10
Μουσικά κομμάτια. 350 Δισκογραφικά άλμπουμ - Στο "mikisradio.com" δημιουργείται η πιο αξιόπιστη ψηφιακή βάση δεδομένων της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη με πλήρη στοιχεία - Τίτλος - Άλμπουμ - Χρονολογία, τόπος σύνθεσης - Ερμηνευτές - Ορχήστρες - Συναυλίες - Ανέκδοτες Ηχογραφήσεις

Space Harmonic Music by the Universal Mikis Theodorakis

Canto General - Μετάφραση

Mikis Theodorakis – Pablo Neruda 

01. Algunas Bestias – Μερικά Ζωντανά. 

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, Δανάη Στρατηγοπούλου

 

Ήταν το λυκόφως της Ιγουάνας.

Απ’ το αψιδωτό λειρί

η γλώσσα της χυνόταν

σαν ακόντιο μες στη βλάστηση

ο μοναστικός μερμηγκοφάγος πατούσε

τη σέλβα με βάδισμα μελωδικό

το γουανάκο, ανάερο σαν οξυγόνο

πήγαινε στα φαιά πλατιά υψώματα

με τις χρυσές του μπότες

ενώ το λάμα άνοιγε τ’ αθώα του μάτια

μπροστά σ’ ένα κόσμο τρισευγενικό

γεμάτον δροσοστάλες

οι μαϊμούδες πλέκαν το νήμα

του ατελεύτητου ερωτισμού

στα ρείθρα της αυγής

ρίχνοντας τοίχους από γύρη

τρομάζοντας του Μούζου

τις πεταλούδες

με τα βιολετιά φτερουγίσματα

ήταν η νύχτα του καϊμάν

νύχτα καθάρια, πνιγμένη στα ρύγχη

που πρόβαλαν μες απ’ τη λάσπη

κι απ’ τα υπναλέα τενάγη

ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες

γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή

 

Ο ιαγουάρος άγγιζε τα φύλλα

με τη φωσφορική απουσία του

τρέχει η πούμα μέσα στα κλαδιά

σαν την καταλυτική φωτιά

ενώ μέσα της καίνε της σέλβας

τα μάτια τα αλκοολικά

οι ασβοί γδέρνουν τα πόδια του ποταμού

κι οσμίζονται τη φωλιά

που μέσα και πάνω στη λαχταριστή

λιχουδιά της

θα χυμήξουνε με κόκκινα δόντια

και στο βάθος του μείζονος νερού

ίδιος κύκλος της γης

σκεπασμένος λάσπη λειτουργική

θρησκευτικός και αδηφάγος

κείται ο γίγας ανακόντα.

 

02. Voy A Vivir  – Εγώ θα ζήσω.  

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, Δανάη Στρατηγοπούλου

Εγώ δεν θα πεθάνω 

Τώρα τούτη τη μέρα τη γεμάτη ηφαίστεια

κινάω για τα πλήθη, τη ζωή. 

Αφήνω ταχτοποιημένα εδώ τούτα τα πράγματα, 

σήμερα που οι πιστολάδες σεργιανίζουν με τη “δυτική κουλτούρα” υπό μάλης,

με τα χέρια που σκοτώνουν στην Ισπανία, και τις κρεμάλες που αιωρούνται στην Αθήνα,

και την ατιμία που κυβερνάει τη Χιλή  και παύω πια να λέω. 

 θα μείνω εδώ 

 με λέξεις και λαούς  και δρόμους που με προσμένουνε ξανά, 

 και που χτυπούν με χέρια έναστρα την πόρτα μου.

 

03 Mi partido – Στο κόμμα μου.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, Δανάη Στρατηγοπούλου.

 

Αδερφοσύνη μου’ δωσες γι’ αυτούς που δε γνωρίζω.

Μου πρόστεσες τη δύναμη όλων αυτών που ζούνε.

Μου ‘δωσες την πατρίδα μου σα μια καινούρια γέννα.

Μου ‘δωσες την ευθύτητα που χρειάζετε το δέντρο.

Μου’ δωσες και τη λευτεριά που δεν την έχει ο μόνος.

Τη διαφορά κι ενότητα να βλέπω στους ανθρώπους.

Μες στη πραγματικόττα να χτίζω σα σε βράχο.

Και στα σκληρά των αδερφιών κρεβάτια να κοιμάμαι.

Την καλοσύνη μου’ μαθες σαν τη φωτιά ν’ ανάβω.

Τη δυνατότη της χαράς το μεγαλείο του κόσμου.

Το πώς πεθαίνει η πίκρα ενός μες σ’ ολονών τη νίκη.

Μ’ έκανες τοίχο του τρελού κι αντίπαλο του αχρείου.

Μ’ έκανες ακατάλυτον γιατί μου έχεις μάθει ότι με σένανε μαζί σ’ εμένα δεν τελειώνω.

Ότι με σένανε μαζί σ’εμένα δεν τελειώνω. 

 

04. Los Libertadores – 

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, Δανάη Στρατηγοπούλου

 

Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο της καταιγίδας, το δέντρο του λαού.

 Άπ’ τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του όπως τα φύλλα απ’ το χυμό, 

κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα της βουερής ανθρωποθάλασσας

ώσπου πέφτει στη γη ξανά.

 Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο που τράφηκε με γυμνούς νεκρούς,  

νεκρούς μαστιγωμένους και πληγωμένους νεκρούς με απίθανη όψη

παλουκωμένους σε κοντάρια, κομματιασμένους στην πυρά, αποκεφαλισμένους με τσεκούρια, πετσοκομμένους απ’ τα τέσσερα άλογα, σταυρωμένους μες στην εκκλησια,

 Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο  που ‘ναι οι ρίζες του ζωντανές,

πήρε μαρτυρικά νίτρο,

φάγαν οι ρίζες του αίμα  ρούφηξε δάκρυα απ’ το χώμα: τ’ ανέβασε με τα κλαδιά του, 

τα μοίρασε μες στην αρχιτεκτονική του,

Γίναν αόρατα λουλούδια, άλλοτε λουλούδια θαμμένα κι άλλοτε τα πέταλά τους

φωτίσαν σαν πλανήτες 

Κι ο άνθρωπος μάζεψε απ’ τους κλώνους

τα δεμένα μπουμπουκάκια

 χέρι, χέρι τα παράδωσε σα ρόδια ή μαγνόλιες,

και κείνα ευθύς τη γη ανοίξαν,

κι έφτασαν ψηλά ως τ ‘αστέρια. 

 

Αυτό το δέντρο των ελεύτερων. 

Το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο, το δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο, το δέντρο γροθιά, 

το δέντρο φωτιά. 

Το πνίγουν τα φουρτουνιασμένα νερά

του νύχτιου καιρού μας, 

μα στο κατάρτι ζυγιάζεται της εξουσίας του ο τροχός.  

Άλλοτε πάλι ξαναπέφτουν  τα κλαδιά σπασμένα απ’ την οργή  και μια στάχτη απειλητική

σκεπάζει το αρχαίο μεγαλείο του:  έτσι πέρασε μες από άλλους καιρούς 

έτσι ξέφυγε το άγχος το θανατερό, 

ώσπου ένα χέρι μυστικό, κάποια μπράτσα αναρίθμητα, ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια,  

έκρυψε αναλλοίωτους κορμούς, 

και τα χείλη τους ήταν τα φύλλα του πελώριου μοιρασμένου δέντρου 

που διασπάρθηκε σ’ όλες τις μεριές, που ταξίδεψε μ’ όλες του τις ρίζες

αυτό είναι το δέντρο, το δέντρο του λαού, όλων των λαών της λευτεριάς, του αγώνα.

 

Έλα ως τη χαίτη του, 

άγγιξε τις ξανανιωμένες του αχτίδες,

βύθισε το χέρι στα εργαστήρια όπου ο παλλόμενος καρπός του το φως του διαδίδει καθημερινά.

Σήκωσε τη γη τούτη στα χέρια σου,

μέθεξε σε τούτη τη λαμπρότητα,

πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου, την καρδιά σου και το άτι σου

και στήσε φρούριο στο σύνορο, στη μεθόριο της φυλλωσιάς του

Υπερασπίσου τα χείλη κάθε στεφάνης του, μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες, 

άγρυπνα για το τόξο της αυγής, στηρίζοντας το δέντρο, 

το δέντρο που μεστώνει καταμεσής στη γη.

 

05. Lautaro (1550) – Ο Λαουτάρο.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, Δανάη Στρατηγοπούλου.

 

Το αίμα αγγίζει ένα κοίτασμα χαλαζία.

Θεριεύει το πέτρωμα εκεί που πέφτει η στάλα.

Έτσι γεννιέται από τη γη ο Λαουτάρο.

Ήταν ο Λαουτάρο βέλος λεπτό.

Λυγερός και γαλάζιος ήταν ο πατέρας μας.

Η πρώτη του ηλικία ήτανε σκέτη σιωπή.

Η εφηβεία του ήταν αυτοκυριαρχία.

Η νιότη ήταν οδηγητής άνεμος.

Προετοιμάστηκε σα μακρύ ακόντιο.

Συνήθισε τα πόδια στους καταρράκτες.

Εκπαίδευσε το κεφάλι μες΄στα αγκάθια.

Ασκήθηκε στις δοκιμασίες του γουανάκο.

Έζησε στα φωλιάσματα των πάγων.

Άρπαξε την τροφή των αετών.

Έξυσε της βουνοκορφής τα μυστικά.

Συντήρησε τα πέταλα της φωτιάς.

Βύζαξε κρύαν άνοιξη.

Κάηκε στα λαρύγγια της κόλασης.

Έγινε κυνηγός σ΄άγρια όρνια.

Οι κάπες του βαφτήκανε με νίκες.

Διάβασε της νύχτας τις προκλήσεις.

Συγκράτησε τις πτώσεις του θειαφιού.

Έγινε γρηγοράδα, φως ξαφνιαστικό.

Πήρε τους αργούς ρυθμούς του φθινοπώρου.

Δούλεψε στις αθώρητες αϊτοφωλιές.

Κοιμήθηκε στων παγετώνων τα σεντόνια.

Εξομοιώθηκε με του βέλους τη διαγωγή.

Ήπιε στις στράτες το αίμα το αψύ.

Το θησαυρό άρπαξε των κυμάτων.

Έγινε απειλή σα σκοτεινός θεός.

Έφαγε σ΄όλα του λαού τα μαγεριά..

Διδάχτηκε το αλφάβητο της αστραπής.

Οσμίστηκε τις σκόρπιες στάχτες.

Τύλιξε με δορές μαύρες την καρδιά.

Διάβασε την κλωστένια σπείρα του καπνού.

Χτίστηκε με ίνες της σιγής.

Λαδώθηκε σαν την ψυχή της ελιάς.

Έγινε κρύσταλλο με σκληρή διαφάνεια.

Σπούδασε άνεμος της καταιγίδας.

Χτυπήθηκε ως να σβήσει το αίμα.

Τότε μόνο έγινε άξιος του λαού του. 

 

06. Sandino (1926) – Σαντίνο.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου.

 

Συνέβει τότε θάφτηκαν σε δικά μας χρώματα που ρήμαξαν, 

ανάπηροι, επαγγελματικοί, οι σταυροί.

Έφτασε το δολάριο με δόντια επιθετικά να δαγκάσει τη γη,

στον ποιμενικό λαιμό της Αμερικής.

Άρπαξε τον Παναμά μ΄ άγρια σαγόνια, έμπηξε στην αφράτη γη τα καπρόδοντα του, 

ανατάραξε στο βόρβορο ουίσκι κι αίμα κι αίμα κι όρκισε έναν Πρέδρο με ρεντικότα:

“Έσεται μεθ΄ημών η δωροδόκια ή επιούσιος”

Ύστερα ήρθε ο χάλυβας,

Και το κανάλι διαίρεσε τις κατοικίες: από δω οι αφέντες, από κει οι υπηρέτες.

Τρέξανε κατά τη Νικαράγουα.

Κατέβηκαν ντυμένοι στ΄άσπρα,

Ρίχνοντας δολάρια και μπιστολιές.

Εκεί όμως σηκώθηκε ένας καπετάνιος που είπε: “Όχι, δε θα φέρεις εδώ τις λιτανείες σου και τις μποτίλιες σου”

Του υποσχέθηκαν ένα πορτραίτο Προέδρου με γάντια, 

Με ταινία στο στήθος και γόβες από ολοκαίνουργιο λουτρίνι.

Ο Σαντίνο πέταξε τις μπότες του,

βουτήχτηκε στους πηχτούς βάλτους,

τυλίχτηκε γύρω του τη νοτισμένη ταινία της λευτεριάς μέσα στη σέλβα,

Και σφαίρα τη σφαίρα αποκρίθηκε στους «εκπολιτιστές»

Η βορειοαμερικάνικη λύσσα στάθηκε ανείπωτη: κατατοπισμένοι πρεσβευτές 

έπεισαν τον κοσμάκη πως η Νικαράγουα ήταν η αγάπη τους,

πως κάποτε έπρεπε να μπει στα νυσταλέα σπλάχνα της ο νόμος και η τάξη.

