεμος!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μα για το χρήμα τάχα πολεμάμε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ
Ναι! Γι’ αυτό!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πήραμε το χρήμα.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Τέρμα ο πόλεμος!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Για κάθε κακό…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
το χρήμα φταίει.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ,ΛΑΜΠΙΤΩ
Κι ο Πεισίστρατος!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Κι όσοι την εξουσία κυνηγούν…
ΜΥΡΡΙΝΗ
Για να μπλέκουν τον κόσμο.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και να κυβερνούν!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ,ΛΑΜΠΙΤΩ
Όμως τέλος τώρα πια!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και λοιπόν τι θα κάνει;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Το Ταμείο ελέγχουμε εμείς!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Το Ταμείο του Κράτους εσείς;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι το παράξενο;
Ποιος κάνει κουμάντο στο σπίτι;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δεν είναι το ίδιο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ
Απαράλλαχτο!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μα έχουμε πόλεμο!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Δεν μας χρειάζεται!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και πώς αλλιώς θα σωθούμε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα σας σώσουμε εμείς!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δεν είσαι με τα καλά σου!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ
Εμείς!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τρελή! Είσαι τρελή!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θες δε θες, θα σε σώσουσω!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Με ποιο δικαίωμα;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλέ μου, θα σε σώσω!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κι αν αρνηθώ;
Τούτη η τρέλα για Ειρήνη ή για Πόλεμο
πως σας μπήκε στο κεφάλι;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα σ΄ το πω.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κάνε γρήγορα πριν σ’ τις βρέξω.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Μακριά τα χέρια σου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και τώρα πρόσεξέ με.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δεν μπορώ,δαιμονίζομαι.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ετοιμάσου να κλάψεις.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τον εαυτό σου, παλιόγρια, φοβέριζε.
Λέγε!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Άκου λοιπόν!
Κλεισμένες μες στο σπίτι κάναμε υπομονή.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Βλέπουμε τα λάθη σας, μα δε μιλούσαμε.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Κι όταν σας ρωτούσαμε:
«Θα κάνετε Ειρήνη;»…
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
«Σκασμός», μας λέγατε.
ΜΥΡΡΙΝΗ
‘Όμως εγώ δε θα σώπαινα!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θα ΄τρωγες ξύλο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Για τούτο δε μίλαγα!
Κι όταν τα λάθη σας πλήθαιναν:
«Πώς ξεπέσατε έτσι αντρούλη μου;».
«Κοίτα το σπίτι εσύ!»…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ,ΛΑΜΠΙΤΩ
«Είναι δουλειά των αντρών!»
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καλά σου ’λεγε
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Κι όταν πια δεν έμεινε κανένας…
ΜΥΡΡΙΝΗ
Κι όταν πια δεν έμεινε κανένας…
ΟΛΕΣ
αρσενικός…
ΜΥΡΡΙΝΗ
στην πατρίδα…
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
κι όταν λέγαμε «πού πάμε;»…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τότε εμείς απόφαση πήραμε
την Ελλάδα να σώσουμε.
ΟΛΕΣ
Ενωμένες!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Έτσι θα σώσουμε κι εσάς.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Εμάς;Εσείς;Αδιανόητο!Αβάσταχτο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ
Σκάσε!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Εσύ με διατάζεις να σκάσω;
Εσύ που φοράς τσεμπέρι!Εσύ με τα φουστάνια!
Καλύτερα να πέθαινα!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αν το τσεμπέρι σ’ εμπόδιζει, παρ’το!
Βάλ’ το στο κεφάλι σου και σώπαινε!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Πάρ’το πανέρι μου και φόρα την ποδιά μου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ
Και δουλεία δική μας ο πόλεμος.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Παρατάτε κυράδες μου τις στάμνες
να τρέξουμε στο κάστρο
να βοηθήσουμε τις συντρόφισσες.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Κι εγώ δεν θα πάψω να χορεύω
και μαζί τους θα παλεύω για την Αρετή.
Γιατί έχω νου, σοφία, καρδιά και αγάπη για
την πόλη μας.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ,ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Γεια σου Λυσιστράτη. Λεβέντισσά μου.
Πρώτη στις πρώτες.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Άιντε γριές-παλικάρια. Εμπρός!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Η γριά η κότα πιο νόστιμη είναι.
κι εγώ τα ζουμιά μου τα έχω.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Έχουμε τον άνεμο στα πανιά μας.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι αν ο Έρως, το τέκνο της Κύπρης
ανάψει φωτιές στα μπατζάκια
και μπροστά μας φυτρώσουν αγγούρια αντρών…
ΟΛΕΣ (ΣΟΛΙΣΤ ΚΑΙ ΧΟΡΩΔΙΑ)
σταματούν οι πόλεμοι!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σωτήρες εμείς!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Αλλά πώς;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Στο παζάρι κανείς δεν θα βγαίνει οπλισμένος.
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Κανείς, μά την Κύπρη!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Άλλος να γεμίζει το κράνος με μπιζέλια…
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
κι άλλος να κλέβει το κράνος με μπιζέλια…
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πως θα ξεμπλέξετε
τις μπλεγμένες κρατικές υποθέσεις;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πως ξεμπλέκω το κουβάρι;
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Μια το πιάνω από δω…
ΛΑΜΠΙΤΩ
μια το πιάνω από κει…
ΜΥΡΡΙΝΗ
πάνω – κάτω…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
ώσπου να βρω την άκρη.
Όμοια με τον πόλεμο!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Θα στείλουμε πρεσβείες εδώ κι εκεί.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κουφόμυαλες! Δεν είναι μαλλιά και τρίχες ο πόλεμος.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μακάρι οι τρίχες να σας κυβερνούσαν!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Αλλά πώς;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όπως ξεπλένω τα μαλλιά στη σκάφη…
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
και τα κοπανάω…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
έτσι ξεπλένεται η λέρα της πολιτείας!
Με τη σανίδα να κοπανάτε τους κλέφτες του δημοσίου!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Κι όσους κάνουν κλίκες
να σώσουν το Έθνος!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Με ξυστρί να τους βγάζετε τρίχα τρίχα!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τρομερό!
Την πατρίδα να τη λένε μαλλί για κοπάνισμα οι φούστες
που ποτέ τους δεν είδανε πόλεμο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όμως του πολέμου τα βάρη
διπλά και τριπλά και τετραπλά τα σηκώνουμε εμείς!
Εμείς γεννάμε τ’ αγόρια
που εσύ μας τα παίρνεις στρατιώτες.
ΟΛΕΣ!
Παγκάκιστε!
Όμως εμείς τα βάρη του πολέμου σηκώνουμε
διπλά και τριπλά.
Εμείς γεννάμε τ’ αγόρια
που εσύ θυσιάζεις στου πολέμου το βωμό.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πάψε! Μη μου θυμίζεις τα δυσάρεστα!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ολομόναχες μένουμε
αντί να χαρούμε τα νιάτα μας,
και τα κορίτσια μας γερνούν αζευγάρωτα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μήπως κι εμείς δεν γέρνούμε;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όταν ο άντρας γυρίζει ασπρομάλλης
μπορεί να βρει νύφη μικρούλα.
ΛΥΣΙΣΤΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Ο καιρός της γυναίκας λίγος,
Κι αν τον χάσει, μονάχη μένει στο σπίτι
συντροφιά με τα όνειρά της…
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Αφού εκείνος μπορεί!
(Πέφτουν όλες πάνω του. Στη συνέχεια αρχίζουν να ξυλοκοπούν τους άντρες με άγριες διαθέσεις. Εκείνοι αμύνονται απελπισμένα και συνεχώς υποχωρούν φοβισμένοι και διαμαρτυρόμενοι, έως ότου τελικά τους πετάξουν έξω.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Είσαι ψοφίμι! Γεροχούφταλο!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Είσαι ψοφίμι!
Μόνο για τάφο είσαι έτοιμος!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Στο φέρετρό σου ετοιμάσου για να μπεις!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Κι εγώ σου κάνω τα κόλλυβα!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Να, πάρε μια!
ΛΑΜΠΙΤΩ
Κι άλλη μια!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Οχ!Οχ!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι κοκάλωσες ψοφίμι;
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Αχ και βαχ!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ο Χάροντας στη βάρκα μπρος
σε καρτερεί…
ΛΑΜΠΙΤΩ
Πολύ καθυστέρησες…
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Οχ! Οχ!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Το φέρετρό σου έτοιμο!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Στο φέρετρο…
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Μη βαράς!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
…ετοιμάσου…
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Να, πάρε!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Μη βαράς!
ΜΥΡΡΙΝΗ
…να μπεις!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Κι άλλη μια!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ετοιμάσου να μπεις!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πάψε να χτυπάς!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Άιντε να μπεις στον τάφο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι εγώ σου ετοιμάζω κόλλυβα.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πονάω!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Να, πάρε!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πονάω!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Νά, πάρε κι άλλη!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Για δες!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Αχ, πονώ!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Εμπρός, γυναίκες!
Στα χέρια σας κρατάτε την Ειρήνη!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Την Ειρήνη! Εμείς, το γένος των γυναικών!
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Τα μάτια θα σας βγάλω!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ,ΜΥΡΡΙΝΗ,ΛΑΜΠΙΤΩ
Θα την σώσουμε την Ειρήνη!
Θα την σώσουμε την Ειρήνη!
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Την Ειρήνη! Την Ειρήνη!
(Τους χτυπούν και τους σπρώχνουν έξω από τη σκηνή.)
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Αχ αχ ! ΑΧ αχ !
Ο δόλιος δεν μπορώ…
ΟΛΕΣ
Θα σώσουμε την Ελλάδα και τα παιδιά μας.
(Αφού τους πετάξουν έξω, σιγά σιγά τους ξαναφέρνουν δεμένους και θλιβερούς για
να πάρουν μέρος στο χορωδιακό που ακολουθεί.)
ΟΛΕΣ (ΣΟΛΙΣΤ ΚΑΙ ΧΟΡΩΔΙΑ)
Είναι στον πόλεμο
οι πατεράδες των παιδιών μας…
ΟΛΟΙ
Αχ κακούργες γράδες, ξετσίπωτες’
ΟΛΕΣ
Έρημες, μόνες
μονάχες είμαστε…
ΟΛΟΙ
Αχ και βαχ!
ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΙ
Να σταματήσει το κακό, οι άντρες να γυρίσουν
Και τα σπίτια να γεμίσουν με γέλια και χαρές!
(Οι άντρες φεύγουν.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Β΄ Πράξη
ΣΚΗΝΗ 6
ΠΟΙΗΤΗΣ
Τρικυμία, θύελλα, μπόρα, άγριος άνεμος
καθώς αντικρίζουν ν’ ανηφορίζει άρρενας.
Ιδρώνουν…Ο πόθος τις καταλεί.
Απ’ τον ουρανό κατεβαίνουν περιστέρια και βροχές.
Ο ιδρώτας κι η ανάσα του.
Της Μυρρίνης ό άντρας είναι. Ο Κινησίας.
Στα δίχτυα θα πέσει των γυναικών σαν θήραμα.
Του Πέου ο γιός θα ξεφτιλιστεί,
των ανδρών το γένος τα όπλα καταθέσει
στο βωμό του Μεγάλου Έρωτα!
(Βγαίνει)
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Βλέπω έναν άντρα ν’ ανεβαίνει στο Ναό.
Το πουλί του σηκωμένο φτάνει ως το θεό.
Μου ‘ρχεται ζαλάδα, δεν μπορώ να κρατηθώ.
Όλα τα ξεχνάω και τα παρατάω,
δεν μπορώ ν’ αντισταθώ.
ΧΟΡΟΣ, ΓΥΝΑΙΚΩΝ,ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ
Δεν υποφέρω να δω
το φοβερό το αντρικό,
αυτό που αγάπησα,
και που γονάτισα
στης Αφροδίτης το Βωμό.
Να σ’ έχω δίπλα μου
χαρά και πίκρα μου,
νύχτα και μέρα, όσο ζω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Να μας δοκιμάσουν τώρα θέλουν οι θεοί…
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Να δοκιμάσουν τώρα θέλουν οι θεοί.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αν δεν κρατηθούμε όρθιες τούτη τη στιγμή…
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Αν δεν κρατηθούμε όρθιες τούτη τη στιγμή…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πάνε τα όνειρά μας ,πάνε τα παιδιά μας,
μες στη μάχη θα χαθούν.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Πάνε τα παιδιά μας,
Μες στη μάχη θα χαθούν.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σφίξτε τ’ αχαμνά σας, σφίξτε την καρδιά σας
Ασπρες μέρες για να ΄ρθούν.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ,ΚΛΕΟΝΙΚΗ, ΧΟΡΟΣ
Δεν υποφέρω να δω
το φοβερό το ανδρικό,
αυτό που αγάπησα,
και που γονάτισα
στης Αφροδίτης το Βωμό.
Να σ’ έχω δίπλα μου
χαρά και πίκρα μου,
νύχτα και μέρα, όσο ζω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποια τον γνωρίζει;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Είναι ο Κινησίας, ο αντρούλης μου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δουλειά σου τώρα να τον ξεροψήσεις.
Να τονε γυρνάς στη σούβλα.
Μια να στέκεις, μια να φεύγεις
κι ‘όλα να του τα προσφέρεις
Όλα, έξω από τούτο!
Τούτο εδώ!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Είναι ο Κινησίας, ο αντρούλης μου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δουλειά σου τώρα να τον ξεροψήσεις.
Να τονε γυρνάς στη σούβλα.
Μια να στέκεις, μια να φεύγεις
κι όλα να του τα προσφέρεις.
Όλα, έξω από τούτο!
Τούτο εδώ!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ας’ το σ’ εμένα. Θα τον κανονίσω όπως πρέπει.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα ΄μαι κοντά σου να επιβλέπω.
Σε σιγανή φωτιά στο τηγάνι να τον ψήσεις.
(προς τον Γυναικείο Χορό)
Πάρτε δρόμο!
(Ο Χορός και η Μυρρίνη φεύγουν.Είσοδος Κινησία,
που το εξογκωμένο πέος του τον εμποδίζει στις
κινήσεις του.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Αχ αλί και τρισαλί!
Τι να το κάνω το πουλί!
Αχ τι πρήξιμο κι αυτό.
θα σκάσω ο δόλιος, θα πλαντάξω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποιος είσαι;Είσαι άντρας;
Και τι γυρεύεις;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Είμαι άντρας και βαρβάτος! Ναι!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Φύγε! Φύγε!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Κι εσύ ποια είσαι;
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ο φρουρός.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Καλή γυναίκα, σε ικετεύω.
Κάλεσε τη Μυρρίνη!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποιος είσαι; Τι να πώ;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ο άντρας της, ο Κινησίας,
του Πέου ο γιος.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Όλες στο στόμα το ΄χουνε
το γλυκό το όνομά του,
κι η Μυρρίνη νύχτα-μέρα το πιπιλίζει.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δόξα στην Αφροδίτη!
Αι φώναξέ την.
Δεν αντέχω άλλο, θα τεζάρω…
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πρέπει πρώτα να πληρώσεις.
Να με λαδώσεις!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Να πάρε! Πάρε!
(Της δίνει νομίσματα.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα την καλέσω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Αχ δεν αντέχω.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θα την καλέσω.
(Βγαίνει.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μες στο σπίτι όλα μαύρα
φαρμάκι, πόνος, οδυρμός…
Ο νους μου σ΄ εκείνο που μου λείπει…
Λουλούδι κόκκινο, καυτό.
(Η μουσική σταματά για δυό-τρία
Δευτερόλεπτα, καθώς φαίνεται
κάπου ψηλά η Μυρρίνη.)
ΜΥΡΡΙΝΗ
Τον αγαπάω! Τον αγαπάω!
Όμως εκείνος δεν μ’ αγαπά…
(με νάζι)
Δεν κατεβαίνω! Δεν κατεβαίνω!
(αλλαγή ατμόσφαιρας)
«Το πρόσωπό σου φεύγει σαν το νερό
Με βήματα φυγής νυχτερινής
Μένουν τα μάτια σου
-μαυρα φιλιά-
και το παράπονό μου.
Φεύγει το πρόσωπό σου
Σαν τον καιρό
Που δεν ξαναγυρίζει
Βαθαίνει η θλίψη μου
κι η ερημιά
και το παράπονό μου».*
(τέλος αλλαγής)
*Ποίηση Δήμητρας Μαντά.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Γλυκιά μου Μυρρίνη, τι είν’ αυτά που λες;
Κατέβα κάτω!
ΜΥΡΡΙΝΗ
(από ψηλά)
Δεν κατεβαίνω για σένα! Ποτέ!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Σε ικετεύω.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Δεν με χρειάζεσαι…
Γι’ αυτό δεν κατεβαίνω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μα δεν με βλέπεις; Σε λίγο θα κρεπάρω.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Φεύγω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μη! Για χάρη του παιδιού μας!
( Ενας δούλος φέρνει το παιδί, που μπορεί
να είναι άντρας -με μουστάκι;-ντυμένος
παιδικά.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Γιόκα μου, κράξε τη μαμά σου!
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Μαμά! Μαμά!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δεν πονάς το παιδί σου;
Εξι μέρες έχει να βυζάξει
(κοιτάζει τ’αχαμνά του)
και να λουστεί.
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Κατεβαίνει αργά, λικνιζόμενη, με το βλέμμα
καρφωμένο στα απόκρυφα μέρη του Κινησία,
και κατευθύνεται προς το παιδί.)
Για το παιδί μου κατεβαίνω…
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
(κρυφά, προς το κοινό)
Τώρα μου φαίνεται πιο νέα
και ορεξάτη και τρυφερούλα,
κι όσο μου κάνει ζόρια και τσαλίμια
τόσο μου ανάβει τη λαχτάρα μου.
ΜΥΡΡΙΝΗ
(καθώς χαϊδεύει το παιδί, όμως το μάτι
στο…πέος)
Έλα γλυκό μου, σφίξε τη μαμά σου.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Γιατί είσαι κακιά;
(Την πιάνει.)
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Τον σπρώχνει.)
Μη μ’ αγγίζεις)
ΚΥΝΗΣΙΑΣ
Και το νοικοκυριό μας που διαλύθηκε;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Δε με νοιάζει.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Κι οι κότες που τσιμπούν τον αργαλειό σου;
ΜΥΡΡΙΝΗ
Δε με νοιάζει.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Και οι γιορτές της Αφροδίτης που τις αμέλησες;
Γύρνα στο σπίτι!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Ποτέ!
Με τους εχθρούς αν δεν μονοιάσετε
να σταματήσει το κακό!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Θα γίνει, θα γίνει
ο λαός θ’ αποφασίσει.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Τότε κι εγώ θ΄ αποφασίσω!
Τώρα με όρκο είμαι δεμένη.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Έλα μαζί μου να πλαγιάσεις λίγην ώρα.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Όχι! Κι ομολογώ πως σ’ αγαπάω.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μ’ αγαπάς γλυκιά μου Μυρρίνη!
Άιντε πέσε!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Αδιάντροπε! Μπροστά στο παιδί…
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
(Διατάσσει τον δούλο.)
Πάρ΄ το…
Το παιδί το ξαπόστειλα. Πέσε τώρα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Α! Και πού να πέσω;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Να! Στην σπηλιά του Πανός!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Κι ύστερα πώς θα εξαγνιστώ;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Πλύσου στην Κλεψύδρα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Και να πατήσω η δύστυχη τον όρκο μου;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Απάνω μου να πέσει η οργή του θεού!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Στάσου λοιπόν να φέρω στρωσίδια.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δεν θέλω στρωσίδια.
Θέλω καταγής…Στρωματσάδα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Όχι, μα τον Απόλλωνα!
Δεν σ’ έχω για το χώμα.
(Φεύγει.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Με λατρεύει!
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Ξανάρχεται.)
Ξάπλωσε λίγο. Έρχομαι κι εγώ!
(Κάνει πως ξαπλώνει, όμως ξανασηκώνεται.)
Οχου! Δεν έφερα την ψάθα.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τι ψάθα και ξεψάθα…Δεν μας χρειάζεται…
ΜΥΡΡΙΝΗ
Μά την Άρτεμη! Απάνω σε σκοινιά;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Στάσου λίγο να σε φιλήσω.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Έλα!
(Του προσφέρει το μάγουλο και φεύγει.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Πω-πω,πω-πω-πω!
Που πας;
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Ξαναγυρίζει.)
Πέσε ώσπου να γδυθώ.
(Φεύγει.)
(Ξαναγυρίζει.)
Σου ΄φερα το μαξιλάρι.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δεν το θέλω!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Το θέλω εγώ!
(Φεύγει.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μια τέτοια όρεξη!
Ούτε ο Ηρακλής δεν έχει.
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Έρχεται.)
Ξάπλωσε ξανά!
Τώρα τα ‘χουμε όλα!
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Έλα μανούλι μου!
Έλα τώρα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Στάσου να λύσω των βυζιών μου τη φασκιά…
Και μην ξεχνάς πως μου ‘δωσες όρκο
τον πόλεμο να πάψετε.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Να πέσει αστραπή και να με κάψει.
ΜΥΡΡΙΝΗ
Πάλι ξέχασα να φέρω κουβέρτα.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δεν την θέλω. Θέλω μονάχα κόλλημα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Θα το ΄χεις! Σε δυο λεπτά γυρίζω…
(Φεύγει.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Αχ! Με πρήξανε τα σούρτα φέρτα.
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Έρχεται)
Για πέσε.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δεν κοιτάς! Παρασηκώθηκα!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Θέλεις να σου βάλω μυρουδιά;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μά τον Απόλλωνα, όχι!
ΜΥΡΡΙΝΗ
(Φεύγει και ξανάρχεται.)
Να, πάρε ν’ αλειφτείς.
Πάρε τούτο το βαζάκι.
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Άλλα πιάνουν τα χέρια μου…
Πλάγιασε πια!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Τώρα αμέσως…Να βγάλω τα παπούτσια μου…
Μα θα ψηφίσεις ανακωχή;
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Θα το προτείνω στη Βουλή.
(Η Μυρρίνη φεύγει οριστικά.)
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Με τρέλανε τούτη η γυναίκα.
Με ξεχαρβάλωσε.
Μου έβαλε φωτιά κι έγινε άφαντη.
Τι να κάνω;
Και πώς να χορτάσω το βρέφος;
Αχ ρουφιάνε Αλεπόσκυλε!
Βρες μου μια παραμάνα.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πώς βαστάς κακομοίρη
την απάτη που σου κάνουν;
Σε λυπάμαι ο καημένος…
Ποια νεφρά;Ποια ψύχουλα;
Ποια μέση και ποιος κώλος θ’ αντέχανε;
Σε φούντωσαν και τώρα
τον αέρα καβάλα.
Ω θεοί, τι κάψα!
Ε ρε πώς σε κατάντησε
τούτη η βρόμα κι η στρίγκλα…
ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Όχι βρόμα! Όχι στρίγκλα!
Γλυκύτατη αγαπούλα.
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Μωρέ βρόμα και στρίγκλα!
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ, ΧΟΡΟΣ
Να τη σήκωνε ο Δίας ψηλά
-νέφος, άχερα-
να την έφερνε βόλτες,
να την έπαιζε σβούρα
-με βοριά, με νοτιά-
και κατόπι αφημένη στο παλούκι να πέσει
να βρεθεί καρφωμένη!
ΣΚΗΝΗ 7
(Μπαίνει από τ’ αριστερά ο Κήρυξ-Σπαρτιάτης -,και λίγο μετά ο Πρόβουλος.
Εχουν κι οι δυο κάτω απ’ τις χλαμύδες πελώρια ρόπαλα που τους αναγκάζουν να
Βαδίζουν σπασμωδικά)
ΚΗΡΥΞ
Πού ΄ναι των Αθηναίων η Γερουσία;
Φέρνω μήνυμα!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κι εσύ ποιος είσαι;
Άνθρωπος η σκουπόξυλο;
ΚΗΡΥΞ
Κήρυκας!
Με στέλνουν από την Σπάρτη για την Ειρήνη.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και τι το θέλεις το δόρυ στη μασχάλη;
ΚΗΡΥΞ
Για το θεό! Ποιο δόρυ;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Γιατί γυρνάς την πλάτη; Τι μας κρύβεις;
Βρε βρομιάρη, σου σηκώθηκε;
ΚΗΡΥΞ
Με συκοφαντείς!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κι αυτό τί είναι;
ΚΗΡΥΞ
Λακωνική σκυτάλη.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σαν την δική μου.
Για δες! Λακωνική σκυτάλη.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ, ΚΗΡΥΞ
Λακωνικές-λακωνικές
λακωνικές σκυτάλες,
πελώριες και ζουμερές!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και τι γίνεται στη Σπάρτη;
ΚΗΡΥΞ
Σκληρά και σηκωμένα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και βρήκατε ποιος φταίει;
ΚΗΡΥΞ
‘Έκανε την αρχή η Λαμπιτώ,
κι όλες οι γυναίκες
πήραν τ’ απαυτά τους κι έφυγαν…
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Οϊμέ! Οϊμέ!
ΚΗΡΥΞ
Ω πα πα! Ω παπαί!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Και πως τη βγάζετε;
ΚΗΡΥΞ
Η πόλη γέμισε καμπούρηδες.
Περπατάμε σκυφτά απ’ το βάρος;
Πού να τολμήσεις ν’ απλώσεις χέρι σε γυναίκα!
Πρέπει πρώτα να υπογράψουμε Ειρήνη!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μπήκα στο νόημα κι εγώ.
Η συνωμοσία είναι πανελλαδική!
Τρέχα γρήγορα
και πες τους να στείλουν πρεσβευτές.
Τρέχω κι εγώ στη Βουλή.
Έχω μεγάλο επιχείρημα.
ΚΗΡΥΞ
Είσαι σοφός!
(Ο Πρόβουλος φεύγει.)
Τρέχω κι εγώ με φτερά σαν πουλί.
ΣΚΗΝΗ 8
ΠΟΙΗΤΗΣ
Ένα μύθο θα σας πω,
που τον λέγανε παιδιά:
Ήταν κάποιος μια φορά
που ΄φυγε στην ερημιά.
(Μπαίνει ο Μάνος Χατζιδάκις. Λίγο παχύς,
με χιτώνα, περικεφαλαία, δόρυ και ασπίδα
με τα αρχικά Μ.Χ. Είναι αγανακτισμένος
καθώς φωνάζει στον Ποιητή- Συνθέτη:)
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Απαγάδεκτο! Απαγάδεκτο!
Αυτό είναι δικό μου!
Το πήγες από μένα!
ΠΟΙΗΤΗΣ
(με απορία)
Τι λες;
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
(Ενώ σημαδεύει με το δόρυ τον Ποιητή που μένει
εμβρόντητος με τα χέρια στη μέση, καλεί να μπουν
οι Χορωδοί.)
Εμπγός!Εμπγός!Πάμε!
(Οι Χορωδοί είναι ντυμένοι με τα γιορτινά τους,
δαφνοστεφείς και γελαστοί- έτσι θα είναι
και στο Finale. Μπαίνουν από διάφορες μεριές,
με τη σειρά που τραγουδούν.)
ΧΟΡΩΔΙΑ
Κι από τότε στα βουνά
ζούσε πια με το κυνήγι
κι από μισος στις γυναίκες
δεν κατέβη στο χωριό.
(Φεύγουν καθώς τελειώνει το τραγούδι.
Τελευταίος ο Μάνος Χατζιδάκις, με στραμμένο
πάντοτε το κοντάρι προς τον Ποιητή.)
ΠΟΙΗΤΗΣ
Αισίως βαίνομεν προς λύσιν του έργου.
Σε λίγο θα έλθουν οι Λακεδαίμονες
Να συνάψουν Ειρήνη
που στο τέλος θα υμνήσουμε όλοι μαζί.
(Μπαίνουν διαδοχικά οι δύο Χοροί, πρώτα
των ανδρών και μετά των γυναικών.)
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Ήρθαν απ’ τη Σπάρτη!
Με γένια δέκα πήχες!
Με προβιές σαν τις αρκούδες.
Ήρθαν απ’ τη Σπάρτη!
(φωναχτά)
Γεια σας Λάκωνες!
(μόνοι οι άντρες)
Πώς πάν΄ τα πράγματα;
(Φεύγουν.)
ΣΚΗΝΗ 9
(Μπαίνουν οι Σπαρτιάτες.)
ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΩΝΩΝ
Το τεντωμένο μου πουλί
πως κελαηδεί, πως κελαηδεί.
ΚΗΡΥΞ
Είναι τα λόγια περιττά.
Όποιος έχει μάτια βλέπει.
ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΩΝΩΝ
Και κελαηδεί και κελαηδεί
το τεντωμένο μου πουλί.
Η κάψα μου ανάβει και φουντώνει.
ΚΗΡΥΞ
Αίντε να ΄ρθει κανένας
να κλείσουμε Ειρήνη.
ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΩΝΩΝ
Μα να! Τους ντόπιους βλέπω.
Κρατούν τα ρούχα τους
Μακριά απ’ την κοιλιά τους.
(Μπαίνουν οι Αθηναίοι ντυμένοι κανονικά,
με επικεφαλής τον Πρόβουλο.)
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πρέπει να βρούμε τη Λυσιστράτη
αυτή μας έβγαλε το μάτι.
ΚΗΡΥΞ
Σας έπιασε κι εσάς πρωί πρωί σπασμός;
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Από οξεία πάσχουμε καυλίτιδα!
Αν ευθύς δε συνάψω Ειρήνη,
φερτε μου έναν παίδαρο
να τον ξεσκίσω!
ΚΗΡΥΞ
Όμως προσέξτε, σκεπαστείτε,
μήπως κανείς χασάπης
κόψει τα λουκάνικα.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καλά τα λές! Γειά σας Λάκωνες!
Ντροπές πλάκωσαν’.
Για ποιο λόγο βρίσκεστε εδώ;
ΚΗΡΥΞ
Για την Ειρήνη!
ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΩΝΩΝ
Την Ειρήνη!
ΚΗΡΥΞ
Πρεσβευτές!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θέλουμε κι εμείς το ίδιο.
ΟΛΟΙ (ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΚΑΙ ΛΑΚΩΝΕΣ)
Θέλουμε Ειρήνη! Θέλουμε Ειρήνη!
Ειρήνη! Ειρήνη!
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ποιος θα φέρει τη Λυσιστράτη;
ΟΛΟΙ
Το τεντωμένο μου πουλί
πως κελαηδεί, πως κελαηδεί.
(Μπαίνουν η Λυσιστράτη, η Μυρρίνη, η Κλεονίκη
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
(στη Λυσιστράτη)
Χαίρε γενναιοτάτη!
Πρέπει να γίνεις καλή και κακή.
Σεμνή και φαύλη.