Ο Σαντίνο κρέμασε τους παρείσαχτους. 

 

07. Vienen Los Parajos – Έρχονται τα πουλιά.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου

 

Ολα ήταν πέταγμα στή γή μας.

Σταγόνες αίμα καί φτερό οί καρδερίνες, 

Άφαίμαζαν τή χαραυγή τού Άνάγουακ.

Τό τουκάν, αξιολάτρευτο ήταν κουτί

μέ καλογυαλισμένα φρούτα.

Τό κολιμπρί διαιώνιζε τά πρωτεϊκά

σπιθοβολήματα τής αστραπής

κι οί μικρές πυρκαγιές του

φουντώναν στόν άσάλευτο αγέρα.

 

Οί λαμπερόχρωμοι παπαγάλοι πλημμύριζαν

τά βάθη τών φυλλωμάτων

σα λάμες από πράσινο χρυσάφι

φρεσκοβγαλμένο άπ’ τόν πολτό

τού αποπνιχτικού βάλτου,

και μες από τα μάτια τους τα κυκλικά

ένας κίτρινος κοίταζε κρίκος

παλιός όσο τά όρυχτά.

Ολοι οί αητοί τ’ ούρανοϋ

σίτιζαν τό ματωμένο σόι τους

στό ακατοίκητο γαλάζιο,

καί μέ τά σαρκοβόρα του φτερά

πέταγε πάνω άπό τόν κόσμο

ό κόντωρ, ό βασιλιάς δολοφόνος,

καλόγερος έρημικός των ουρανών.

του χιονιού μαύρο χαϊμαλί,

λαίλαπα σέ γερακιού φωλιά.

 

Τό όρνέρο, με την επιδέξια μηχανική του

έφτιαχνε άπό λάσπη ευωδιαστή

μικρά εύηχα θέατρα

όπου εμφανιζόταν τραγουδώντας.

Τό άτάχακαμίνος πέρναγε

μπήζοντας τήν υγρή κρωξιά του,

στον όχθο τής ύπόγειας πηγής.

Η άραουκάνικη τρυγόνα έχτιζε

τραχιές φωλιές στους άγριόβατους

κι εκεί απίθωνε τό δώρο τό βασιλικό

τών πιτσιλωτών αυγών της.

 

Η λόικα τού Νότου, μυρωμένη,

γλυκιά φθινοπωρινή ξυλουργός,

καμάρωνε το έναστρο στήθος της

πλουμισμένο μέ πορφυρούς αστερισμούς,

κι ο ανταρκτικός τσινγκόλο άνασήκωνε

τή φλογέρα του πού μόλις περιμάζεψε

άπ’ τήν αιωνιότητα τών νερών.

 

Καί τό φλαμένκο, ύγρό νούφαρο,

άνοιγε τις ρόδινες

καθεδρικές του πύλες.

και φτερούγιζε σάν τήν αυγή

πέρ’ άπ’τό δάσος τό πνιχτό,

όπου κρέμονται τά πολύτιμα πετράδια

του κετσάλ, πού άξαφνα ξυπνάει,

άναδεύει, ξεγλιστράει καί σκάει τή λάμψη του

ταξιδεύοντας στά ύψη την παρθένα του φλόγα.

 

Φτερουγίζει ένα βουνό πελαγίσιο

κατά τα νησιά, ένα φεγγάρι πουλιά

πού οδεύουνε κατά τό Νότο,

πάνω στά λιπασματικά

νησιά τού Περού.

Είναι ένα ζωντανό ποτάμι από σκιά,

είναι κομήτης απροσμέτρητες

μικρές καρδιές,

πού τόν ήλιο σκοτεινιάζουν τού κόσμου,

ένα αστέρι μέ ουρά δασιά

πού άρμενίζει κατά τό άρχιπέλαγος.

 

Καί στό τέρμα τού οργισμένου

πελάγου, στή βροχή του ωκεανού

προβάλλουν τά φτερά τού άλμπατρος,

δίδυμα συστήματα άλατιού,

καί έγκαθιδρύουν στή σιωπή,

σέ χειμαρρώδεις μέσα τρικυμίες,

μέ τήν αυστηρή ιεραρχία τους

την τάξη τών μοναξιών.

 

08. La United Fruit Co. 

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου.

 

Όταν ήχησαν οι σάλπιγγες,

όλα είχαν ετοιμαστεί πάνω στη γη,

κι ο Ιεχωβά μοίρασε τον κόσμο σε Coca Cola Inc., 

Ανακόντα, Ford Motors και σε άλλες μονάδες.  

Η Εταιρία Φρούτων Inc. κράτησε γι’ αυτήν το πιο ζουμερό: το κεντρικό παράλιο της γης μου

τη γλυκιά μέση της Αμερικής. 

Της ξαναβάφτισε τα χώματά της, 

“Δημοκρατίες της Μπανάνας”  και πάνω στους ξεχασμένους νεκρούς,

 πάνω στους ταραγμένους ήρωες που καταχτήσανε το μεγαλείο, τη λευτεριά και τις σημαίες, ίδρυσε την “Όπερα Μπούφα” της: αλλοτρίωσε τις λεύτερες θελήσεις, 

πρόσφερε καισαρικά στέμματα,  εξαπόλυσε τον φθόνο, κουβάλησε τη διχτατορία “της Μύγας” μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος, μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνες, μύγα Ουβίκο, 

μύγες ποτισμένες με αίμα ταπεινό και μαρμελάδα, μύγες μπεκρούδες που βουίζουνε,

πάνω στα ομαδικά λαϊκά νεκροταφεία, μύγες τσίρκου, σοφές μύγες,

ειδικευμένες στην τυραννία.

Μέσα στις αιμόχαρες μύγες, ξεμπαρκάρει η “Φρούτων”,

ξεχειλίζοντας με καφέ και φρούτα τα καράβια της 

που ξεγλιστράνε σα νταβάδες με θησαυρούς

 απ’ τα στραγγαλισμένα μας χώματα.

 Και την ίδια ώρα, απ’ τις ζαχαρωτές, αβύσσους των λιμανιών, 

οι Ίνδιοι γκρεμίζονταν και θάβονταν μέσα στην πάχνη του πρωινού: κυλάει ένα κορμί, 

ένα πράμα χωρίς όνομα, ένα νούμερο πεσμένο,

 ένα κλαδί νεκρή οπώρα, λιωμένη στα σαπιστήρια.

 

09. America Insurrecta – Ξεσηκωμένη Αμερική.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου

 

Η γη μας, γη πλατιά ερημιές, 

πλημμύρισε βουητό, μπράτσα, στόματα.

Μια βουβαμένη συλλαβή άναβε λίγο, λίγο συγκρατώντας το παράνομο ρόδο,

ωσότου οι πεδιάδες δονήθηκαν όλο σίδερο κι καλπασμό.

Σκληρή η αλήθεια σαν αλέτρι έσκισε τη γη, θεμελίωσε τον πόθο, 

έπνιξε τις φύτρες της προπαγάνδας τους και λευτερώθηκε μέσα στη μυστική άνοιξη.

Είχε βουβαθεί το λουλούδι της, είχε κυνηγηθεί το συναγμένος φως της, 

είχε χτυπηθεί το μαζικό της προζύμι, 

των κρυμμένων λάβαρων το φιλί,

αυτή όμως ξεπετάχτηκε σκίζοντας τοίχους αποσπώντας τις φυλακές απ’ τη γη.

Κούπα της έγινε ο σκούρος λαός.

Παράλαβε το εξοστρακισμένο υλικό το διάδωσε στης θάλασσας τα πέρατα,

το κοπάνισε σ’ αδάμαστα γουδιά και βγήκε με χτυπημένες σελίδες και με την άνοιξη στο δρόμο. 

Ώρα χτεσινή, ώρα μεσημεριού, ώρα σημερινή ξανά, ώρα καρτερεμένη,

ανάμεσα στο λεφτό που πέθανε και σ’αυτό που γεννιέται,

στην αγκαθιασμένη εποχή της ψευτιάς. 

Πατρίδα, έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους από τέκνα αβάφτιστα, από μαραγκούς,

από κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί μια σταγόνα αίμα πετούμενο

και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή,

μες από εκεί που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας σε πιστεύανε παντοτινά θαμμένη.

Σήμερα, όπως και τότε, θα γεννηθείς απ’ το λαό.

Σήμερα θα βγεις μες απ’ το κάρβουνο και τη δρόσι.

Σήμερα θα καταφέρεις να τραντάξεις τις πόρτες με χέρια κακοπαθιασμένα,

με κομμάτια ψυχής που περισώθηκε,

με δέσμες από βλέμματα που ο θάνατος δεν έσβησε:

εργαλεία φοβερά κάτω απ’ τα κουρέλια, έτοιμα για τη μάχη.

 

 

10. Vegetaciones 

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης | Στίχοι: Pablo Neruda, Δανάη Στρατηγοπούλου

 

Στα χώματα, που δεν είχαν όνομα κι ούτε αριθμό κατέβαινε ο άνεμος από κυριαρχίες άλλες.

Έφερνε η βροχή κλωστές ουράνιες, και των κυοφορούντων βωμών, 

ο υγρός Θεός ξανάδινε τα λουλούδια και τις ζωές μέσα στη γονιμότητα,

αυγάταινε ο καιρός το χακαραντά, έσκαγε αφρό από  φωτοβολήματα γαλάζια,

η αραουκάρια με τις εχθρικές της λόγχες ήτανε η μεγαλοπρέπεια αντίκρυ στο χιόνι 

το αρχέγονο δέντρο καόβα διύλιζε στην κορφή του αίμα,

κι εκεί στο Νότο των αλέρσε

το δέντρο – κεραυνός, το κόκκινο δέντρο, το δέντρο – αγκάθι και το δέντρο μάνα,

το πορφυρό σέιβο, το δέντρο κάουτσο ήτανε χθόνιοι όγκοι, ήτανε ήχος,

υπάρξεις ήταν του χώρου τούτου. 

Ένα διάχυτο καινούργιο άρωμα πλημμύριζε, 

απ’ τις ρωγμές της γης, 

ανάσες που άλλαζαν σε μύρο και καπνό: ο χλωρός άγριος ταμπάκος ύψωνε

τους αέρινους φανταστικούς  ροδώνες του.

Βέλος που κορυφώνεται σε φλόγα πρόβαλε τ’ αραποσίτι, κι η κορμοστασιά του ξεκουκκίστηκε, και πάλι αναγεννήθηκε, σκόρπισε τ’ αλεύρι του, γέμισε νεκρούς κατ’ απ’ τις ρίζες του, 

και λίγο, λίγο, μέσα στο λίκνο του είδε να ξεπετιούνται οι θεοί των βλασταριών. 

Πλατωσιές και φαράγγια μοιράζονταν το σπόρο του άνεμου στης κορδιγιέρας τα φτερά,

φως πυκνά από σπειριά και βλασταράκια, 

τυφλή αυγή βυζαγμένη απ’ τους υπόγειους πηχτούς χυμούς 

της αδυσώπητης ζώνης των βροχών,

των κλειστών νυχτιάτικων πηγών, των πρωινών δεξαμενών. 

Κι ακόμα, στα λιβάδια σαν ελάσματα του πλανήτη, κάτω από ένα δροσερό λαό αστεριών το ομπού, βασιλιάς της βλάστησης σταματούσε το λεύτερο αγέρα, 

το βουερό πέταγμα και καβαλίκευε την πάμπα κρατώντας την με χιλιόκλαδα γκέμια και ρίζες.

 

Δρυμέ Αμερικάνε, άγριε βάτε μέσα στα πέλαγα 

από πόλο σε πόλο ελίκνιζες σαν πράσινο θησαυρό την πήχτρα της χλωρίδας σου. 

Βλάσταινε η νύχτα σε πολιτείες από σπάρους ιερούς σε ξύλο θροϊκό,

σε πελώρια φύλλα που σκέπαζαν το βλαστερό λιθάρι, τις γέννες.

Πράσινη μήτρα σπερματικό σεντόνι αμερικάνικο, πηχτή αποθήκη, ένα κλαδί φούντωσε σα νησί, ένα λουλούδι έγινε αστραπή και μέδουσα,

ένα τσαμπί στρογγύλεψε την περίληψη του,

μια ρίζα κατέβηκε ως τα ερέβη.

 

11. Amor America (1400) – Αμορ Αμέρικα.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Στίχοι: Pablo Neruda. Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου.

 

Πριν από την περούκα και την καζάκα ήταν τα ποτάμια,

ποτάμια αρτηριακά,

ήταν οι οροσειρές που πάνω στο φαγωμένο κύμα τους

ο κοντώρ και το χιόνι μοιάζαν ασάλευτα,

ήταν η υγράδα και η λόγχη, ο κεραυνός,

δίχως όνομα ακόμη, οι πάμπες οι πλανητικές.

 

Ο άνθρωπος γη ήτανε, στάμνα, βλέφαρο, τρεμουλιαστού πηλού,

μορφή του άργιλου, ήταν κανάτι καρίβε, 

πέτρα τσίμπσα κούπα ιμπέριαλ ή πυρίτης αραουκάνικος.

Τρυφερός και ματωμένος ήταν, 

αλλά στο στου όπλου του τη λαβή από υγρό κρύσταλλο τ΄αρχικά της γης ήτανε γραμμένα.

Κανείς δεν μπόρεσε ύστερα να θυμηθεί: ο άνεμος τα λησμόνησε, 

η γλώσσα του νερού θάφτηκε, οι κώδικες χάθηκαν ή πνιγήκανε στο αίμαή στη σιωπή.

 

Η ζωή δε χάθηκε, βοσκαδέρφια.

Μα σαν άγριο τριαντάφυλλο έπεσε μια πορφυρή σταλαγματιά στη λόχμη, 

και σβήστηκε ένα φωτιστικό της γης.

 

Εγώ είμαι εδώ για να πω την ιστορία.

Απ΄ την ειρήνη του βουβαλιού

ως τις μαστιγωμένες αμμουδιές της τελικής γης

ως εκεί που στοιβάχτηκαν όλοι οι αφροί, στο φως το ανταρκτικό, 

και στις σπηλιές των γκρεμνών της ζοφερής βενεζολάνικης ειρήνης σ΄αναζήτησα, 

πατέρα μου,

νεαρέ πολεμιστή από χαλκό και καταχνιά, κι εσένα γαμήλιο φυτό, 

αδάμαστη χαίτη, μάνα του κροκόδειλου, μεταλλική περιστέρα.

 

Εγώ, Ίνκαϊκος του κόκκινου άργιλου άγγιξα την πέτρα και είπα: Ποιος με περιμένει;

Κι έσφιξα το χέρι μου πάνω σε μια χούφτιά κούφιο κρύσταλλο.

Μα πήγα μες απ΄τα λουλούδια του σα-ποτέ κι ήταν το φως γλυκό σαν ελαφάκι, 

κι ήταν ίδιο πράσινο βλέφαρο ή σκιά.

 

Γη μου χωρίς όνομα, χωρίς Αμερική, στημόνι ισημερινό, δόρυ άλικο, 

το άρωμα σου σκαρφάλωσε πάνω μου απ΄τις ρίζες ως το ποτήρι 

που ΄πινα, ως την παραμικρή λέξη, αγέννητη ακόμα, στο στόμα. 

 

12. A Emiliano Zapata – Στον Εμιλιάνο Ζαπάτα.

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης. Στίχοι: Pablo Neruda. Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου.

 

Σαν πληθύναν οι συφορές πάνω στη γη 

κι οι ερημικές ξεραγκαθιές 

απόμειναν της αγροτιάς μοναδική κληρονομιά 

κι απαράλλαχτα σαν πρώτα οι αρπαχτικές 

μεγαλόπρεπες γενειάδες, και τα μαστίγια, τότε, ανθός και φωτιά μανιάσανε…

 

…Μπεκρούλα, φεύγω 

στην πρωτεύουσα πάω…

 

γάυγισε στο κοντό ξημέρωμα 

και σείστηκε απ΄τα μαχαίρια η γης, 

κι από τις πίκρες τρωγλοφωλιές της 

ο δουλεργάτης έπεσε σαν ξεσπειριασμένο αραποσίτι 

στην ερημιά που τρελαίνει.

 

…να πω στ΄αφεντικό 

που έστειλε να με φωνάξουν…

 

Τότε ο Ζαπάτα έγινε γη και αυγή. 

Ξεφύτρωσε σ’ ολόκληρο τον ορίζοντα το πλήθος της αρματωμένης σποράς του. 

Σε μιαν επίθεση σε νερά και σύνορα η σιδεροπηγή της Κοαγουίλα.

και τ’ αστρικά λιθάρια της Σονόρα, 

όλα σμίξανε στο βήμα του το πρωτοπόρο, 

στον καμπίσιο από αλογοπέταλα καταρράχτη του.

 

…πως απ’ το ράντσο αν φύγει 

γρήγορα θα ‘ρθει πίσω… 

 

Μοίρασ’ το΄ το ψωμί, τη γη: είμαι κοντά σου.

Εγώ τ΄απαρνιέμαι τα ουράνια βλέφαρα μου.

Εγώ, Ζαπάτα, ξεκινάω με τη δροσιά και με ιππικά

της αυγής, με μια ντουφεκιά μες απ΄τις φραγκοσυκιές

ώσαμε τα σπίτια με τα ροζ ντουβάρια.

 

…κορδελίτσες για τα μαλλάκια σου,

 μην κλαις τον Πάντσο σου… 

 

Πάνω στις σέλες κοιμάτε το φεγγάρι.

Ο θάνατος στοιβαγμένος και μοιρασμένος

κείτεται μαζί με τους στρατιώτες του Ζαπάτα.

Ό ύπνος κρύβει πίσω στα οχυρώματα της νύχτας της βαριάς τη μοίρα του, 

το σκοτεινό του επωαστικό σεντόνι.

Η φωτιά μαζεύει άγρυπνο αγέρι: λίπος, ιδρώτα, και νυχτιάτικο μπαρούτι.

 

…Μπεκρούλα, φεύγω 

για να σε ξεχάσω…

 

Ζητάμε πατρίδα για τον ταπεινωμένο, 

το μαχαίρι σου διαιρεί την πατρική κληρονομιά 

και οι ντουφεκιές και τα άτια κάνουνε 

τα βασανιστήρια και τα γένια του μπόγια να τρέμουν. 

Η γη μοιράζεται με το δίκανο. 

Αγρότη που σε τρώει το χώμα μην περιμένεις 

απ’ τον ιδρώτα σου το άπλερο φως, 

ούτε το στρέμμα τ’ ουρανού σου να στο φέρουνε

μπρος στα πόδια σου.

Πετάξου απάνω και κάλπασε με τον Ζαπάτα.

 

…Ήθελε να τη φέρω

μα είπε όχι…

 

Μεξικό, παράξενη γεωργία, 

αγαπημένο χώμα, 

μοιρασμένο στους μελαμψούς: απ’ τις λόγχες του καλαμποκιού 

ξεπετάχτηκαν στον ήλιο οι ιδρωμένοι κένταυροί σου. 

Απ’ το χιόνι του Νότου έρχομαι να σε τραγουδήσω. 

Άσε με να καλπάσω μες στη μοίρα σου, 

να πνιγώ στο μπαρούτι και στ’ αλέτρια.

 

….Κι αν είναι να κλαις 

γιατί να ξαναρθείς…

 

13. Nuruda Raquiem Eternam

     Μίκη Θεοδωράκη

 

Nuruda Raquiem Eternam

Δάκρυα για τους ζωντανούς

Αμέρικα σκλάβα

Σκλάβοι όλοι 

Λακρυμόζα

Ήσουν ο στερνός ήλιος

Τώρα κυβερνούν νάνοι

Ορφάνεψε η γη.

Nuruda Raquiem Eternam.

Άξιον Εστι. Κείμενο.

Άξιον Εστί – 1961 Παρίσι
Μίκης Θεοδωράκης – Οδυσσέας Ελύτης
Λαϊκό Ορατόριο σε τρία μέρη για Λαϊκό τραγουδιστή, Ψάλτη (Βαρύτονο), Αναγνώστη,

Λαϊκά όργανα, Συμφωνική μουσική και Μικτή Χορωδία.

Ι. Η Γένησης

Τότε είπε

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

ΑΥΤOΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

ΙΙ Τα πάθη.

Ιδού λοιπόν

Ιδού εγώ λοιπόν,

ο πλασμένος για τις μικρές τις Κόρες

και τα νησιά του Αιγαίου·

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

και μύστης των φύλλων της ελιάς·

ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.

-Ιδού εγώ καταντικρύ

του μελανού φορέματος

των αποφασισμένων

και της άδειας των ετών,

που τα τέκνα της άμβλωσε,

γαστέρας, το άγκρισμα!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή

προσβάλλει τα βουνά.

Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη,

να σε, στα Στενά!

Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα

κι άλλα πλούτη δεν είδα,

κι άλλα πλούτη δεν άκουσα

παρά βρύσες κρύες να τρέχουν

Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.

Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:

Στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω

Στα Στενά φρουρούς

τους ζέφυρους θα στήσω

τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω

που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία

και βροντή προσβάλλει τα βουνά.

Μοίρα των αθώων,

είσαι η δική μου η Μοίρα!

Η πορεία προς το μετώπο

Ξημερώνοντας τ’ Ἀγιαννιού, μὲ τὴν αὔριο τῶν Φώτων, λάβαμε τὴ διαταγὴ
νὰ κινήσουμε πάλι μπροστά, γιὰ τὰ μέρη ὅπου δὲν ἔχει καθημερινὲς καὶ
σκόλες. Ἔπρεπε, λέει, νὰ πιάσουμε τὶς γραμμὲς ποὺ κρατούσανε ὡς τότε
οἱ Ἀρτινοί, ἀπὸ Χειμάρρα ὡς Τεπελένι. Λόγω ποὺ ἐκείνοι πολεμούσανε ἀπ’
τὴν πρώτη μέρα, συνέχεια, κι εἶχαν μείνει σχεδόν οἱ μισοὶ καὶ δὲν
ἀντέχανε ἄλλο.

Νύχτα πάνω στὴ νύχτα βαδίζαμε ἀσταμάτητα, ἕνας πίσω ἀπ’ τὸν ἄλλο, ἴδια
τυφλοί. Μὲ κόπο ξεκολλῶντας τὸ ποδάρι ἀπὸ τὴ λάσπη, ὅπου, φορές,
ἐκαταβούλιαζε ἴσαμε τὸ γόνατο. Ἐπειδή τὸ πιὸ συχνὰ ψιχάλιζε στοὺς
δρόμους ἔξω, καθῶς μὲς στὴν ψυχή μας. Καὶ τὶς λίγες φορὲς ὅπου κάναμε
στάση νὰ ξεκουραστοῦμε, μήτε ποὺ ἀλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί κι
ἀμίλητοι, φέγγοντας μ’ ἕνα μικρὸ δαδί, μία-μία ἐμοιραζόμασταν τὴ
σταφίδα. Ἢ φορὲς πάλι, ἂν ἦταν βολετό, λύναμε βιαστικὰ τὰ ροῦχα καὶ
ξυνόμασταν μὲ λύσσα ὧρες πολλές, ὅσο νὰ τρέξουν τὰ αἵματα. Τι μας εἶχε
ἀνέβει ἡ ψεῖρα ὡς τὸ λαιμό, κι ἦταν αὐτό πιο κι ἀπ’ τὴν κούραση
ἀνυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ἀκουγότανε στὰ σκοτεινά ἡ σφυρίχτρα, σημάδι
ὄτι κινοῦσαμε, καὶ πάλι σὰν τὰ ζὰ τραβοῦσαμε μπροστὰ νὰ κερδίσουμε
δρόμο, πριχοῦ ξημερώσει καί μας βάλουνε στόχο τ’ἀεροπλάνα. Ἐπειδή ὁ
Θεὸς δὲν κάτεχε ἀπό στόχους ἢ τέτοια, κι ὅπως το `χε συνήθειο του,
στὴν ἴδια πάντοτε ὧρα ξημέρωνε τὸ φῶς.

Κι ὄτι ἤμασταν σιμὰ πολὺ στὰ μέρη ὅπου δὲν ἔχει καθημερινὲς καὶ
σκόλες, μήτε ἀρρώστους καὰ γερούς, μήτε φτωχοὺς καὶ πλούσιους, το
καταλαβαίναμε. Γιατί κι ὁ βρόντος πέρα, κάτι σὰν πίσω ἀπ’ τὰ βουνά,
δυνάμωνε ὁλοένα, τόσο ποὺ καθαρὰ στὸ τέλος νὰ διαβάζουμε τὰ ἀργό καὶ
τὸ βαρὺ τῶν κανονιῶν, τὸ ξερὸ καὶ τὸ γρήγορο τῶν πολυβόλων. Ὕστερα καὶ
γιατὶ ὁλοένα πιὸ συχνά, τύχαινε τώρα ν’ ἀπαντοῦμε, ἀπ’ τ’ ἄλλο μέρος
νά `ρχονται, οἱ αργές οἱ συνοδείες μὲ τοὺς λαβωμένους. Ὅπου ἀπιθώνανε
χάμου τὰ φορεία οἱ νοσοκόμοι, μὲ τὸν κόκκινο σταυρὸ στὸ περιβραχιόνιο,
φτύνοντας μέσα στὶς παλάμες, καὶ τὸ μάτι τους ἄγριο γιὰ τσιγάρο. Κι
ὅπου σὰν ἀκούγανε γιὰ ποὺ τραβούσαμε, κουνοῦσαν τὸ κεφάλι, ἀρχινῶντας
ἱστορίες γιὰ σημεία καὶ τέρατα. Ὅμως ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ προσέχαμε ἦταν
ἐκείνες οἱ φωνὲς μέσα στὰ σκοτεινά, ποὺ ἀνέβαιναν, καυτὲς άκόμη ἀπὸ
τὴν πίσσα τοῦ βυθοῦ ἢ τὸ θειάφι. “Ὄι, ὄι μάνα μου”, “ὄι, ὄι μάνα μου”,
καὶ κάποτε, πιὸ σπάνια, ἕνα πνιχτὸ μουσούνισμα, ἴδιο ροχαλητό, πού
`λεγαν, ὅσοι ξέρανε, εἶναι αὐτός ὁ ρόγχος τοῦ θανάτου.