Αθώα και πολύπειρη.
Γιατί σαγήνεψες τους Έλληνες,
που σου αναθέτουν εν λευκώ
εσύ να αποφασίσεις!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σπουδαία τα λάχανα!
Σας χρειάζεται μόνο ένας οργασμός
για να καλμάρουν τα πνεύματα!
Πού είναι η Συμφιλίωση;
(Μπαίνει η Συμφιλίωση ανθοστολισμένη,
με την συνοδεία της.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
(προς την Κλεονίκη)
Εσύ πιάσε τους Λάκωνες
και φερ’ τους κοντά μας.
Κι αν αρνηθεί κανείς να δώσει το χέρι,
τότε πιάσε το πουλί τους.
(προς το κοινό)
Είμαι γυναίκα.
Έχω κοφτερό μυαλό!
ΚΛΕΟΝΙΚΗ
(προς το κοινό)
Με φρόνηση με προίκισε η Φύση!
ΜΥΡΡΙΝΗ
Γνωρίζω καλά τη ζωή.
Δεν είμαι αμόρφωτη.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αθηναίοι και Σπαρτιάτες,
Θυσιάζετε στους ίδιους βωμούς.
ΛΑΜΠΙΤΩ
Στην Ολυμπία, στους Δελφούς,
στις θερμοπύλες! Πάντα μαζί!
ΟΛΕΣ
Πάντα μαζί!
ΟΛΕΣ
Πάντα μαζί!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Και τώρα ρημάζετε την Ελλάδα
ενώ οι εχθροί καραδοκούν.
ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΩΝΩΝ
Κι εμένα με ρήμαξε η καύλα.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Λάκωνες, πόσες φορές σας σώσανε οι Αθηναίοι;
ΛΑΜΠΙΤΩ
Αθηναίοι, πόσες φορές σας σώσανε οι Λάκωνες;
ΧΟΡΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Τι κώλος! Τι κώλος είναι αυτός!
ΟΛΟΙ (ΑΘΗΝΑΙΟΙ-ΛΑΚΩΝΕΣ)
Αχ και βαχ!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Με τόσους κοινούς δεσμούς, πώς πολεμάτε;
ΟΛΟΙ
Τι καλλίγραμμος κολπίσκος!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γιατί δεν σταματάτε;
ΛΑΚΩΝΕΣ
Θέλουμε να προσαρτήσουμε τον κόλπο!
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποιόν κόλπο;
ΛΑΚΩΝΕΣ
Του Κατακώλου.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τι λές;
ΑΘΗΝΑΙΟΙ
Θέλουμε την ορεινή Κλειτορία.
ΛΑΚΩΝΕΣ
Τον πισινό κόλπο του Μαλιακού.
ΑΘΗΝΑΙΟΙ
Τα σκέλια των Μεγάρων.
ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (ΣΟΛΙΣΤ ΚΑΙ ΧΟΡΟΣ)
Όλοι μαζί! Όλοι μαζί!
Αθηναίοι, Πελοποννήσιοι, Βοιωτοί.
Να σώσουμε την Ελλάδα.
ΣΚΗΝΗ 10-FINALE
(γενική συμφιλίωση σ’ ένα πνεύμα χαράς)
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Έχω στρώμα κεντημένο,
παρδαλό φουστάνι έχω,
και χρυσό βραχιόλι έχω.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πάει κι η κόρη να χαρεί το πανηγύρι.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ (ΟΛΟΙ)
Πάει κι η κόρη να χαρεί το πανηγύρι.
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ, ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πιαστείτε χέρι χέρι.
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, ΜΥΡΡΙΝΗ, ΚΛΕΟΝΙΚΗ,
ΛΑΜΠΙΤΩ, ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Έχω το σπίτι ανοιχτό,
έχω για σένα ό,τι ποθείς•
άκρατο οίνο για να πιεις,
κρεβάτι για να κοιμηθείς.
ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Ποτέ πια ξεμέθυστοι
σε διαπραγματεύσεις!
Γιατί ο νους μας πάει στο κακό.
ΛΑΚΩΝΕΣ
Μνημοσύνη, φέρε τη Μούσα.
ΚΗΡΥΞ
Αυτή που γνώρισε των Αθηναίων την ανδρεία.
Εκείνοι ενίκησαν τους Μήδους,
κι εμείς με τον Λεωνίδα
φυλάξαμε θερμοπύλες.
ΚΗΡΥΞ, ΛΑΚΩΝΕΣ
Παρθένα θεά, ευλόγα την Ειρήνη!
ΟΛΟΙ (ΣΟΛΙΣΤ ΑΝΔΡΩΝ-ΓΥΝΑΙΚΩΝ)
Ας είναι καλό το ταξίδι με το πλοίο της Φιλίας.
΄Αρτεμη σε καλώ, και τον Διόνυσο,
Τον Δία καλώ και την Ήρα,
θεοί και δαίμονες ας έρθουν
κοντά μας για πάντα.
Καλώ τη γλυκιά Αφροδίτη
να μας φέρει καλή ζωή.
Ας ψάλουμε όλοι παιάνα!
Ξανοίγει μια νέα ζωή,
Ειρηνική!
(Η σκηνή σιγά σιγά αδειάζει• το φως πέφτει.)
(Το φως ανεβαίνει σιγά σιγά. Θα μπουν ξανά
όλοι με τη σειρά τους στεφανωμένοι,
χαρούμενοι και με ρούχα γιορτινά.
Μπαίνουν η Λυσιστράτη, η Κλεονίκη,
η Μυρρίνη, η Λαμπιτώ.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Στης Ειρήνης το σκοπό
τις φωνές ενώστε.
Στης Ειρήνης το ρυθμό
τις καρδιές υψώστε.
(Μπαίνουν ο Ποιητής, ο Πρόβουλος,
ο Κινησίας, ο Κήρυξ.)
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Χέρια-χέρια σμίξτε δυνατά.
ΟΛΕΣ
Ρίξτε μες στα Τάρταρα
του πολέμου τη σκιά.
Σαν ελεύθερο πουλί
θα πετάξω τώρα•
την Ειρήνη κέρδισα,
χαίρεται όλη η χώρα!
ΠΟΙΗΤΗΣ
Του πολέμου άρχοντες
ενωμένοι στο κακό,
μες στο αίμα των λαών
βουτηγμένοι ως το λαιμό.
(Μπαίνουν ο Γυναικείος Χορός
και η Κορυφαία.)
Τα ψωμιά σας τώρα τέλειωσαν.
ΟΛΟΙ
Ο στρατός των γυναικών
το φριχτό σας πρόσωπο
ξεσκεπάζει σήμερα
με τούτο το τραγούδι.
ΟΛΕΣ (ΣΟΛΙΣΤ, ΚΟΡΥΦΑΙΑ, ΧΟΡΟΣ)
Της Ειρήνης το σκοπό
τραγουδάμε σήμερα,
Της Ειρήνης τ’ όμορφο
το γλυκό τραγούδι.
(Μπαίνουν όλοι οι άντρες: Αθηναίοι,Λάκωνες και ο Κορυφαίος.)
Τραγουδήστε όλοι σας,
Θεατές και φίλοι.
ΑΝΔΡΕΣ
Σπαρτιάτες, Σαμιώτες, Βοιωτοί.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Για να λάμπει αιώνια
η καλή Ειρήνη.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΑΝΔΡΕΣ
Έλληνες με μια φωνή,
με μια καρδιά!
Της Λυσιστράτη θριαμβευτής
ο ερωτικός στρατός νικητής!
ΤΕΛΟΣ
2002
Τον Απρίλιο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ανεβαίνει η λυρική κωμωδία του Μίκη Θεοδωράκη “Λυσιστράτη” (έξι συνολικά παραστάσεις), βασισμένη στο έργο του Αριστοφάνη. Ο Γιώργος Νταλάρας έχει το ρόλο του ποιητή, σχολιαστή των γεγονότων, πολεμικού ανταποκριτή ενώ μετέχει πρώτη φορά σε όπερα. Την παράσταση σκηνοθετεί ο Γιώργος Μιχαηλίδης και την επιμέλεια της μουσικής διεύθυνσης έχουν ο Νίκος Τσούχλος και ο Βασίλης Χριστόπουλος. Στα σκηνικά ο Διονύσης Φωτόπουλος και στα κοστούμια ο Γιώργος Γαβαλάς. Παίζει η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Στη διανομή οι: Δάφνη Ευαγγελάτου, Λουντμίλα Σεμτσούκ, Μαρίνα Βουλογιάννη, Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, Δημήτρης Καβράκος, Ζάχος Τερζάκης. Μία υψηλών απαιτήσεων παραγωγή που ολοκληρώνει την τετραλογία του Μίκη Θεοδωράκη, μετά την Ηλέκτρα, τη Μήδεια και την Αντιγόνη. Η Λυσιστράτη είναι μια γιορτή της μουσικής, του θεάματος, του ανθρώπινου δυναμικού, μια γιορτή ειρήνης.
«Τη Λυσιστράτη άρχισα να τη συνθέτω τον Μάιο του 2000. Στην ελεύθερη απόδοση του κειμένου εισήγαγα νέα στοιχεία, όπως λ.χ. το πρόσωπο του ποιητή και αναμόρφωσα πολλές σκηνές με βάση τις ανάγκες της προβολής των μουσικών στοιχείων, που ως γνωστό αποτελούν τη βάση ενός λυρικού – μουσικού έργου, παραμένοντας βεβαίως πάντοτε πιστός στο πνεύμα και στο γράμμα του Αριστοφάνη. Στην προσπάθειά μου αυτή σημαντική υπήρξε η συμβολή του Χρήστου Λαμπράκη, ο οποίος προέβη και στην πρώτη μορφοποίηση των Σκηνών με βάση τις ανάγκες μιας σύγχρονης όπερας. Εξάλλου, η ιδέα για τη σύνθεση αυτού του έργου υπήρξε δική του και πρέπει να ομολογήσω ότι δίχως τη δική του επιμονή ασφαλώς δεν θα είχα ξαναγυρίσει στη σύνθεση, που είχα εγκαταλείψει για μεγάλο χρονικό διάστημα.» Μίκης Θεοδωράκης.
Λίγους μήνες αργότερα (στις 14 Σεπτέμβριου) το έργο θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, ενώ λίγες ημέρες πριν (1,2 Σεπτεμβρίου) στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Η υποδοχή του κόσμου το ίδιο θερμή παντού.
15 Οκτωβρίου Μ.Θ.
Μίκης Θεοδωράκης: Για τον Αλέκο Παναγούλη. Ποίηση Μίκης Θεοδωράκης. Ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας 1975.
Μουσική • Στίχοι : Μίκης Θεοδωράκης
Κόκκινο Τριαντάφυλλο
Κάθε πρωί ξεκινούσαμε να πάμε στη δουλειά
Στο λεωφορείο γελούσαμε είμαστε δυο παιδιά
Κόκκινο τριαντάφυλλο κόκκινο το δειλινό
Κάποιο πρωί για τον πόλεμο κινήσαμε μαζί
Όλοι μαζί τραγουδούσαμε παλεύαμε μαζί
Κόκκινο τριαντάφυλλο κόκκινο το δειλινό
Μέσα στο Μάη σκοτώθηκες το αίμα σου μαβί
Έβαψε μαύρο τον ουρανό κόκκινο τον καιρό
Κόκκινο τριαντάφυλλο κόκκινο το δειλινό
Μαζί σου όλα σκοτώθηκαν όνειρα ιδανικά
Γίνανε όλοι φαντάσματα ζούμε συμβατικά
Κόκκινο τριαντάφυλλο κόκκινο το δειλινό
Τώρα οι σημαίες γενήκανε είδη εμπορικά
Είναι τα όνειρα αγαθά καταναλωτικά
Κόκκινο τριαντάφυλλο κόκκινο το δειλινό
Εκείνος Ήταν Μόνος
Εκείνος ήταν μόνος μες στα πλήθη
εκείνος ήταν μόνος στο κελί
γι’ αυτόν αργά τραγούδησες
πολύ αργά πολύ αργά πολύ αργά
Εκείνος δεν ακούει τη φωνή σου
η αγάπη σου είναι νεκρή γι’ αυτόν
είναι νεκρά τα λόγια κι οι λυγμοί σου
αργά η μνήμη αργά και το φιλί σου
πολύ αργά πολύ αργά
Εκείνος ήταν ήρεμος κι ωραίος
κι εσύ σπαράζεις μόνος κι ορφανός
εκείνος ήταν δίκαιος κι απέραντος
σαν ουρανός σαν ουρανός
Κι εσύ φωνάζεις τώρα τ’ όνομά του
στο αίμα τού ορκίζεσαι μ’ οργή
περίμενε στην ώρα του θανάτου
σαν τη βροχή μας φεύγει τώρα το παιδί
σαν τη βροχή σαν τη βροχή
Μίκης Θεοδωράκης: Πολιτεία. Έτος Σύνθεσης 1960. Παρίσι. Αθήνα. Σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη, Δημήτρη Χριστοδούλου. Κώστα Βίρβου.
Συμμετέχουν: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Στέλιος Καζαντζίδης, Μαριλένα. Μανώλης Χιώτης & Λαϊκή Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Ποίηση: Τάσου Λειβαδίτη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Μιχάλη Κατσαρού, Κώστα Βάρναλη, Πάνου Κοκκινόπουλου
Σύνθεση: 1960 – 1961, Παρίσι, Αθήνα
Πρώτη ηχογράφηση: Oκτώβριος ’60 – Oκτώβριος ’61, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Στέλιος Καζαντζίδης – Μαρινέλλα
Τραγούδια:
ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑ
ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
ΕΧΩ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ
ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ
ΚΑΗΜΟΣ
ΒΡΑΧΟ ΒΡΑΧΟ
ΠΑΡΑΠΟΝΟ
ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ
ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑ
Τάσου Λειβαδίτη
Ο ήλιος ήσουν κι η αυγή
της νύχτας το φεγγάρι
της μάνας μου ήσουν η ευχή
της Παναγιάς η χάρη
Έφυγες και κλαίει
ο άνεμος το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά
Στον πυρετό ήσουνα δροσιά
κερί μες στο σκοτάδι
άστρο στην κοσμοχαλασιά
βασιλικός στον Αδη
Έφυγες και κλαίει
ο άνεμος το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά
ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Τάσου Λειβαδίτη
Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Το ‘δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.
Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πιαδεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός
Μα όταν ερχόταν η βραδιά μες
στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά
Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.
ΕΧΩ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ
Τάσου Λειβαδίτη
Έχω μια αγάπη ολοδική μου
τριαντάφυλλο,
άστρο μου κι αυγή μου
χίλιοι άντρες δεν θα το μπορούσαν
όπως εγώ να σ’ αγαπούσαν.
Μέσα στα μάτια σου γλυκές
τ’ Αη-Γιάννη ανάβουν οι φωτιές.
Στο στόμα σου σαν είμαι απάνω
πια δε φοβάμαι να πεθάνω
στα χέρια σου σαν είμαι μέσα
τότε έγια μόλα – έγια λέσα.
Χωρίς καράβι και πανιά
άι ταξιδεύω το ντουνιά.
Έχεις τον ήλιο στα μαλλιά σου
και το φεγγάρι στην ποδιά σου
και ένα τζιτζίκι εκεί στα στήθια
που σου λέει παραμύθια.
Απ’ τα δικά σου τα φιλιά
μάθαν τραγούδι τα πουλιά.
ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ
Τάσου Λειβαδίτη
Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.
Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.
Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο,
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι.
Αχ, να ‘ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να ‘ρχονταν
μια Κυριακή το βράδυ.
Οι άντρες σχολάν’ απ’ τη δουλειά
και το βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπόγειο καπηλειό.
Και το φεγγάρι ντύνει, λες,
με τ’ άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό.
Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο,
ΚΑΗΜΟΣ
Δημήτρη Χριστοδούλου
Είναι μεγάλος ο γιαλός
είναι μακρύ το κύμα
είναι μεγάλος ο καημός
κι είναι πικρό το κρίμα
Ποτάμι μέσα μου πικρό
το αίμα της πληγής σου
κι από το αίμα πιο πικρό
στο στόμα το φιλί σου
Δεν ξέρεις τι ‘ναι παγωνιά
βραδιά χωρίς φεγγάρι
να μη γνωρίζεις ποια στιγμή
ο πόνος θα σε πάρει
Ποτάμι μέσα μου πικρό
το αίμα της πληγής σου
κι από το αίμα πιο πικρό
στο στόμα το φιλί σου.
ΒΡΑΧΟ – ΒΡΑΧΟ
Δημήτρη Χριστοδούλου
Είναι βαριά η μοναξιά
είναι πικρά τα βράχια
παράπονο η θάλασσα
και μου ‘πνιξε τα μάτια
Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου
πότε μάνα θα σε δω
Πάρε με θάλασσα πικρή
πάρε με στα φτερά σου
πάρε με στο γαλάζιο σου
στη δροσερή καρδιά σου
Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου
πότε μάνα θα σε δω
Πάρε με να μην ξαναδώ
τα βράχια και το χάρο
κάνε το κύμα όνειρο
και τη σιωπή σου φάρο
Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου
πότε μάνα θα σε δω
Γίνε αστέρι κι ουρανός
γίνε καινούργιος δρόμος
να μην βαδίζω μοναχός
να μην πηγαίνω μόνος
Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονο μου
πότε μάνα θα σε δω
ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Δημήτρη Χριστοδούλου
Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου
που είναι πικραμένα
δεν ξέρεις τι θα πει καημός
τι θέλεις από μένα
Εγώ περπάτησα γυμνός
εγώ βαδίζω μόνος
μου ‘γινε ρούχο ο σπαραγμός
και σπίτι μου ο πόνος
Δεν ξέρεις τι ‘ναι μοναξιά
καρδιά που κλαίει τη νύχτα
όσα τραγούδια σου ‘γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχ’ τα
Εγώ περπάτησα γυμνός
εγώ βαδίζω μόνος
μου ‘γινε ρούχο ο σπαραγμός
και σπίτι μου ο πόνος
ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ
Δημητρη Χριστοδούλου
Καράβι ποιος σε κέντησε,
ποιος σού ‘βαψε τα ξάρτια
για να με πάρεις μακριά
και να δακρύσουνε πικρά
και να δακρύσουνε πικρά
της μάνας μου τα μάτια
Φεύγω γιατί με πίκρανε
η φτώχεια και ο πόνος
είχε πνιγεί η ελπίδα μου
είχε σβηστεί ο ήλιος μου
κι είχε χαθεί κι είχε χαθεί ο δρόμος
Με δέρναν όλοι οι καιροί,
μου πάγωναν τα μάτια
μου κάναν πέτρα το ψωμί,
μου κάναν βούρκο το νερό
μου κάναν βούρκο το νερό
και την καρδιά κομμάτια
Φεύγω γιατί με πίκρανε…
Δεν μού ‘χαν μείνει ν’ αγαπώ
δυο χέρια ν’ αγκαλιάζω
μόνο τα χείλη με καημό
και μια φωνή με πυρετό
και μια φωνή με πυρετό
τον πόνο να φωνάζω
Φεύγω γιατί με πίκρανε…
ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ
Τάσου Λειβαδίτη
Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου
Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου
Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες
Μάνα
Κώστα Βίρβου
Οι ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ,
η μια μετά την άλλη, σηματοδοτούν τους σταθμούς
της μουσικής μου πορείας. Κυρίως τους εσωτερικούς, τους ψυχικούς.
Μίκης Θεοδωράκης
Μίκης Θεοδωράκης: Πολιτεία Β΄ 1964 Παρίσι. Συμμετέχουν: Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Αντώνης Κλειδωνιάρης. Μαρία Φαραντούρη.
Μιχάλης Ιωαννίδης. Λάκης Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος Μπουζούκι. Λαϊκή ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης.
Ποίηση: Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Χριστοδούλου, Πάνου Κοκκινόπουλου, Νίκου Γκάτσου
Σύνθεση: 1964, Παρίσι – Αθήνα.
Πρώτη ηχογράφηση: 1964, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Κλειδωνιάρης, Μιχάλης Ιωαννίδης.
Studio Columbia
Τραγούδια:
ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ
ΓΩΝΙΑ ΓΩΝΙΑ
ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ
ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΣΟΥ
ΣΤΡΑΤΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΑ
ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ
(Κώστα Βάρναλη)
Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!
Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ’ η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ
(Κώστα Βάρναλη)
Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα.
Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.
Η Κατερίνα, η Ζωή,
τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία.
Ω, τι χαρούμενη ζωή!
Χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία.
Τα μεσημέρια τα ζεστά
τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα
για να τις πάει στ’ ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.
Ήρθ’ ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
Και σένα βήχας μυστικός
σ’ έριξε χάμω, μπάρμπα Αντρέα.
ΓΩΝΙΑ ΓΩΝΙΑ
(Δημήτρη Χριστοδούλου)
Γωνιά-γωνιά σε καρτερώ
γωνιά-γωνιά σε ψάχνω
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
κι απ’ τον καημό
κι απ’ τον καημό τα χάνω
Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς μυρίζει
και τ’ όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει
Γωνιά-γωνιά σε ζήτησα
γωνιά-γωνιά σε βρήκα
σου φίλησα τα μάτια σου
και στους καημούς
και στους καημούς σου μπήκα
Αλλού απλώνεται δροσιά
κι αλλού χιονιάς μυρίζει
και τ’ όνειρο που χάνεται
πάει και δε γυρίζει
ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ
(Δημήτρη Χριστοδούλου)
Ξημέρωμα σε γύρεψα
το δειλινό
το δειλινό σε βρήκα
μες στην καρδιά σου μίλησα
στη μαύρη μοί-
στη μαύρη μοίρα μπήκα
Βοριάς χτυπάει στη πόρτα μου
και στη ψυχή μου αγιάζι
και στα πικρά τα μάτια μου
στιγμή στιγμή
στιγμή στιγμή βραδιάζει
Τα μάτια σου εγύρευα
στο φως να πε-
στο φως να περπατήσω
να γίνω όνειρο γλυκό
καημούς παλιούς
καημούς παλιούς να αφήσω
ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΣΟΥ
Στίχοι: Πάνος Κοκκινόπουλος
Σκίσε γλυκά το έλατο
και πάρ’ του το ρετσίνι
γλυκό κρασί με τον καιρό
ο πόνος σου να γίνει
αχ να γίνει
Είναι μακρύς ο δρόμος σου
κι η υπομονή σου λίγη
χτυπώ δειλά τη πόρτα σου
και ο αγέρας την ανοίγει
Κι αν ειν’ το τζάκι σου σβηστό
κι αρνιέμαι να τ’ ανάψω
μου γίνε χάρη απ’ το θεό
να μη μπορώ να κλάψω
αχ να κλάψω
Είναι μακρύς ο δρόμος σου
κι η υπομονή σου λίγη
χτυπώ δειλά τη πόρτα σου
και ο αγέρας την ανοίγει
.
ΣΤΡΑΤΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΑ
(Νίκου Γκάτσου)
Σ’ αυτό το δρόμο
που διάλεξες να πας
κοίτα να προφτάσεις τον καιρό
που’ ναι σαν το κύμα τ’ αλμυρό
κοίτα να προφτάσεις τον καιρό
που’ ναι σαν το κύμα τ’ αλμυρό
Στράτα τη στράτα
σου το’ χω πει
φεύγουν τα νιάτα
σαν αστραπή
Σ’ αυτό το δρόμο
που διάλεξες να πας
πέρασα κι εγώ κάποια βραδιά
για του Φεγγαριού την αμμουδιά
πέρασα κι εγώ κάποια βραδιά
για του Φεγγαριού την Αμμουδιά
Στράτα τη στράτα
σου το’ χω πει
φεύγουν τα νιάτα
σαν αστραπή.
Μίκης Θεοδωράκης: Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. 1980 Ποίηση: Γιάννης Θεοδωράκης. Ερμηνεία: Μαργαρίτα Ζορμπαλά.

Δημοσιεύουμε σήμερα, με αφορμή την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη στις 30 Μάρτη του 1952, τη συγκλονιστική «απολογία» του Νίκου Μπελογιάννη, στη δεύτερη δίκη του, το Φεβρουάριο του 1952, στο Α΄ Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Περιέχεται στο βιβλίο του Τάσου Βουρνά «Υπόθεση Μπελογιάννη» και προέρχεται από τα επίσημα πρακτικά της δίκης.
Απολογία Νίκου Μπελογιάννη
«Η δίκη αυτή είναι μια, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, καινούργια έκδοση της προηγούμενης δίκης, έκδοση όμως βελτιωμένη και, οφείλει να ομολογήσει κανείς, επιτελικά οργανωμένη. Ένας κατηγορούμενος και όχι μόνον κατηγορούμενος θα είχε να κάνει μερικές παρατηρήσεις πάνω στη δίκη αυτή. Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οργανώθηκε βιαστικά και δεν δόθηκε καιρός να δούμε τους δικηγόρους μας που μας επισκέπτονταν με το δελτίο στην Ασφάλεια, ο ένας πίσω από τον άλλο. Ακόμα, ούτε να συγκεντρώσουμε τα απαραίτητα στοιχεία δεν μας δόθηκε καιρός, τα οποία θα μας έδιναν τη δυνατότητα να αντικρούσουμε τους μάρτυρες κατηγορίας. Η σπουδή αυτή είναι τελείως ανεξήγητη, εκτός αν πιστέψει κανείς σ’ αυτά που γράφει ο Παπανδρέου στο προηγούμενο φύλλο της «Ελλάδος», ότι χρειάστηκε ξένη θέληση για να γίνει η δίκη. Μια άλλη παρατήρηση που έχει να κάνει ένας κατηγορούμενος είναι η καταθλιπτική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διοργανώθηκε και διεξάγεται η δίκη, όχι από την πλευρά του δικαστηρίου, αλλά από το γεγονός ότι και η προανάκριση άλλα και η τακτική ανάκριση έγιναν μέσα από τα απομονωτήρια της Ασφάλειας. Και από το γεγονός άτι ακόμα κρατούνται εκεί οι κατηγορούμενοι και από τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρονται εδώ, που είναι πολύ θεαματικός και τρομοκρατικός. Η σύνθεση του ακροατηρίου έκανε και τις εφημερίδες ακόμα να διαμαρτύρονται. Όλα αυτά πολλούς κατηγορουμένους τους εμποδίζουν να έχουν και ελευθερία βούλησης και σκέψης ακόμα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Άσε τους άλλους και μίλα για τον εαυτό σου. Οι άλλοι δεν παραπονέθηκαν για τέτοια πράγματα.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Αφορά και εμέ, κ. πρόεδρε. Έπειτα άλλη παρατήρηση είναι μια απογοήτευση που ένιωσαν πολλοί που περίμεναν τίποτα τρομερές και φοβερές αποκαλύψεις από τη δίκη αυτή και από τον θόρυβο που έγινε και τελικά επαλήθευσε το ρητό ότι «ώδινεν όρος και έτεκε μυν». Η αυτή απογοήτευση εκδηλώνεται και στον ίδιο τον Τύπο, ο οποίος άρχισε να λέει ότι «απεκρύβησαν» διάφορα σήματα, ότι «δεν ανεκοινώθησαν» κ.λπ. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει να γίνονται μια σειρά διαψεύσεις ότι τα κείμενα αφορούν την ασφάλεια του κράτους, κατόπιν μια άλλη διάψευση ότι δεν υπάρχουν άλλα κείμενα. Εννοείται ότι ο Τύπος επιμένει ότι υπάρχουν και άλλα, ακόμα και χθες. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι αποκρύφτηκαν σήματα, κάνει όμως τον καθένα να υποθέσει ότι πρόκειται για μαγειρείο σημάτων.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κάτω από τέτοια τρομοκρατία βρίσκεσαι ώστε μπορείς και παρακολουθείς αυθημερόν όλον τον Τύπον.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: Από 4 ημερών τον παρακολουθώ. Εγώ δεν τρομοκρατούμαι και δεν μπορώ να πω ότι βρίσκομαι κάτω από τρομοκρατία. Άλλη παρατήρηση είναι μια πρωτοφανής ατμόσφαιρα προκατάληψης κυριότατα από τους μάρτυρες κατηγορίας και ειδικά η σύνθεση των μαρτύρων κατηγορίας. Οι μάρτυρες κατηγορίας είναι σχεδόν όλοι οι από 25ετίας διώκτες μας, όλοι οι διώκτες του κομμουνισμού και νομίζει κανείς ότι ήλθαν εδώ πέρα να ξοφλήσουν όλους τους λογαριασμούς τους, όχι όμως με τρόπο καλόπιστο και ειλικρινή. Άλλο παράδειγμα είναι η διαπίστωση που έγινε από την περίφημη Τρίτη Συνδιάσκεψη ιδίως το σχετικό απόσπασμα για το οποίο έγινε τόσος θόρυβος.
Νομίζω ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε αυτά που κατατέθηκαν εδώ και στο νόημα της διακήρυξης αυτής, ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς ή όχι με το πνεύμα της και με το νόημά της. Επίσης κατατέθηκε εδώ πέρα ότι κάθε κομμουνιστής είναι κατάσκοπος, ότι οι κομμουνιστές δεν είναι Έλληνες, ότι το ΚΚΕ δεν είναι ελληνικό. Νομίζω ότι ο πατριωτισμός ενός κόμματος δεν κρίνεται από τα λόγια, σε περιόδους μάλιστα που έχουν στον ανώτατο βαθμό οξυνθεί τα πολιτικά πάθη στο εσωτερικό μιας χώρας. Όπως συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας και όταν ιδίως ο κοινωνικός και ταξικός αγώνας έχει φτάσει σε τέτοιο οξύτατο σημείο, τότε δεν μπορεί κανείς να κρίνει τον πατριωτισμό ενός κόμματος, είτε και των ατόμων ακόμα, από τις συκοφαντίες και τις υπερβολές. Στην περίπτωση αυτή θα σας πω τη φράση που είπε ένας πολυεκατομμυριούχος Αμερικανός, ο Βαντερμπίλντ, στο δικαστήριο όταν τον δίκασαν γιατί πλήρωσε μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια για να απελευθερωθούν μερικοί κομμουνιστές. Είπε «σε τέτοιες στιγμές το δικαστήριο μπορεί να δείξει κατανόηση και σε ένα ρεμάλι, όμως για όλους όσους έχουν αντίθετη ιδεολογία τους χαρακτηρίζουν σαν προδότες». Και στη χώρα μας υπάρχει τέτοιο παράδειγμα, αν πάμε λίγα χρόνια πίσω. Το 1915-1917 που υπήρχε εδώ όξυνση πολιτικών παθών και στην περίοδο αυτή και τον ίδιο το Μεταξά και τον Κωνσταντίνο τους κατηγόρησαν για κατασκόπους των Γερμανών.