Ἦταν φορὲς ποὺ ἐσέρνανε μαζί τους κι αἰχμαλώτους, μόλις πιασμένους
λίγες ὧρες πρίν, στὰ ξαφνικὰ γιουρούσια ποὺ κάναν τὰ περίπολα.
Βρωμούσανε κρασὶ τὰ χνώτα τους, κι οἱ τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ἢ
σοκολάτες. Ὅμως ἐμεῖς δὲν εἴχαμε, ὄτι κομμένα τὰ γιοφύρια πίσω μας,
καὶ τὰ λίγα μουλάρια μας κι ἐκεῖνα ἀνήμπορα μέσα στὸ χιόνι καὶ στὴ
γλιστράδα τῆς λασπουριᾶς.

Τέλος κάποια φορά, φανήκανε μακριά οἱ καπνοὶ ποὺ ἀνέβαιναν
μεριὲς-μεριές, κι οἱ πρῶτες στὸν ὁρίζοντα κόκκινες, λαμπερὲς
φωτοβολίδες.

Ένα το χελιδόνι

Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή

για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή

Θέλει νεκροί χιλιάδες να `ναι στους τροχούς

Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα μ’ έχτισες μέσα στα βουνά

Θε μου Πρωτομάστορα μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού

Το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου

σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος.

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ

Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση.

Σάλεψε σαν το σπέρμα σε μήτρα σκοτεινή

Το φοβερό της μνήμης έντομο μες στη γη

Κι όπως δαγκώνει αράχνη δάγκωσε το φως

Έλαμψαν οι γιαλοί κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές

Θε μου Πρωτομάστορα στα βουνά με θεμέλιωσες

Τα θεμέλιά μου στα βουνά

Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ’ ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ’ τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ’ την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!

Με το λύχνο του άστρου

Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα

στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου

που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν

Τ’ αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν

που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Η μεγάλη έξοδος

Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστικὴ τὰ παιδιὰ καὶ λάβανε τὴν
ἀπόφαση, ἐπειδὴ τὰ κακὰ μαντάτα πλήθαιναν στὴν πρωτεύουσα, νὰ βγοῦν
ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε
ἀπομείνει: μιὰ παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτὶ πουκάμισο, μὲ τὶς
μαῦρες τρίχες καὶ τὶ σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου εἶχε κράτος κι
ἐξουσία ἡ Ἄνοιξη.

Καὶ ἐπειδὴ σίμωνε ἡ μέρα ποὺ τὸ Γένος εἶχε συνήθειο νὰ γιορτάζει τὸν
ἄλλο Σηκωμό, τὴ μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιὰ τὴν Ἔξοδο. Καὶ νωρὶς
ἐβγήκανε καταμπροστὰ στὸν ἥλιο, μὲ πάνου ὡς κάτου ἀπλωμένη τὴν ἀφοβιὰ
σὰν σημαία, οἱ νέοι μὲ τὰ πρησμένα πόδια ποὺ τους ἔλεγαν ἀλήτες. Καὶ
ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, και γυναῖκες, καὶ λαβωμένοι μὲ τὸν
ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια. Ὅπου ἔβλεπες ἄξαφνα στὴν ὄψη τους τόσες
χαρακιές, πού `λεγες εἴχανε περάσει μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφόδρα
ταράχθηκαν. Καὶ φορὲς τρεῖς μὲ τὸ μάτι ἀναμετρῶντας τὸ ἔχει τους,
λάβανε τὴν ἀπόφαση νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο
πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μία πήχη φωτιὰ κάτω ἀπ’ τὰ σίδερα, μὲ
τὶς μαῦρες κάννες καὶ τὰ δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε
ἀνθός, δάκρυο ποτὲ δὲν ἔβγαλαν. Καὶ χτυπούσανε ὅπου νά `ναι, σφαλῶντας
τὰ βλέφαρα μὲ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τους κυρίευε. Σὰν νὰ μὴν
ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλάκερη τὴ γῆ γιὰ νὰ περάσει ἡ Ἄνοιξη παρὰ
μονάχα αὐτός, καὶ νά τον εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολὺ
μακριά, πέρ’ ἀπ’ τὴν ἄκρη τῆς ἀπελπισίας, τὴ Γαλήνη ποὺ ἔμελλαν νὰ
γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, καί οἱ
ἄντρες, καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ
δεκανίκια.

Καὶ περάσανε μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα. Καὶ θερίσανε πλῆθος τὰ
θηρία, καὶ ἄλλους ἐμάζωξαν. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐστήσανε στὸν τοῖχο
τριάντα.

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

και μυρσίνη συ δοξαστική

μη παρακαλώ σας μη

λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά

στα ηφαίστεια κλήματα σειρά

και τα σπίτια πιο λευκά

στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό

τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό

τους παλιούς μου φίλους καλώ

με φοβέρες και μ’ αίματα!

Ναοί στο σχήμα τ΄ουρανού – Ορχηστρικό.

Της αγάπης αίματα

Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν

και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε

οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων

μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο.

Στ’ ανοιχτά του πελάγου με καρτέρεσαν

Με μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε

αμαρτία μου να `χα κι εγώ μιαν αγάπη

μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο.

Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε

τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου

την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν

μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο.

(Κι από τότε γύρισαν καταπάνω μου

των αιώνων όργητες ξεφωνίζοντας

ο που σ’ είδε, στο αίμα να ζει

και στην πέτρα

μακρινή μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο.

Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα

μες στις πέτρες άνθισα και μεγάλωσα

των φονιάδων το αίμα με φως

ξεπληρώνω

μακρινή Μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο).

(Οι τρεις πρώτες στροφές είναι μελοποιημένες).

Ναοί στο σχήμα τ΄ ουρανού

Ναοί στο σχήμα του ουρανού

και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε

ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο

και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

Φύγανε φύγανε

και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας

χαλίκι μαύρο

και βροντές, η οργή των νεκρών

και αργά στον άνεμο τρίζοντας

εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά

φοβερά των βράχων τ’ αγάλματα.

Προφητικόν

Χρόνους πολλοὺς μετὰ τὴν Ἀμαρτία ποὺ τὴν εἴπανε Ἀρετὴ μέσα στὶς
ἐκκλησίες καὶ την εὐλόγησαν. Λείψανα παλιῶν ἄστρων καὶ γωνιὲς
ἀραχνιασμένες τ’ οὐρανοῦ σαρώνοντας ἡ καταιγίδα ποὺ θὰ γεννήσει ὁ νοῦς
τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τὰ ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτῖσις,
θὰ φρίξει. Ταραχὴ θὰ πέσει στὸν Ἅδη, καὶ τὸ σανίδωμα θὰ ὑποχωρήσει ἀπό
τὴν πίεση τὴ μεγάλη τοῦ ἥλιου. Ποὺ πρῶτα θὰ κρατήσει τὶς ἀχτίδες του,
σημάδι ὅτι καιρὸς νὰ λάβουνε τὰ ὄνειρα ἐκδίκηση. Καὶ μετὰ θὰ μιλήσει,
νὰ πεῖ: ἐξόριστε Ποιητή, στὸν αἰώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

– Βλέπω τὰ ἔθνη, ἄλλοτες ἀλαζονικά, παραδομένα στὴ σφῆκα καὶ στὸ ξινόχορτο.

– Βλέπω τὰ πελέκια στὸν ἀέρα σκίζοντας προτομὲς Αὐτοκρατόρων καὶ Στρατηγῶν.

– Βλέπω τοὺς ἐμπόρους νὰ εἰσπράττουν σκύβοντας τὸ κέρδος τῶν δικῶν
τους πτωμάτων.

– Βλέπω τὴν ἀλληλουχία τῶν κρυφῶν νοημάτων.
Λείψανα παλιῶν ἄστρων καὶ γωνιὲς ἀραχνιασμένες τ’ οὐρανοῦ σαρώνοντας ἡ
καταιγίδα ποὺ θὰ γεννήσει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ πρίν, ἰδοῦ, θὰ
περάσουν γενεὲς τὸ ἀλέτρι τους πάνω στὴ στέρφα γῆς.
Καὶ κρυφὰ θὰ μετρήσουν τὴν ἀνθρώπινη πραμάτεια τους οἱ Κυβερνήτες,
κηρύσσοντας πολέμους. Ὅπου θὰ χορτασθοῦνε ὁ Χωροφύλακας καί ὁ
Στρατοδίκης. Ἀφήνοντας τὸ χρυσάφι στοὺς ἀφανεῖς, νὰ εἰσπράξουν αὐτοὶ
τὸν μιστὸ τῆς ὕβρης καὶ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ μεγάλα πλοῖα θ’ ἀνεβάσουν
σημαίες, ἐμβατήρια θὰ πάρουν τοὺς δρόμους, οἱ ἐξώστες νὰ ράνουν μὲ
ἄνθη τὸν Νικητή. Ποὺ θὰ ζεῖ στὴν ὀσμή τῶν πτωμάτων. Καὶ τοῦ λάκκου
σιμά του τὸ στόμα, τὸ σκοτάδι θ’ ἀνοίγει στὰ μέτρα του, κράζοντας:
ἐξόριστε Ποιητή, στὸν αἰώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

– Βλέπω τοὺς Στρατοδίκες νὰ καῖνε σὰν κεριά, στὸ μεγάλο τραπέζι τῆς Ἀναστάσεως.

– Βλέπω τοὺς Χωροφυλάκους νὰ προσφέρουν τὸ αἷμα τους, θυσία στην
καθαρότητα τῶν οὐρανῶν.

– Βλέπω τὴ διαρκῆ ἐπανάσταση φυτῶν καὶ λουλουδιῶν.

– Βλέπω τὶς κανονιοφόρους τοῦ Ἔρωτα.

Καὶ τῶν ἀρχαίων Κυβερνητῶν τὰ ἔργα πληρώνοντας ἡ Χτῖσις, θὰ φρίξει.
Ταραχὴ θὰ πέσει στὸν Ἅδη, καὶ τὸ σανίδωμα θὰ ὑποχωρήσει ἀπὸ τὴν πίεση
τὴ μεγάλη τοῦ ἥλιου. Ἀλλὰ πρίν, ἰδοῦ, θὰ στενάξουν οἱ νέοι, καὶ τὸ
αἷμα τους ἀναίτια θὰ γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θὰ χτυπήσουν τὴν
καραβάνα τους πάνω στὰ κάγκελα. Καὶ θὰ ἀδειάσουν ὅλα τὰ ἐργοστάσια,
καὶ μετὰ πάλι μὲ τὴν ἐπίταξη θὰ γεμίσουν, γιὰ νὰ βγάλουνε ὄνειρα
συντηρημένα σὲ κουτιὰ μυριάδες, καὶ χιλιάδων λογιῶν ἐμφιαλωμένη φύση.
Καὶ θὰ `ρθοῦνε χρόνια χλωμὰ καὶ ἀδύναμα μέσα στὴ γάζα. Καὶ θά `χει
καθένας τὰ λίγα γραμμάρια τῆς εὐτυχίας.

Καὶ θά `ναι τὰ πράγματα μέσα τοῦ κιόλας ὡραῖα ἐρείπια. Τότε, μὴν
ἔχοντας ἄλλη ἐξορία, ποὺ νὰ θρηνήσει ὁ Ποιητής, τὴν ὑγεία τῆς
καταιγίδας ἀπό τ’ ἀνοιχτὰ στήθη τοῦ ἀδειάζοντας, θὰ γυρίσει γιὰ νὰ
σταθεῖ στὰ ὡραία μέσα ἐρείπια. Καὶ τὸν πρῶτο λόγο του ὁ στερνὸς τῶν
ἀνθρώπων θὰ πεῖ, ν’ ὰψηλώσουν τὰ χόρτα, ἠ γυναῖκα στὸ πλάι του σὰν
ἀχτίδα τοῦ ἥλιου νὰ βγεῖ. Καὶ πάλι θὰ λατρέψει τὴ γυναῖκα καὶ θά την
πλαγιάσει πάνου στὰ χόρτα καθὼς ποὺ ἐτάχθη. Καὶ θὰ λάβουνε τα ὄνειρα
ἐκδίκηση, καὶ θὰ σπείρουνε γενεὲς στοὺς αἰώνες τῶν αἰώνων!

Ανοίγω το στόμα μου

Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος

και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές

και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει

τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα

και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών

και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε

κρυφά για ν’ ακούν των ερώτων τα θαύματα.

(Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα και κατεβαίνω στον κήπο μου

και θάβω τα πτώματα των μυστικών μου νεκρών

και το λώρο το χρυσό των προδομένων

αστέρων τους κόβω να περάσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα και τιμωρώ τον αιώνα τους

εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές

κι από γιούλια και ναρκίσσους το καινούργιο

μαχαίρι ετοιμάζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου και ξαπολυούνται οι άνεμοι

κι ερείπια σαρώνουνε τις χαλασμένες ψυχές

κι απ’ τα νέφη τα πυκνά της καθαρίζουν

τη γη, να φανούν τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!)

(Οι δύο πρώτες στροφές είναι μελοποιημένες).

Σε χώρα μακρινή.

Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη Ζωή

και ο ύπνος δεν υπάρχει.

Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:

νυν και αιέν και άξιον εστί.

Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.

Τώρα μ’ ακολουθούν κορίτσια κυανά

κι αλογάκια πέτρινα

με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.

Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν

από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού,

άγιος, άγιος, φωνάζοντας.

Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας,

αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.

Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης,

μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.

Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.

Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι.

Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.

Γι’ αυτών τα δόντια η ρόγα που μεθά,

στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.

Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματά μου!

Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.

Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη Ζωή

και ο ύπνος δεν υπάρχει.

Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:

νυν και αιέν και άξιον εστί.

Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν

άξιον εστί το τίμημα.

ΙΙΙ. Δοξαστικόν

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη

χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου

η αλκή μες στο ζωο που οδηγεί τον ήλιο

το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα

Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα

ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος

οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες

η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε

που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο

που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια

που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας

οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια

οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι

και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαϊστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής

ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος

η Τραμουντάνα, η Όστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι

το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου

του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι

στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι

μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο

ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους

η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι.

ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο

τα νησιά με το σπόνδυλο καποιανού Δία

τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες

τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα φλόκο

Στο γαρμπή τ’ αρμενίζοντας πόντζα λαμπάντα

έως όλο το μάκρος τους τ’ αφρισμένα

με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια

Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος

η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη

η Κως, η Ίος, η Σίκινος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι

αντίκρυ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει

σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι

με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι

ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει

το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες

και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη

των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης

ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια

ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε :

ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή

Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται

Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία

Χαίρε της ερημίας των νήσων η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή

Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο

Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των κήπων

Χαίρε που αρμόζεις τη ζωνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή

Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει

μιάν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι

του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν

οι νεκροί άνθη της αύριον

Μιας νυχτός Ιουνίου η νηνεμία

γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι

το ζωάκι των άστρων που ανεβαίνει

της χαράς η στιγμή λίγο πριν κλάψει

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας

τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες

τα κορίτσια τ’ Αγγεία των Μυστηρίων

τα γεμάτα ως πάνω και τ’ απύθμενα

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα

τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα

τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι

τα ηλιόβόρα και τα σεληνοβάμονα

Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα

η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη

η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναίτιο δάκρυ

ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια

των παιδιών που κρατιούνται χέρι χέρι

των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται

Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια

ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη

το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη

και το μάλλινο έρημο μέσα στ’ αγιάζι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει

ποιό το “νυν” και ποιο το “αιέν” του κόσμου :

ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη

ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική

Αιέν αιέν ο λόγος και Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδόπτερων το νέφος το κινούμενο

Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία

Αιέν η βρωση της Ψυχής και η Πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο

Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός

Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο Μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών

Νυν η σποδός του Ανθρώπου

Νυν Νυν το μηδέν

και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ - ΠΡΟΣΘΕΤΑ

ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

 

Με τη μουσική των λέξεων: Η ποιητική γραφή του Μίκη Θεοδωράκη.

Αν η ποίηση δεν είναι περιοριστικά και μόνον η τέχνη του έναρθρου λόγου, αν η ποίηση είναι, όπως έγραφε ο Γιώργος Σαραντάρης, εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ, αν όπως υποστηρίζει ο Οδυσσέας Ελύτης αποτελεί το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας, αν το ποίημα είναι παντού όπως επίμονα επαναλαμβάνει ο Γιώργος Σεφέρης, τότε η περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσε στο σύνολό της να χαρακτηρισθεί ως γνήσια κι εξόχως ποιητική.Γιατί είναι ίσως ο τελευταίος αναγεννησιακός Έλληνας πού συλλαμβάνει καθολικά την ποιητική λειτουργία μέσα από την διαρκή εγρήγορση της σκέψης και της ευαισθησίας του, μέσα από την ανυπότακτη επαναστατικότητα του, από την άσβεστη διαμαρτυρία και διεκδίκηση, μέσα από την εναντίωση προς την τρέχουσα αντίληψη και οπωσδήποτε μέσα από την διαρκή αναζήτηση δημιουργίας.Δημιουργίας είτε με το αλφάβητο της μουσικής είτε της γλώσσας, ή και των πράξεων. Το υλικό της σκέψης και δράσης του είναι πάντα τα ίδια τα φαινόμενα της ζωής, το μέσον κάθε φορά και κατά περίπτωση ποικίλει σ’ αυτήν την αρχιτεκτονική του μέλλοντος στην οποία από νωρίς έχει τάξει τον εαυτό του.Πως λοιπόν θα μπορούσε να εξαιρεθεί απ’ την δημιουργική δραστηριότητά του η αυτονόητη καταφυγή στον κοινό κώδικα της γλώσσας και μάλιστα στην πιο μουσική της διάρθρωση, την ποιητική γραφή; Πως θα μπορούσε να εξαιρεθεί η ποίηση από έναν μουσικό πού ξέρει να σταθμίζει το ειδικό βάρος των λέξεων, να τιμά τη μετασχηματιστική ισχύ τους, να αποδεσμεύει την κρυφή τους δύναμη και νά δίνει ,χάρις στην υψηλή ποιητική νοημοσύνη του, μελοποιώντας ένα πολύτιμο ανθολόγιο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Πραγματώνοντας την ρήση του Pierre Reverdy «η τέχνη από και για τη ζωή, η ζωή για και από την τέχνη» και υπακούοντας στη μόνη πειθαρχία πού ξέρει και πού είναι η έμφυτη παρόρμηση ο Μίκης Θεοδωράκης παίζει με τη μουσική ενέργεια των λέξεων και γράφει σε στίχους.Ήδη από το 1942, μόλις δεκαεπτά χρονών και μέσα στη γερμανική κατοχή γράφει το «Σιάο», με όλη την ευαισθησία αλλά και τη ρητορικότητα που επιτρέπει η νεότητα, αφιερώνοντας τη συλλογή στις καρδιές εκείνων πού τολμούν ….Ακολουθούν τα πρώιμα ποιήματα του έρωτα και του πολέμου γραμμένα στην Τρίπολη και την Αθήνα την περίοδο ’42-’46. Τα ποιήματα της εξορίας γραμμένα στην Ικαρία το ’47 -εδώ βρίσκεται και το συγκινητικό σημειωματάριο «Το σπίτι με τούς σκορπιούς» με τα κατατοπιστικά και καλαίσθητα σχέδια του συνθέτη. Στη συνέχεια ακολουθούν ποιήματα της δεύτερης περιόδου εξορίας στην Ικαρία και την Μακρόνησο το ’48-’49 , το τραγούδι του Νεκρού αδελφού το ’61, τα δύο προφητικά τραγούδια του ’63. Ο Ήλιος και ο Χρόνος το ‘ 67 σε σκληρές συνθήκες κράτησης, τα τραγούδια του Ανδρέα το’ 68 για τον Ανδρέα Λεντάκη. Και συνεχίζει σε μία ακόμα εξορία στη Ζάτουνα το ’68-69 να γράφει τις Αρκαδίες -εκεί και το θαυμάσιο στην καθαρότητα του «Είχα τρεις ζωές η μία για να πονάει / η άλλη για να θέλει / κι η τρίτη για να νικά.Ακολουθούν τα τραγούδια του Αγώνα, ο Ωρωπός, κι αργότερα το ’70-’73 ποιήματα γραμμένα στο Παρίσι και την Λατινική Αμερική όπου ξεχωρίζει η μεγαλύτερη μονάδα της «Νεκρής Εποχής» για να συνεχίσει μετά την πτώση της δικτατορίας, στην μεταπολίτευση πια να γράφει ποιήματα όπως τον Διόνυσο, τη Βεατρίκη στην Οδό μηδέν ή και την μεγαλύτερη σύνθεση των Χαιρετισμών, ποίημα του 1981.Η πλειονότητα των ποιημάτων είναι σε παραδοσιακό στίχο -(έμμετρο-ομοιοκατάληκτο) απηχώντας τόσο τη δημοτική παράδοση -κυρίως τα θρηνητικά ποιήματα- όσο και την λόγια κλασσική, ποιήματα που δείχνουν ταυτόχρονα την πρώτη τους αφόρμηση αλλά και τον τελικό τους προορισμό που δεν είναι άλλος από τη μουσική. Πολλά από τα ποιήματά του θα αποτελέσουν αργότερα επιτυχημένα τραγούδια. Ωστόσο από το 1946 κιόλας στους «Πέντε στρατιώτες» αλλά και μετά, στην Νεκρή εποχή, στους Χαιρετισμούς θα υιοθετήσει την σύγχρονη γραφή του ελεύθερου στίχου.Δεν θα ‘ταν άσκοπο να επισημανθεί εδώ αυτό πού από γνώση και διαίσθηση αναγνωρίζει απόλυτα ο Θεοδωράκης: το γεγονός ότι η ποίηση έχει γι’ αυτόν μία υπόσταση διττή, από τη μία μεριά υπάρχει η ποιητική έρευνα πού δίνει την τολμηρή λυρική έκφραση, που ανασυνθέτει την πραγματικότητα, ποίηση που ξέρει ο ίδιος να επιλέγει και να μελοποιεί και από την άλλη μεριά υπάρχει η ελεύθερη, παρορμητική, απροσποίητη κατάθεση της ψυχής του, που ακολουθεί συγκινητικά τα κύματα της πολυτάραχης του ζωής.«Δεν είμαι ποιητής, γράφει ο ίδιος στο Χρέος, όταν όμως οι στίχοι αρχίζουν να σφυροκοπούν στο μυαλό μου, ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορούν να ντυθούν στο αίμα· πόσο μπορεί να με λυτρώσουν.»Και γράφει ο Θεοδωράκης κάτω από αυτή την ανάγκη λύτρωσης, από την ανάγκη σαφήνειας του γλωσσικού κώδικα και συνάμα από την ανάγκη να κατοικηθεί με ήχους έναρθρους η μοναξιά του.Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα θα πρέπει να διαβαστεί η περιπέτεια της ποιητικής του γραφής. Η αυστηρότητα φιλολογικών κριτηρίων η συνεξέταση των ποιημάτων του με την σύγχρονή του ποιητική παραγωγή, ή με τα αισθητικά ρεύματα του 20ου αιώνα, τον υπερρεαλισμό κυρίως, η ενδελεχής μελέτη της φόρμας και της πρωτοτυπίας στην εκφραστική θα παραπλανούσε τον αναγνώστη, βιάζοντας τον να δεχτεί προς στιγμήν την παράπλευρη αυτή δραστηριότητα του Θεοδωράκη ως το κύριο καλλιτεχνικό του πεδίο.Aς μην ξεχνάμε, ωστόσο, πόσο πολύτιμο υλικό για την κατανόηση της σκέψης και προσωπικότητας καλλιτεχνών παρέχουν πάντα οι παράπλευρες, του κύριου έργου τους δημιουργίες. Τα σχέδια και η μουσική του Λόρκα, τα τέσσερα κοριτσάκια του Πικάσο, τα λιμπρέτα του Μενότι, το εικαστικό έργο του Ελύτη, λειτουργούν όχι μόνο ως σημαντικά ντοκουμέντα αλλά και ως ένας πλάγιος φωτισμός που συμβάλλει στην σφαιρική κατανόηση της προσωπικής μυθολογίας του κάθε δημιουργού. Γίνονται οι εσωτερικοί καθρέφτες της ανύποπτης στιγμής του καλλιτέχνη, όταν δοκιμάζεται σ’ ένα διαφορετικό πεδίο από το δικό του, εκεί όπου μετριάζεται η ευθύνη και μεγιστοποιείται η χαρά της ελεύθερης έκφρασης.Για τον Μίκη Θεοδωράκη λοιπόν, τα ποιήματα γίνονται οι καθρέφτες του βλέμματος του, οι σιωπηλές κραυγές, τα εσωτερικά πορτραίτα των περιπετειών του, ή απλά όψεις μιας παράξενης και όμως μοναξιάς. Στιγμές είναι που διαγράφουν όλο το φάσμα της συναισθηματικής κλίμακας, στιγμές που φωτογραφίζουν τους έρωτες, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τους θρήνους, αλλά και τη συνεχή διεκδίκηση ελεύθερης και δίκαιης βίωσης για τον ίδιο, για όλους.Κάτω από τη μουσική ακούγεται η σιωπή γράφει κάπου ο Θεοδωράκης, κάτω όμως απ’ τη σιωπή σαν τα υποπετρίδια όνειρα των αρχαίων ξεμυτίζουν οι λέξεις, λέξεις πού στα χείλη του γίνονται το χνούδι του έρωτα, τα καρφιά του πολέμου, το μπουρλότο της επανάστασης. Αναζητά, αναζητά και βρίσκει «μία λέξη πού να μην περιέχει τη σιωπή» και την κάνει καθρέφτη αλλά και σύντροφό του. Της αποσπά το βάρος της σιγής και της δίνει τον ήχο της ψυχής του.Με γρήγορη λοιπόν κίνηση, ανασύρει απ’ τα «ποτάμια της νύχτας» τις δικές του σχεδίες – ποιήματα, επιβιβάζεται και προχωρεί ακάθεκτος μέσα στα νερά της δική του Ελλάδας. Μονολογεί αλλά και διαλέγεται ταυτόχρονα με τον σαν φανταστικό μα πάντα παρόντα άλλο, μιλά με την απροσποίητη αμεσότητα αυτού που αρθρώνει το σ’ αγαπώ για πρώτη φορά:
Σαν έρθει το βράδυ
και διώξει τη μέρα
θα να ‘ρθω κοντά σου
με τ’ όνειρό μου…. γράφει το ’42.
Για να συνεχίσει τέσσερα χρόνια μετά λέγοντας:
Το στήθος μου επλάτυνε πολύ για να χωρέσει
το μικρό γιασεμί που έσπειρες
με τα λεπτά σου δάχτυλα τούτη τη νύχτα
στην καρδιά μου….
Ή αργότερα, το 1987, θα πει απερίφραστα:
Βροχή μία Κυριακή
που μ’ έδεσες για πάντα Βεατρίκη πάψε να γελάς.
Η τρυφερότητα του ωστόσο μπορεί να γίνεται κατά τον άνεμο των γεγονότων και πούπουλο και μαχαίρι :Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τούς χτύπους το αίμα μετρώ είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο
σήμερα εσύ, αύριο εγώ γράφει στα τραγούδια του Ανδρέα, το ’68.
Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι αυθεντικός και παρά τη θέλησή του, με την τόλμη της ειλικρινούς πράξης, καταφέρνει χωρίς την έγνοια της καλλιέπειας να γίνεται αισθητικά γοητευτικός, μες τον λεπτό λυρικό του τόνο:Μενεξεδένια πολιτεία
στείλε μου το χέρι σου να μου χαϊδέψει τα μαλλιάγράφει στον Ήλιο και τον Χρόνο, και πάλι στους Χαιρετισμούς με επικριτική πλην όμως στοχαστική διάθεση θα δει τον νέο κόσμο:
Τώρα η Αθήνα γέμισε
με πόνο πολυτέλειας
αριστοκρατικό μακρινό
Με λέξεις κολλημένες στο κακό νέφος
Γέμισαν οι δρόμοι
περιττές ώρες
περιττά χρόνια
παραδεισιακές κολάσεις
δροσερές πυρκαγιές
Έχοντας πάντα αξεχώριστες μέσα του τις έννοιες του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους ο Μίκης Θεοδωράκης γίνεται το αόρατο φίλτρο που δέχεται το παν και το παντού της ελληνικής, της ανθρώπινης περιπέτειας για να δώσει το δικό του απόσταγμα ευαισθησίας, με την αυθορμησία παιδιού, αλλά και με την κατάνυξη του μοναχικού ιδιώτη «πού σα να μονολογεί σωπαίνει» ή που σα να σωπαίνει μονολογεί.Κύμα είναι και ξεσπά ο Μίκης Θεοδωράκης πάνω σε μία συχνά υπνώτουσα πραγματικότητα, με την λυρική του ιδιοσυγκρασία, με το δυναμικό στοχασμό του, με την πολύτροπη και ρωμαλαία μουσική του, με το σύνολο της αυθεντικά ποιητικής παρουσίας του.Χάρις σε κείνον, – όπως χάρις και σε άλλους μεγάλους καλλιτέχνες – μπορούμε νά θυμόμαστε πάντα ότι κι όταν έξω από την πόρτα μας υλακούν το συμφέρον, η βία, ο φανατισμός κι όλα τα ιδιωτικά και δημόσια παράγωγα της λέξης τρόμος, υπάρχει μία ευθεία γραμμή πενταγράμμου που βγάζει σε ξέφωτο, υπάρχει μία λέξη στο λευκό χαρτί πού ξέρει νά πνίγει τούς κάθε λογής δαιμόνους στο «άσπιλο του νου» της.«Κοιτάζω μία γραμμή στο πεντάγραμμο που έχω μπροστά μου, έγραφε ο Θεοδωράκης το ’69 και σκέφτομαι ότι αυτή και μόνο φτάνει για να σαρώσει σαν χάρτινο πύργο το καθεστώς της κτηνώδους βίας που εγκατέστησαν μπροστά στη πόρτα μου.»Μία γραμμή στο πεντάγραμμο, μία λέξη στη σελίδα, μία βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης κυρίες και κύριοι τα ισχυρά όπλα μιας ζωής, της ζωής του Μίκη Θεοδωράκη.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου από τα 1925 έως τα 1930 τα έζησα στη Λέσβο. Εκεί τα καλοκαίρια τα πέρασα σ’ ένα προάστιο της Μυτιλήνης, τη Βαρειά. Το σπίτι μας ήταν πλάι στη θάλασσα και τα βράδια συνηθίζαμε να κοιμόμαστε στο ύπαιθρο κάτω από τον έναστρο ουρανό. Ο πατέρας μου που τον ενδιέφερε η αστρονομία, αν και ήμουν πολύ μικρός, επέμενε να μου μιλά για τα ουράνια σώματα, τους αστερισμούς και τους γαλαξίες, έτσι που τελικά ο ουράνιος θόλος να χαραχτεί βαθειά μες στην ψυχή μου και να γίνει αναπόσπαστο μέρος του θυμικού και στη συνέχεια του πνευματικού μου κόσμου. Έτσι ο χάρτης με τον Γαλαξία του μουσικού μου έργου θα πρέπει να θεωρηθεί ως η αντανάκλαση εκείνου που χαράχτηκε στην παιδική μου ψυχή και που όπως αποδείχθηκε δεν ήταν για μένα μια απλή εικόνα με άστρα αλλά κάτι το πολύ βαθύτερο που έφτανε στα μύχια του εαυτού μου, που με αναστάτωνε και που όσο ωρίμαζα, συνειδητοποιούσα όλο και πιο πολύ ότι μετουσιωνόταν μέσα μου σε μια θάλασσα μουσικής που μου ζητούσε να ανακαλύπτω κάθε φορά κάποιες από τις αναρίθμητες μορφές της και να τις δίνω μια συγκεκριμένη μουσική υπόσταση.