Νομίζω ότι ο πατριωτισμός ενός κόμματος ή και ατόμων ακόμα κρίνεται όταν κινδυνεύουν η ανεξαρτησία, η ελευθερία και ακεραιότητα της πατρίδας μας. Εκεί βρίσκεται η λυδία λίθος, αυτό είναι το κριτήριο για τον πατριωτισμό ενός κόμματος. Και αν θελήσει κανείς με τέτοια κριτήρια να κρίνει το ΚΚΕ, θα δει ότι δεν είναι κόμμα προδοτικό αλλά αντίθετα είναι καθαρά ελληνικό και πατριωτικό. Και υπάρχει τέτοιο παράδειγμα. Όταν κινδύνευσαν η ανεξαρτησία, η ελευθερία και η ακεραιότητα της πατρίδας μας από την επίθεση του Μουσολίνι, ο Ζαχαριάδης μέσα από τη φυλακή έγραψε εκείνο το περίφημο γράμμα του που καλούσε όλους τους Έλληνες να μετατρέψουν κάθε γιοφύρι και χωριό σε κάστρο του απελευθερωτικού αγώνα. Και ο ίδιος ο Μεταξάς αναγκάστηκε να το δημοσιεύσει στις εφημερίδες και να το μεταδώσει και στο μέτωπο ακόμα αυτή την εποχή. Και εδώ πρέπει να δούμε και ένα άλλο σημείο. Ότι το ΚΚΕ δεν έκανε καμιά υποχώρηση και στην τότε διεθνή κατάσταση. Τότε η Σοβιετική Ένωση είχε κάνει σύμφωνο με τη Γερμανία γιατί δεν ήθελε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά για λογαριασμό άλλων και ήθελε να προετοιμαστεί καλύτερα για τη σύγκρουση που επερχόταν. Θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι αλλιώς θα αντιμετωπιστούν από το Ζαχαριάδη τα πράγματα. Δεν έγινε όμως αυτό.
Όταν η Ελλάδα υποδουλώθηκε στους Γερμανο-Ιταλο-Βουλγάρους φασίστες, εμείς πολεμήσαμε νομίζω και με το παραπάνω στην περίοδο αυτή και όχι μόνο τους Γερμανο-Ιταλούς φασίστες. Εμείς πολεμήσαμε και τους Βουλγάρους φασίστες, πρώτα πρώτα με το όπλο σε Μακεδονία και Θράκη και έχουμε ένα σωρό θύματα εκτελεσμένων. Ενώ αντίθετα μπορεί κανείς να κάνει μια άλλη παρατήρηση: τον Φίλοφ που ήταν Πρωθυπουργός όταν έγινε η εισβολή στην Ελλάδα, τον είχαν ανακηρύξει εδώ επίτιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου. Εκτός απ’ αυτό όταν οι Γερμανοί φασίστες έδωσαν άδεια στους Βουλγάρους φασίστες να κατεβούν στη Θεσσαλονίκη, την ίδια αυτή περίοδο εμείς οργανώσαμε τη μεγάλη διαδήλωση, ποιος δεν τη θυμάται, που τελικά ματαίωσε την κάθοδο των Βουλγάρων φασιστών στη Δυτική Μακεδονία.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Θα σας φέρω και ατομική περίπτωση, παρ’ όλο που δεν χρειάζεται να περιαυτολογεί κανείς πάντοτε και παντού. Ανεξάρτητα από το ότι εδώ παρουσιάζονται πολλοί κατηγορούμενοι να έχουν θύματα στην περίοδο αυτή, ο Λαζαρίδης, ο Καλοφωλιάς, τους ίδιους τους δικούς τους και ανεξάρτητα από το ότι και το δικό μου σπίτι έπαθε και ανεξάρτητα από το ότι και εγώ ο ίδιος σύρθηκα στα γερμανο-ιταλικά στρατόπεδα στον καιρό της Κατοχής, τον Απρίλη του 1944 στη Λακωνία, τότε που ήταν η περίοδος που οι σύμμαχοι ετοίμαζαν την απόβαση στη Δυτική Ευρώπη, το δεύτερο μέτωπο, για να παραπλανηθούν οι Γερμανοί, εδώ πέρα το Στρατηγείο της Μ. Ανατολής έδωσε εντολή στον ΕΛΑΣ να αρχίσει έντονη δράση κατά των Γερμανών, με σκοπό ακριβώς αυτοί να παραπλανηθούν. Και πραγματικά άρχισε αυτή η δράση. Οι Γερμανοί νόμισαν ότι μπορεί κάτι να συμβεί εδώ πέρα και άρχισαν να παίρνουν μέτρα και ειδικότερα στη Νότια Πελοπόννησο πιο πολύ.
Εκείνη την περίοδο ακριβώς στη Λακωνία πήρα μια πληροφορία ότι θα περάσει ένας Γερμανός στρατηγός με το επιτελείο του και ένα τμήμα γερμανικό για να επιθεωρήσει τα έργα που γίνονταν στη Νότια Πελοπόννησο και με ρώτησαν οι Άγγλοι τι θα κάνουμε, θα τους χτυπήσουμε ή όχι. Και η ερώτηση αυτή είχε το νόημά της, γιατί ένα Γερμανό στρατηγό θα τον πληρώναμε πολύ ακριβά. Είχαν προηγηθεί άλλες περιπτώσεις. Στο Κούρνοβο ανατινάχτηκε μια αμαξοστοιχία και εκτελέστηκαν 120 στελέχη του ΚΚΕ που είχαν κάνει και στην Ακροναυπλία. Σε τέτοιες στιγμές δεν χωρούν δισταγμοί και αδίσταχτα είπα, χτυπήστε τους. Πέρασαν, δεν έχω ακριβώς την εφημερίδα και ξεχνώ το όνομα του στρατηγού, τον χτύπησαν, σκοτώθηκαν ο Γερμανός, το επιτελείο του και αρκετοί φαντάροι. Για αντίποινα οι Γερμανοί τουφέκισαν 200 στελέχη του κόμματος στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από το Χαϊδάρι. Επίσης την ίδια ακριβώς περίοδο ανακοίνωσαν: «Ως αντίποινα διά την δολοφονίαν δυο Γερμανών Αξ/κών διαπραχθείσαν την 25 Απριλίου 1944 ανάνδρως εξ ενέδρας, διέταξα τον τυφεκισμόν 110 κομμουνιστών επί τόπου και την ριζικήν καταστροφήν του χωρίου Κυριακή. Ο Ανώτατος Αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Αστυνομίας Ελλάδος», δηλαδή ο περιβόητος Σιμάνα.
Αυτή ήταν η δική μας δράση. Και αυτές τις εκατόμβες προσφέραμε. Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας. Άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, διότι αυτά τα γεγονότα νομίζω ότι μπορούν να κολλήσουν κάθε συκοφάντη στον τοίχο. Θα σας αναφέρω και άλλο στοιχείο. Αν διαβάσετε το κείμενο της απόφασης της 2ης ολομέλειας του Οκτώβρη του 1951, θα δείτε ότι είναι ένα κείμενο καθαρά πατριωτικό. Ένα δεύτερο κριτήριο για το εάν είμαστε προδότες είναι αυτό: αν είμασταν προδότες στο τέλος δεν θα είχαμε καμιά επιρροή στον λαό και θα παύαμε να υπάρχουμε σαν κόμμα και σαν οργάνωση ενώ το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Παρ’ όλους τους διωγμούς και τις εκατόμβες δεν σταματάει η επιρροή μας, αντίθετα, πολιτικά τουλάχιστον, μεγαλώνει.
Έπειτα υπάρχει και μια άλλη περίπτωση, το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι ανήκουν σε άλλες παρατάξεις και κόμματα, δέχονται να συνεργαστούν σε διάφορες δουλειές και υποθέσεις μαζί μας. Αυτό εν πάση περιπτώσει αποδείχνει ότι και αυτοί δεν πιστεύουν στη γνώμη ότι είμαστε προδότες. Εγώ θα σας πω μερικές περιπτώσεις en passant.
Γνωστότατος Αθηναίος και στέλεχος του Ελληνικού Συναγερμού είχε και έχει ακόμα σχέσεις οικονομικές και δοσοληψίες σοβαρές με την εδώ καθοδήγηση του ΚΚΕ. Επίσης ανώτατος οικονομικός παράγοντας του τόπου, γνωστότατος και «ακράτου εθνικοφροσύνης» είχε έλθει επανειλημμένα σε επαφή μαζί μας για μια σειρά δουλειές. Άλλη περίπτωση. Στέλεχος εθνικόφρονος κόμματος μας έδωσε πέρσι μια έκθεση εμπιστευτική του Μάινορ της Αμερικάνικης Πρεσβείας προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην οποία αναφερόταν ότι όλα τα κόμματα είναι ανίκανα και διεφθαρμένα, για να δημοσιευθεί. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, αυτό δεν μπορούσε να γίνει παρά με τη συναίνεση της Αμερικάνικης Πρεσβείας. Δεν αναφέρω τέτοια παραδείγματα άλλα, διότι δεν έχουν αξία εάν δεν αναφερθούν ονόματα, όχι που δεν μπορεί κανείς να βρει. Πάντως όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν μας πιστεύουν για προδότες.
ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός είναι το ότι δεν μας δικάζουνε για μια υπόθεση για την οποία ουσιαστικά έχουμε ξαναδικαστεί. Στην προηγούμενη δίκη για περίπου 20 κατηγορουμένους μοναδική κατηγορία ήταν ότι έδιναν πληροφορίες, ότι ήταν μια ομάδα πληροφοριών οι Κανελλόπουλος, Παπαγεωργίου, ο περίφημος Βιστάκης, ο ιδιαίτερος του Τσουδερού, ένας άλλος Ζερβογιάννης του υπουργείου Πληροφοριών και πολλοί άλλοι των οποίων δεν θυμάμαι τα ονόματα. Επειδή η πρώτη μέρα της δίκης δεν άφησε καλές εντυπώσεις και στο Στρατοδικείο το ίδιο, γιατί ο κυριότερος μάρτυρας της κατηγορίας δεν είχε φέρει καθόλου αποδείξεις και η δίκη εξελισσόταν σε κωμωδία, τη δεύτερη ημέρα της δίκης ο πρόεδρος του δικαστηρίου εκάλεσε ξανά τον Αγγελόπουλο να φέρει κι άλλες αποδείξεις και προσκομίστηκε ένας φάκελος με φωτοτυπίες, οι οποίες ήταν δελτία πληροφοριών και οι οποίες πρέπει να προσκομιστούν εδώ, πληροφορίες πάσης φύσεως πολιτικές, οικονομικές και ορισμένες και στρατιωτικές, ας τις ονομάσούμε έτσι. Από πού προέρχονταν;
Εδώ λέει ο Κανελλόπουλος στην κατάθεσή του ότι αυτοί ήταν μια παλιά ομάδα η οποία έδινε πληροφορίες (δεν μου το επιτρέψατε ποτέ, άλλως θα το διευκρίνιζα) και τελικά τον Αύγουστο του 1950 ο Παπαγεωργίου, που ήταν επικεφαλής αυτής της ομάδας, λέει πως ο Κανελλόπουλος προτείνει να ξαναφτιάξουν αυτή την ομάδα. Υπήρχαν αντιρρήσεις και δισταγμοί και τελικά παρουσιάζεται κάποιος άλλος ονόματι Γεωργιάδης, ο οποίος προτείνει να τον συνδέσει με το κόμμα. Ο Γεωργιάδης δεν προσκομίστηκε ούτε και στην προηγούμενη δίκη παρ’ ότι κατονομάστηκε ούτε και σ’ αυτή τη δίκη, έστω και ως μάρτυρας τουλάχιστον κατηγορίας. Ο δε Γεωργιάδης, που πρότεινε στον Κανελλόπουλο να τον συνδέσει με το κόμμα, έπαιρνε τα σημειώματα και τα φωτογράφιζε ύστερα η Ασφάλεια. Και δικάζομαι δεύτερη φορά γι’ αυτήν την υπόθεση της ομάδας για την οποία δεν φέρνω καμιά ευθύνη στο κάτω κάτω. Επίσης το πόρισμα αναφέρει ξεκάθαρα ότι αυτοί αποτελούσαν ομάδα κατασκοπείας. Ο προηγούμενος επίτροπος της άλλης δίκης στο κατηγορητήριό του το κύριο σημείο της κατηγορίας του το στήριξε σ’ αυτή την περίφημη πληροφορία, και μάλιστα έκανε υπαινιγμό όχι μόνο για ύπαρξη ασυρμάτων αλλά για το ότι πολύ σύντομα θα καθίσουν και αυτοί που έχουν τους ασυρμάτους στο σκαμνί, διότι ήταν δυο-τρεις ημέρες προτού ανακαλυφθούν οι ασύρματοι. Και όλα τα άλλα που αναφέρθηκαν εδώ, περί σχολίων κ.λπ., υπήρχαν και στην άλλη δίκη, ώστε δεν υπάρχει τίποτα το νεότερο που παρουσιάστηκε τώρα.
Κατέθεσαν εδώ για παράνομο μηχανισμό. Είναι κοινό μυστικό ότι το ΚΚΕ έχει παράνομο μηχανισμό. Ως αρχή του κόμματος αυτό υπάρχει από το 1903, όταν τον πρωτόφτιαξε ο Λένιν και μίλησε για συνδυασμό νόμιμης και παράνομης δουλειάς. Ο παράνομος μηχανισμός είναι μια κατάσταση νόμιμης άμυνας, όταν υπάρχουν νόμοι 509 και άλλα, για να μπορέσει να διατηρηθεί το κόμμα που βρίσκεται στην παρανομία. Το ΚΚΕ εδώ στην Ελλάδα είναι από το 1925 στην παρανομία, από τον καιρό του Πάγκαλου, και έχει σκοπό ο παράνομος μηχανισμός να αναπτύξει τις νόμιμες οργανώσεις ώστε να μπορούν να εκπληρώνουν τον σκοπό τους και σκοπός τους είναι η πάλη του λαού για το ψωμί και για τη λευτεριά του. Γι’ αυτό ακριβώς και η μεγάλη μάχη δίνεται για τον παράνομο μηχανισμό και οι αντίπαλοί μας προσπαθούν να τρομοκρατήσουν όσους δουλεύουν στον παράνομο μηχανισμό.
Εγώ δεν αρνούμαι ότι ήρθα στην Ελλάδα ακριβώς για να εφαρμόσω τη γραμμή του κόμματος. Στο εξωτερικό άλλωστε έμεινα 3-4 μήνες όλους όλους, πάντοτε ήμουν εδώ. Το ζήτημα είναι ποια είναι αυτή η πολιτική, διότι εδώ και από τις δύο πλευρές υπάρχει αντίθεση και παρεξήγηση. Δεν θα αρχίσω να ανατρέχω στο παρελθόν διότι δεν είναι οι αντίπαλοί μας οι αναμάρτητοι που μπορούν να βάλουν τον λίθο εναντίον μας και ξέρουμε καλά πώς προκλήθηκε και ο Δεκέμβριος και ο εμφύλιος πόλεμος και δεν είναι με το μέρος μας το λάθος, το αμάρτημα. Εν πάση περιπτώσει εμείς σταματήσαμε, υποχρεωθήκαμε να σταματήσουμε τον εμφύλιο πόλεμο και διακηρύξαμε ότι από δω και πέρα με όλες μας τις δυνάμεις θα αγωνισθούμε για το ψωμί, για ελευθερίες, δικαιοσύνη και γενική αμνηστία. Μα υπάρχουν πρόσφυγες έξω και αυτοί αποτελούν απειλή για την Ελλάδα και τι θα γίνει; Οι πρόσφυγες είναι αναγκαστικά έξω. Πρώτα πρώτα, δεν είναι σωστό ότι εκπαιδεύονται και γυμνάζονται στρατιωτικά. Εάν πάρετε τα ίδια τα «Στρατιωτικά Νέα», το φύλλο του Γενικού Επιτελείου επανειλημμένα έχει γράψει ότι δουλεύουν «σαν είλωτες» στα διάφορα εργοστάσια, κολχόζ κ.λπ. Επομένως είναι καινούργιο φασούλι το ότι γυμνάζονται για να έρθουν στην Ελλάδα. Η ξενιτιά είναι πικρό πράγμα και ο καθένας απ’ αυτούς νοσταλγεί και θέλει να έρθει στην Ελλάδα. Όλα αυτά που λέγονται είναι συκοφαντίες και ψέματα και θα σας φέρω ένα παράδειγμα. Δημοσιεύθηκαν μερικές φωτογραφίες από Ελληνόπουλα που είχαν ορισμένα πηλήκια στις σχολές που δουλεύουν, σχολές τεχνικές.
Γράφουν οι εφημερίδες ότι αυτά εκπαιδεύονται στρατιωτικά. Ένα σχόλιο όμως στον «Εθνικό Κήρυκα» με τίτλο τα Ελληνόπουλα λέει: «Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός των συμμοριτών μεταδίδει ότι παρεχαράχθησαν αι φωτογραφίαι των ελληνοπαίδων που εδημοσιεύθησαν εις τον ημερήσιον Τύπον με στολάς στρατιωτικάς από τα σχολεία της Κομινφόρμ. Ένα από αυτά τα παιδιά, μεταδίδει ο σταθμός, ευρίσκεται πράγματι εις Τσεχοσλοβακίαν, η στολή όμως την οποίαν φέρει δεν είναι στρατιωτική αλλά στολή ανθρακωρύχου, όπως φαίνεται και από τις δυο αξίνες χιαστί που υπάρχουν εις το πηλήκιόν του. Τα Ελληνόπούλα λοιπόν που ευρίσκονται εις τας χώρας του παραπετάσματος ομολογούν οι ίδιοι ότι τα έχουν και εργάζονται κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον και νεαραί ακόμα υπάρξεις γίνονται ανθρακωρύχοι διά να δουλέψουν δια τον κόκκινον φασισμόν. Παραδέχονται λοιπόν ότι συμβαίνει ένα τέτοιο πράγμα». Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα είναι ότι ούτε ετοιμάζουμε καμιά επίθεση στην Ελλάδα ούτε ποτέ διακηρύξαμε τέτοια πράγματα είτε φανερά είτε κρυφά. Οι πρόσφυγες έξω δουλεύουν για να ζήσουν. Όλοι θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα και τα παιδιά και οι μεγάλοι, φθάνει φυσικά να υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες και το κλίμα, που συνίσταται στην άμβλυνση των παθών, όταν σταματήσουν οι έμποροι του μίσους να αναπτύσσουν ακριβώς αυτό το μίσος.
Ένα άλλο σημείο αφορά τις σχέσεις με τις διάφορες χώρες και ειδικά τη Σοβιετική Ένωση. Κάθε κόμμα έχει τη δική του πολιτική και τα αστικά κόμματα δεν είναι απολύτως σύμφωνα στην εξωτερική τους πολιτική· άλλα προσεγγίζουν προς την Αμερική και άλλα αμφιταλαντεύονται μεταξύ Αμερικής και Αγγλίας. Έτσι και εμείς έχουμε την εξωτερική μας πολιτική. Πιστεύουμε ότι αν η Ελλάδα παρασυρθεί σε ένα νέο πόλεμο, ο πόλεμος αυτός μόνον καταστροφές μπορεί να της φέρει και συνεπώς η θέση της είναι να μείνει έξω από κάθε περιπέτεια. Πιστεύουμε επίσης ότι η εξάρτηση από την Αμερική όχι μόνο θα βλάψει την Ελλάδα, αλλά θίγει και την ανεξαρτησία της. Να σας φέρω ένα παράδειγμα. Προχθές περιμέναμε όλοι να δούμε τι θα πει ο Πιουριφόι, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που και ο ίδιος αναγκάστηκε να κάνει δηλώσεις και να πει: (Γράφουν οι εφημερίδες) «…Οι Έλληνες πρέπει να πάψουν να ερωτούν περί των προθέσεων της αμερικάνικης πρεσβείας και ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι εάν θέλουν ή όχι την κυβέρνησιν των» («Βήμα» 23/2). Νομίζω ότι δεν χρειάζεται σε τέτοιο βαθμό να δένεται η Ελλάδα από μια μεγάλη δύναμη γιατί ασφαλώς θίγει την ανεξαρτησία της.
Επίσης ένας καινούργιος πόλεμος δεν πρέπει να βρει την Ελλάδα αντίθετη στη Σοβιετική Ένωση, με την οποία δεν μας χωρίζει τίποτα και στο κάτω κάτω της χρωστούμε και τη λευτεριά μας, γιατί αν δεκαπέντε εκατομμύρια Σοβιετικοί εργάτες δεν θυσιάζονταν στον πόλεμο ίσως η Ευρώπη να στέναζε κάτω από την μπότα των Γερμανών. Αυτή είναι η πολιτική που πιστεύουμε ότι πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα. Και ποιος πιστεύει ότι η πολιτική αυτή είναι προδοτική; Μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής που εξυπηρετεί την Ελλάδα παρακολουθούμε όλες τις εκδηλώσεις της πολιτικής ζωής της χώρας και μας ενδιαφέρουν όλοι οι τομείς της, και ο πολιτικός και ο κοινωνικός και φυσικά και κάθε ενδεχόμενο πολεμικής προετοιμασίας που κάνει η χώρα.
Γενικά μας ενδιαφέρουν όλα τα παρασκήνια της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Ένας άλλος πολιτικός που κυκλοφορεί ελεύθερα μπορεί να πάει στου Ζαχαράτου ή στους διαδρόμους της Βουλής και να τα μαθαίνει όλα αυτά. Εμείς που ζούμε παράνομα πρέπει να αναζητήσουμε αναγκαστικά άλλους τρόπους για να μπορέσουμε να μάθουμε ό,τι είναι δυνατόν να μάθουμε και απ’ αυτό ακριβώς προέρχεται και το ενδιαφέρον μας να μαζεύουμε διάφορες πληροφορίες όπως ανέφερα και στην προηγούμενη δίκη, που έδινε πληροφορίες και ο ιδιαίτερος του Τσουδερού και του υπουργού Τύπου κ.λπ. Από του σημείου όμως αυτού μέχρι του να μας κατηγορούν για κατασκοπεία υπάρχει μεγάλη απόσταση. Έχω ένα απόκομμα του «Έθνους» που λέει τα εξής: «Ν. ΥΟΡΚΗ 18/2/52. Κατά τηλεγράφημα των Τάιμς εκ Λευκωσίας Κύπρου θα κατασκευασθεί εις την νήσον αυτήν μεγάλη αμερικανική αεροπορική βάσις, δυναμένη να χρησιμοποιείται από τα καλύτερα των αμερικάνικων βομβαρδιστικών, τα εξακινητήρια «Β 36″. Προσωπικόν εκ 3.000 Αμερικανών θα εγκατασταθεί εις Κύπρον».
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο σημείο. Από την προηγούμενη δίκη ως τη σημερινή ποια νέα στοιχεία προέκυψαν για να μας παραπέμψουν πάλι. Ένα στοιχείο είναι οι ασύρματοι και συγκεκριμένα ότι εγώ είχα τους ασυρμάτους. Πρώτα απ’ όλα για να καθοδηγεί κανείς τους ασυρμάτους προϋποθέτει μιαν επίσκεψη σ’ αυτούς. Η Καλλιθέα δεν λέει τίποτα. Λέει μόνο ο Αργυριάδης ότι πέρασα εγώ κάποτε από εκεί αλλά με αναγνώρισε αργότερα, όταν είδε τις φωτογραφίες στους τοίχους. Με τον Αργυριάδη καθήσαμε μαζί αρκετό καιρό στη φυλακή στην Ακροναυπλία. Δεν νομίζω ότι ήταν ανάγκη να με δει στις φωτογραφίες για να με γνωρίσει. Ίσως να οφείλεται κι αυτό στη δειλία του Αργυριάδη και του αδερφού του, όπως άλλωστε κατατέθηκε.
Ένα άλλο είναι τα ίδια σήματα που «διεβιβάζοντο» στην ηγεσία του κόμματος όπως κατατέθηκε. Αυτά τα πιάσανε στον αέρα και ύστερα αποκρυπτογραφήθηκαν. Και εδώ μένουν πολλά ερωτήματα και ερωτηματικά. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί την αλήθεια αυτών των σημάτων, αφού δεν υπάρχει απόδειξη ότι είναι πραγματικά; Μα παρουσιάζουν αληθοφάνεια. Γιατί ο Βαβούδης δεν έκαψε τον κώδικα; Αλλά ας δούμε τώρα τι αληθοφάνεια έχουν τα σήματα. Από όλα όσα ανακοινώθηκαν δεν υπάρχει περίπτωση που το ίδιο το σήμα να αποκαλύψει κάποιο γεγονός. Και η περίπτωση του Μπάτση και σειρά άλλων γεγονότων, όλα αυτά είχαν αποκαλυφθεί και είχαν γραφεί στις εφημερίδες. Επίσης υπάρχουν και ανακρίβειες μέσα. Θα αναφέρω τούτο. Αναφέρθηκε ότι «ο 21 μετεφέρθη στις αρχές Αυγούστου στις φυλακές και από κει μας έστειλε ειδοποίηση να τον βάλουμε υποψήφιο». Εγώ δεν μεταφέρθηκα ποτέ στις φυλακές. Ήμουν απομονωμένος στην Ασφάλεια. Ας κάνουμε την υπόθεση ότι όλα τα σήματα είναι αυθεντικά, γνήσια. Για να δούμε πού μπορεί να στηριχθεί η κατηγορία περί κατασκοπείας. Το γεγονός ότι στέλνονταν στην ηγεσία του κόμματος, αυτό δεν αποτελεί στοιχείο. Θα σας διαβάσω το εξής από την «Καθημερινή». «Ο ηγέτης του γαλλικού κόμματος Μορίς Τορέζ, ο οποίος μετέβη προ έτους και πλέον εις την Ρωσίαν δια να υποβληθεί εις θεραπείαν δια προσβολήν παραλύσεως, κατευθύνει την δράσιν του κόμματός του εις την Γαλλίαν από την Σοβιετικήν Ένωσιν». « Η «Ουμανιτέ» εδημοσίευσεν εις την πρώτη σελίδα της μία συνέντευξιν του Τορέζ με τον γραμματέα του κόμματος Ογκίστ Λεκέρ, ο οποίος λέγει ότι η γενική κατάστασις του Μορίς του επιτρέπει να λαμβάνει ενεργόν μέρος εις την καθοδήγησιν του κόμματός μας».
Έπειτα σε εκατοντάδες σήματα που υπάρχουν στην περίοδο που ήμουν εγώ ελεύθερος μόνον δύο αναφέρονται σε στρατιωτικές πληροφορίες και ελάχιστα άλλα όταν πια εγώ δεν ήμουν έξω. Σε ένα από αυτά αναφέρεται ότι σε ένα ξερονήσι γίνονται έργα και στη συνέχεια αναφέρει ότι ένας όρος της ελληνοτουρκικής συμμαχίας είναι να μην προβάλει η Ελλάδα αξιώσεις για την Κύπρο και γενικά αναφέρεται στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Αν λογαριάσει κανείς ότι πριν από λίγες μέρες σε τούρκικη εφημερίδα δημοσιεύθηκε σχετικό άρθρο για την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα, δεν νομίζω ότι πρόκειται περί πληροφορίας η οποία έχει στρατιωτική αξία. Σε παρόμοιες πληροφορίες σωστό θα ήταν να αναφέρονται και συντεταγμένες, διότι άλλως δεν έχουν έννοια. Μια δεύτερη πληροφορία είναι εκείνη που λέει ότι στον Αχλαδόκαμπο γίνονται οχυρά. Τι οχυρά να γίνουν εκεί; Μήπως κάναν κανένα κτίριο για να μείνουν οι χωροφύλακες; Μπορεί κανείς να διαπιστώσει αν εκεί γίνονταν οχυρά. Αυτές είναι όλες οι πληροφορίες που υποθέτω ότι δόθηκαν αυτή την περίοδο. Στην προηγούμενη δίκη υπήρχαν περισσότερες πληροφορίες στρατιωτικής φύσης. Αυτή είναι η κατασκοπεία που τόση εκμετάλλευση έγινε από τον εσωτερικό και εξωτερικό Τύπο.
Έρχομαι τώρα σε ένα άλλο θέμα, το θέμα των χρημάτων. Και αν υποθέσει κανείς ότι όλα αυτά που λέει ο Μπάτσης, είναι τελείως ακριβή πρόκειται περί ενός ποσού το οποίον νομίζω ότι το πολύ πολύ δεν περνάει τα τετρακόσια εκατομμύρια σε περίοδο ενάμιση χρόνου. Αν κάνει κανείς έναν υπολογισμό και συγκεκριμένα αν τα συγκρίνει με τα έξοδα τα οποία έχουν τα άλλα κόμματα, θα διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται περί μεγάλου ποσού. Σαν παράδειγμα σας αναφέρω τα έξοδα του Πλαστήρα κατά την προεκλογική περίοδο και τα έξοδα του Συναγερμού κατά την περιοδεία του Παπάγου στην Πελοπόννησο που ανήλθαν σε δύο δισεκατομμύρια δραχμές.
Πρόκειται περί μεγάλου ποσού όταν απ’ αυτό διατέθηκαν τόσα χρήματα διά να συντηρηθούν άνθρωποι εξόριστοι και φυλακισμένοι, οικογένειες εξορίστων και για τόσην άλλη παράνομη δουλειά, έντυπο υλικό, προκηρύξεις κ.λπ.; Είναι μια σταγόνα στον ωκεανό. Τώρα από πού προέρχονται αυτά τα χρήματα μπορεί κανείς να το ξέρει. Από εράνους στο εσωτερικό και το εξωτερικό, όπως στη Γαλλία και σε άλλες χώρες. Μπορούσαμε δε να βρούμε και περισσότερα χρήματα και θα σας αναφέρω το εξής: Στο εξωτερικό δουλεύουν τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες. Αυτοί αν κάνουν έναν έρανο και διαθέσουν ένα μεροκάματό τους θα μαζευτούν τεσσεράμισι χιλιάδες χρυσές λίρες που θα μπορούσε έτσι να ενισχυθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν έχω να προσθέσω περισσότερα.
Ο υπουργός των Εσωτερικών είπε ότι η δίκη αυτή θα είναι πολύ διδαχτική. Κατά τη γνώμη μου θα είναι πραγματικά διδαχτική. Το δίδαγμα που θα βγει είναι ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν χτυπιέται με τέτοια μέσα. Όπως απέδειξε η ιστορία του ως τα τώρα έχει βαθιές ρίζες ακατάλυτες, ποτισμένες με αίμα που έχυσε στους αγώνες για την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Εμείς πιστεύουμε στην πιο σωστή θεωρία που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας είναι να γίνει η θεωρία αυτή πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο! Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και ακριβώς αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για τον σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα. Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω».