Έτσι οδηγήθηκα στο να ακούω είτε να νομίζω ότι ακούω, όπως ο Πυθαγόρας, τη μουσική των πλανητών και των ουρανίων σφαιρών, για να καταλήξω στην διατύπωση της θεωρίας μου για την Συμπαντική Αρμονία, η οποία όμως στην ουσία επαναλάμβανε όσα είχαν ήδη αποκαλύψει οι Πυθαγόρειοι πριν από 2.500 χρόνια. Ασυγχώρητο βεβαίως από μία πλευρά είναι το ότι δεν γνώριζα τότε ακόμη (ήμουν 16 χρονών) τον Πυθαγόρα και την θεωρία του (τον ανακάλυψα αργότερα), αξιοσημείωτο όμως –ας μου επιτραπεί να πω- είναι το ότι κατέληξα έστω και μετά 2.500 χρόνια στα ίδια συμπεράσματα εντελώς μόνος, οδηγημένος βασικά από τις δικές μου εμπειρίες, τις οποίες απέκτησα γράφοντας μουσική.
Κατ’ αρχήν ο τρόπος με τον οποίο οδηγήθηκα στον δρόμο της μουσικής σύνθεσης υπήρξε προ παντός βιωματικός, με συμπτώματα ψυχοσωματικά, τα οποία με συνόδευσαν από την ηλικία των 12 ετών έως τα 77 μου χρόνια, τότε που τελείωνα την σύνθεση της Λυσιστράτης. Παρ’ ό,τι πιστεύω ότι τίποτα δεν είναι προαποφασισμένο και αναπόφευκτο στην αέναη αλληλεπίδραση φύσης και περιβάλλοντος, πρέπει να πω ότι η τυχαία αποκάλυψη της μουσικής με την απόκτηση ενός βιολιού με βοήθησε να ξεπερνώ αυτές τις τακτικές «κρίσεις» γράφοντας κατ’ αρχήν τραγούδια και στη συνέχεια συμφωνικά έργα. Το βιολί με οδήγησε στην θεωρία της Μουσικής και έτσι επετεύχθη η απαραίτητη συνεργασία μεταξύ ψυχής και αισθήσεων από τη μια και μυαλού, λόγου και γνώσεων από την άλλη. Κατά το αρχικό στάδιο, που θα ονομάσω στάδιο της γενέσεως της μουσικής μέσα από το ηχητικό χάος, είχα την αίσθηση ότι η πρωτογενής μουσική ύλη που κατέγραφα ήταν το αποτέλεσμα μιας ουσιαστικής ένωσης ανάμεσα σε μένα και στη συμπαντική αρμονία που με περιβάλλει. Γι’ αυτόν τον λόγο κάθε περίοδος γονιμοποιήσεως είχε μέσα της τα στοιχεία της αγωνίας, της οδύνης, της έκστασης και της υπέρβασης. Και όταν κάποτε περνούσα στο παραλήρημα, τότε οι ήχοι των πλανητών προέβαλλαν μέσα μου ευκρινώς, προκαλώντας μου ένα μαγικό δέος, που με γέμιζε με ακαθόριστη, σχεδόν νεφελώδη ευδία, ευτυχία, χαρά, πληρότητα, που ήταν η ίδια η γονιμότητα και συγχρόνως η θεϊκή αίσθηση ότι ενώνομαι με το Κέντρο της Συμπαντικής Αρμονίας, ωσάν να ήταν αυτός ο κύριος λόγος της ύπαρξής μου.
Πιστεύω δε ότι κάθε μουσικός δημιουργός δεν μπορεί παρά να «ακούει», έστω κι αν δεν το έχει συνειδητοποιήσει, τον ήχο από την συμπαντική αρμονία και να την καταγράφει, μιας και είμαι βέβαιος ότι ο καλλιτέχνης δεν είναι παρά ένα όργανο στην υπηρεσία αυτού του Θείου Νόμου.
Ακολούθησε η περίοδος της ξένης κατοχής (1941-44). Ήταν τότε μια εποχή που άρχιζα να βυθίζομαι όλο και πιο πολύ μέσα στη μουσική. Την Άνοιξη του 1941 μπήκαν τα ξένα στρατεύματα, Γερμανοί και Ιταλοί στην μικρή μας πόλη, την Τρίπολη, στο κέντρο της Πελοποννήσου. Η Ελλάδα εισήρχετο στην Μεγάλη Νύχτα και μαζί της κι εγώ. Αποκομμένος από την Αθήνα, όπου υπήρχαν τα μεγάλα Ωδεία για να σπουδάσει κανείς, ήμουν υποχρεωμένος να ανακαλύπτω μόνος μου με μόνη βοήθεια το βιολί μου την θεωρία και τους Νόμους της Μουσικής. Παράλληλα υπήρχαν τα βιβλία από τα οποία την μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές και φιλόσοφοι, καθώς και οι νεότεροι, με πρώτους τον Διονύσιο Σολωμό, τον Κωστή Παλαμά και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Λίγο αργότερα ήρθε να προστεθεί και ο Γιάννης Ρίτσος με τις τρεις μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις, την Εαρινή Συμφωνία, Το τραγούδι της αδελφής μου και το Εμβατήριο του Ωκεανού. Σαράντα χρόνια μετά, με βάση τα έργα αυτά θα συνέθετα την 7η Συμφωνία μου, που την ονόμασα «Εαρινή». Τέλος γοητευμένος από τον Ιησού Χριστό και την διδασκαλία του, πήγαινα συχνά στην εκκλησία, όπου στην αρχή συμμετείχα στην χορωδία για να κάνω στα 1942 το δικό μου χορωδιακό σύνολο για το οποίο κάθε Κυριακή συνέθετα καινούρια εκκλησιαστικά έργα. Κάποτε συνειδητοποίησα ότι το «αγαπάτε αλλήλους», δηλαδή η Αγάπη, είναι η συνεκτική πεμπτουσία της Αρμονίας, γεγονός που με έφερε πιο κοντά στον Χριστιανισμό.
Τα γράφω αυτά για να οριοθετήσω το πνευματικό και το ψυχικό μου στίγμα και να εξηγήσω πώς οδηγήθηκα στην αποκάλυψη της Συμπαντικής Αρμονίας. Μέσα σε όλες αυτές τις πνευματικές κυρίως ενασχολήσεις, η μοναξιά μου μεγάλωνε, γεγονός που μου επέτρεπε να βυθίζομαι όλο και περισσότερο στον εαυτό μου… Έτσι ανακάλυψα εντελώς μόνος τις μουσικές κλίμακες και τις αρμονίες της μουσικής, γεγονός που μου προκαλούσε ένα περίεργο συναίσθημα, λες και δημιουργούσα ο ίδιος έναν δικό μου κόσμο, μιας και ως τότε η ύπαρξη και τα έργα των μεγάλων συνθετών μού ήταν άγνωστα. Όμως αυτή η ψευδαίσθηση ότι τάχα ανακαλύπτω έναν νέο κόσμο εντελώς δικό μου, πολλαπλασίασε μέσα μου τις όποιες δημιουργικές μου δυνάμεις και με οδήγησε στη βεβαιότητα ότι επικοινωνώ με κάποιο αρχέτυπο αρμονίας και μουσικής, που μας περιβάλλει χωρίς να το γνωρίζουμε.
Παράλληλα μελετώντας τα βιβλία αστρονομίας που υπήρχαν στη βιβλιοθήκη μας, ξαναγύρισα στις αναμνήσεις του παιδιού που ήμουν τότε που ξαπλωμένος κάτω από τον ουράνιο θόλο του Αυγούστου στη Λέσβο, άκουγα τον πατέρα μου να μιλά για τα άστρα και τους αστερισμούς. Έτσι άρχισα να νοιώθω κάποια απροσδιόριστη σχέση ανάμεσα στο άπειρο και τον δικό μου μουσικό κόσμο, που τότε ανακάλυπτα. Καθώς έγραφα στο πεντάγραμμο μελωδίες που μόλις έβγαιναν μέσα από το τίποτα, τις θεωρούσα σαν ένα μικρό δώρο αλλά ταυτόχρονα και κάτι που αντανακλά ένα μουσικό – αρμονικό αρχέτυπο έξω από εμένα. Τέλος με την εξάσκηση και την ολοκληρωτική βύθιση στα μύχια της ψυχής μου συνειδητοποιούσα ότι με περιβάλλει ένας ωκεανός ήχων και αρμονιών και ότι το μόνο που είχα να κάνω ήταν να θυμάμαι μετά από κάθε περίοδο έκστασης ποια καινούρια μουσική ιδέα είχε καταγραφεί στο μυαλό μου. Έπρεπε όμως γι’ αυτό να κατακτώ καθημερινά καινούριες τεχνικές και μέσα μουσικής έκφρασης, με άλλα λόγια να προχωρώ στο βάθος της επιστήμης της Μουσικής ως ενός σημαντικού και αναπόσπαστου μέρους της Μουσικής Τέχνης.
Δεν ήταν όμως μονάχα η μουσική που με απασχολούσε και με ενδιέφερε τότε αλλά και η μεταφυσική, η θρησκεία και η φιλοσοφία. Η απάντηση στο ερώτημα που θέτει ο κάθε έφηβος στον εαυτό του: «ποιος είμαι, από πού έρχομαι και πού πάω», έπαιρνε τώρα για μένα ένα νέο περιεχόμενο και μια νέα διάσταση και κυρίως με οδηγούσε σε νέες αναζητήσεις. Γιατί απαντούσε μέσα μου στο βασικό ερώτημα για την ουσία και τον σκοπό της ύπαρξης, καθώς συνειδητοποιούσα όλο και πιο πολύ ότι είμαι ένα απειροελάχιστο όμως ενεργητικό μόριο του Σύμπαντος, αφού έχω την ιδιότητα να αντανακλώ δημιουργικά τον Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας και επομένως να συμμετέχω για όσο διάστημα θα υπάρχω σ’ αυτή την αέναη κίνηση του διαρκούς αρμονικού γίγνεσθαι. Πριν όμως καταλήξω οριστικά σ’ αυτή την βεβαιότητα, έθετα όπως οι περισσότεροι άνθρωποι ως υπέρτατο σκοπό της ζωής μου την αναζήτηση του Θεού. Δεν θυμάμαι πια την μορφή που του έδινα τότε στη φαντασία μου. Ήταν βέβαια ο Χριστιανικός Θεός, όχι όμως όπως τον περιγράφουν οι Ευαγγελιστές και η Καινή Διαθήκη.
Οφείλω εδώ να πω (ώστε να υπάρξει μια πλήρης εικόνα για κείνον τον έφηβο που προσπαθώ να σας παρουσιάσω όσο το δυνατόν περισσότερο ολοκληρωμένα), ότι ο πατέρας μου, φανατικός αναγνώστης και θαυμαστής της Παλαιάς Διαθήκης, με προσηλύτισε σε τέτοιο βαθμό, που όταν επί τριαντατρείς μέρες πολεμούσα με το όπλο στο χέρι στη μάχη του Δεκέμβρη στα 1944, είχα μαζί μου την Βίβλο και μάλιστα μη βρίσκοντας χαρτί σημείωνα καθημερινά το ημερολόγιο του πολέμου στις σελίδες εκείνες, όπου τα τυπωμένα κείμενα, ειδικά του Δαυίδ και του Σολομώντα, αφήνουν μεγαλύτερα λευκά περιθώρια! Πρέπει να πω ότι με γοήτευε η ποιητικότητα αυτών των κειμένων, ενώ άλλων όπως του Ιώβ και του Εκκλησιαστή επηρέασαν βαθύτατα την σκέψη και την συμπεριφορά μου. Όμως ομολογώ ότι με φόβιζε ο Θεός του Ισραήλ, ο οποίος απαιτεί από τον άνθρωπο απόλυτη πίστη και τυφλή υπακοή, έτσι ώστε η παρουσία του να είναι ολοκληρωτική και καταλυτική, χωρίς να αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας και ελεύθερης βούλησης.
Αναζητούσα έναν Θεό χωρίς συγκεκριμένη μορφή και υπόσταση με τη βοήθεια του ποιητικού λόγου και της μουσικής. Το συμφωνικό έργο που ξεκίνησα να συνθέτω από τις αρχές του 1943 έως ένα μήνα μετά τα Δεκεμβριανά, τον Ιανουάριο του 1945, το ονόμασα Συμφωνία αρ. 1 και ήταν γραμμένο για τετράφωνη Χορωδία, Ορχήστρα εγχόρδων και σολίστ. Υπήρχε επίσης και ένας Αφηγητής που ξεκινούσε με λόγια που θα γινότανε έννοιες-κλειδιά στη θεωρία μου:
Το πιο ψηλό σκαλί της ευτυχίας θα φτάσεις
όταν δέσεις τη Μνήμη στο Ανύπαρχτο
κι όταν λυτρωμένος από τη φθορά
ζητήσεις την ακινησία της Αιωνιότητας.
Αυτό πού κρύβεται πίσω από το Φως!
Το πρόσωπό σου θα πάρει τότε
τη σύσπαση εκείνη των Αθανάτων
κι όλα θα ησυχάσουν και θα σιωπήσουν
ενώ η μεγάλη φωνή του θριάμβου
θα ‘χει υψωθεί σ’ έναν ήχο ασύλληπτο σαν Σιωπή.
Ευθύς μετά αρχίζει εναγώνια αναζήτηση του Θεού. Αυτή την αποστολή την αναλαμβάνει η χορωδία δηλαδή ο αρχαίος χορός. Ξεκινώ από το Σκοτάδι, την πιο μυστηριακή και συνάμα φοβερή, απειλητική και αινιγματική κατάσταση που μας τριγυρίζει και που προσωπικά δεν συμφιλιώθηκα μαζί της ποτέ:
– Ω Πνεύμα θείο του Σκότους
στάλαξε λήθη στην φλογισμένη ψυχή
των ταπεινών (…)
Όλα ζουν από Σε – όλα ζούνε για Σε.
Μες στα βάθη του Απείρου σε ζητάμε
στης καρδιάς μου τα σκοτάδια σε γυρεύω, Θεέ.
Ακολουθεί η αναζήτηση στη Φωτιά και στο Φως:
Δώσε φλόγα στην ψυχή (…)
Ξύπνα μ’ ένα κύμα φλόγας
τα σκοτάδια του Νου τα φριχτά (…)
Χύσε φωτιά! Δώσε στον Νου φτερά (…)
Φέρε Φως! Φέρε Φως!
τη Φωτιά που μας μεθά.
Εδώ υπάρχουν δύο έννοιες-κλειδιά: Η Φωτιά και η Μέθη. Το Άπειρο και ο Διόνυσος. Γιατί το Άπειρο; Ο επιφανής Πυθαγόρειος Φιλόλαος πίστευε ότι οι πλανητικές αποστάσεις έπρεπε να μετρούνται με βάση το «κεντρικό πυρ». Αυτόν τον πύρινο πυρήνα του Σύμπαντος που τον αποκαλούσε «Σπίτι του Δία», «Μητέρα των θεών», «Βωμό, δεσμό και μέτρο της Φύσης» και τον θεωρούσε φανταστικό άξονα γύρω από τον οποίο κινούνταν κυκλικά η Αντι-Γη ή Αντίχθων, η Γη, η Σελήνη, ο Ήλιος, οι Πλανήτες και τέλος στην εξωτερική σφαίρα του Σύμπαντος οι Απλανείς Αστέρες. Η Φωτιά επομένως γι’ αυτόν έρχεται πρώτη. Γιατί αυτή είναι η Πηγή του Φωτός και ο βασικός τρόπος ενέργειας του Απόλυτου. Τέλος η Φωτιά, όπως και η Μουσική, πάντοτε κατά τον Φιλόλαο, είναι δώρα προς τον Άνθρωπο. Η Φωτιά ξαναζεσταίνει τα κρύα υλικά που καταλήξανε στην δημιουργία της συμπυκνωμένης κατάστασης και όλων των κρύων και μορφοποιημένων τύπων ζωής.
Καθώς λοιπόν η Φωτιά ξαναζεσταίνει όσα υλικά αντικείμενα έχουν φυτρώσει και αναπτυχθεί κρύα, το αποτέλεσμα που ακολουθεί είναι να αποστάζεται και να βγαίνει απ’ αυτά, σε κάποιο στάδιο της αλλαγής, ένα καθαρό απόσταγμα. Απ’ την πλευρά της η Μουσική ως αντίγραφο επί της γης του πλανητικού (συμπαντικού) ήχου, προκαλεί μιαν επιστροφή δια μέσου της αντήχησης που δημιουργείται. Με την λέξη «επιστροφή» εννοεί προς την καθαρότητα, προς το καθαρό πνευματικό επίπεδο. Όπως ακριβώς και η Φωτιά, που προκαλεί καθαρότητα.