Ο Εμφύλιος Πόλεμος που ρήμαξε τη χώρα τελείωσε και ένας απ’ τους πολλούς φυγάδες αγωνιστές της Αριστεράς, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο άνθρωπος με το αφοπλιστικό χαμόγελο και το γαρύφαλλο, πρώην λοχαγός του ΕΛΑΣ, επιστρέφει στην Ελλάδα… Με το συνθηματικό όνομα Κώστας κρύβεται στο σπίτι ενός συντρόφου κι έρχεται σ’ επαφή με τον Νίκο Πλουμπίδη, καθώς και με άλλα μέλη του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος.
Η κυβέρνηση Πλαστήρα, θέλοντας να εδραιώσει τη γαλήνη και να βοηθήσει την ανασυγκρότηση του τόπου, αντιμετωπίζει τους κομμουνιστές με σχετική επιείκεια. Οι στρατιωτικοί και οι μυστικές υπηρεσίες, όμως, με επικεφαλής τον Διευθυντή Ασφαλείας και τον αρχηγό της ΚΥΠ –υπό την άμεση καθοδήγηση του αμερικανού σταθμάρχη της ΣΙΑ και του πρέσβη των ΗΠΑ– δεν βλέπουν με καλό μάτι τις εξελίξεις, ιδιαίτερα όταν το κόμμα του Πλαστήρα ξανακερδίζει τις εκλογές.
Στην προσπάθειά τους να υπονομεύσουν την κυβέρνηση, στήνουν μια «κομμουνιστική συνωμοσία» και δίνουν ευρεία δημοσιότητα στη σύλληψη του Μπελογιάννη και της αγαπημένης του συντρόφου Έλλης Ιωαννίδου, καθώς και μερικών άλλων μελών του ΚΚΕ. Το έκτακτο στρατοδικείο, με συνοπτικές διαδικασίες, τους καταδικάζει σε θάνατο αλλά ο πρωθυπουργός Πλαστήρας αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής.
Τους οδηγούν σε νέο, τακτικό στρατοδικείο αυτή τη φορά. Στη δίκη, οι κατηγορούμενοι καταθέτουν ευθαρσώς ότι δεν δικάζονται για τις πράξεις τους αλλά για τις ιδέες τους, κι αρνούνται διαρρήδην το χαλκευμένο κατηγορητήριο. Παρ’όλα αυτά, το δικαστήριο καταδικάζει σε θάνατο οκτώ από τους κατηγορούμενους και οι Αμερικανοί πιέζουν την κυβέρνηση και τον Βασιλιά να μην τους δώσει χάρη.
Ο Πλουμπίδης στέλνει επιστολή, με την οποία διαβεβαιώνει ότι αυτός είναι ο επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού του κόμματος και όχι ο Μπελογιάννης, αλλά τόσο οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες, όσο και η εκτός Ελλάδας ηγεσία του ΚΚΕ θεωρούν την επιστολή του πλαστή. Για να μην κινδυνεύσει η ενότητα του κόμματος, οι Μπελογιάννης και Πλουμπίδης δεν δίνουν περαιτέρω έκταση στο γεγονός. Ο πρώτος και τρεις σύντροφοί του οδηγούνται νύχτα στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Κάτω από το δικό του, ονόματα «βαριά« του ελληνικού κινηματογράφου, όπως: Μάνος Κατράκης, Πέτρος Φυσσούν, Κώστας Καζάκος, Αλέκος Αλεξανδράκης, Άγγελος Αντωνόπουλος, Αντώνης Αντωνίου, Βαγγέλης Καζάν και Μίρκα Παπακωνσταντίνου που υποδύθηκε τη σύντροφο του Μπελογιάννη, την Έλλη Παππά.
Ακολουθεί μια συζήτηση αναμνήσεων από το αρχείο του ΑΠΕ-ΜΠΕ, με τον άνθρωπο που ο σκηνοθέτης της ταινίας και εκ των σεναριογράφων Νίκος Τζίμας, (ο άλλος ήταν ο δημοσιογράφος Πότης Παρασκευόπουλος) επέλεξε για να υποδυθεί τον Νίκο Μπελογιάννη.
Κάπως έτσι λοιπόν άρχισαν όλα
Πώς προέκυψε και σας πρότειναν ένα ρόλο με απαιτήσεις τη στιγμή που δεν είχατε ιδέα από ηθοποιία; ρωτάμε τον Φοίβο Γκικόπουλο, ομότιμο καθηγητής σήμερα του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης.
“Τον ρόλο του Μπελογιάννη στην ταινία ήταν να τον παίξει ο Ιταλός ηθοποιός Τζιάν Μαρία Βολοντέ (Gian Maria Volonte), με τον οποίο ο σκηνοθέτης Νίκος Τζίμας είχε υπογράψει συμβόλαιο. Έτσι, έψαχνε έναν μεταφραστή για τα Ιταλικά, κυρίως για το κομμάτι της απολογίας, που ήταν το βασικό τμήμα της ταινίας.
Απευθύνθηκε στο Ιταλικό Ινστιτούτο, απ΄ όπου τον παρέπεμψαν σ΄εμένα. Τότε δίδασκα και στο μεταφραστικό τμήμα του Ιταλικού Ινστιτούτου και ήμουνα και μεταφραστής. Βρεθήκαμε. Μου έδωσε τα κείμενα και μεταξύ αστείου και σοβαρού με λέει: “Α ρε γαμώτο, να σε είχα συναντήσει νωρίτερα. Ποιος Βολοντέ και ξέρω εγώ… Εσύ θα ήσουν ο Μπελογιάννης”.
Στη συνέχεια, ένα βράδυ, έτσι ξαφνικά μου τηλεφωνεί από τη Ρώμη και εν εξάλλω μου λέει: ο Βολοντέ έσπασε το συμβόλαιο γιατί αρρώστησε. Επιστρέφω αύριο στην Ελλάδα και αρχίζουμε τα γυρίσματα. Δεν κατάλαβα του λέω, ποια γυρίσματα;… Θα πάρεις εσύ το ρόλο, μου λέει και επιμένει…
Φθάνοντας στην Ελλάδα μου τηλεφωνεί από το αεροδρόμιο και μου ζητάει να βρεθούμε για να κουβεντιάσουμε. Ήδη η μισή ταινία είχε ολοκληρωθεί. Έλειπαν μόνο οι σκηνές με τον Μπελογιάννη.
Εγώ από την άλλη την ιστορία του Μπελογιάννη την ήξερα. Είχα διαβάσει και το σενάριο και δεν σου κρύβω ότι κάτι μ΄έτρωγε μέσα μου, κάτι με γοήτευε… Με άλλα λόγια: “τραβάτε με κι ας κλαίω” ήταν το θέμα. Τελικά δέχτηκα! Κάπως έτσι λοιπόν άρχισαν όλα”.
Πως νοιώσατε συνειδητοποιώντας ποιοι ήταν οι συμπρωταγωνιστές σας; “Τι να σας λέω…. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν, τι δουλειά έχω εδώ μέσα; Σκεφτόμουν συνέχεια, πως θα αντιδράσουν άραγε όλοι αυτοί οι γνωστοί ηθοποιοί;
Και πως αντέδρασαν; Όλοι τους ήταν άψογοι απέναντί μου. Ά-ψο-γοι! Για παράδειγμα: Εγώ όπως σας είπα δεν είχα διόλου πείρα ηθοποιού. Εκτός από κάτι σχολικές παραστάσεις δεν είχα καμιά άλλη σχέση με ηθοποιία και γυρίσματα ταινιών. Είπαμε να κάνουμε ένα δοκιμαστικό. Το γυρίσαμε με τον Αντώνη Αντωνίου. Ήταν άψογος. Να είναι καλά ο άνθρωπος! Με βοήθησε πολύ. Ο Κατράκης πάλι ήταν συγκλονιστικός. Με ενθάρρυνε. Μου έλεγε συνέχεια: “ μη σταματάς, συνέχισε”. Την ίδια ώρα ο υπεύθυνος φωτογραφίας, ο Νίκος Καβουκίδης, με τις συμβουλές του με βοήθησε πάρα πολύ.
Γενικότερα αυτό που που έχω να πω είναι ότι όλοι οι “συνάδελφοι” (εντός εισαγωγικών) με αντιμετώπισαν με τον καλύτερο τρόπο και με βοήθησαν πολύ”.
Πόσο σας επηρέασε η ενσάρκωση του Νίκου Μπελογιάννη και ό,τι “κουβαλούσε” αυτό το όνομα; “Αν και ήμουν ήδη διαμορφωμένος πολιτικά και δεν ήμουν “ παρθένος” σε τέτοιου είδους επιρροές, μπορώ να πω ότι το έζησα πολύ έντονα. Ειδικά το κομμάτι της απολογίας στο δικαστήριο και βεβαίως της εκτέλεσης. Η φόρτιση ήταν πολύ έντονη. Στο δικαστήριο είχα αποξενωθεί απ΄όσα συνέβαιναν γύρω μου. Πραγματικά ζούσα τη σκηνή…
Συνήθως τα γυρίσματα γίνονται δύο, τρεις ή και περισσότερες φορές, ώσπου ο σκηνοθέτης να μείνει ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα. Εγώ, αν και δεν ήμουν επαγγελματίας, έβγαλα τη σκηνή της απολογίας με την πρώτη… Η σκηνή γυρίστηκε ακόμη μία φορά, για παν ενδεχόμενο!”.
Σημαντικό κομμάτι της σημερινής νεολαίας φαίνεται να μην γνωρίζει καν την ύπαρξη του Νίκου Μπελογιάννη.
Αν τους είχατε μπροστά σας, τι θα τους λέγατε; Όχι μόνο σε αυτούς αλλά σε όλους του νέους θα έλεγα να ενσκύψουν στην ιστορία της Ελλάδας, στην ιστορία του τόπου, να μάθουν, να ψάξουν και να έχουν ανοιχτό μυαλό. Να μην εγκλωβίζονται στον κόσμο των ριάλιτι και σε όλη αυτή την πολιτισμική υποβάθμιση…
Μίκης Θεοδωράκης: Συνοικία το όνειρο. Έτος σύνθεσης: 1960 Αθήνα. Μουσική και Τραγούδια για την Ομώνυμη ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη.
Ερμηνεύουν: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Χρηστάκης, Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης. Μπουζούκι: Λάκης Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος.
Το Συνοικία το όνειρο είναι ελληνική δραματική ταινία του 1961 σε σκηνοθεσία Αλέκου Αλεξανδράκη. Το σενάριο γράφτηκε από τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Κώστα Κοτζιά. Πρωταγωνιστούν οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Μάνος Κατράκης και Αλίκη Γεωργούλη. Θεωρείται μία από τις πρώτες ελληνικές νεορεαλιστικές ταινίες.
Μια αυθεντικά νεορεαλιστική ταινία, η οποία καταγράφει με συγκινητική ειλικρίνεια την αληθινή, μακριά από τα πλατό της Finos Film, αθηναϊκή πραγματικότητα του ’60. Το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» με τη φωνή του Μπιθικώτση αποτυπώνει γλαφυρά όλη την απελπισία της, μα το αισιόδοξο φινάλε ανοίγει μια χαραμάδα ελπίδας. Η ταινία ξεσήκωσε αντιδράσεις και απαγορεύτηκε για μικρό διάστημα, ο Αλεξανδράκης δεν ξανακάθισε πίσω από την κάμερα, όμως το ελληνικό σινεμά και η ενηλικίωσή του του χρωστάνε ακόμη πολλά.
Μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, ο Ασύρματος, είναι το κέντρο του κόσμου για τους ανθρώπους που ζουν εκεί και προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξεφύγουν απ’ τη φτώχεια και την ανέχεια. Ένας άρτι αποφυλακισμένος νέος, ο Ρίκος (Αλέκος Αλεξανδράκης), προσπαθεί να βγάλει χρήματα, την ίδια στιγμή που η αγαπημένη του, η Στέφη (Αλίκη Γεωργούλη), βλέπει άλλους άνδρες και ο πατέρας της, ο Νεκροφόρας (Μάνος Κατράκης), προσπαθεί να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας. Ο Ρίκος θα σκαρφιστεί μια δουλειά, αλλά θα ξοδέψει τα συγκεντρωμένα χρήματα πριν καταφέρει να τη βάλει σε εφαρμογή. Ως αποτέλεσμα ένας από τους «συνεταίρους» του (Αλέκος Πέτσος) θα αυτοκτονήσει, αφήνοντας στη μοίρα της την έγκυο γυναίκα του, την Ελένη (Αλέκα Παΐζη). Ο Ρίκος, η αγαπημένη του και ο πατέρας της, ηττημένοι και απογοητευμένοι εξαιτίας των προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν ποτέ, θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν με την ωμή πραγματικότητα.
Εκτός από το σπουδαίο καστ που συμμετείχε, όπως ο Μάνος Κατράκης και η Σαπφώ Νοταρά, η ταινία είχε επίσης την τύχη να επιμεληθεί μουσικά από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» έγραψε ιστορία όπως και η ίδια η ταινία άλλωστε. Όσο και αν κυνηγήθηκε τιμήθηκε με δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ποια είναι η συνοικία, τελικά, στην οποία έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας; Ο Αλέκος Αλεξανδράκης επέλεξε την περιοχή του Ασύρματου, κοντά στα Άνω Πετράλωνα.
Μίκης Θεοδωράκης: Όμορφη Πόλη. Έτος σύνθεσης: 1961. Αθήνα, Παρίσι.
Συμμετέχουν: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Αντρέας Ντούζος, Άννα και Μαρία Καλουτά,
Λάκης Καρνέζης. Κώστας Παπαδόπουλος μπουζούκι.
Λαϊκή Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Χορωδία, υπό την διεύθυνση του Μάνου Λοΐζου.
Ποίηση: Δημήτρη Χριστοδούλου, Ερρίκου Θαλασσινού, Μπόστ, Άκου Δασκαλόπουλου
Σύνθεση: 1961-62, Αθήνα-Παρίσι.
Για την επιθεώρηση – θέατρο «Πάρκ», καλοκαίρι 1962 σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη
κείμενα Μπόστ
Ηχογράφηση: καλοκαίρι 1962, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ανδρέας Ντοΰζος (ΣΕΡΕΝΑΤΑ), ‘Αννα και Μαρία Καλουτά (ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)
Τραγούδια:
ΣΕΡΕΝΑΤΑ
ΜΠΟΥΡΝΑΖΙ
ΟΤΑΝ ΜΕ ΔΕΙΤΕ ΝΑ ΜΙΛΩ
ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΤ ΜΑΣ ΧΑΘΗΚΕ
ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΑΤΙΑ
ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ
ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΟΥ ΜΑΛΛΙΑ
ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ
ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ (Ορχηστρικό)
2. ΣΕΡΕΝΑΤΑ
Μένιος Μποστατζόγλου
Πτωχός εγώ, πτωχή κι εσύ,
πτωχή κι η γειτονιά σου,
πτωχά τα ρούχα που φορώ
και τα ενδύματά σου.
Αλλά παρά τον πτωχισμόν
και που στερείσαι προίκας,
επιφυλάσσω δι’ εσέ
καλύτερας συνθήκας.
Χειμώνας, θέρος, άνοιξις
κι όλων των εποχών
καθώς και το φθινόπωρον
που πίπτουν των βροχών.
Θα κάνω παν το δυνατόν
δια να σε αποκτήσω
και οποιαδήποτε δουλειά
νά ‘ρθω να σε ζητήσω.
Μη με ποτίζεις στεναγμοί
προ της κλειστής σου θύρας
και μου πετάς γι’ ανταμοιβή
ογκώδεις ποτιστήρας.
3. ΟΤΑΝ ΜΕ ΔΕΙΤΕ ΝΑ ΜΙΛΩ
Δημήτρης Χριστοδούλου
Όταν με δείτε να μιλώ
μ’ ένα χαμένο ουρανό
μ’ ένα σφαγμένο αστέρι
είναι που με πονάει βαθιά
αυτό που πήρε ο άνεμος
κι εκείνο που θα φέρει
Όταν με δείτε να ρωτώ
πού πάνε τα μικρά πουλιά
πού πάει το περιστέρι
είναι που με πονάει βαθιά
αυτό που πήρε ο άνεμος
κι εκείνο που θα φέρει
4. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
Ερρίκος Θαλασσινός
Φεγγάρι στρογγυλό ταψί
στο ράφι του σπιτιού μας,
που καθρεφτίζεις τις χαρές,
τις πίκρες και τις συμφορές,
βοτάνι του καημού μας.
Φεγγάρι, τόπι του παιδιού,
του κήπου πορτοκάλι,
πρώτο λυχνάρι του χωριού
συντρόφι του παλικαριού
της μάνας προσκεφάλι.
Φεγγάρι κάτσε στην αυλή,
ρακί να σε φιλέψω,
το μυστικό μου να σου πω
πως το κορίτσι π’ αγαπώ
απόψε θα το κλέψω.
5. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΙΑΣ
(ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΑΓΙΑ ΜΟΥ ‘ΚΑΝΕΣ)
Ερρίκος Θαλασσινός
Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες
και περπατώ-
και περπατώ στα ξένα
είναι το σπίτι ορφανό-
ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά-
και τα βουνά, και τα βουνά κλαμένα
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
ένα χελι-
ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά-
αχ τη φωλιά
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπα-
δίπλα στο μπα, δίπλα στο μπαλκονάκι
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή
Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο-
δεμένη στο μαντίλι
προικιά στην αδερφούλα μου-
αδελφούλα μου
και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί-
γλυκό φιλί, γλυκό φιλί στα χείλη
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
να πάει στη μάνα υπομονή
6. ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Ερρίκος Θαλασσινός
Μωρό στην κούνια η μάνα του
του περνάει του δράκου βέρα
να μη σκιαχτεί μη φοβηθεί
του Τούρκου τη φοβέρα.
Ξέρει τους χρόνους δίσεχτους
και βάνει του αρραβώνα
να τον γλιτώνει από βοριά
κι από κακό χειμώνα.
Ένας δεν είναι μήτε δυο
μοιρολογούν και κλαίνε
τον κύρη σου εκρεμάσανε
κοιμήσου μου αντρειωμένε.
Για να σε πάρει τ’ όνειρο
και να σε ταξιδέψει
να μη σου γιάνει την πληγή
το ντέρτι μη στερέψει.
Νά ‘χεις τις ρίζες του καημού
ραγιάς γεννήθης γιε μου
μη μεγαλώσεις μου ραγιάς
αϊτέ μονάκριβέ μου.
Στην κούνια βάνω δίπλα μου
μπροστά μου η άγια πύλη
βάνω τα δώρα του Χριστού
σταυρό και καριοφίλι.
7. ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ ΣΟΥ ΜΑΛΛΙΑ
Στίχοι: Χριστοφίλη
Στη γειτονιά του φεγγαριού
βγήκα να σεργιανίσω
να ιδώ τα μάτια τ’ ουρανού
τα χείλη να φιλήσω.
Μέσα στα μαύρα σου
κυρά μου τα μαλλιά
φωλιάζουν άστρα,
φωλιάζουν άστρα
κι ανοιξιάτικα πουλιά.
Μες στην καρδιά μου
ένα πουλί
δεν βλέπεις πως σπαράζει
κι αν κελαηδεί
κι αν κελαηδεί
το λιώνει το μαράζι.
Είσαι πριγκίπισσα σωστή
και προίκα σου τα μάτια
η αρχοντιά δεν κατοικεί
μες στα χρυσά παλάτια.
8. ΚΑΗΜΟΣ
Δημήτρης Χριστοδούλου
Είναι μεγάλος ο γιαλός
είναι μακρύ το κύμα
είναι μεγάλος ο καημός
κι είναι πικρό το κρίμα
Ποτάμι μέσα μου πικρό
το αίμα της πληγής σου
κι από το αίμα πιο πικρό
στο στόμα το φιλί σου
Δεν ξέρεις τι ‘ναι παγωνιά
βραδιά χωρίς φεγγάρι
να μη γνωρίζεις ποια στιγμή
ο πόνος θα σε πάρει
Ποτάμι μέσα μου πικρό
το αίμα της πληγής σου
κι από το αίμα πιο πικρό
στο στόμα το φιλί σου
9. ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΑΘΗΚΕ
Δημήτρης Χριστοδούλου
Εκείνος που μας χάθηκε
μην είναι μέσα στο κρασί
μην είναι μέσα στο φιλί
και στ’ άγιο μεσημέρι
μην είναι αυτός ο άνεμος
που μας μιλάει βαθιά
μην είναι αυτός ο άνεμος
μην είναι ποιος το ξέρει.
Εκείνος που μας έφυγε
μην είναι μες στην άνοιξη
μέσα σε σύννεφα βαριά
μην είναι πρωτοβρόχι
μην είναι μέσα στις ιτιές
και στα πικρά τραγούδια
μην είν’ ο χτύπος της καρδιάς
κι η ρίζα στα λουλούδια.
Δάκρυ δάκρυ θα τον βρούμε
το χαμένο ουρανό
πόνο πόνο θα τον πούμε
τον θαμμένο μας καημό.
10. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ερρίκος Θαλασσινός
Φεγγάρι μου
χρυσό φλουρί
στης νύφης το γιορντάνι
απόψε τα μεσάνυχτα
τα ουράνια είν’ ορθάνοιχτα
κι ο χάρος θα πεθάνει.
Απόψε σκύβει
ο ουρανός
στης νιόνυφης το στρώμα
η γης ρουφά χρυσή βροχή
και σμίγει μέλι και κρασί
μέσ’ του γαμπρού το στόμα.
Λάμπει το ρόδι
στην αυλή
στη σκάφη το ζυμάρι
και περπατούν λεβέντικα
η νύφη πετροπέρδικα
αϊτός το παλικάρι.
11. ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ
Ερρίκος Θαλασσινός
Του Χάρου η μάνα κάθισε
σε δρόμο κι ανηφόρι
κι απ’ τον πολύ αναστεναγμό,
πήραν τα σπίτια μαρασμό
τα δέντρα ξεροβόρι.
Στέλνει γραφή στην Παναγιά
και στον μονογενή της
τρακόσιοι πάνε συνοδειά
και χίλιοι εκράτουν τα σπαθιά
πού ‘χαν οι λογισμοί της.
Μα η Παναγιά κεντάει πουλιά
σε μαρμαρένια βρύση
κι ο γιος της της χαμογελά.
Του Χάρου η μάνα δε μιλά,
δε θα ξαναμιλήσει.
12. ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΜΑΤΙΑ
Δημήτρης Χριστοδούλου
Τι έγινε το σύννεφο;
Τι έγινε ο κεραυνός;
Τι έγινε ο κεραυνός;
Τι έγινε ο πόνος;
Και τώρα πας χωρίς φωνή.
Εδώ στην άκρη του καιρού.
Εδώ στην άκρη του καιρού
και πίσω σου ο πόνος.
Θλιμμένη ματιά
θλιμμένη φωνή
η ζωή μου πεθαίνει
κάθε πρωί.
Εσύ ήσουν από όνειρο
εσύ ήσουν από άνοιξη
κι απ’ της ελπίδας το θυμό
για που πηγαίνεις μόνος;
Σε περιμένει η θάλασσα
σε περιμένει όλη η γη
σε περιμένουν τα νερά
κι όλα τα περιστέρια.
Δώσ’ τους λοιπόν παρηγοριά.
Δώσ’ τους ξανά την άνοιξη.
Δώσ’ τους ξανά την άνοιξη.
Δώσ’ τους ξανά τ’ αστέρια.
13. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ
Ερρίκος Θαλασσινός
Φεγγάρι κρύψου στο βουνό
κατέβα απ’ το μπαλκόνι
να κοιμηθεί ο γιόκας μου
πού ‘χει δουλειά στ’ αλώνι.
Το χώμα θέλει σκάψιμο
τ’ αμπέλι θέλει χέρια
θέλει η ελιά μέση γερή
το κλάδεμα μαχαίρια.
Θέλει τραγούδι ο τρυγητός
από δροσάτα χείλη
θέλουν τα χείλια φίλημα
κόψιμο τα σταφύλια.
Η μάνα κάνει το παιδί
κι η βρύση το πλατάνι
κι ο ιδρώτας του παλικαριού
στο μέτωπο στεφάνι.
14. ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ
(Ορχηστρικό)
Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας ξέρει από… ντέρμπι. Μόνο που αυτή τη φορά το ντέρμπι ήταν θεατρικό και δεν παίχτηκε στο ιστορικό γήπεδο, αλλά λίγο πιο κάτω, στο Πεδίον του Άρεως και ήταν θεατρικό.
Βρισκόμαστε στα 1962, είναι καλοκαίρι, οι Μίκης Θεοδωράκης και Μάνος Χατζιδάκις διαγκωνίζονται για τον τίτλο του κορυφαίου και – τι σύμπτωση; – έχουν την ίδια έμπνευση: Να… αναβαθμίσουν την επιθεώρηση!
Ο Μάνος ανέβασε στο «Μετροπόλιταν» την «Οδό Ονείρων» και ο Μίκης στο γειτονικό «Παρκ» την «Όμορφη Πόλη».
Και οι δύο επιστράτευσαν όλα τα… βαριά όπλα.
Ο Μάνος Αλέξη Σολωμό, Μίνω Αργυράκη, Δημήτρη Χορν.
Ο Μίκης τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Γιάννη Μποστατζόγλου (Μποστ), τον Βασίλη Φωτόπουλο για τη σκηνογραφία.
Η… μάχη αφορούσε και τους δύο πιο πετυχημένους θεατρώνες εκείνη την εποχή που στο κάτω έβαζαν και τα λεφτά. Ο Θόδωρος Κρίτας ήταν ο αρωγός του Μίκη, ο Γιάννης Χέλμης του Μάνου.
Η θεατρική Αθήνα κρατούσε την ανάσα της περιμένοντας τη μεγάλη θεατρική μάχη.
Μόνο που η καλή μέρα από την αρχή φαίνεται. Η ομάδα Θεοδωράκη ήθελε να προλάβει τους… αντιπάλους της, να ξεκινήσει πρώτη και όρισε την πρεμιέρα για τις 8 Ιουνίου.
Στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» οι συντελεστές της παράστασης ευχήθηκαν Καθένας με τον τρόπο του το «καλή επιτυχία…

Οι πρωτοτυπίες άρχιζαν από την μαρκίζα. Δεν υπήρχαν φωτεινές επιγραφές με τους «σταρ» της παράστασης, αλλά μια σύνθεση του Μποστ με ένα τρενάκι στο οποίο βρίσκονταν όλοι οι δημιουργοί.
Στην τελική πρόβα ήταν προσκεκλημένοι δημοσιογράφοι κι ένας… απρόσκλητος επισκέπτης, ο Δημήτρης Χορν πρωταγωνιστής στην επιθεώρηση του θεάτρου Παρκ.

Έγιναν και δηλώσεις από τους συντελεστές της παράστασης. Διαβάζουμε στην «Μεσημβρινή»:
Μόνο που ο καιρός δεν ήταν σύμμαχος. Πριν την παράσταση άρχισε να βρέχει. Κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε, η παράσταση άρχισε, αλλά πριν ολοκληρωθεί το πρώτο μέρος η βροχή επέστρεψε πιο δυνατή τρέποντας σε φυγή τους θεατές.
«Γούρι, γούρι», είπαν πολλοί.
Η πρεμιέρα δόθηκε την επομένη και καταγράφηκε από τα «Ελληνικά Επίκαιρα»
Mikis Theodorakis: Canto Olympico.
Σε ποίηση Δήμητρας Μαντά & Μίκη Θεοδωράκη. Έτος σύνθεσης: 1990.91.
Ηχογράφηση: Βαγγέλης Χατζησίμος, Φραγκίσκος Βουτσίνος, Έλενα Μουζάλα Πιάνο.
Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ υπό την διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.
Διευθυντής Χορωδίας Αντώνης Κοντογεωργίου.
Το καλοκαίρι του 1992 ο Μίκης Θεοδωράκης παρουσιάζει το έργο του Canto Olympico. Είναι μια παραγγελία της Διεθνούς Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων για τούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, όπως επίσης και το «Hellenisme», για την εναρκτήρια εκδήλωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Κατά την τελετή έναρξης, από την είσοδο της Ολυμπιακής σημαίας, μέχρι το άναμμα του βωμού ο Μίκης Θεοδωράκης διευθύνει την συμφωνική ορχήστρα και η Αγνή Μπάλτσα τραγουδά.
Ποίηση: Δήμητρα Μαντά – Μίκης Θεοδωράκης
ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ
Ωδή στον Δία
Ωδή στον Απόλλωνα
Ωδή στον πρώτο Ολυμπιονίκη
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Η ΝΙΚΗ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ-ΓΗ
Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ
Σύνθεση: 1990-1991
Ηχογράφηση: 1992, Βαγγέλης Χατζησίμος, Φρ. Βουτσίνος, Έλενα Μουζάλα (πιάνο) Συμφωνική Ορχήστρα και Χoρωδία ΕΡΤ, LYRA
ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ
(Δήμητρας Μαντά)
α) Ωδή στον Δία
(Ab Jove principium)
Πολυύμνητε προστάτη των Ολύμπιων Αγώνων
Δία Εσύ των αθάνατων μέγιστε θεέ
εμπνευστή του μεγαλείου και της ομορφιάς, έλα απ’ τα βάθη των αιώνων
και λάμπρυνε ως ήλιος τούτη τη μοναδική στιγμή. Τρισμάκαρε πατέρα.
Και χρυσής ελιάς στεφάνι όπως πρώτα να χαρίσεις
στον πιο άξιο απ’ τους άξιούς το νικητή
μ’ επινίκιο τραγούδι για να δοξασθεί περ’ από τα πέρατα του χρόνου
στα ύψη τ’ ουρανού να ηχεί κι ακόμα πιο ψηλότερα. Δία πατέρα.
β) Ωδή στον Απόλλωνα
Και Συ Απόλλωνα, Λόγε-θεέ. Φως, Χάρη και Ομορφιά
τραγούδησε με τη χρυσαφένια σου λύρα
στο σώμα μου και στην ψυχή ορμή να χαρίσεις μεγάλη
ουράνιε θεέ της αστραπής και του ήλιου
δάφνης και μυρτιάς κλαδί να δρέψω στ’ όνομά σου
στεφάνι της νίκης μου πανάκριβο. Τιμή της Πατρίδας μου Αξεπέραστη.
Ουράνιο τόξο της δόξας μου.
γ) Ωδή στον πρώτο Ολυμπιονίκη
Κόροιβε, εσένα κράζω πρώτε Ολυμπιονίκη
που στου δρόμου τον αγώνα πήρες την πρωτιά
δόξα και τιμή μεγάλη σ’ όλες τις πατρίδες, τόσο που γκρεμίζανε τα τείχη
εχθρό πια δε φοβόντουσαν με τέτοια που ’χαν λεβεντιά.
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Το σώμα μου τ’ αγάπησα σαν του θεού το σώμα
γι’ αυτό το λούζω με νερό και με μυστικά βοτάνια.
Με τον αγέρα θα παραβγώ και τα χρυσά ελάφια.
Πιο δυνατός κι απ’ τον λέοντα, ευλύγιστος σαν τίγρης, ήρθα εδώ ν’ αγωνιστώ,
τον κότινο να πάρω.
Γίνομαι θεός όταν στην καρδιά μου κλείσω την αρμονία του κόσμου.
Να γίνω πρέπει ένας Γαλαξίας μικρός που τον Νόμο σέβεται.
Ο Νόμος του Αθλητισμού σημαίνει σεβασμό στις πηγές της ζωής,
του Παντός και στο Νόμο του “Ηλίου.
Με καθαρό Νου και Σώμα δοξάζω την Αναγέννηση της Ζωής.
Ο νικητής είναι αυτός που ξεπερνά τον εαυτό του.
Από τη Νίκη πιο μεγάλο είναι να τιμάς το πνεύμα του αγώνα.
Πρώτα είναι ο αγώνας και μετά ακολουθεί η Νίκη.
Η ΝΙΚΗ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Η πρώτη σκέψη σε Σε Πατρίδα
με τα φτερά της ψυχής και του νου τώρα τρέχει
Νικητής σε ωραίο αγώνα. Σου δωρίζω τον κότινο και την δόξα
Δόξα και τιμή στον Νικητή, στην Πατρίδα του τη ζηλευτή
Δόξα και στους άλλους που νικήθηκαν, στον καλό αγώνα όλοι νίκησαν.
Βαθιά μέσα μου κοιτώ δύναμη να βρω.
Θα την τεντώσω τη χορδή, είμαι ένα βέλος, σαν αστραπή.
Στα πόδια βάζω φτερά όλο και πιο ψηλά και πιο μπροστά και
πιο μακριά, δεν υπάρχει βάρος, μόνο καρδιά.
Άκου πως χτυπάνε οι καρδιές, οι καρδιές μεθούν και τραγουδούν,
τις ενώνει το τραγούδι του καλού αγώνα και του όμορφου.
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Το νερό έγινε φωτιά! Απόλλωνα, μέγα θεέ, κάνε να ‘ρθει ξανά η γνώση
μαζί και του ανθρώπου η καρδιά
να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του, φοίνικας νέος
που μες από τις στάχτες του πολέμου πάλι θ’ αναστηθεί.
Το νερό έγινε φωτιά!
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ-ΓΗ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Γιορτή γιορτή να λάμψει πάνω στη Γη, το Φως το λαμπρό το Φως.
Σένα χαιρετώ εσένα πρώτη απ’ όλους τους θεούς. Εσένα πρώτη καλώ.
Την Ειρήνη την ακριβή, την ποθητή. Λύτρωση μες στις καρδιές μας.
Να ρθεϊς! Να ρθεϊς! Εσένα πρώτη καλώ Ειρήνη γλυκιά του κόσμου.
Η πιο τρανή αγάπη. Όλοι οι λαοί αδέρφια.
Τραγούδι Ιερό για τη Νίκη θα ψάλλω. Ολύμπια Νίκη δε μοιάζεις με
καμιά.
Ειρήνη, πρώτη μου χαρά.
Ποθούμε ν’ αγκαλιάσεις όλους όσους σ’ αγαπάνε.
Γιατί στο στίβο με τη φλόγα της Ολυμπίας,
σημαίνει νίκη να πας πιο μπροστά από σε!
Ακόμα ιερό τραγούδι θα υψώσω σ’ αυτούς που στο στίβο δε βγήκανε
μπροστά.
Τραγούδι ιερό θα πω.
Σ’ αυτούς αφιερώνω έπαινο απ’ την καρδιά μου.
Σ’ αυτούς που δε νικήσανε, τραγούδι.
Μικροί θεοί αυτοί που προσπαθούν να νικήσουν τον εαυτό τους
μεθυσμένοι απ’ το θείο κρασί.
Γιορτή! Γιορτή! Χαρά μεγάλη!
Τους νικητές, τους νικημένους ας δοξάσουμε όλους τους νέους μαζί.
Ηχούν χαρούμενα στον κόσμο οι καμπάνες!
Άμποτε μια μέρα οι λαοί να ενωθούνε μέσα στη μια Πατρίδα μας Γη!
Σε μια Πατρίδα με Νόμο το Σώμα, το Νου και την Ψυχή!
Πατρίδα! Πατρίδα της ομορφιάς και της Ειρήνης.
Στον Αγώνα, πιο δυνατά, πιο υψηλά, πιο μακριά, για την Ειρήνη!
Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!
Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ
(Μίκη Θεοδωράκη-Δήμητρας Μαντά)
Μια νέα εποχή αρχίζει, στον Κουμπερτέν τιμή αξίζει.
Γεννήθηκαν ξανά οι αγώνες, που ’χαν σωπάσει για αιώνες.
Το σώμα και ο νους φιλιώνουν, την ανθρωπιά στο φως υψώνουν.
Η Ολυμπία ξανά στο φως – το εξαίσιο φως
τραγουδά τη χαρά ξανά, τη λαμπρή χαρά. Σε κάθε άκρη της γης το μήνυμά της
τα νιάτα όλης της γης να’ ρθουν κοντά της.
Οι αγώνες ξανά αρχινούν. απ’ τα πέρατα τώρα όλης της γης.
Με τη φλόγα που άναψαν οι ιέρειες της ολύμπιας γης
τρέχουν όλοι χαρούμενοι φωτισμένοι απ’ τ’ άγιο φως.
Νέοι, νέες, παιδιά της γης. μαύροι, άσπροι, φυλές απ’ όλη τη γη
στον αγώνα της αρετής με το σώμα μαζί ο νους κι η ψυχή.
Της ιερής Παλλάδας τώρα την πόλη διάλεξαν να ξαναρχίσουν
οι Ολυμπιακοί Αγώνες με νέα ορμή
σμίγουν οι λαοί, οι λαοί μαζί αδερφωμένοι.
Το γαλανό ουρανό της σχίζουν χιλιάδες κάτασπρα όμορφα περιστέρια
ανάλαφρα πετούν στα ουράνια με τ’ αγεριού θεία μουσική
μήνυμα χαράς και Ειρήνης στέλνουν.
Λάμπει η Γη! Μέγα Φως!
Έφηβοι νέοι τώρα έτοιμοι στον αγώνα. Όλοι πρωτιά ποθούνε στέφανο για να
πάρουν
τρέχουν, πηδούν, παλεύουν, ’ίδια λιοντάρια μοιάζουν.
Ρίχνει ακόντιο ο ένας, άλλος πετά τον δίσκο.
Άλμα απλό σε μήκος, άλμα τριπλό και σφαίρα.
Άλμα σε ύψος, δρόμος, πάλη και πυγμαχία.
Νάτος ο Σπόρος Λούης, πρώτος στον μαραθώνιο, όλοι ζητωκραυγάζουν,
ηρώα τον τιμούνε.
Τα σύνορά του κόσμου σπάνε, τα μίση όλα πια σκορπάνε
οι εξουσίες κι αν χωρίζουν, οι αγώνες φίλιωμα χαρίζουν
και τις καρδιές τους αν πληγώνουν, οι Ολυμπίες τους ενώνουν.
Η ομορφιά του κόσμου τον στίβο πλημμυρίζει, η νιότη όλου του κόσμου καινούργιο κόσμο χτίζει.
Μες απ’ τους αγώνες είθε ν’ απλωθεί ένα νέο πνεύμα να γιγαντωθεί.
Μια πατρίδα μόνο που τη λένε Γη. Χαρά! Μεγάλη Χαρά!
Της Ολυμπιάδας πνεύμα ιερό, στον καινούριο αιώνα στάσου φωτεινό.
Βοήθα όλους τους λαούς της γης να βρουν την αγάπη.
Κάνε να γίνει η αρχή για μια νέα εποχή!
Της χαράς! Μια νέα Εποχή!
Ενωθείτε βράχια βράχια.
Ενωθείτε χέρια χέρια.
Τα βουνά και τα λαγκάδια πιάστε το τραγούδι!
Πολιτείες και λιμάνια μπείτε στο χορό. Σήμερα παντρεύουμε τον “Ήλιο,
τον Ήλιο με την νύφη τη μονάκριβη την Πασχαλιά!
Πολυχρόνιος ημέρα.
Υπερμάχω. Υπερμάχω.
Μίκης Θεοδωράκης: Η γειτονιά των αγγέλων. Έτος σύνεσης 1963 Σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη. Συμμετέχουν: Τζένη Καρέζη, Νίκος Κούρκουλος, Γιάννης Πουλόπουλος.
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας.
Λαϊκή Ορχήστρα. Ενορχήστρωση & Διεύθυνση Ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης.
Ποίηση: Ιάκωβου Καμπανέλλη
Σύνθεση: 1963, Αθήνα.
Σκηνοθεσία – στίχοι: Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Ηχογραφήσεις: 1963, Τζένη Καρέζη, Νίκος Κούρκουλος, Γιάννης Πουλόπουλος, Γιώργος Ζαμπέτας
1977, Χρήστος Θεοδωρίδης, Gema
Τραγούδια:
ΤΟ ΨΩΜΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΟΥ
ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ
ΣΤΡΩΣΕ ΤΟ ΣΤΡΩΜΑ ΣΟΥ
1. ΣΤΡΩΣΕ ΤΟ ΣΤΡΩΜΑ ΣΟΥ
Ο δρόμος είναι σκοτεινός,
ώσπου να σ’ανταμώσω
ξεπρόβαλε μεσοστρατίς,
το χέρι να σου δώσω
Στρώσε το στρώμα σου για δυο
για ‘σένα και για μένα
ν’αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή
να ν’ όλα αναστημένα
Σ’αγκάλιασα μ’αγκάλιασες
μου πήρες και σου πήρα
χάθηκα μες στα μάτια σου
και στη δική σου μοίρα
Μέσα στις ίδιες γειτονιές,
έρημος ζητιανεύω
ό,τι μαζί σού σκόρπισα,
γυρνώ και το γυρεύω
5. ΤΟ ΨΩΜΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
Το ψωμί είναι στο τραπέζι
το νερό είναι στο σταμνί
το σταμνί στο σκαλοπάτι
δώσε του ληστή να πιει
Το ψωμί είναι στο τραπέζι
το νερό είναι στο σταμνί
το σταμνί στο σκαλοπάτι
δώσε του Χριστού να πιει
Δώσε μάνα του διαβάτη
του Χριστού και του ληστή
δώσε μάνα να χορτάσει
δώσ’ του αγάπη μου να πιει
6. ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΟΥ
Είμαι ένα παιδί της νύχτας
ένας ίσκιος μοναχός
ένα δάκρυ από φεγγάρι
της αυγής ένας καημός
Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
να σε βρω, γιατί το ξέρω
σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω
το φαρμάκι θα σου φέρω
Από το παράθυρο σου
πέρασε το καλοκαίρι,
πέρασε κι η συννεφιά
πέρασε όλη μας η αγάπη
πέρασε όλη μας η πίκρα.
πέρασε και η χαρά
Είμαι μια βροχή στον ήλιο
μια φωτιά μες στη βροχή
μια φωνή μες στον αγέρα
μια σιωπή μες στη σιωπή
Σ’αγαπώ μα δε θα ‘ρθω..
10. ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ
Απ’ το πρωί μες στη βροχή
και μέσα στο λιοπύρι
για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι
και δόξα τω Θεώ
Παράθυρο για τ’ όνειρο
κι αυλή για το σεργιάνι
ο ίσκιος σου να μη σε φτάνει
και δόξα τω Θεώ
Πέτρα στην πέτρα ολημερίς
χτίζω και δεν σε φτάνω
ήλιε μου πόσο είσαι πάνω
και δόξα τω Θεώ
Ένα χρόνο ακριβώς μετά το “Τραγούδι του νεκρού αδελφού” ο Μίκης Θεοδωράκης παρουσίασε το νέο σκηνικό του έργο με τίτλο “Η γειτονιά των αγγέλων” σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Η παράσταση ανέβηκε στις 4 Οκτωβρίου 1963 στο θέατρο Κοτοπούλη (Rex) και πρωταγωνιστούσαν οι: Τζένη Καρέζη, Νίκος Κούρκουλος, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Δημήτρης Νικολαΐδης, Ζωή Φυτούση και άλλοι.
Ο συνθέτης έγραψε ένα σφριγηλό μουσικό έργο με τέσσερα έξοχα λαϊκά τραγούδια και έξι οργανικά θέματα πρωτότυπα ή βασισμένα εν μέρει στις μελωδίες των τραγουδιών. Από τα υπέροχα αυτά οργανικά θέματα ξεπήδησε και το κλασικό “Οι χαρταετοί”, ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ορχηστρικά κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ!
Αν, όπως ήδη έχουμε επισημάνει, στο “Τραγούδι του νεκρού αδελφού” ήταν κυρίαρχος ο ρυθμός του ζεϊμπέκικου, στη “Γειτονιά των αγγέλων” επικρατεί ο χασάπικος ρυθμός. Τα τρία από τα τέσσερα τραγούδια (“Στρώσε το στρώμα σου”, “Το ψωμί είναι στο τραπέζι”, “Από το παράθυρό σου”) είναι υποδειγματικά χασάπικα. Το πρώτο μάλιστα αποτέλεσε και τη βάση του πρώτου μέρους από το εμβληματικό “Συρτάκι του Ζορμπά” σε συνδυασμό με τον “Χανιώτικο συρτό” που είχε ήδη χρησιμοποιήσει ο συνθέτης στην ταινία “Συνοικία το όνειρο” και στον επίλογο της “Όμορφης πόλης”.
Τέλος, θα έλεγα ότι το έργο αποπνέει μια πηγαία θεατρική αυθεντικότητα, καθώς ο Μίκης εμπιστεύτηκε την ερμηνεία των τραγουδιών στους δυο βασικούς πρωταγωνιστές της παράστασης (Τζένη Καρέζη, Νίκος Κούρκουλος) μαζί με τον χορογράφο Βαγγέλη Σειληνό, ενώ δύο τραγούδια ερμήνευσε ο άσημος τότε Γιάννης Πουλόπουλος κάνοντας ουσιαστικά το ντεμπούτο του στην ελληνική δισκογραφία, λίγο πριν μετακινηθεί στη Lyra, όπου επρόκειτο να μεγαλουργήσει.
Ξέχασα κάτι; Χμ! Και βέβαια! Τον Γιώργο Ζαμπέτα! Είναι ο απαράμιλλος δεξιοτέχνης που αποδίδει συγκλονιστικά όλα τα μέρη του έργου. Ο Μίκης είχε ξεχωρίσει έγκαιρα το γλυκόλαλο παίξιμό του και ήταν διακαής του πόθος να συνεργαστεί μαζί του. Το αποτέλεσμα δικαίωσε απόλυτα την επιλογή του!
(c) LP | EMI Columbia | 1963 |
Μίκης Θεοδωράκης: Χαιρετισμοί. Σε ποίηση Αγγελικής Ελευθερίου, Γιάννη Θεοδωράκη, Μίκη Θεοδωράκη. Έτος σύνθεσης: 1978 ‘ 81 Αθήνα , Βραχάτι, Παρίσι. Ερμηνεύει η Δήμητρα Γαλάνη, συμμετέχει η Χορωδία της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου.
Ποίηση: Αγγελικής Ελευθερίου, Γιάννη Θεοδωράκη, Μίκη Θεοδωράκη
Σύνθεση: 1978-81, Αθήνα-Βραχάτι-Παρίσι.
Ηχογράφηση: 1982, Δήμητρα Γαλάνη, Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου.
Τραγούδια:
ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΙΑ
ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ
Η ΑΓΑΠΗ ΖΕΙ ΜΕ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ
ΞΑΝΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΘΑ ΣΤΕΓΝΩΣΩ
ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΖΗΣΑ
ΚΑΡΑΒΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
ΜΗ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ
ΧΩΡΙΣΑΜΕ
ΧΑΙΡΕ
1. ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΙΑ
Γιάννη Θεοδωράκη
Νύχτα μαγικιά μια σκιά περνά
σκέψου τώρα τη φωνή
που σου ’λεγε, ποτέ,
ποτέ μαζί
Βάδιζα σκυφτός,
ήσουν ουρανός
με των άστρων τη μουσική
μου τραγουδάς, ποτέ, ποτέ μαζί
Μάγισσα χλωμή,
το στερνό σου φιλί
ξεχασμένη μουσική
μια μαχαιριά, ποτέ, ποτέ μαζί.
2. ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ
Γιάννη Θεοδωράκη
Μες στης ζωής τα κύματα
και μες στις καταιγίδες
σκέψου τον ήλιο τον ξανθό
όλα γυρίζουν στη ζωή
σήμερα αυτός, αύριο εσύ
ντυμένος ηλιαχτίδες.
Κάνε κουράγιο, μη λυγάς
θά ‘ρθουν τραγούδια και για μας.
Έχει ο καιρός γυρίσματα
κι η μοίρα μονοπάτια
δεν είσαι μόνος στη ζωή
κι αν σήμερα σ’ αρνήθηκαν
το γέλιο σου φοβήθηκαν
και τα γλυκά σου μάτια.
Κάνε κουράγιο, μη λυγάς
θά ‘ρθουν τραγούδια και για μας.
3. Η ΑΓΑΠΗ ΖΕΙ ΜΕ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ
Γιάννη Θεοδωράκη
Μη με ρωτάς για τον καιρό
που ήμουνα εγώ το δάσος
κι εσύ βροχούλα τ’ ουρανού
πότιζες την καρδιά μου.
Η αγάπη ζει με τ’ όνειρο
και τ’ όνειρο πεθαίνει
όταν εκείνος π’ αγαπά
έχει μεράκι στην καρδιά
και τον καημό σωπαίνει.
Μίλα μου για τον αετό
που έχασε τα φτερά του
για τ’ αηδονάκι μίλα μου
που έχασε τη λαλιά του.
4. ΞΑΝΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΘΑ ΣΤΕΓΝΩΣΩ
Αγγελική Ελευθερίου
Ξανά τα πράγματα
θα δω απ’ την αρχή
όμως φοβάμαι
πίσω να γυρίσω
άλλωστε σήμερα
η μέρα είναι θαμπή
αύριο με τον ήλιο
θα τ’ αφήσω.
Ξανά τα λόγια
θα στεγνώσω απ’ τη βροχή
και στεγνωμένα αντίκρυ τους
θ’ αρχίσω απ’ την αρχή
ένα τραγούδι
με μια λέξη μοναχή
σαν τον πικρό καφέ
να ξεμεθύσω.
5. ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ
Αγγελική Ελευθερίου
Τα μονοπάτια της φωνής σου
πίσω με γυρίσανε
κι όλες οι μέρες θα ‘ναι τώρα
γκρι και σκοτεινές
και σαν εξόριστο πουλί με σταματήσανε
γιατί στη μια φτερούγα μου
έγραψα ότι φταις.
Αφού πια τώρα όλα ετελειώσανε
γιατί πίσω από τα μάτια μου
κρυφά σε περιμένω;
Ποιά νύχτα ξαφνική μου φαρμακώσανε
το αίμα μου που ήταν
από σένα ζαλισμένο;
6. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΖΗΣΑ
Αγγελική Ελευθερίου
Όπου κοιτάξω είναι σκοτεινά
κι ο ουρανός βαρύς σαν το μολύβι
οι λεωφόροι γίνανε στενά
κι η ερημιά το πρόσωπό της κρύβει.
Πίσω από τα μάτια μου έζησα
κι από τον κόσμο μακριά
τα βήματά μου μέτρησα
κι όλα σ’ ανηφοριά.
Το όνομά σου δεν μπορώ να πω
και τριγυρνούν μαύρα πουλιά κοντά μου
στα όνειρά μου θέλω να σε δω
κι οι πόρτες τ’ ουρανού
κλείνουν μπροστά μου.
7. ΚΑΡΑΒΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Αγγελική Ελευθερίου
Τώρα που σ’ έχασα σε νιώθω πιο κοντά
τώρα που σ’ άφησα να φύγεις σαν σκιά
ποιους δρόμους πέρασες και από ποια στενά
μόνη σαν λύπη μόνη και σαν την ξενιτιά.
Ένα καράβι ήσουνα στον ουρανό
κι ήταν το σπίτι το δικό μου στεριανό
κι είχα κρασί για μένα και τον διπλανό
κι εσύ εγύρευες έναν ωκεανό.
Τίποτα πια δεν μου θυμίζει τη ζωή
μόνο τα λόγια σου αγκάθι στην ψυχή
μου το ‘χες πει πως όταν φύγεις δεν θα ‘ρθεις
ήσουνα θύελλα κι όχι σταγόνα της βροχής.
8. ΜΗΝ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ
Γιάννη Θεοδωράκη
Αυτός που ξέμεινε εδώ
θα ξαναρθεί με τον καιρό
να τον πληγώσεις.
Φίλοι κι εχθροί θα τον ζητούν
κατάματα θα σε κοιτούν
μη με προδώσεις.
Ψέματα οι ψεύτες θα σου πουν
στα όνειρά σου για να μπουν
θα το πληρώσεις.
Ρίξε τον ήλιο απ’ τα κλαδιά
στον κόρφο κρύψε τα καρφιά
μη με προδώσεις.
Απλώνει η νύχτα τη βροχή
μαζί ξεμάκραινες κι εσύ
θα μετανιώσεις.
Αν βρεις στο δρόμο νικητές
φωτιά, τσεκούρι και ληστές
μη με προδώσεις.
9. ΧΩΡΙΣΑΜΕ
Γιάννη Θεοδωράκη
Στην άλλη άκρη του καιρού
χτένιζες τα μαλλιά σου
σε κοίταζα με κοίταζες
χάιδευα τα όνειρά σου.
Χωρίσαμε και χώρισαν
ο ουρανός απ’ τ’ άστρα
μόνο το φως του φεγγαριού
σμίγει τους δυο καημούς μας.
Στα μάτια σου καθρέφτιζες
την ομορφιά του κόσμου
κι η ομορφιά ήσουν εσύ
κι ο κόσμος τ’ όνειρό σου.
10. ΧΑΙΡΕ
Μίκη Θεοδωράκη
Στην άκρη του καλοκαιριού
θα ‘ρθω να σ’ ανταμώσω
το πέλαγο, τα κύματα
στα πόδια σου ν’ απλώσω.
Χαίρε πέτρινο λουλούδι
με το χρώμα της φωτιάς
χαίρε κόκκινο τραγούδι
απ’ το αίμα της καρδιάς.
Στην άλλην άκρη του καιρού
θα στήσω τη μορφή σου
με πίκρα και με λησμονιά
θα δέσω την ψυχή σου
Μίκης Θεοδωράκης: 18 Λιανοτράγουδα Της Πικρής Πατρίδας σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου.
Έτος σύνθεσης: 1970 ’74. Συμμετέχουν: Μαρία Δημητριάδη, Ελένη Βιτάλη, Κώστας Καμένος, Σταύρος Παπασπαράκης, Σάνια Κρυστάλη.
Ενορχήστρωση και διεύθυνση Λαϊκής Ορχήστρας: Τάσος Καρακατσάνης.
Ποίηση: Γιάννη Ρίτσου
Σύνθεση: 1971 – 1973, Παρίσι
Πρώτη εκτέλεση: 17.1.73 στο Albert Hall
Ηχογραφήσεις: 1973, Παρίσι, Μίκης Θεοδωράκης, Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Αφροδίτη Μάνου, Αχ. Κωστούλης,
ΕΜΙ,
1974 Minos. Παράλληλη ηχογράφηση στην Αθήνα
1973, Γιώργος Νταλάρας,
1974, Αντώνης Καλογιάννης,
1975, Γιώργος Νταλάρας,
Τραγούδια:
ΑΝΑΒΑΠΤΙΣΗ
ΚΟΥΒΕΝΤΑ Μ’ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
ΚΑΡΤΕΡΕΜΑ
ΛΑΟΣ
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
ΑΥΓΗ
ΔΕ φτανει
ΠΡΑΣΙΝΗ μερα
ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ
ΤΟ ΝΕΡΟ
ΤΟ ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ
ΛΙΓΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
Τ’ ΑΣΠΡΟ ΞΩΚΛΗΣΙ
ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
ΕΔΩ ΤΟ ΦΩΣ
ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ
Ο ΤΑΜΕΝΟΣ
ΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ
1. ΑΝΑΒΑΦΤΙΣΗ
Λόγια φτωχά βαφτίζονται
στην πίκρα και στο κλάιμα
βγάζουν φτερά και πέτονται
πουλιά και κελαηδάνε
Και ‘κείνος ο λόγος ο κρυφός
της λευτεριάς ο λόγος
αντίς φτερά βγάζει σπαθιά
και σκίζει τους αγέρες
2. ΚΟΥΒΕΝΤΑ
Μ’ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
Κυκλαδινό κυκλάμινο
στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις
Μέσα στο βράχο σύναξα
το αίμα στάλα – στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα
κι ήλιο μαζεύω τώρα
3. ΚΑΡΤΕΡΕΜΑ
Έτσι με το καρτέρεμα
μεγάλωσαν οι νύχτες
που το τραγούδι ρίζωσε
και ψήλωσε σαν δέντρο
Κι αυτοί μες απ’ τα σίδερα
κι αυτοί μακριά στα ξένα
κάνουν πικρό να βγάλουν το “αχ”
και βγαίνει φύλλο λεύκας
4. ΛΑΟΣ
Μικρός λαός και πολεμά
δίχως σπαθιά και βόλια
για όλου του κόσμου το ψωμί
το φως και το τραγούδι
Κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί
τους βόγγους και τα ζήτω
κι αν κάνει πως τα τραγουδεί
ραγίζουν τα λιθάρια
5. ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
Στη μια γωνιά
στέκει ο παππούς
στην άλλη δέκα εγγόνια
και στο τραπέζι εννιά κεριά
μπηγμένα στο καρβέλι
Μάνες τραβάνε τα μαλλιά
και τα παιδιά σωπαίνουν
κι απ’ το φεγγίτη η Λευτεριά
τηρά κι αναστενάζει
6. ΑΥΓΗ
Λιόχαρη μεγαλόχαρη
της άνοιξης αυγούλα
και που ‘χει μάτια να σε ιδεί
να σε καλωσορίσει
Δυο κάρβουνα στο θυμιατό
και δυο κουκιά λιβάνι
κι ένας σταυρός από καπνιά
στ’ ανώφλι της πατρίδας
7. ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ
Σεμνός και λιγομίλητος
εθαύμαζε την πλάση
κι η σπάθα τον κεραύνωσε
κι ως λιόντας εβρυχήθη
Τώρα δε φτάνει του η φωνή
δε φτάνει του η κατάρα
για να λαλήσει το σωστό
του πρέπει καριοφίλι
8. ΠΡΑΣΙΝΗ ΜΕΡΑ
Πράσινη μέρα λιόβολη
καλή πλαγιά σπαρμένη
κουδούνια και βελάσματα
μυρτιές και παπαρούνες
Η κόρη πλέκει τα προικιά
κι ο νιος πλέκει καλάθια
και τα τραγιά γιαλό – γιαλό
βοσκάνε τ’ άσπρο αλάτι
9. ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ
Κάτω απ’ τις λεύκες συντροφιά
πουλιά και καπετάνιοι
συλλείτουργο αρχινήσανε
με τον καινούργιο Μάη
Τα φύλλα φέγγουνε κεριά
στ’ αλώνι της πατρίδας
κι ένας αϊτός από ψηλά
διαβάζει το βαγγέλιο
10. ΤΟ ΝΕΡΟ
Του βράχου λιγοστό νερό
απ’ τη σιωπή αγιασμένο
απ’ το καρτέρι του πουλιού
τη σκιά της πικροδάφνης
Κρυφά το πίνει η κλεφτουριά
και το λαιμό σηκώνει
σαν το σπουργίτι και βλογά
τη φτωχομάνα Ελλάδα
11. ΤΟ ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ
Μικρό πουλί τριανταφυλλί
δεμένο με κλωστίτσα
με τα σγουρά φτεράκια του
στον ήλιο πεταρίζει
Κι αν το τηράξεις μια φορά
θα σου χαμογελάσει
κι αν το τηράξεις δυο και τρεις
θ’ αρχίσεις το τραγούδι
12. ΛΙΓΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
Λιγνά κορίτσια στο γιαλό
μαζεύουνε τ’ αλάτι
σκυφτά πολύ, πικρά πολύ
-το πέλαο δεν το βλέπουν
Κ’ ένα πανί, λευκό πανί,
τους γνέφει στο γαλάζιο
κι απ’ το που δεν το αγνάντεψαν
μαυρίζει απ’ τον καημό του
13. Τ’ ΑΣΠΡΟ ΞΩΚΛΗΣΙ
Τ’ άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά
κατάγναντα στον ήλιο
πυροβολεί με το μικρό
στενό παράθυρό του
Και την καμπάνα του αψηλά
στον πλάτανο δεμένη
την εκουρντίζει ολονυχτίς
για του Άι Λαού τη σκόλη
14. ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Το παλικάρι που ‘πεσε
με ορθή την κεφαλή του
δεν το σκεπάζει η γης ογρή
σκουλήκι δεν τ’ αγγίζει
Φτερό στη ράχη του
ο σταυρός
κι όλο χυμάει τ’ αψήλου
και σμίγει τους τρανούς αϊτούς
και τους χρυσούς αγγέλους
15. ΕΔΩ ΤΟ ΦΩΣ
Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα
κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού
και στ’ αγεριού το πόδι
Εδώ το φως εδώ ο γιαλός
χρυσές γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν
τα σίδερα μασάνε
16. ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ
Το σπίτι αυτό πώς θα χτιστεί
τις πόρτες ποιος θα βάλει, που ‘ναι τα χέρια
λιγοστά κι ασήκωτες οι πέτρες
Σώπα τα χέρια στη δουλειά
τρανεύουν κι αυγαταίνουν και μην ξεχνάς
ολονυχτίς βοηθάν κι οι αποθαμένοι
17. Ο ΤΑΜΕΝΟΣ
Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά
σωπαίνουν κι οι καμπάνες, σωπαίνει
κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του
Και απα’ στην πέτρα της σιωπής
τα νύχια του ακονίζει, μονάχος
κι αβοήθητος της λευτεριάς ταμένος
18. ΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ
Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
Να τη πετιέται από ‘ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου.
Μίκης Θεοδωράκης: Romancero Gitano. 1967. Ποίηση: F. G. Lorca. Μαρία Φαραντούρη.
Άλμπουμ: Του Φεγγαριού τα πάθη. Συμμετέχουν: Orquestra de Cordoba.
Σολίστ κλασικής κιθάρας ο Κώστας Κοτσιώλης. Χορωδία: Fons Musicalis.
Μουσική Επεξεργασία – Ενορχήστρωση: Leo Brouwer.
ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ
Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.
Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ’ όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.
Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».
Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού ‘χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.
Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ’ Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.
Ο ANTONIO TORRES HEREDIA
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΗΣ
Κάτου στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
και στη Σεβίλλια πάει.
Τα κατσαρά του γυαλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός
από του φεγγαριού το φως.
Κάποτε λίγο σταματά,
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει
και να το χρυσαφώσει.
Εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ’ τα κλώνια μιας φτελιάς
χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.
Αποβραδίς η ώρα οχτώ
τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί
και βλαστημάνε.
ΧΑΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ
-Τι είναι κείνο που φωτά,
Μάνα, στα δώματα ψηλά;
-Κοιμήσου γιε μου κι ειν’ αργά
σήμανε η ώρα έντεκα.
-Μάνα, στα μάτια μου για δες,
λάμπουνε τέσσερις φωτιές.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια,
ειν’ τα μπακίρια αστραφτερά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
Τη φυσαρμόνικα γλυκά
παίζανε Σεραφείμ γλυκά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
-Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω
μηνύσετέ το στους ανθρώπους
σ’ όλη τη γη, σ’ όλους τους τόπους
κατά Βοριά κατά Νοτιά
μαντάτα στείλετε πικρά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη.
Κι οι πόρτες τ’ ουρανού χτυπούσαν
κι όλα τα δάση αχολογούσαν
ψηλά δεν έβλεπες κανέναν
κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.
Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ
Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυτή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.
Μαύρη μαυρίλα ειν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.
-Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;
-Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.
-Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;
-Ποιός ο καημός μου;
Μαύρη πίσσα εγίνη
η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελλή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.
-Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ’ τό χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
ασ’ τη να βρει αναπαμό.
Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.
ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ
Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη,
έρχεται μες στις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη.
Ως τη θωρεί πετιέται πάνου
ο Άνεμος ο ακοίμιστος,
Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει:
Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ’ αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό.
Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη,
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή.
Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
ο κάμπος άκου πώς στενάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αγέρα:
Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κι όπου να ‘ναι θα προφτάσει
ο Άνεμος και θα σ’ αρπάξει,
να τος χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά.
Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί.
Ενώ απ’ τη λύσσα του θερίο,
ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.
Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ ( Θα το ακούσετε στο άλμπουμ “Θεοδωράκης διευθύνει Θεοδωράκη vol 2”)
Βουνά και σύννεφα μακριά
σ’ όλα τα γύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα
και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.
Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει.
Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά,
και τ’ άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες
τέσσερις αγριομολόχες.
Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντάει η καλόγρια η μικρή
μα κάπου-κάπου αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει.
Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π’ ανοιγοκλείνουν
δυο καβαλάρηδες περνούν.
Κι ύστερα πάλι στο πανί
ξεσπάει η καλόγρια η μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια,
τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
Πλάσματα της αρεσιάς της
τής ονειροφαντασιάς της.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ Α. Τ. HEREDIA
Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
φωνές ξεσκίσαν τον αγέρα.
Έμπηγε κάπρου δαγκωνιές
μες στα ψηλά ποδήματα χίμαγε
κι έκανε βουτιές και δελφινιού πηδήματα.
Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν – ήταν έξι
και δεν εμπόραε πια ν’ αντέξει.
Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου
κι ασπρογαρούφαλέ μου.
Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο,
π’ άξιζες μια βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά
τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια.
Στην άκρη εκεί του ποταμού
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
στην άκρη εκεί του ποταμού
Κι ανάγειρε την κεφαλή
με τα σφιγμένα χείλη
και τότε πια καμμιά φωνή
μόνο εφωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός ήρθε
και τ’ άναψε καντήλι.
Μίκης Θεοδωράκης: Διόνυσος. Ένα σύγχρονο θρησκευτικό δράμα σε ποίηση Μίκη Θεοδωράκη. Έτος σύνθεσης 1984 Αθήνα. Ερμηνεύει ο Θανάσης Μωραΐτης. Συμμετέχει Χορωδία υπό την διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου. Ακουστική Κιθάρα Μπάμπης Λασκαράκης. Μπάσο Νίκος Τσεσμελής, Μπουζούκι Λάκης Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος. Τσέλο Πλούταρχος Ρεμπούτσικας, Στέλιος Ταχιάτης. Φλάουτο Στέλλα Γαδέλη. Κιθάρα κλασική Στέλλα Κυπραίου. Κιθάρα μπαγλαμά Στέλιος Καρύδας. Όμποε Κλοντ Σιελιέ. Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης.
Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
Σύνθεση: 1984, Αθήνα.
Ηχογράφηση: 1985, Θανάσης Μωραΐτης, Χορωδία Αντώνη Κοντογεωργίου, ΣΕΙΡΙΟΣ.
Τραγούδια:
Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
ΜΙΑ ΦΥΛΑΚΗ
ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ
Η ΑΡΚΟΥΔΑ
ΣΤΙΣ 10 ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ
Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ
Ο ΚΟΛΙΓΟΣ
ΤΗ ΡΩΜΙ0ΣΥΝΗ ΝΑ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ
ΟΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ
ΚΑΛΑ ΒΟΥΝΑ
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
1. Διόνυσος ( Η απολογία του Διονύσου: Αντιστροφή Α & Αντιστροφή Β’ )
Γεια και χαρά σας
άσπιλοί μου δικαστές
είμαι μπροστά σας
βγάλτε νύχια και φωτιές
η τιμωρία τρομερή
πρέπει να βγει
από τη συνάθροιση αυτή
Κάψτε τους στίχους
κάθε μελωδία μαγική
που μας πηγαίνει
σ’ άγνωστη μεριά χιμαιρική
Γεια και χαρά σας
άσπιλοί μου δικαστές
είμαι μπροστά σας
βγάλτε νύχια και φωτιές
η τιμωρία τρομερή
πρέπει να βγει
από τη συνάθροιση αυτή
Γεια και χαρά
του κόσμου αυτού οι δυνατοί
είναι μπροστά σας
ρίχτε ψέμα και χολή
σαν τα βουνά
που κλείνουν μέταλλα σκληρά
και τα τρυπούν
και την καρδιά τους την πονούν
μα η καρδιά
μέσ’ απ’ τα νύχια τους γλιστρά
και τραγουδά
Παγάνα πάνε οι στρατιές
στου Διονύσου τις χορδές
για ν’ ανάψουνε φωτιές
Να κάψουν θέλουν το θεό
με τις νυφούλες στο πλευρό
και τ’ αγόρια στο χορό
Παγάνα πάνε οι στρατιές
στου Διονύσου τις χορδές
για ν’ ανάψουνε φωτιές
Διόνυσέ μου
με τ’ ασίκικα φτερά
παλληκάρι μου
με του τράγου το κορμί
παλληκάρι μου
σέρνεις πρώτος την πομπή
Διόνυσέ μου
κοίτα ποιος σ’ ακολουθεί
Έλληνες κι αλλοδαποί
Παγάνα πάνε οι στρατιές
στου Διονύσου τις χορδές
για ν’ ανάψουνε φωτιές
Να κάψουν θέλουν το θεό
με τις νυφούλες στο πλευρό
και τ’ αγόρια στο χορό
2 Η αρκούδα
Μιαν αλυσίδα μου δένουν γύρω στο λαιμό
είμαι αρκούδα χορεύω γύφτικο σκοπό
είμαι αρκούδα χορεύω γύφτικο σκοπό
μιαν αλυσίδα μου δένουν γύρω στο λαιμό
Μέσα στα γήπεδα με γυμνάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να χαιρετώ
με μαϊμούδες μαζί με βάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να προσκυνώ
Στη φυλακή μου αγγέλοι μπαίνουν σιωπηλοί
ήρθε το τέλος δεν ήρθε ακόμα η αρχή
ήρθε το τέλος δεν ήρθε ακόμα η αρχή
στη φυλακή μου αγγέλοι μπαίνουν σιωπηλοί
Μέσα στα γήπεδα με γυμνάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να χαιρετώ
με μαϊμούδες μαζί με βάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να προσκυνώ
3 Η κάθοδος των Δωριέων
Μια φυλακή, πώς μας φτάσαν ως εκεί,
μια φυλακή, η ζωή μου φυλακή.
Χωρίς ποινή, πώς μας φτάσαν ως εκεί
και δικαστή, η ζωή μου φυλακή.
Στου Μακρυγιάννη πριν προλάβεις να μιλήσεις,
Εγγλέζου βόλι σε γονάτισε,
μας κοίταζες με βλέμμα μελαγχολικό,
να σκεφτόσουνα θαρρείς πόσο λίγο η μέρα κράτησε…
Μες στις πλατείες ένας ένας καθισμένοι,
τη μοναξιά μας τη γραμμένη,
τη σφράγισες με βλέμμα μελαγχολικό,
ποιος θα πει το μυστικό στη ζωή μας τη χαμένη.
4 Καλά βουνά
Καλά βουνά μου μενεξιά
στα σύννεφα ντυμένα
τι με κοιτάτε σοβαρά
βαριά και πονεμένα
Το μονοπάτι της ζωής
τώρα το παίρνω μόνος
όσο κι αν ψάξεις δε θα βρεις
πόσο πονάει ο πόνος
Κι εσείς, παιδιά ερημικά
τον κόσμο δεν κοιτάτε
μες στην κρυφή σας τη στοά
μονάχοι περπατάτε
Το μονοπάτι της ζωής
τώρα το παίρνω μόνος
όσο κι αν ψάξεις δε θα βρεις
πόσο πονάει ο πόνος
5 Ο κολίγος
Στρατιώτες ορκισμένοι
μπήκαν στα Καλάβρυτα
ξέρεις τι σε περιμένει
όλα μαύρα κι άδικα
Του καιρού μας οι στρατιώτες
πώς να σ’ το πω
δεν ορκίζονται ποτέ
είναι όλοι ιδιώτες
πώς να σ’ το πω
με προσωπικό σοφέρ
Στρατηγοί και Φαρισαίοι
μπήκαν στο κονάκι μου
ξέρω τι με περιμένει
γράφω το χαρτάκι μου
Το εισόδημά μου γράφω
πώς να σ’ το πω
κι αφαιρώ το νοίκι μου
και στο τέλος υπογράφω
πώς να σ’ το πω
και την καταδίκη μου
6 Ο προδότης
Κυνηγούσα μέσα στην Αθήνα ήμουν τότε αμούστακο παιδί
είχα ένα πιστόλι και μια φίνα αισιοδοξία τρομερή
η Καθοδήγηση με στέλνει για να βρω
έναν προδότη που στη Γούβα τριγυρίζει
Βρίσκω το σπίτι και την πόρτα του χτυπώ
κι η μάνα του με γέλιο με καλωσορίζει:
«Κάτσε, γιόκα μου, να ξαποστάσεις
όπου να ’ναι ο γιόκας μου θα ’ρθει
για τη φτώχεια μας μη μας δικάσεις
η καρδιά μας μόνο είναι καλή»
Τηνε κοιτάζω, σκέφτομαι πώς να της πω
πως ήρθα τον προδότη γιο της να σκοτώσω
πάνω στο αίμα του παιδιού της τ’ αχνιστό
μια Ελλάδα νέα πάω τώρα να στεριώσω
7 Στις 10 του Δεκέμβρη
Ξεπροβοδίζουν το παιδί στην παγωνιά
έχει τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα
δεν έχει όνομα δεν έχει φαμελιά
κι είχε τα νιάτα του στην άνοιξη ταμένα
Στις 10 του Δεκέμβρη
πομπή φανταστική
αγόρια και κορίτσια σκοτωμένα
στην άνοιξη περνούν ευτυχισμένα
Κι η άνοιξη σκεπάζει
μ’ ανθούς ιδανικά
κορμιά αδερφωμένα
Καθώς κοιτάζω το αγόρι το χλωμό
αρχίζει, σκέφτομαι, να λιώνει το ταξίδι
για όσους ζήσαμε εκείνο τον καιρό
και ό,τι πιστέψαμε θαμμένο έχει μείνει
Στις 10 του Δεκέμβρη
πομπή φανταστική
αγόρια και κορίτσια σκοτωμένα
στην άνοιξη περνούν ευτυχισμένα
Κι η άνοιξη σκεπάζει
μ’ ανθούς ιδανικά
κορμιά αδερφωμένα
8 Τα κρύσταλλα της αβύσσου
Μέσα στα Τάρταρα να φωτίσουν
σαν τον αρχάγγελο να ξυπνήσουν
Ψηλά στα χέρια κρατούν
μαύρα πανιά και θρηνούν
του κόσμου μαύρες μάνες
ανάβουν λαμπάδες
Μέσα στα Τάρταρα να φωτίσουν
σαν τον αρχάγγελο να ξυπνήσουν
Να γίνει φως γαλανό
τραγούδι συμπαντικό
τη γη να κατακλύσει
και να μας οδηγήσει
μέσα στα κρύσταλλα της αβύσσου
μπροστά στις πύλες της παραδείσου
Μέσα στα κρύσταλλα της αβύσσου
μπροστά στις πύλες της παραδείσου
9 Τη ρωμιοσύνη να την κλαις
Θα σας μιλήσω μ’ ένα αλλιώτικο σκοπό
μη μου θυμώσετε πολύ, παρακαλώ
ψάχνω να βρω τη ρωμιοσύνη
κι αυτό το πάθος μού την δίνει
Τη ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις
να το συνηθίσεις να το λες
Στην απορία μου απάντηση ζητώ
με αποφεύγουνε, με παίρνουν για τρελό
η ρωμιοσύνη παντρεμένη
είναι ευτυχής και γκαστρωμένη
Τη ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις
να το συνηθίσεις να το λες
Αυτά τα λόγια είναι παρανοϊκά
αφού γκαστρώθηκε, σημαίνει είναι καλά
με κουμπάρο τον Καρούδα
έξω οι βάσεις απ’ τη Σούδα
Τη ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις
να το συνηθίσεις να το λες
10 Το ταξίδι
Μια δρασκελιά Πετράλωνα Θησείο,
δυο δρασκελιές Συγγρού Καισαριανή,
βαθειά, μες στου μυαλού μου το αρχείο,
συννεφιασμένη είναι πάντα η Κυριακή,
βαθειά, μες στου μυαλού μου το αρχείο,
συννεφιασμένη είναι πάντα η Κυριακή.
Μη με κοιτάς με μάτια βουρκωμένα,
μες στην καρδιά μου τα `χω σφραγισμένα
τα όνειρά μας τα χαμένα.
Πρωί πρωί θα σεργιανίσω,
θα πάρω δρόμο μακρινό,
τους φίλους θ’ αποχαιρετίσω,
να ξαποστάσω πριν να `ρθεί το δειλινό,
τους φίλους θ’ αποχαιρετίσω,
να ξαποστάσω πριν να `ρθεί το δειλινό.
Στο μακρινό ταξίδι μου, θα πάρω,
όταν θα μείνω μόνος, με το Χάρο,
το τελευταίο μου τσιγάρο.
11 Το ψυγείο
Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μη ρωτάς, καρδιά μου
μην καρδιοχτυπάς
πίκρες παραμύθια
τέλειωσαν για μας
στο τηλέφωνό σου
όλοι οι αριθμοί
έχουν παραλήπτη
μια ζωή νεκρή
Αν έχεις μάτια που κοιτούν
κι αν έχεις στήθια που πονούν
πώς την αντέχεις, δε μου λες
τέτοια ζωή χωρίς να κλαις
Μη ρωτάς, καρδιά μου
μη χτυπάς
μην καρδιοχτυπάς
μη βροντοχτυπάς
μη ρωτάς
Όσοι αγαπήσαν
κείτονται νεκροί
όσοι προσκυνήσαν
είναι οδηγοί
μέσα στο ψυγείο
άνοιξε να μπεις
για να μείνεις φρέσκος
να διατηρηθείς
Αν έχεις μάτια που κοιτούν
κι αν έχεις στήθια που πονούν
πώς την αντέχεις, δε μου λες
τέτοια ζωή χωρίς να κλαις
Μη ρωτάς, καρδιά μου
μη χτυπάς
μην καρδιοχτυπάς
μη βροντοχτυπάς
μη ρωτάς
Μίκης Θεοδωράκης: Τα Λυρικά σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη. Σύνθεση 1976 Αθήνα. Ερμηνεύει ο Συνθέτης, ηχογράφηση από Β’ Μουσικό Αύγουστο το 1977 με τους μουσικούς: Βασίλη Τενίδη Κιθάρα, Σωτήρη Ταχιάτη Βιολοντσέλο, Ανδρέα Ροδουσάκη Κοντραμπάσο, Γιώργο Θεοδωράκη Κρουστά, Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου Πιάνο.
Ποίηση: Τάσου Λειβαδίτη
Σύνθεση: 1976. Αθήνα.
Ζωντανή ηχογράφηση στον Β’ Μουσικό Αύγουστο το 1977 με τους μουσικούς: Βασίλη Τενίδη (κιθάρα), Σωτήρη Ταχιάτη (βιολοντσέλο), Ανδρέα Ροδουσάκη (κοντραμπάσο), Γιώργο Θεοδωράκη (κρουστά), Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου (πιάνο).
Τραγουδά ο Μίκης Θεοδωράκης, Minos,1978.
1977, Μίκης Θεοδωράκης,
1978, Milva
Τραγούδια:
ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ
ΧΑΘΗΚΑΝΕ ΤΟΣΟ ΝΩΡΙΣ
Ο ΑΓΕΡΑΣ ΛΕΕΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ
ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ
ΣΤΑ ΛΙΜΑΝΙΑ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ Σ’ ΤΟ ΠΩ
ΣΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΜΑΚΡΙΝΟΥΣ
ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑ
ΠΑΙΔΙ ΔΕ ΜΙΛΑΣ
ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ
ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ
ΕΚΙΝΗΣΑΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕ
ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ
ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΟ ΜΑΝΩΛΙΟ
ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΡΟΜΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ
1. ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.
Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.
Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.
2. ΧΑΘΗΚΑΝΕ ΤΟΣΟ ΝΩΡΙΣ
Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέρφια της βροχής
επτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ’ αναστηθούν.
Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία και Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά,
και τώρα και ξανά.
Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά πού με πας;
3. Ο ΑΓΕΡΑΣ ΛΕΕΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Ο αγέρας λέει μια προσευχή
στην πόρτα του φτωχού ληστή,
καημός, βροχή
να πιεις να ξεδιψάσεις.
Αρχάγγελος με το σπαθί
πουλάει λαχεία ένα παιδί,
καημός, φτερά αντίκρυ να περάσεις.
Η νύχτα πίνει μοναχή
στο καπηλειό του Γιακουμή,
καημός, σκαλί να γείρεις να ξεχάσεις.
4. ΔΕΙΛΙΝΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ
Δειλινό της ερημιάς
πολιτεία που με πας,
μες στους δρόμους
αρχαίος λυγμός.
Αγόρι απ’ τον Αρδηττό
κορίτσι απ’ τον ουρανό
αίμα στάζει ο καημός
μενεξέδες ρίχνει στο φως.
Μη ρωτάς τον καιρό
κρατάει το μυστικό
μαι μέρα θα στο πω.
5. ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
Στο κατώφλι των καιρών
γνέθουν οι μητέρες την ελπίδα,
και πριν γνωρίσουν τα φιλιά
φεύγουν τα παιδιά
και γίνονται άντρες στα βουνά
και τα κορίτσια π’ αγαπούν
τη Γκουέρνικα κεντούν.
Άγια είναι η λευτεριά
κι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκουεβάρα.
Είναι ο δρόμος μακρινός
πάμε για τη μάχη
κι ίσως νά ‘σαι, μάνα,
αύριο μονάχη.
6. ΜΕΣ ΤΗ ΒΡΟΧΗ
Μες στη βροχή,
τη νύχτα αργά,
περπατούν
αυτοί που μουσική πουλούν,
φορούν φτωχά καπέλα σταχτιά,
στα χέρια τα βιολιά
σαν τα νεκρά παιδιά.
Μες στο σταθμό,
καμιά φορά,
σταματούν
μακριά στο πουθενά κοιτούν,
γι’ αυτούς τα τρένα δεν ξεκινούν
και πάνε κατά κει
που κλαίει η μουσική.
7. ΣΤΑ ΛΙΜΑΝΙΑ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ
Στα λιμάνια τα μακρινά
χαθήκανε εφτά παιδιά
μα η καρδιά τους συχνά γυρνά
στη γειτονιά τους την παλιά.
Ήταν τότε μια συντροφιά
που τρέλαινε κάθε γωνιά
μα το βράδυ πλατιά πανιά
ανοίγαν κι έφευγαν μακριά.
Κι ένας ένας πάνε κι οι εφτά
σκορπίσανε στην ξενιτιά,
μα ο καημός τους πικρά ρωτά
υπάρχει πάντα η γειτονιά;
Στα λιμάνια τα μακρινά
θαμμένοι τώρα οι εφτά
μα το βράδυ πλατιά πανιά
θ’ ανοίγουν πάντα τα παιδιά.
8. ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΡΟΜΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ
Του κόσμου δρόμοι σκοτεινοί
μπροστά στην πόρτα μας περνάνε
της νύχτας παιδιά μες στη φωτιά
κινούν και πάνε.
Φυλαχτό κρατούν ένα άστρο,
δυο φιλιά, και το βόλι
ας έρθει στην καρδιά.
Σημαίες στο βάθος προχωρούν,
φεύγω, μάνα, έχε γεια – έχε γεια.
Κι αν στη μάχη πέσω,
μην ξεχνάς, γνέθε, μάνα,
σα να πολεμάς.
9. ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΣΤΟ ΠΩ
Μια μέρα θα στο πω
το μαύρο παραμύθι εκείνο,
το μαύρο μυστικό
που κλαίει μες στ’ άσπρο κρίνο.
Κι ω! τότε, τότε…
Ποιος είναι μη ρωτάς
αυτός που στέκει εκεί στη δύση,
πολύ να μ’ αγαπάς
αυτός θα μας χωρίσει.
Κι ω! τότε, τότε…
10. ΣΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΜΑΚΡΙΝΟΥΣ
Σε δρόμους μακρινούς
την τύχη πουλάνε,
μονάχοι και πάνε.
Η μέρα τους πονά
μα η νύχτα τους θυμάται,
ποιοι νά ‘ναι, νά ναι
ποιοι νά ‘ναι…
Σε πόλεις σκοτεινές
σαν ίσκιοι διαβαίνουν
και φεύγουν και μένουν.
Στα χέρια τους τ’ αχνά
ο θάνατος κοιμάται
ποιοι νά ‘ναι, νά ‘ναι
ποιοι νά ‘ναι…
11. ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑ
Δρόμοι που χάθηκα
γωνιές που στάθηκα
δάκρυα που πίστεψα
παιχνίδια στο νερό.
πικρό το βράδυ φτάνει.
Νύχτες που έκλαψα
γέφυρες που έκαψα
άστρα π’ αγάπησα
που πάω και τι θα βρω.
πικρό το βράδυ φτάνει.
Λόγια που ξέχασα
φίλοι που έχασα
καημέ μεγάλε μου
ας πάμε τώρα οι δυο.
πικρό το βράδυ φτάνει.
12. ΠΑΙΔΙ ΔΕΝ ΜΙΛΑΣ
Παιδί δε μιλάς
τώρα δε ρωτάς
πόσα άστρα έχει ο ουρανός
δε με ρωτάς.
Που πηγαίνουν τα πουλιά
δε ρωτάς
τις πέτρες αν τις πονά ο βοριάς
δε ρωτάς
δε ρωτάς.
Στο δρόμο τώρα πού ‘χεις πάρει
θα σου μάθει πολλά
το φεγγάρι.
13. ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ
Μες στον κάμπο,
καμιά φορά,
το τρένο σταματά,
μπροστά σαν φάντασμα ορθός
στις γραμμές είναι κάποιος τρελός
κοιτάζει και χαμογελά
και πάλι το τρένο κυλά.
Ζωή μου,
πήγες χαμένη.
Μες στη νύχτα,
καμιά φορά,
κάποιος σε σταματά,
εκεί σαν φάντασμα χλωμός
ο παλιός σου στέκει εαυτός,
με πίκρα τώρα σε κοιτά
και τέλος κι αυτός προσπερνά.
Ζωή μου,
πήγες χαμένη.
14. ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ
Ήταν κάποτε δυο φίλοι
σαν αρχάγγελοι κι οι δυο
κι απ’ των κοριτσιών τα χείλη
εθερίζαν τον ανθό.
Τέτοια λεβεντιά δεν ξανάδαν πια
με τα όνειρά τους υψώναν κάστρα
σε δώδεκα χωριά.
Κι όταν άνοιξ’ η πατρίδα
τις σημαίες της πλατιά
και οι δυο για την ελπίδα
σκοτωθήκαν στα βουνά.
Μα κάθε βραδιά
όρθιοι στην πλαγιά
με το θάνατό τους
υψώνουν κάστρα
αρχάγγελοι ξανά.
15. ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΙΟ
Θυμήσου τον Μανωλιό
που στο σχολειό
φορούσε αρβύλες ξένες,
νούμερα δυο
ξερό ψωμί στη βροχή
και που θα βγει.
Θυμήσου τον Μανωλιό
ο πρώτος
που ανέβει αντάρτης
βρήκε βόλι πικρό
αχ, Φλεβάρη καιρό,
και πια δεν μας ξανάρθε
ο Μάρτης.
Θυμήσου και τον Θωμά
που τα μυαλά
τά ‘χει χαμένα λίγο
και στα βουνά
την Παναγιά
στο χιονιά είδε συχνά.
Θυμήσου και τον Θωμά
δυο τρένα
καίει και πάει
σ’ όλα πλάι τα χωριά
είδαν την Παναγιά
την είδαν να περνάει.
16. ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Μοιρολόι της βροχής, βράδυ Κυριακής,
πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις, πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά σε καρτερεί.
Παλικάρι χλωμό, μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς, η ζωή γοργά περνά,
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί κι έχε γεια.
Παλικάρι χλωμό, σ’ ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή, μαύρα π’ αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί,
σαν τη μάγισσα σε πήρε η Κυριακή.
Μίκης Θεοδωράκης: Θαλασσινά Φεγγάρια. Έτος σύνθεσης 1967 Αθήνα. Ποίηση: Νίκος Γκάτσος. Συμμετέχουν: Βίκυ Μοσχολιού, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαρία Φαραντούρη. Λάκης Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος και Λαϊκή ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε την ίδια μέρα που επιβλήθηκε η δικτατορία. 21 Απριλίου 1967, και ένα μήνα μετά απαγορεύτηκε μαζί με όλο το έργο του Μίκη Θεοδωράκη.
Ποίηση: Νίκου Γκάτσου
Σύνθεση: 1967, Αθήνα.
Πρώτη ηχογράφηση: 1967, Βίκυ Μοσχολιού, Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Ό δίσκος κυκλοφόρησε την ίδια μέρα που επιβλήθηκε ή Δικτατορία, 21 Απριλίου 1967, και ένα μήνα μετά απαγορεύτηκε μαζί με όλο το άλλο έργο του Θεοδωράκη
Τραγούδια:
ΣΗΜΕΡΑ ΒΡΑΔΙΑΣΕ ΝΩΡΙΣ
ΑΓΑΠΗ ΔΙΧΩΣ ΑΚΡΗ
ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΝΥΧΤΑ ΔΙΧΩΣ ΑΚΡΗ
ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
ΘΑ ΡΙΞΩ ΠΕΤΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ
1. ΘΑ ΡΙΞΩ ΠΕΤΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Βάρκα στην ξέρα μοναχή
κι η άγκυρα σπασμένη
τι να σου κάνει μια ψυχή
στον κόσμο απελπισμένη
Θα ρίξω πέτρα στη ζωή
θα βρω καινούργιο στόχο
κι αν πάλι τ’ όνειρο καεί
παράπονο θα το ‘χω
Άστρο θολό στην αμμουδιά
κι η νύχτα πικραμένη
τι να σου κάνει μια καρδιά
στον κόσμο προδομένη
2. ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΠΑΛΙΚΑΡΙ
Βίκυ Μοσχολιού
Αγάπη δίχως άκρη
κι η θάλασσα πλατιά
και της καρδιάς το δάκρυ, ωωω
πικρή σταλαγματιά
Κοιμήσου παλικάρι
στο κύμα τ’ αρμυρό
θ’ αλλάξει το φεγγάρι, ωωω
κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ
Αστροφεγγιά του Μάρτη,
τ’ Απρίλη ξαστεριά
δε σου ’μελλε γλυκέ μου, ωωω
να ξαναδείς στεριά
Κοιμήσου παλικάρι
στο κύμα τ’ αρμυρό
θ’ αλλάξει το φεγγάρι, ωωω
κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ
3. ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.
Έθρεψα τα σπλάχνα σου, κύμα πελαγίσιο,
με χιλιάδες μνήματα μέσα στο βυθό.
Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.
Φέρτε μου τη θάλασσα να τη τραγουδήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της για να ζεσταθώ.
Οι νεκρές αγάπες μου δεν θα ΄ρθούνε πίσω,
βάλτε με στον κόρφο της ν’ αποκοιμηθώ.
Φέρτε μου τη θάλασσα να τη τραγουδήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της για να ζεσταθώ.
Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.
4. ΝΥΧΤΑ ΔΙΧΩΣ ΑΚΡΗ
Βίκυ Μοσχολιού
Μαχαίρι πάρε και θηλιά
κι αστραφτερό δοξάρι
και γίνε στην ακρογιαλιά
παρηγοριάς φεγγάρι
Βράχος η αγάπη και γκρεμός
κι η νύχτα δίχως άκρη
δικός μου ο αναστεναγμός
δικό μου και το δάκρυ
Αυτός ο δρόμος ο παλιός
σαν άστρο σε ομορφαίνει
μα της καρδιάς ο αργαλειός
πάντα καημούς θα υφαίνει
5. ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Βάλ’ το μαχαίρι σου στο θηκάρι
δε σου χρειάζεται τώρα πια
πήρε η ρουφήχτρα το παλικάρι
κι έχει σταυρό του τα δυο κουπιά
– βάλ’ το μαχαίρι σου στο θηκάρι
Κάτω απ’ των άστρων το πανηγύρι
στάσου για λίγο στη κουπαστή
κοίτα τη νύχτα πώς έχει γείρει
τον στεναγμό του ν’ αφουγκραστεί
– κάτω απ’ των άστρων το πανηγύρι
Φύκια κοχύλια νεκρά κοράλλια
στο προσκεφάλι του κατοικούν
της προσμονής σου τα παρακάλια
δεν λογαριάζουν και δεν ακούν
– φύκια κοχύλια νεκρά κοράλλια
6. ΣΗΜΕΡΑ ΒΡΑΔΙΑΣΕ ΝΩΡΙΣ
Βίκυ Μοσχολιού
Σήμερα βράδιασε νωρίς
και μάτι δεν σε βλέπει
να ξαγρυπνήσεις δεν μπορείς
να κοιμηθείς δεν πρέπει
Φεγγάρι μου θαλασσινό
πουλί μου πελαγίσιο
σε ποιας καρδιάς τον ουρανό
θα ‘ρθω να σ’ αναστήσω
Είδα στην έρμη ακρογιαλιά
του χωρισμού τα φώτα
μην κατεβαίνεις τα σκαλιά
να σε φιλήσω πρώτα
7. Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΠΝΟΣ
Μαρία Φαραντούρη
Έσπειρα στον κήπο σου χορτάρι
να ‘ρχονται το βράδυ τα πουλιά
τώρα ποιο φεγγάρι σ’ έχει πάρει
κι άδειασε τού κόσμου η αγκαλιά
Στης νύχτας το μπαλκόνι
παγώνει ο ουρανός
κι είν’ η αγάπη σκόνη
και τ’ όνειρο καπνός
Κύλησαν τα νιάτα στο ποτάμι
κι έγινε ο καιρός ανηφοριά
Ήμουνα στον άνεμο καλάμι
κι ήσουνα στην μπόρα λυγαριά
8. ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΗΦΟΡΙΑ
Μαρία Φαραντούρη
Μες στη ζωή περπάτησα
κι είχα τον ήλιο προίκα.
Μόνο που φως δεν κράτησα
παρηγοριά δεν βρήκα.
Στου κόσμου την ανηφοριά
μου στήσανε καρτέρι
κι ήταν ο φίλος πυρκαγιά
ο αδερφός μαχαίρι.
Πήρα δροσιά και πότισα
τα μαραμένα στήθη
μόνο η καρδιά που ρώτησα
ποτέ δε μ’ αποκρίθη.
9. ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ
Μαρία Φαραντούρη
Ήρθα σαν το γλάρο στην ακρογιαλιά
ήρθα να σε πάρω μ’ εκατό φιλιά.
Είν’ η ζωή με τ’ όνειρο δεμένη.
Έλα κι εσύ, χαρά μας περιμένει.
Στ’ όμορφο ταξίδι και τ’ αλαργινό
έχω για στολίδι τον Αυγερινό.
Είν’ η ζωή με τ’ όνειρο δεμένη.
Έλα κι εσύ, χαρά μας περιμένει.
Τα φτερά μου ανοίγω βόηθα με κι εσύ
φτάνουμε σε λίγο στ’ άσπρο μας νησί.
Είν’ η ζωή με τ’ όνειρο δεμένη.
Έλα κι εσύ, χαρά μας περιμένει.
10. ΣΤΡΑΤΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΑ
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Σ’ αυτό το δρόμο που διάλεξες να πας
κοίτα να προφτάσεις τον καιρό
που ‘ναι σαν το κύμα τ’ αλμυρό
Στράτα τη στράτα σου το ‘χω πει
φεύγουν τα νιάτα σαν αστραπή
Σ’ αυτό το δρόμο που διάλεξες να πας
πέρασα κι εγώ κάποια βραδιά
για του φεγγαριού την αμμουδιά
Στράτα τη στράτα σου το ‘χω πει
φεύγουν τα νιάτα σαν αστραπή
11. ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Μαρία Φαραντούρη
Ένας κρατούσε το μαχαίρι
άλλος κρατούσε το σπαθί
κι εγώ σου κράταγα το χέρι
το χέρι μου να ζεσταθείς
Αγάπη μου, αγάπη μου θα σου μιλήσω τώρα
για της χαράς την ώρα και για την λευτεριά
αγάπη μου, αγάπη μου στην πικραμένη χώρα
θα σταματήσει η μπόρα
και θα ‘ρθει η ξαστεριά
Είναι το φεγγάρι ματωμένο
κι ο ήλιος είναι σκοτεινός
και μες στη νύχτα περιμένω
ν’ ανοίξει πάλι ο ουρανός

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφίνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’ τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν’ αφίσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ’ απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδι,
να κοιτάς έν’ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι’ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
σα να ’γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
[πηγή: Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος, Αθήναι 21979, σ. 121-124]
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μίκη Θεοδωράκης – Γιώργος Σεφέρης
Σύνθεση: Ιανουάριος του 1968 στις Φυλακές Αβέρωφ.
Ηχογράφηση: 1971, Παρίσι, Μαρία Φαραντούρη, Polydor
1. ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ
Τώρα που θα φύγεις,
πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι
Μια μέρα π’ αντηχούσαν σάλπιγγες
κι έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα
σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
Και τ’ άλογα ιδρωμένα
σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στην γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια
Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με την γνώση των γονιών μας
και το αίμα τ’ αδερφού μας ζωντανό
στο χώμα
Ήταν μια γερή χαρά
μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους
Τώρα που θα φύγεις,
τώρα που η μέρα της πληρωμής χαράζει
τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει
και πως θα τελειώσει
Πάρε μαζί σου το παιδί
που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα
τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά
τα δέντρα
2. ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΠΛΗΓΗ
Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα
και συγγενέυουν με το κορμί μου
Όταν πέφτει σιγή
κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων
αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν
αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν
μέσα στα χρόνια, μέσα στα χρόνια
ώσπου θα με παρασύρουν
Τη θάλασσα, τη θάλασσα
ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει
βλέπω τα χέρια κάθε αυγή
να γνέφουν στον γύπα και στο γεράκι
Δεν μένει πάνω στον βράχο
που έγινε με τον πόνο δικός μου
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν
τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων
και κοιτάω τα χαμόγελα
που δεν προχωρούν των αγαλμάτων
3. Ο ΥΠΝΟΣ ΣΕ ΤΥΛΙΞΕ
Ο ύπνος σε τύλιξε, ο ύπνος σε τύλιξε
με πράσινα φύλλα
ανάσαινες, με πράσινα φύλλα, ανάσαινες
Σαν ένα δέντρο, σαν ένα δέντρο
με πράσινα φύλλα, ανάσαινες
με πράσινα φύλλα, ανάσαινες
Μέσα στο ήσυχο φως
μέσα στην διάφανη πηγή
κοίταζα τη μορφή σου
Κλεισμένα βλέφαρα, κλεισμένα βλέφαρα
και τα ματόκλαδα σου, χαράζαν το νερό
και τα ματόκλαδα σου, χαράζαν το νερό
4. ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ
Λίγο ακόμα θα ιδούμε, λίγο ακόμα θα ιδούμε
Τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν
Λίγο ακόμα θα ιδούμε, λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν,
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα-λίγο ψηλότερα
Μίκης Θεοδωράκης: Επιφάνια Αβέρωφ. Σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη. 1968 Φυλακές Αβέρωφ. Ηχογράφηση της συναυλίας στο Παρίσι το 1970 Palais de Chaillot.
Αντώνης Καλογιάννης, Εθνική χορωδία Γαλλίας διεύθυνση του Jacques Grimbert.
Αφηγητής: Yves Montand. Λαϊκή Ορχήστρα – διεύθυνση Μίκης Θεοδωράκης.
Bass: Γιάννης Πετροπουλάκης, Bouzouki: Αντρέας Μιχαλάκης, Μάριος Βλατάκης,
Guitar: Νικόλαος Μανιάτης, Νικόλαος Μωραΐτης, Percussion: Gérard Berlioz, Piano: Γιάννης Διδίλης
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά
στη χάση του φεγγαριού η μεγάλη πέτρα
κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει
στο τέλος της μέρας και το κλειστό κρεβάτι
κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά τ’ άστρα του Κύκνου
κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν
Κράτησα τη ζωή μου
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες
με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή του βραδιάζει
Κράτησα τη ζωή μου
στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου τάχα να υπάρχουν στην άμμο
του περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν
εκεί που φύσεξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν
μήτε η γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της
Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές
ο χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος
τίποτε δε ρωτούν μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια
μήτε τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά
μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ
ψίθυροι σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια σαν
την ανάμνηση της φωνή σου λέγοντας “ευτυχία”
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες
τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα
κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του,
γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα,
στο πρόσωπό σου μέσα στον άδειο κήπο,
στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό
μέσα στα κάτασπρα φτερά του
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα
Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει
δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια,
εκείνους που έφυγαν εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια
των πλατάνων εκεί που στάθηκε μια αχτίδα
του ήλιου γυμνωμένη και σκίρτησε ένας σκύλος
και φτεροκόπησε η καρδιά σου
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι και το νερό παγωμένο
στα πατήματα των αλόγων.
Πνευματικό Εμβατήριο
Μίκης Θεοδωράκης – Άγγελος Σικελιανός
Σύνθεση: Φεβρουάριος 1969, Ζάτουνα.
Ηχογράφηση: 1970. Albert Hall Λονδίνο,
Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης. Γιάννης Θεοχάρης,
London Symphony Orchestra, Χορωδία της New Opera London,
Ανδρική χορωδία Ουαλλών ανθρακωρύχων,
Διεύθυνση Μίκης Θεοδωράκης, Polydor (France) και Etema (DDR)
Πνευματικό εμβατήριο
Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,
μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!
Γι’ αυτό δεν είπα:
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!
Είπα κι εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.
Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριάς Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!
Κ’ είπα:
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!
Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»
«Ομπρός, οι δημιουργοί… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!
Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.
Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»
Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,
αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!
Μίκης Θεοδωράκης: Κατάσταση Πολιορκίας 1967 ’68 Σε ποίηση Ρένας Χατζηδάκη.
Ηχογράφηση: 1969 από το Roundhouse του Λονδίνου.
Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης.
Ενορχήστρωση: Γιάννης Μαρκόπουλος. Διεύθυνση Ορχήστρας: Εύδωρος Δημητρίου.
Ι. (Καθώς το παιδί )
Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα ‘χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας
και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;
Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;
Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;
Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.
Να σου τραγουδήσω;
Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ’ τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία, η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.
Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα
«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο, το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ‘ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,
Χωρίς εσένα, πώς;
Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό, το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου, ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης, με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ‘ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι, παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα –
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.
ΙΙ. (Μακριά, πολύ μακριά)
Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.
Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,
Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» –
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ
μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω.
III. (Χρόνος παραμορφώθηκε)
Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.
Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.
Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα ‘χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.
Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα ‘χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα ‘χω γράψει τ’ όνομά σου, που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.
Ποίηση: Ρένας Χατζηδάκη (ψευδώνυμο: Μαρίνα)
Σύνθεση: 1968, Βραχάτι.
Ηχογραφήσεις:
1970, Μαρία Φαραντούρη – Αντώνης Καλογιάν¬νης, ενορχήστρωση Γιάννη Μαρκόπουλου, Polydor
1979, Arja Saijonmaa, Scandia.
1996, Μαρία Φαραντούρη. Κώστας Θωμαΐδης, ζωντανή ηχογράφηση στην ALTER OPER της Φρανκφούρτης, υπό τη διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη. Ενορχήστρωση Μπάμπη Κανά. Intuition Records 1998
Μίκης Θεοδωράκης: Στην Ανατολή.
Ποίηση: Μιχάλη Κακογιάννη, Γιάννη Καλαμίτση, Μίκη Θεοδωράκη, Κώστα Στυλιάτη.
Έτος σύνθεσης 1973. Ερμηνεύει ο Στέλιος Καζαντζίδης. Φωνητικά: Χάρης Αλεξίου.
Μπουζούκι: Λάκης Καρνέζης, Χρήστος Νικολόπουλος.
Λαϊκή Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
ΤΑ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΑ
ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΙΑ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΑ
ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ
ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ
ΑΣΤΑΤΟ ΠΟΥΛΙ
ΚΑΙ ΔΕ ΜΙΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ
ΑΠΟΝΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ
Μ’ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΟΝΕΙΡΑ
ΦΩΤΙΕΣ ΦΩΤΙΕΣ
ΔΕΚΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ
ΒΟΥΝΑ ΣΑΣ ΧΑΙΡΕΤΩ
1. ΤΑ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΑ
Μιχάλη Κακογιάννη
Βάρα πενιά να τιναχτούν
τα λόγια από τα στήθια
να γίνουν
τα σημερινά τραγούδια
παραμύθια.
Και τα πατροπαράδοτα
να γίνουν παραμύθια
και τα πατροπαράδοτα
να γίνουν πάλι αλήθεια.
2. ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΑΝΟΙΧΤΑ
Μιχάλη Κακογιάννη
Ποιός είν’ αυτός
που τριγυρνά
τις νύχτες στα στενά
και που στο χέρι του κρατεί
‘βαγγέλιο και σπαθί
Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνοιχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του
Αη-Γιώργη
άλλοι τον είπανε
κι άλλοι Θανάση Διάκο
κι άλλοι παιδί πως ήτανε
των είκοσι και κάτω
Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνοιχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του
3. ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ
Μίκη Θεοδωράκη
Στην ανατολή – στην ανατολή
στην ανατολή γλυκοκελαηδεί
Στην ανατολή γλυκοκελαηδεί
αχ το αηδονάκι, γλυκοκελαηδεί
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Στην ανατολή – στην ανατολή
στην ανατολή μελαχρινό παιδί
Στην ανατολή μελαχρινό παιδί
δε μπορεί να κλάψει κι όλο τραγουδεί
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Στην ανατολή – στην ανατολή
στην ανατολή ο γιός του Θοδωρή
Στην ανατολή ο γιός του Θοδωρή
την πόρτα μου ανοίγει κι είναι Κυριακή
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Στην ανατολή – στην ανατολή
στην ανατολή κάνε μια ευχή
Στην ανατολή κάνε μια ευχή
το χελιδονάκι ήρθε στην αυλή
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
Και μου λέει – και μου λέει με πικρό καημό
Και μου λέει – και μου λέει κάποιο μυστικό
4. ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ
Μίκη Θεοδωράκη
Μες στην ταβέρνα
τώρα κάθεσαι και δε μιλάς
μες στην καρδιά σου
στάλες-στάλες πέφτει ο σεβντάς
θυμάσαι τότε που πετούσες
με πλατιά φτερά
τώρα ο καθένας τη ζωή σου
την κλωτσοβολά.
Βγάλε πάλι την ψυχή σου
στο σεργιάνι μες στις γειτονιές
να γιομίσει η ζωή σου
γλυκές φωνές και με πασχαλιές.
Ήσουν ωραίος
σαν περνούσες μες στις γειτονιές
στα παραθύρια
σιγολιώναν χίλιες δυο καρδιές
μες στην καρδιά σου
κουβαλούσες όλες τις καρδιές
στα όνειρά σου
τ’ αηδονάκια χτίζανε φωλιές.
5. ΑΣΤΑΤΟ ΠΟΥΛΙ
Μίκη Θεοδωράκη
Ήρθες στο όνειρο μου
άστατο πουλί.
Μέσα στο σκοτάδι
η ανατολή.
Σ’ άπλωσα το χέρι
μου ‘πες δεν μπορώ.
Θέλω να πετάξω
σ’ άλλον ουρανό.
Έφυγαν τα χρόνια
έφυγες κι εσύ.
Γύρω μου σκοτάδι
Και ψιλή βροχή.
Τη δικιά μου αγάπη
δεν την εκτιμάς.
Στα ψηλά μπαλκόνια
πρόθυμα πετάς.
Μου ‘βαλες μαχαίρι
μέσα στην καρδιά.
Μα η δικιά μου η αγάπη
πάντα σε ζητά.
Κοίτα με στα μάτια
φίλα με γλυκά
κι άσε την καρδιά σου
να μου τραγουδά.
6. ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ
Γιάννη Καλαμίτση
Είχαμ’ αναμμένα φώτα
και γλεντούσαμε,
είχαμ’ ανοιχτή την πόρτα
και γελούσαμε.
Tο τραπέζι ήταν στρωμένο
με το πιάτο σου,
όταν ήρθε το σταλμένο
το μαντάτο σου.
Και δε μίλησε κανείς.
Tέτοιες ώρες τι να πεις;
Κάποιοι τρέξανε στην πόρτα
και την κλείσανε
κι άλλοι σβήσανε τα φώτα
και δακρύσανε.
Ένας πως θα πάει να μάθει
μας ψιθύρισε,
κι έφυγε για να ξανάρθει,
μα δε γύρισε.
Και δε μίλησε κανείς.
Tέτοιες ώρες τι να πεις;
7. ΤΑ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΑ (Β)
Μιχάλη Κακογιάννη
Βάρα πενιά να τιναχτούν
τα λόγια από τα στήθια
να γίνουν
τα σημερινά τραγούδια
παραμύθια.
8. ΑΠΟΝΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ
Μιχάλη Κακογιάννη
Μια νύχτα
που βουλιάζανε
τα σπίτια μες στο χιόνι
καρδούλα μου
στον κάτω δρόμο του χωριού
καρδούλα μου
σκοτώσαν τον Αντώνη
Αντώνη μου
Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες
Ο ένας γιος της
μπάρκαρε
κρυφά από τη Μεθώνη
καρδούλα μου
τον άλλο τον συλλάβανε
καρδούλα μου
γιατί ήταν γιος του Αντώνη
Αντώνη μου
Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες
9. Μ’ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΙ ΟΝΕΙΡΑ
Κωσταντίνου Στυλιάτη
Μ’ ένα καράβι όνειρα
κι ένα παλιό σακάκι
με τους καημούς μου συντροφιά
ξεκίνησα βραδάκι.
Κόσμε κι αν δεν μας χώρεσες
γι’ άλλον θα πάω να ψάξω
κι αν δεν τον βρω δεν νοιάζομαι
καινούργιο εγώ θα φτιάξω.
Στ’ αμπάρι κρύβω τ’ όνειρο
σημαία το σακάκι
πιάστε παιδιά το πόστο σας
σηκώνει βοριαδάκι.
10. ΦΩΤΙΕΣ – ΦΩΤΙΕΣ
Μίκη Θεοδωράκη
Φωτιές φωτιές
μες στα φύλλα της καρδιάς
πονάς πονάς κανακάρη μου.
Φωτιές φωτιές γιατί ξέρεις να μιλάς
πονάς πονάς παλικάρι μου.
Σε πηγαίνουν για ταξίδι
το καράβι βούλιαξε
σε πηγαίνουν στα πελάγη
κι η θάλασσα μαράθηκε.
Ήσουν ήλιος ήσουν μέρα
ήσουν γλυκοχάραμα
τώρα τά ‘σκιασ’ η φοβέρα
και τ’ άσπρο μαύρο γίνηκε.
Τα πουλάκια με ρωτούνε
τι να δω και τι να πω
μόνο συ παιδί μου ξέρεις
της καρδιάς μου τον καημό.
11. ΔΕΚΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ
Μίκη Θεοδωράκη
Δέκα παλικάρια
από την Αθήνα πάνε, βάρκα γιαλό
πάνε για του ήλιου τα μέρη, βάρκα έι γιαλό.
Ξεκινήσανε
με την αυγούλα, βάρκα γιαλό
αρμενίσανε στο γαλανό νερό, βάρκα έι γιαλό.
Μάυρα μάτια,
μαύρα φρύδια και στα χείλη, βάρκα γιαλό
και στα χείλη τους λουλούδια, βάρκα έι γιαλό.
Κεραυνοί
τώρα τους ζώνουν και μια σπάθα, βάρκα γιαλό
και μια σπάθα τους θερίζει, βάρκα έι γιαλό.
Τραγουδούσαν
και γελούσαν δέκα ήταν, βάρκα γιαλό
δέκα ήταν οι λεβέντες, βάρκα έι γιαλό.
Με τα τανκς
τώρα τους ζώνουν και μια κάννη, βάρκα γιαλό
και μια κάννη τους θερίζει, βάρκα έι γιαλό.
12. ΒΟΥΝΑ ΣΑΣ ΧΑΙΡΕΤΩ
Μίκη Θεοδωράκη
Βουνά, βουνά σας χαιρετώ φεύγω για μακριά
για ταξίδι μεγάλο δίχως πηγαιμό
δίχως γυρισμό.
Βουνά, βουνά σας χαιρετώ
φεύγω για μακριά.
Δεν κιότεψα, δεν λύγισα
και τη ζωή αψήφησα.
Μονάχα μια καρδιά πονώ
μόνο μια καρδιά αυτή μόνο θα νιώσει
το σκληρό καημό απ’ το χωρισμό
μονάχα μια καρδιά πονώ
μόνο μια καρδιά.
Μίκης Θεοδωράκης: Μπαλάντες σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη. Σύνθεση 1973 ’74. Παρίσι.
Ηχογράφηση: 1975 Αθήνα. Ερμηνεύουν: Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Πέτρος Πανδής.
Μπουζούκι: Χρήστος Νικολόπουλος, Θανάσης Πολυκανδριώτης.
Λαϊκή Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ
ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΜΟΥ
ΧΑΡΑ ΧΑΡΑ
ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ
ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΠΕΡΝΟΥΣΑΝΕ ΤΑ ΤΡΑΜ
ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΘΕΙ
ΟΤΑΝ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ
ΙΣΚΙΟΙ ΒΟΥΒΟΙ
1. ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
Πέτρος Πανδής
Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
που πήγαν οι άλλες βάρκες ποιοι γλίτωσαν
εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
ένα νησί ερημικό
εκεί θα στήσουμε τα σπίτια μας
γύρω-γύρω στη μεγάλη πλατεία
και στη μέση μια εκκλησιά
θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
του καπετάνιου μας που χάθηκε ψηλά-ψηλά
λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου
πιο χαμηλά του τρίτου
θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας
και θα κάνουμε πολλά παιδιά
κι ύστερα θα καλαφατήσουμε
ένα μεγάλο καράβι καινούργιο
ολοκαίνουργιο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα
θα ‘χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίζουνε
μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε με μας.
2. ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ
Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα
και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους
των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες
κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου
βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα
χαμένο του τόπου μου κι εγώ
Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη
στις υγρές μου παλάμες
Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα
χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας
με γνώριζε με γνώριζε
3. ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΜΟΥ
Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια
η παιδική μου καρδιά
λησμόνησα την αγάπη πού ‘ναι μόνο αγάπη
μερόνυχτα να τριγυρνώ
χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου.
Ένιωσα το στήθος μου
να σπάζει στη φυγή σου
ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
νικήτρια μονάχη της σκέψης μου.
4. ΧΑΡΑ – ΧΑΡΑ
Πέτρος Πανδής
Χαρά-χαρά ζεστή κι αγαπημένη
τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
στα γυμνά μου μπράτσα
το είδωλό σου συντρίβω χώρα μακρινή
σαν τη θάλασσα απέραντη
κουρέλι μακρινό της πικρής αναζήτησης
άσε να φτύσω το φαρμάκι
της ψεύτρας σου ύπαρξης
άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
ανελέητο κύμα της νιότης μου
ω! ψυχή την αγωνία ερωτευμένη.
5. ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ
Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Οι στίχοι αυτοί μπορεί
και να είναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι
στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές
δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε
πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους
γενίκανε πουλιά
σε κάποιον άλλο ουρανό
που λάμπει ξένος ήλιος
Γένικαν άγριοι ποταμοί
που τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους
δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια
τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του
εμείς πιο νέοι
6. ΜΕΣ’ ΤΗ ΚΛΕΙΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ
Πέτρος Πανδής
Μες στην κλειστή μοναξιά μου
έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα
τη χαμένη ψυχή μου
εμείς αγαπήσαμε
εμείς προσευχόμαστε πάντοτε
εμείς μοιραστήκαμε το ψωμί
και τον κόπο μας
κι εγώ μέσα σε ‘σένα
και σ’ όλους.
7. ΚΑΙ ΠΕΡΝΟΥΣΑΝ ΤΑ ΤΡΑΜ
Πέτρος Πανδής
Νεκρός κείτονταν
μες στο δρόμο
βαθιά – βαθιά
στην πλάτη το μαχαίρι
κανείς δεν άπλωσε το χέρι
κανείς δεν πάτησε το Νόμο.
Και περνούσαν
και περνούσανε τα τραμ
νταραντατάμ
νταραντατάμ.
Κλείσαν τα μαγαζιά οι γειτόνοι
και τα μαζέψαν μάνι-μάνι
σκορπίσαν όλοι
από το σεργιάνι
άλλωστε πήρε να νυχτώνει.
Και περνούσαν
και περνούσανε τα τραμ
νταραντατάμ
νταραντατάμ.
Στου φαναριού
το φως γυαλίζει
το κάθετο λεπτό λεπίδι
αδιάφορο πελώριο φίδι
το τραμ περνά
και κουδουνίζει.
Και περνούσαν
και περνούσανε τα τραμ
νταραντατάμ
νταραντατάμ.
8. ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΘΕΙ
Πέτρος Πανδής
Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά
και κυρίως να γράφει
για την αγωνία
της εποχής το αδιέξοδο
την απανθρωπία του αιώνα
τη χρεοκοπία των ιδεολογιών
τη βαρβαρότητα της μηχανής
για δίκες για ρήγματα για φράγματα
για ενοχές για γρανάζια
όλα έχουν κωδικοποιηθεί
ταξινομηθεί
αποδελτιωθεί
9. ΟΤΑΝ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ
Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα ‘ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη,
πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε
Μίκης Θεοδωράκης: First Songs. Ετός Έκδοσης 2005.
Συμμετέχουν: Mikis Theodorakis, Jocelyn B. Smith, Μαρία Φαραντούρη,
Παιδική Χορωδία Δ. Τυπάλδου.
Mikis Theodorakis: Suite No1 for Piano and Orchestra. 1954. 1955.
Cyprien Katsaris (piano), Orchestre Symphonique de RTL, Conductor: Mikis Theodorakis.
Μίκης Θεοδωράκης: Ταξίδι μέσα στη νύχτα. 1976 / 78.
Συμμετέχουν: Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Λάκης Καρνέζης
Λαϊκή ορχήστρα υπό την Διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Τραγούδια:
ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΕ ΛΕΓΑΝΕ
ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΠΟΥ ΖΕΙΣ
ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
ΟΛΑ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ ΠΕΡΝΟΥΝ
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
ΕΥΑΝΘΙΑ
ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ
ΑΓΑΠΗ ΔΙΧΩΣ ΑΚΡΗ (βλέπε “Θαλασσινά φεγγάρια)
ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΦΩΝΙΑ
1. ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
Γιάννη Θεοδωράκη
Μενεξεδένια ήταν τα βουνά
μενεξεδένια τα φιλιά
μενεξεδένια ήταν τα μάτια σου
κατάμαυρη είναι η μοναξιά.
Το τρένο αυτό που σε ξερίζωσε
μου σκίζει πάντα την καρδιά
το σφύριγμά του είναι για με λυγμός
το πέρασμά του είναι καημός.
Ήμουν για ‘σένα ο διαβάτης που περνά
ήσουν για μένα το νερό και η φωτιά.
Σε κράτησα μέσα στα χέρια μου
σα να ‘σουνα μικρό πουλί
με την αυγή γλυκοκελάηδησες
το δειλινό είχες χαθεί.
Κι εγώ στα δάση τώρα τριγυρνώ
μετρώ τα κίτρινα κλαδιά
μετρώ τα φύλλα που ξεράθηκαν
την άμετρη μετρώ ερημιά.
2. ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΕ ΛΕΓΑΝΕ
Μίκη Θεοδωράκη
Ήρθες στ’ όνειρό μου, άστατο πουλί
μέσα στο σκοτάδι η ανατολή
μέσα στο σκοτάδι η ανατολή
ήρθες στ’ όνειρό μου, άστατο πουλί.
Ανατολή σε λέγανε
κι αγγέλοι σε νταντεύανε
κι αγγέλοι σε νταντεύανε
ανατολή σε λέγανε.
Σ’ άπλωσα το χέρι μου πες δε μπορώ
θέλω να πετάξω σ’ άλλον ουρανό
θέλω να πετάξω σ’ άλλον ουρανό
σ’ άπλωσα το χέρι μου πες δε μπορώ.
Τη δική μου αγάπη δεν την εκτιμάς
στα ψηλά μπαλκόνια πρόθυμα πετάς
στα ψηλά μπαλκόνια πρόθυμα πετάς
τη δική μου αγάπη δεν την εκτιμάς.
3. ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΦΟΝΙΑ
Μάνου Ελευθερίου
Στο παζάρι του ληστή
πούλησα τα δάκρυα μου
κι ήβρα την πόρτα σου κλειστή
αγάπη, αγάπη, αγάπη μου
πούλησα και την καρδιά μου
Στο παζάρι του φονιά
σ’ έφεραν σαν περιστέρι
Σάββατο βράδυ στις εννιά
και πούλησα, και πούλησα
τα μάτια μου κι αγόρασα μαχαίρι,
αγάπη μου σ’ αγόρασαν μ’ αλυσίδες
μ’ αλυσίδες και πληγές
και καρφιά στον ερωτά μου
4. ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΠΟΥ ΖΕΙΣ
Νίκου Μπότσαρη
Εκεί στην ξενιτιά που ζεις
δεν θέλω να λυπάσαι
ρίξε μια πέτρα στο γιαλό
πάλι κοντά μου θα ‘σαι
Βάλε φωνή για ν’ ακουστεί
ν’ ανθίσει τ’ όνειρό σου
ρίξε στον ουρανό ματιά
να σμίξω με το φως σου.
Δώσε στο γλάρο μήνυμα
να ‘ρθει να μου το φέρει
ν’ αναγαλλιάσει η καρδιά
στη μαύρη νύχτα αστέρι.
5. ΝΥΧΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
Γιάννη Θεοδωράκη
Ξάφνου μέσα στο σκοτάδι
άναψε ένα φως
χερουβείμ, σεραφείμ
σ’ έφεραν στη Γη
το φεγγάρι αρμενίζει
στων ματιών σου την πηγή
Νύχτα μέσα στα μάτια σου
νύχτα και στην καρδιά σου
ο έρωτας κοιμήθηκε
μέσα στην αγκαλιά σου
Καταπράσινα τα φύλλα
τώρα σε φιλούν
χερουβείμ, σεραφείμ
γλυκοτραγουδούν
είσαι ο πόνος ο μεγάλος,
τύραννός μου και καημός
6. ΑΓΑΠΗ ΔΙΧΩΣ ΑΚΡΗ
Νίκου Γκάτσου
Αγάπη δίχως άκρη
κι η θάλασσα πλατιά
Και της καρδιάς το δάκρυ, ωωω
Πικρή σταλαγματιά
Κοιμήσου παλικάρι
στο κύμα τ’ αρμυρό
Θ’ αλλάξει το φεγγάρι, ωωω
Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ
Αστροφεγγιά του Μάρτη,
τ’ Απρίλη ξαστεριά
Δε σου ’μελλε γλυκέ μου, ωωω
Να ξαναδείς στεριά
Κοιμήσου παλικάρι
στο κύμα τ’ αρμυρό
Θ’ αλλάξει το φεγγάρι, ωωω
Κι εγώ, κι εγώ θα καρτερώ
7. ΟΛΑ ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ ΠΕΡΝΟΥΝ
Δημήτρη Κεσίσογλου
Όλα σαν όνειρο περνούν
σαν φθινοπώρου χελιδόνια
στην ξενιτιά περνούν τα χρόνια
κι όλες οι θύμησες πονούν.
Ψάχνω τον κόσμο να σε βρω
κι εσύ περνάς από κοντά μου
μα να σε φτάσω δεν μπορώ
βουλιάζουνε τα βήματά μου.
Με δένουν τα πατήματα
που μένουν μέσα μου κρυμμένα
το δρόμο κλείνουνε για μένα
στου γυρισμού τα βήματα.
8. ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Γιάννη Θεοδωράκη
Τώρα που πεθαίνουν τα λουλούδια
τώρα που σωπαίνουν τα πουλιά
μου ‘μείναν στα χείλη τα τραγούδια
ξεχασμένη αγάπη μου παλιά.
Χώρισαν οι δρόμοι μας μιαν ώρα
φορτωμένοι σύγνεφα βαριά
μες στους παγωμένους δρόμους τώρα
βάσανο η ζωή μας και καπνιά.
Τώρα περιμένουμε το θάμα
πίσω από το τζάμι το θολό
η κάμαρή μας μοιάζει μ’ ένα κλάμα
φυτεμένο μέσα μας πνιχτό.
Οι δρόμοι μας χωρίσανε για πάντα
μη με περιμένεις στη γωνιά
η άνοιξη μονάχα για τους άλλους
βάσανο η ζωή μας και καπνιά.
9. ΕΥΑΝΘΙΑ
Δημήτρη Κεσίσογλου
Στην Ήπειρο στο ξάγναντο
π’ ανθεί λουλούδι αμάραντο
το μήνα Μάη μιαν αυγή
είδα τη βεργολυγερή.
Είχε λουσμένα τα μαλλιά
και μ’ αηδονόλαλη λαλιά
ετραγουδούσε η κοπελιά.
Δροσιά που δε θα μαραθεί
δροσιά και άνθια της ροδιάς
η Ευανθία πάντα ανθεί
μέσα στα φύλλα της καρδιάς.
10. ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ
Γιάννη Θεοδωράκη
Μη μου μιλάς για τα πουλιά
μη μου μιλάς για τ’άστρα
ψεύτικα ήταν τα φιλιά
τα όνειρα κομμάτια
Μην κλαις, μην κλαις
τα μάτια που κλαιν
ποτέ, ποτέ την αλήθεια δε λεν.
Πάλι μια μέρα θα με βρεις
το χέρι σου θ’ απλώσεις
πάλι στα δίχτυα σου θα μπω
κι εσύ θα με ματώσεις
11. ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΟΥ ΛΗΣΤΗ
Μάνος Ελευθερίου.
Στο παζάρι του ληστή
πούλησα τα δάκρυα μου
κι ήβρα την πόρτα σου κλειστή
αγάπη, αγάπη, αγάπη μου
πούλησα και την καρδιά μου
Στο παζάρι του φονιά
σ’ έφεραν σαν περιστέρι
Σάββατο βράδυ στις εννιά
και πούλησα, και πούλησα
τα μάτια μου κι αγόρασα μαχαίρι,
αγάπη μου σ’ αγόρασαν μ’ αλυσίδες
μ’ αλυσίδες και πληγές
και καρφιά στον ερωτά μου
Μίκης Θεοδωράκης: Οκτώβρης ’78 Ποίηση: Γιάννης Θεοδωράκης, Τάσος Λειβαδίτης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Ερρίκος Θαλασσινός. Ερμηνεύει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Μπουζούκι: Λάκης Καρνέζης Κώστας Παπαδόπουλος.
Λαϊκή Ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Τραγούδια:
ΒΓΑΛΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΑΝΙΑ
Ο ΧΑΡΟΣ ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΕΙ
ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΠΑΙΔΙ
ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ
ΝΥΧΤΑ
ΜΠΗΚΕ Ο ΧΑΡΟΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΗΠΟ ΚΑΘΗΣΑ
ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΠΑΙΔΙ
ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΖΑΥΓΑΡΙΑ
ΝΥΧΤΑ
ΜΠΗΚΕ Ο ΧΑΡΟΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ
ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΒΡΧΗΣ
ΕΧΕΙΣ ΜΑΤΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
1. ΒΓΑΛΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΑΝΙΑ
Γιάννη Θεοδωράκη
Πέτα το καμάκι χτύπα πάνω στην πληγή
κοίτα κι ένας άλλος κόκκινο έχει το σπαθί
πέτα το καμάκι, πέτα το φαρμάκι
μη φοβάσαι που μιλώ
πέτα το κορμί σου, πέτα την ψυχή σου
και έλα κάτι να σου πω.
Βγάλε τα μαύρα πανιά
κράτα το χέρι μου σφιχτά
κι αν μας καρφώνουνε
κι αν μας σταυρώνουνε
και μας ματώνουν την καρδιά.
Τα πικρά μου μάτια, το πικρό μου το μυαλό
πέλαγο μεγάλο, πέλαγο αλαργινό
παίρνεις τη ζωή μου, παίρνεις τη φωνή μου
στην αγάπη την παλιά
όμως η καρδιά μου είναι σαν τα κάστρα
κι όλο σαν πουλί πετά.
2. ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΠΗΡΕ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Μάνου ελευθερίου
Όσους δεν πήρε η μοναξιά
τους έχει πάρει ο θάνατος
κι είχαν τα λόγια τους πουλιά
να κελαηδούν στην πόρτα μου.
Όσους δεν πήρε ο ποταμός
τους πρόδωσαν τα όνειρα
νύχτα τους πήρε και καπνός
και μας φιλούν στον ύπνο μας.
3. ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ
Τάσου Λειβαδίτη
Ήταν κάποτε δυο φίλοι
σαν αρχάγγελοι κι οι δυο
κι απ’ των κοριτσιών τα χείλη
εθερίζαν τον ανθό.
Τέτοια λεβεντιά δεν ξανάδαν πια
με τα όνειρά τους υψώναν κάστρα
σε δώδεκα χωριά.
Κι όταν άνοιξ’ η πατρίδα
τις σημαίες της πλατιά
και οι δυο για την ελπίδα
σκοτωθήκαν στα βουνά.
Μα κάθε βραδιά όρθιοι στην πλαγιά
με το θάνατό τους υψώνουν κάστρα
αρχάγγελοι ξανά.
4. ΣΕ ΛΕΝΕ ΜΑΝΑ
Μάνου Ελευθερίου
Σε λένε μάνα του Χριστού,
σε λεν κι άγια-Βαρβάρα
κλειδί του κάστρου του κλειστού
στην μάχης την αντάρα.
Απ’ όπου νά ‘σαι και θα ‘ρθεις
και γλώσσα όποια μιλήσεις
μ’ όσους ανθρώπους κι αν βρεθείς,
πίσω δε θα γυρίσεις.
Σε λένε μάνα του ληστή
και μάνα του Πιλάτου
μα εσύ κρυφά μιλάς
και κλαις τις ώρες του θανάτου.
Απ’ όπου νά ‘σαι και θα ‘ρθείς
και γλώσσα όποια μιλήσεις
μ’ όσους ανθρώπους κι αν βρεθείς,
πίσω δεν θα γυρίσεις.
5. Ο ΧΑΡΟΣ ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΕΙ
Ερρίκου Θαλασσινού
Ο Χάρος νυχτοπερπατεί καβάλα στο φεγγάρι
κι έχει σπαθί στη μέση του και πάει στο παλικάρι.
Βαριά την πόρτα χτύπησε και σείστηκε το δώμα
πέσαν τ’ αστέρια απ’ τη σκεπή
και τα πουλιά στο χώμα.
Πέφτει κι ο νιος κατάχαμα σαν μήλο μαραμένο
και δίπλωσε το μπόι του το μαργαριταρένιο.
Βοτάνι φέρνει η μάνα σου, νερό η αδελφή σου
και τα ξανθά μαλλάκια της η αγαπητική σου.
Στα πόδια το βασιλικό, δάκρυα στο κεφάλι
και της καλής του τα μαλλιά
τού βάζουν προσκεφάλι.
6. ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΠΑΙΔΙ
Γιάννη Θεοδωράκη
Έχω ένα βουνό μέσα στο κεφάλι
έναν ποταμό έχω στο μυαλό
θάλασσες και κύματα θερία
στην καρδιά μου μέσα πάντα ζω.
Κι ένα μελαχρινό παιδί
με λάβαρο και με σπαθί
μες στο αίμα μου τό ‘χω θαμμένο.
Έχω έναν καημό μέσα στο κεφάλι
έχω μια φωτιά μέσα στην καρδιά
πέλαγο η αγάπη μου μεγάλη
το μεράκι θάλασσα πλατιά.
7. ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΗΠΟ
Μάνου Ελευθερίου
Μέσα σε κήπο κάθησα
και σ’ ένα περιβόλι
μια Κυριακή απόγευμα,
μια Κυριακή και σχόλη
Τους φίλους μου συνάντησα
και πήγαμε σεργιάνι
στης Τερψιθέας τα στενά
και στο Πασαλιμάνι
Τώρα ο κήπος χάθηκε
κι οι φίλοι στο περβόλι
και το σεργιάνι στ’ όνειρο
έρχεται κάθε σχόλη
Τους φίλους μου συνάντησα
και πήγαμε σεργιάνι
στης Τερψιθέας τα στενά
και στο Πασαλιμάνι
8. ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ
Τάσου Λειβαδίτη
Τα νεαρά ζευγάρια σαν αστέρια
σ’ ομορφαίνουν μαύρη πολιτεία
για μια στιγμή κρατιούντ’ από τα χέρια
σκοτώνονται στην άλλη γωνία.
Παιδιά και τον αντέξατε τον δύσκολο καιρό
δεν έχει ο έρωτας αρχή κι ο κόσμος τελειωμό.
Στο δρόμο περπατούνε αγκαλιασμένοι
κρυφομιλούνε σε κάποιο καφενείο
κι όλοι οι νεκροί είναι πάλι αναστημένοι
σαν γονατίζουν στο Πολυτεχνείο.
9. ΝΥΧΤΑ
Δημήτρη Χριστοδούλου
Απόψε σε περίμενα και ζήταγα απ’ τ’ αστέρια
νά ‘ρθουν να σ’ αγκαλιάσουνε
σαν τα πικρά μου χέρια.
Ο ουρανός είναι μικρός,
χώρισ’ απ’ το φεγγάρι
χωρίς αστέρι κι όνειρο
που η νύχτα τό ‘χει πάρει.
Απόψε σε περίμενα καημέ
μου πού ‘χεις φύγει
η νύχτα πού ‘μεινε ορφανή
με την πληγή μου σμίγει.
10. ΜΠΗΚΕ Ο ΧΑΡΟΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ
Λευτέρη Παπαδόπουλου
Μπήκε ο Χάρος στο κελί
μπήκε για να με πάρει.
κι έκλαιγε ένα φτωχό πουλί
για να μου δώσουν χάρη.
Κι έλαμψε ο ήλιος το πρωί
όταν με βρήκε ο πόνος.
αχ! μόνος μπαίνεις στη ζωή
και ξαναφεύγεις μόνος.
Χαράζ’ η μέρα λουλακιά
και με πετροβολούσε.
Μάνα καλή, μάνα γλυκιά
αυτή την ώρα πού ‘σαι;
11. ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Τάσου Λειβαδίτη
Μοιρολόι της βροχής, βράδυ Κυριακής,
πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,, πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά σε καρτερεί.
Παλικάρι χλωμό,μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς, η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί κι έχε γεια.
Παλικάρι χλωμό, σ’ ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή μαύρα π’ αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί,
σαν τη μάγισσα σε πήρε η Κυριακή.
12. ΕΧΕΙΣ ΜΑΤΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Μάνου Ελευθερίου
Έχεις μάτια το φεγγάρι
κι είναι η νύχτα σπιτικό σου
μα από αυτά που μου ’χεις πάρει
τίποτα δεν είν’ δικό σου.
Έχεις δάκρυα την αγάπη
με φωτιά και με μαχαίρι
κι έχεις για κρασί φαρμάκι
και το χωρισμό στο χέρι.
Mikis Theodorakis: Συμφωνία αρ. 2 για παιδική χορωδία, σόλο πιάνο και ορχήστρα
“Το τραγούδι της γης” 1980 ’81. Συμμετέχουν: Cyprien Katsaris, Orchestre Symphonique de RTL,
Conductor: Mikis Theodorakis. Poetry: Mikis Theodorakis.
Το τραγούδι της Γης
δεν τ’ άκουσες ποτέ
ούτε θ’ ακούσεις πια.
Σκότωσες όλα τα πουλιά
τα δάση
το νερό
το λαμπερό νερό
τον ποταμό.
Πάει…
Σκότωσες το χώμα
τον ήλιο
την καρδιά σου.
Ποτέ δεν θα ξαναδείς
το χρώμα τ’ ουρανού
δεν θ’ ακούσεις ποτέ
τον ήχο των χρωμάτων.
Σαν βολίδα προχωρείς στο χάος.
Στερνή φορά ας ακουστεί μες στη σιωπή
το τραγούδι της Γης.
Πριν τελικά τυλιχτώ στο χάος
ένα “γεια σου” θα πω στη ζωή.
Μίκης Θεοδωράκης: Ηλέκτρα. Μουσική Μπαλέτου. Έτος Σύνθεσης: 1979.
Συμφωνική Ορχήστρα Λονδίνου. Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης. Διεύθυνση Ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης.
Σκηνή 1
1 Επιστροφή Του Αγαμέμνoνα Στις Μυκήνες 2 Είσοδος Κλυταιμνήστρας
3 Φόνος Του Αγαμέμνoνα 4 Είσοδος Της Ηλέκτρας
Σκηνή 2
5 Βοσκός Και Ηλέκτρα 6 1ος Και 2ος Χορός Κοριτσιών
7 Χορός Ηλέκτρας
Σκηνή 3
8 Είσοδος Ορέστη Και Συνάντηση Με Την Ηλέκτρα
Σκηνή 4
9 Γλέντι
10 Φόνος Αίγισθου
Σκηνή 5
11 Φόνος Κλυταιμνήστρας
12 Έξοδος
Ποίηση: Κώστα Τριπολίτη
Σύνθεση: 1981, Αθήνα-Βραχάτι-Παρίσι.
Ηχογράφηση: 1981, Γιώργος Νταλάρας
(Στο τραγούδι ΣΥΝΟΨΗ το τραγουδά ο συνθέτης μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα ) Minos
Τραγούδια: ΑΓΑΠΗ, ΕΦΑΡΜΟΓΗ, ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ, ΛΕΓΕ, ΩΣ ΤΟ ΤΕΡΜΑ, ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΙΑ, ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΧΩ ΧΑΣΕΙ, ΧΕΙΡΟΛΑΒΗ, ΞΕΝΟΣ, ΡΑΝΤΑΡ, ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙΑ, ΣΥΝΟΨΗ.
1. ΑΓΑΠΗ
Αγάπη του ψωμιού και της φωτιάς
αγάπη της αρμύρας
ρεκλάμες θα μας πνίξουν κι αδειανά
κονσερβοκούτια μπύρας
Πού να σε ταξιδέψω
γυαλιά και λαμαρίνες
γεμίσανε τα χρόνια
με εκτελεσμένους μήνες
Αγάπη του ψωμιού και της βροχής
αγάπη στα μπαλκόνια
στην άσφαλτο τα αίματα θα δεις
και πλαστικά μπιτόνια
Πού να σε ταξιδέψω
γυαλιά και λαμαρίνες
γεμίσανε τα χρόνια
με εκτελεσμένους μήνες
2. ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Έμφραγμα διπλό και πικρό κινίνο
ο έρωτας που παίρνω και που δίνω
ίσκιος σκοτεινός λάμπα της θυέλλης
τα πράγματα που θέλω και που θέλεις
Κι αρρωσταίνω από την ίδια συνταγή
που δε βρίσκει αυτός ο κόσμος
στη ζωή μου εφαρμογή
Σύρματα βραχνά βραχυκυκλωμένα
τα λόγια σου που φτάνουνε σε μένα
σύνθημα παλιό σαν κουβέντα τρύπια
κι άδικα τα γιατρικά που ήπια
Κι αρρωσταίνω από την ίδια συνταγή
που δε βρίσκει αυτός ο κόσμος
στη ζωή μου εφαρμογή
3. ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ
Η σκοτεινιά της κάμαρας
θα ‘ρθει μαζί σου, ντύσου ντύσου ντύσου
κι η νύχτα αυτή που κράτησες δική σου
ντύσου ντύσου
Ο κόσμος ξημερώνει
ο κόσμος ξημερώνει
Με τα φιλιά που κάρφωσα
εδώ βαθιά σου, βιάσου βιάσου βιάσου
κι αυτά που απόψε κέρδισες δικά σου
βιάσου βιάσου
Ο κόσμος ξημερώνει
ο κόσμος ξημερώνει
4. ΛΕΓΕ
Λέγε την άσφαλτο γυαλί
που χαρακώνονται οι πολλοί
λέγε τα σπίτια φυλακές
και τις ζωές μας πλαστικές
Λέγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
λέγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
και διαπίστωνε αργούς θανάτους
λέγε τα σπίτια φυλακές
και τις ζωές μας πλαστικές
Λέγε τα σπίτια φυλακές
και τις ζωές μας πλαστικές
λέγε τα χρόνια μας βροχή
συνάλλαγμα και Ι.Χ
λέγε τον έρωτα δασμό
και νύχτα δίχως προορισμό
Λέγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
λέγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
και διαπίστωνε αργούς θανάτους
Λέγε τον έρωτα δασμό
και νύχτα δίχως προορισμό
Λέγε τα σπίτια φυλακές
και τις ζωές μας πλαστικές
5. ΩΣ ΤΟ ΤΕΡΜΑ
Μέσα σου μια κατάδυση
μια νύχτα που γκρεμίζει
χαμένοι οι παράδεισοι
στη λάμπα που φθορίζει
Και γίνεται η αγάπη σαν εγχείρηση
νυστέρι που μας δάγκωσε το δέρμα
το όνειρο μαζί με την αντίρρηση
ως το τέρμα ως το τέρμα
Μέσα σου βλέπω χάσματα
κανείς δε σε γνωρίζει
γυρεύω αποσπάσματα
κι αυτόν που τραυματίζει
Και γίνεται η αγάπη σαν εγχείρηση
νυστέρι που μας δάγκωσε το δέρμα
το όνειρο μαζί με την αντίρρηση
ως το τέρμα ως το τέρμα
6. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΙΑ
Δε θέλω πια να χρωματίζω
δε θέλω πια να χρωματίζω
τους ουρανούς σου δε θέλω πια
αυτό το αστείο τερματίζω και σβήνω
απ’ τους συλλογισμούς σου και σβήνω
Δε θέλω πια να χρωματίζω στον καιρό μου
αυτόν που δεν αναγνωρίζω για δικό μου
δε θέλω πια δε θέλω πια δε θέλω πια
Δε θέλω πια να χρωματίζω δε θέλω πια
να χρωματίζω τα σύνορά σου δε θέλω πια
κι από τον κόσμο που γνωρίζω
να ψάχνω για τη διαφορά σου να ψάχνω
Δε θέλω πια να χρωματίζω στον καιρό μου
αυτόν που δεν αναγνωρίζω για δικό μου
δε θέλω πια δε θέλω πια
7. ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΧΩ ΧΑΣΕΙ
Φορτηγά καμιόνια με χαλίκια
στο δρόμο τρίζουνε
θάλασσες ξωκλήσια και καΐκια
αυτά με ορίζουνε
Τίποτα δεν έχω ξεχάσει
μόνο τη ζωή μου έχω χάσει
Μάρμαρα και ναύτες
του έκτου στόλου με τριγυρίζουνε
ξένοι και βιτρίνες στην Αιόλου
με βασανίζουνε
Τίποτα δεν έχω ξεχάσει
μόνο τη ζωή μου έχω χάσει
8. ΧΕΙΡΟΛΑΒΗ
Η ζωή μου μια κακή πλαστογραφία
υπογραμμένη υπογραμμένη
σε σταθμούς αφετηρίες και γραφεία
δηλωμένη δηλωμένη
Και δε βρίσκω ν’ ακουμπήσω
σταθερή χειρολαβή γίνεται ό,τι αγαπήσω
μια θανάσιμη λαβή
Το κορμί μου μια βουβή επικοινωνία
να σου γυρεύει να σου γυρεύει
μ’ εκατό την κάθε νύχτα η αγωνία
ταξιδεύει ταξιδεύει
Και δε βρίσκω ν’ ακουμπήσω
σταθερή χειρολαβή γίνεται ό,τι αγαπήσω
μια θανάσιμη λαβή
9. ΞΕΝΟΣ
Με βιτρίνες και μ’ επιγραφές
η νύχτα μου ζυγώνει
η ζωή μου γίνεται χαφιές
και με καρφώνει και με καρφώνει
Ξένος μέσα στα ρούχα μου
μες το κορμί μου ξένος
στον κόσμο ετούτο δανεικός
και μεταχειρισμένος
Με ταινίες και με συντροφιές
η νύχτα μου κυλάει
η ζωή μου γίνεται χαφιές
και με πουλάει και με πουλάει
Ξένος μέσα στα ρούχα μου
μες το κορμί μου ξένος
στον κόσμο ετούτο δανεικός
και μεταχειρισμένος
10. ΡΑΝΤΑΡ
Χαρμάνι σάρκα και μπετό
κι εγώ αγάπη ν’ απαιτώ
μες του καπνού τα καταγώγια
αχ μάνα μου αχ μάνα μου
και μες των τραγουδιών τα λόγια
Της μοναξιάς μου το ραντάρ
που ανιχνεύει τα ίχνη σου αναζητά
και σε γυρεύει
Βιτρίνες σύρματα και φλας
σου απαγορεύουν να γελάς
εδώ που σκάλωσες για πάντα
αχ μάνα μου αχ μάνα μου
στης πολιτείας τον ιμάντα
Της μοναξιάς μου το ραντάρ
που ανιχνεύει τα ίχνη σου αναζητά
και σε γυρεύει
11. ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙΑ
Γυαλίζουν οι προφυλακτήρες
κι αντηχούν τα φρένα
τα μάτια έκλεισες και πήρες
την πόλη αυτή μαζί με μένα
Αγάπη μου χωρίς φεγγάρια
χωρίς λουλούδια χάρτινα
δικιά σου πάρτηνα
Σφυρίζουν έξω οι σειρήνες
κι έχει ξημερώσει
βαρύ πιοτό και ασπιρίνες
τ’ όνειρό μου έχουν σκοτώσει
Αγάπη μου χωρίς φεγγάρια
χωρίς λουλούδια χάρτινα
δικιά σου πάρτηνα
12. ΣΥΝΟΨΗ
Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το 49 κι ως εδώ
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό
Ο τιμάριθμος η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική
Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία
συρματόπλεγμα Α2 υπογραφή
η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή
Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα
το δυάρι το παλιό σου Ι.Χ
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή
Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό
Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το 49 κι ως εδώ
δίχως μελανά σημεία κι απορίες
ψάχνεις σπίρτο κυνικό για εμπρησμό
Mikis Theodorakis YouTube Artist Channel – Schott Music, in cooperation with Aviator Management and curator Asteris Kutulas, is launching an initiative to give the Greek composer Mikis Theodorakis, this inspiring composer and humanist a digital home: a global platform – with his music, his thoughts, his humour and his rebellious spirit. The new Mikis Theodorakis YouTube Channel www.youtube.com/@
Έτσι, στα δεκαέξι μου χρόνια, κατά το πρότυπο του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, όχι φυσικά στη Λειψία αλλά σε μια φτωχική συνοικία της Τρίπολης, στον Ναό της Αγίας Βαρβάρας, έγινα ένας λιλιπούτειος κάντωρ επιφορτισμένος να συνθέτω κάθε Κυριακή εκκλησιαστικούς ύμνους για την ευρωπαϊκή λειτουργία.
Η μεγάλη στροφή μου όμως -θα έλεγα η ολοκληρωτική στροφή- θα γινόταν το επόμενο έτος, το 1942, όταν άκουσα τον «Ύμνο της Χαράς» από την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν. Τότε, αυτός ο γίγας της μουσικής εισέβαλε μέσα μου, σε βαθμό που να παραδέχομαι σήμερα ότι είμαι ένας Γερμανός συνθέτης που γεννήθηκε στο Αιγαίο και ένας Κρητικός τραγουδοποιός που έζησε στο Παρίσι».
Εμείς θελήσαμε με το τραγούδι μας αλλά και με την στάση μας, να πούμε στο λαό ότι αυτός είναι το κέντρο της ζωής, η φύτρα της ζωής, πηγή κάθε ωραίου και αληθινού. Να πούμε στο Νέο Έλληνα ότι είναι κληρονόμος μιας βαριάς αλλά μεστής από χυμούς αλήθειας και ομορφιάς Εθνικής κληρονομιάς, φτάνει να την πάρει στα χέρια του να γίνει υπεύθυνος και να προχωρήσει.

Το “Zorba the Greek Ballet” είναι μια διάσημη χορευτική προσαρμογή της ιστορίας του Αλέξη Ζορμπά, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1988 στο Ρωμαϊκό θέατρο Αρένα της Βερόνα από τον Μίκη Θεοδωράκη μεταφέροντας στη σκηνή τη ζωντάνια, το πάθος και τη φιλοσοφία ζωής του Αλέξη Ζορμπά.
Η μουσική του σπουδαίου Έλληνα συνθέτη για το “Zorba the Greek Ballet” – ήδη γνωστή από την ταινία “Zorba the Greek- ενσωματώνει παραδοσιακούς ελληνικούς χορούς, μεταφέρει τη ζωντάνια και τη φιλοσοφία της ελληνικής ψυχής και επιτρέπει στο κοινό να βιώσει την ιστορία με έναν νέο, δυναμικό τρόπο.
Η χορογραφία του μπαλέτου από τον Lorca Massine, συνδυάζει κλασικά και σύγχρονα στοιχεία μπαλέτου με παραδοσιακούς ελληνικούς χορούς. Ο Ζορμπάς και οι υπόλοιποι χαρακτήρες ζωντανεύουν στη σκηνή μέσα από έντονες κινήσεις και συγκινητικές εκφράσεις που αναδεικνύουν τα συναισθήματα και τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του έργου.
Το μπαλέτο “Zorba the Greek” μετρά περίπου 5000 παραστάσεις, έχει παρουσιαστεί σε πολλά μεγάλα θέατρα και φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο και έχει λάβει ενθουσιώδεις κριτικές για τον τρόπο που συνδυάζει την ελληνική παράδοση με τη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή.
Μίκης θεοδωράκης
Η παράσταση καταφέρνει να αποδώσει τη φιλοσοφία ζωής του Ζορμπά και να επαναφέρει το πνεύμα του Νίκου Καζαντζάκη και του Μίκη Θεοδωράκη στη σύγχρονη εποχή, με τρόπο που αντηχεί με το κοινό κάθε ηλικίας και πολιτισμικού υπόβαθρου
Η ιστορία του Αλέξη Ζορμπά είναι μια από τις πιο γνωστές και αγαπημένες στην ελληνική λογοτεχνία. Το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, κυκλοφόρησε το 1946 και αφηγείται την ιστορία μιας μοναδικής φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν μορφωμένο και συγκρατημένο συγγραφέα και έναν απερίσκεπτο, ελεύθερο και γεμάτο πάθος Έλληνα εργάτη, τον Αλέξη Ζορμπά.
Zorba The Greek BalletMassimo Radicchi©
Το έργο αυτό έγινε παγκοσμίως γνωστό μέσα από τη θεατρική και κινηματογραφική του μεταφορά, με αποκορύφωμα την ταινία “Zorba the Greek” του 1964 με τον Άντονι Κουίν στον ομώνυμο ρόλο. Ο ρόλος του Κουίν ως Αλέξης Ζορμπάς παραμένει αξεπέραστος, και η ερμηνεία του στο Zorba the Greek έχει μείνει ως σύμβολο της ελευθερίας και της αυθεντικότητας, εμπνέοντας γενιές θεατών παγκοσμίως. Στην ίδια ταινία το δικό της στίγμα άφησε η Ειρήνη Παπά στον ρόλο της Μαρίνας.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – ΚΕΙΜΕΝΟ – ΙΣΤΟΡΙΑ
Ένα από τα μνημειώδη έργα της νεώτερης ελληνικής Γραμματείας. Το έργο έχει απασχολήσει πάρα πολύ την ελληνική αλλά και την ξένη κριτική (είναι το πιο πολυμεταφρασμένο έργο του Ελύτη, ιδίως μετά το βραβείο Νομπελ του 1979). Ταυτόχρονα έχει γίνει προσφιλές στο ευρύ κοινό, με τη βοήθεια της μελοποίησης αποσπασμάτων του από τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και μέσα από διαδικασίες που έχουν να κάνουν με τις περιπέτειες του ελληνικού δημόσιου βίου κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Αναμφισβήτητα η εκτενής αυτή ποιητική σύνθεση του Ελύτη έρχεται να προστεθεί σε ανάλογες μεγαλόπνοες ποιητικές συνθέσεις της ελληνικής ποίησης του αιώνα μας, όπως «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά ή «Ο Πρόλογος στη Ζωή» του Αγγέλου Σικελιανού.
Πώς γράφτηκε το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Άξιον Εστί».
«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει.
Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση. Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και