Μέσα στην Συμφωνία αρ. 1 κάνω λόγο και για την Ψυχή:
ΧΟΡΟΣ: Σε αναζήτησα μέσα στην καθαρτήρια
αναλαμπή της Φλόγας
και μέσα στις φωτεινές πτυχές
της Σκέψης και της Σοφίας.
Ό,τι όμως νόμιζα πως ήσουν Εσύ
δεν ήταν παρά ένα ξεγέλασμα
της ίδιας μου της Φαντασίας.
Τώρα απομένω ανίκανος κι ανίδεος
χωρίς να γνωρίζω εκείνο
που οφείλω να κάνω
κι η Ψυχή μου απομένει
γυμνή και μόνη.
ΦΩΝΗ : Η Ψυχή μου γυρεύει το Φως.
Οι Πυθαγόρειοι είχαν εξερευνήσει και συνδέσει την αρμονική τους θεωρία των πλανητικών σφαιρών με τη Μουσική και με την Ψυχή. Η σχέση ψυχής και πλανητών κατ’ αυτούς, ανάγεται σε μια ανώτερης μορφής εσωτερική κατάδυση, σε μια αστρική περιπλάνηση στις ρίζες του όντος, εκεί όπου η τραγική αγωνία του ανθρώπου μπροστά στην αδυναμία του να συλλάβει με τη διανόησή την ασυλληπτότητα του Απείρου και του Απέραντου, μετατρέπεται σε πόνο από τον οποίο επιδιώκει να απολυτρωθεί με την πνευματική ικεσία και την ψυχική έκσταση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η πυθαγόρεια προοπτική αναγωγής της ψυχής στη σφαίρα της πνευματικότητας αποσπάται από το ιδεώδες του ελληνικού ορθολογισμού και καταλήγει στον χώρο της Μαγείας. Όμως καθ’ ημάς η υπέρβαση του συγκεκριμένου ορθολογισμού μας οδηγεί σε ένα άλλο επίπεδο πνευματικότητας, την διονυσιακή υπέρβαση που ήρθε σαν αναπόσπαστο συμπλήρωμα της απολλώνιας συμμετρίας μέσα στην οποία αποκρυσταλλώνεται η έννοια του αισθητικά Ωραίου.
Πιστή αντανάκλαση της Συμπαντικής Αρμονίας βρίσκω στην αρμονική συνύπαρξη και μέθεξη μεταξύ Απολλώνιου και Διονυσιακού πνεύματος. Το αποτέλεσμά της τόσο στον τομέα της σκέψης και της φιλοσοφίας όσο προ παντός στον τομέα της τέχνης, αποτελεί ίσως το τελειότερο πρότυπο της λειτουργίας του Νόμου της Συμπαντικής Αρμονίας μέσα στην ανθρώπινη δημιουργία.
Ο Απόλλων υπήρξε ο κατ’ εξοχήν Θεός των Ελλήνων. Πίσω από την αναζήτηση και κατάκτηση του Ωραίου υπάρχει η τάση προς το Απόλυτο και η κυριαρχία των Καθαρών Ιδεών. Τα στοιχεία αυτά όμως συνέτειναν στην απογείωση από την αλήθεια της σάρκας και των αισθήσεων που από έναν άλλο δρόμο οδηγούν στον ψυχικό εξαγνισμό και στην ψυχική κάθαρση. Και από κει στην θεία Μέθη με την υπέρβαση του συμβατού και την κατάκτηση μιας καινούριας πνευματικότητας σημαδεμένης με το πυρακτωμένο σίδερο του τραγικού. Αυτό το μέγα έλλειμμα ήρθε να συμπληρώσει ο Διόνυσος επιβάλλοντας το δικό του «αληθές».
Ας δούμε όμως ποιο και τι είναι το διονυσιακό Αληθές. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του, με ποιες μορφές εκφράζεται και ποια η συμβολή του στην φιλοσοφική και καλλιτεχνική ζωή της αρχαιότητας. Και τέλος ποια η σημασία και η θέση που έδιναν στον Θεό Διόνυσο οι αρχαίοι Έλληνες. Ξεκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα πούμε ότι τον θεωρούσαν ισότιμο με τον Απόλλωνα και γ’ αυτό το δελφικό έτος ήταν μοιρασμένο σε δύο ίσα μέρη σ’ αυτούς τους δύο Θεούς, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο.
Ο μύθος θέλει τον Διόνυσο να είναι ο πρώτος που γεύτηκε τον καρπό της αμπέλου, τον οίνον και μέθυσε. Έτσι το στοιχείο της μέθης προστίθεται στη ζωή των ανθρώπων και κυρίως των Νυμφών και των Μαινάδων που τον ακολουθούν και που οργανώνουν οργιαστικές τελετές. Ο Έρωτας, τα όργια και η μέθη γίνονται σύμβολα της ενθουσιαστικής ζωτικότητας και της αενάου δημιουργίας.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο διονυσιασμός ως κοσμαντίληψη ολοκληρώνεται μετά την επιστροφή του Βάκχου από την Θράκη, την Λυδία και την Φρυγία, όπου μυείται στα ήθη και στις δοξασίες της Ανατολής.
Είναι επίσης περίεργο αλλά και συμβολικό το γεγονός ότι ο ανδρικός Θεός των αμπελουργών της Αττικής επιστρέφει από την Ανατολή ως Θεός γυναικώδης, αγένειος, με μορφή παρθενική και μακριά ξανθά μαλλιά, με βάδισμα χαλαρό και χαύνο! Όμως απ’ όπου περνά, οι Έλληνες παραφέρονται οδηγημένοι από οργιαστικές επιθυμίες. Ιδιαίτερα οι γυναίκες σπεύδουν να τον υπηρετήσουν και να αφιερωθούν στην λατρεία του επιδιώκοντας μέσα από την μέθη των αισθήσεων να φτάσουν στον εξαγνισμό της ζωής και τον καθαρμό της ψυχής.
Το πρώτο στοιχείο αυτής της νέας λατρείας ήταν να ανυψωθεί η ψυχή στο επίπεδο του ενθουσιασμού. Για τον σκοπό αυτόν χόρευαν με όλο τους το σώμα, με κινήσεις γρήγορες, κοφτές και ασύμμετρες, ενώ συγχρόνως τραγουδούσαν βγάζοντας ήχους διαπεραστικούς. Κάποτε απ’ αυτές τις άναρθρες κραυγές προέκυψαν οι Ωδές προς τον Τράγο –που ήταν μια από τις μεταμορφώσεις του Βάκχου, δηλαδή Ωδή στον Τράγο ίσον Τραγωδία. Ωδές που έγιναν η βάση για την γένεση της Τραγωδίας και την ανακάλυψη του θεάτρου.
Ας φανταστούμε μια τέτοια πομπή «Μαινάδων» να καταλήγει στις τριήμερες γιορτές που ονόμαζαν ΕΠΙΦΑΝΙΑ του Διονύσου. Οι Μαινάδες που συμβολίζουν την ερωτική διέγερση, προχωρούν μέσα στα δάση κρατώντας στο ένα χέρι δαυλό για να φωτίζουν και στο άλλο άγρια κλαδιά. Η νύχτα γύρω τους είναι πλανητική, όπως την περιγράφει ο μύθος. Μερικές κρατούν μουσικά όργανα, αυλούς και τύμπανα, άλλες υψώνουν φαλούς. Παίζουν μουσική, τραγουδούν και χορεύουν. Η οργιαστική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τις οδηγεί σε έκσταση. Τότε ξεσπούν πάνω στα άγρια ζώα που συναντούν, τα κατασπαράσσουν με τα χέρια τους, κόβουν τις σάρκες και πίνουν το αίμα.
Στις μυστικές τελετές που ακολουθούν, συμμετέχουν μόνο οι μυημένοι και οι απόλυτα αφοσιωμένοι στον Διόνυσο. Η ανταμοιβή τους είναι το ότι η ψυχή τους γεμίζει με αφάνταστες ηδονές και με μεθυστικές απολαύσεις φτάνοντας στην κάθαρση, στον εξαγνισμό, κατακτώντας τελικά τα επίπεδα της τελειότητας, του υπερκόσμιου βίου, με την υπέρβαση από την πραγματικότητα στη θεία μέθη! Τέλος κατά τους ορφικούς ο Διόνυσος κατέστη Θεός πάσχων, ο οποίος κατακτά την αθάνατη ευτυχία δια μέσου της λύπης και του θανάτου.
Από όσα εκθέσαμε παραπάνω προκύπτει ότι το διονυσιακό αληθές είναι το ότι η σάρκα, οι αισθήσεις και ο κόσμος των αισθήσεων κατακτούν θέση ισότιμη πλάι στο πνεύμα, στην περιοχή του έλλογου και του γνωστικού και με ό,τι άλλο χαρακτηρίζουμε πνευματικότητα.
Απόδειξη ότι ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά επιτεύγματα του ανθρώπου, η Τραγωδία, γεννιέται μέσα από τον δρόμο του Διονύσου αποδεικνύοντας την αναγκαιότητα του κόσμου των αισθήσεων ως προς την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως ηθικής και πνευματικής οντότητας.
Ο Διόνυσος συμπληρώνει τον Απόλλωνα με λατρευτικά στοιχεία που έχουν βασικά την καταγωγή τους στην Ανατολή. Αυτή η πρόσμιξη Ελλάδας – Ανατολής οδηγεί στην διαμόρφωση και κορύφωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γεγονός που συμβολίζει με τον καλλίτερο τρόπο την ισότιμη θέση που οι Έλληνες έδιναν στον Απόλλωνα και στον Διόνυσο. Πράγματι η ισορροπία ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνιο πνεύμα οδηγεί στην απόλυτη αρμονία που θα την βρούμε μέσα στα επιτεύγματα της ελληνικής σκέψης και τέχνης από την τραγωδία και την γλυπτική έως την αρχιτεκτονική. Έργα που κατά την άποψή μου αντανακλούν κατά τον υψηλότερο και πιστότερο τρόπο τον Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας.
Συνεχίζοντας τη δική μου εσωτερική κατάδυση και την αστρική μου περιπλάνηση στις ρίζες του όντος, συνειδητοποίησα με την βοήθεια της μουσικής αλλά και του φιλοσοφικού διαλογισμού την συνύπαρξη Αρμονίας και Χάους, ως μιας πρωτογενούς Αντίθεσης από την οποία πηγάζει η ύπαρξη και όλοι οι Νόμοι, πρόδηλοι και μυστικοί, που την καθορίζουν σε όλες της τις εκφάνσεις. Μέσα σ’ αυτή την ζωοποιό και ατέρμονη αντίθεση μεταξύ Χάους και Αρμονίας, πιστεύω ότι αντανακλάται ο μύθος του Θηβαϊκού Κύκλου με την Ιοκάστη ως την μήτρα του Χάους που γεννά ως αντιθέσεις, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη, οι οποίες συγκρουόμενες και αλληλοκαταστρεφόμενες οδηγούν στην αυτοκτονία και τον θάνατο της Ιοκάστης, δηλαδή στον θάνατο του Χάους, πάνω στον οποίο θα γεννηθεί η νέα Αρμονία, που όμως εμπεριέχει το σπέρμα της γέννησης ενός νέου Χάους, του Κρέοντα – Εξουσίας, που με τη σειρά του και δια της λύσεως των νέων αντιθέσεων που οδηγούν στον θάνατο της Αντιγόνης, καταλήγει στην Αρμονία με τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Όπου ο Σοφοκλής θα φροντίσει να τον εξαφανίσει μέσα στο ιερό δάσος του Κολωνού σαν να θέλει να διαιωνίσει αυτή την τελική λύτρωση του Οιδίποδα, σα μια ωραία αυταπάτη, ότι δηλαδή μπορεί να υπάρξει στην ανθρώπινη Μοίρα τέλος αρμονικό και αδιατάρακτο. Στην ουσία όμως, επειδή τίποτα δεν μένει σταθερό και αμετάλλαχτο, ας θεωρήσουμε την κατάκτηση αυτής της φανταστικής αρμονίας σαν ένα τέχνασμα του μεγάλου τραγικού ποιητή και σαν μια παρηγορητική προς τον εαυτό του χειρονομία εν όψει του επικειμένου θανάτου του και της προσδοκίας της αιώνιας γαλήνης που στερήθηκε στη γη.
Όμως ήδη η ύπαρξη του Κρέοντα και η ταύτισή του με το Χάος μας οδηγεί στη δημιουργία νέων αντιθέσεων που καταλήγουν στην θυσία της Αντιγόνης. Εδώ εμπλέκονται οι έννοιες της Εξουσίας και της Βίας, που ταυτίζονται με το Χάος και που γεννούν σαν αντίθεση τις έννοιες της Αγάπης και του Χρέους που οδηγούν στη θυσία της ζωής και δι’ αυτής στην κατάκτηση μιας νέας Αρμονίας.
Βλέπουμε λοιπόν πόσο στενές είναι οι σχέσεις μεταξύ του Ουρανού και της Γης, μεταξύ του Συμπαντικού Χάους και της Συμπαντικής Αρμονίας αφ’ ενός και της Μοίρας του Ανθρώπου αφ’ ετέρου.
Αυτές οι αντιθέσεις, ξεκινώντας από το Σύμπαν και το Άπειρο και καταλήγοντας στη Γη και τον Άνθρωπο, βρίσκονται σε μια διαρκή διαπάλη και σύγκρουση. Γεννούν συνεχώς νέες συνθέσεις, οι οποίες με τη σειρά τους καταλήγουν σε νέες αντιθέσεις και ούτω καθ’ εξής μέσα στον άχρονο χρόνο, χωρίς αρχή και δίχως τέλος. Τι είναι ο άνθρωπος μέσα σε όλα αυτά; Μια ασήμαντη και δυσδιάκριτη κουκίδα, της οποίας η διάρκεια είναι τόσο μικρή, που δεν μπορεί να υπολογιστεί. Σε σχέση με ένα δέκατο δευτερολέπτου του Απείρου, ίσως να χρειάζονται μετά το Μηδέν και το κόμμα και άλλα δισεκατομμύρια ή τρισεκατομμύρια μηδενικά για να μπορέσουμε να βάλουμε τελικά τη μονάδα και να υπολογίσουμε τον μέγα άνθρωπο που νομίζει ότι όλα έγιναν κατ’ εικόνα και ομοίωσή του.
Σημειώνω εδώ τις σπουδαιότερες αντιθέσεις:
Μηδέν και Άπειρο, Χρόνος και Άχρονος, Ύλη και Αντι-ύλη, Είναι και Μη Είναι, Ύπαρξη και Ανυπαρξία, Αρχή και Τέλος, Αρμονία και Χάος κλπ.
Στην Μουσική Επιστήμη υπάρχουν δυο βασικές θεωρίες: της Αρμονίας και της Αντίστιξης. Σε αντιστοιχία με τα άστρα και την κίνησή τους μελετάμε την κίνηση των φθόγγων, ώστε οι μεταξύ τους σχέση καθώς κινούνται μέσα στον χρόνο και στον χώρο (διάστημα) να οδηγεί τις τυχόν συγκρούσεις – διαφωνίες σε λύσεις – συμφωνίες. Όμως μετά τον Σένμπεργκ και τη σχολή του μερικοί συνθέτες επιλέγουν το Μουσικό – Ηχητικό Χάος σαν τη μοναδική πραγματικότητα μέσα στη μουσική σύνθεση. Η διαφορά μου μ’ αυτή τη Σχολή υπήρξε και είναι ότι ως Έλληνας θέτω σαν βάση της Μουσικής μου την παραδοχή ότι βασικό γνώρισμα του ανθρώπου ως πνευματικού όντος είναι η βαθειά του εξάρτηση από τον Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας.
Ωστόσο δεν φοβάμαι να δημιουργώ κι εγώ συνθήκες ηχητικού χάους μέσα στα μουσικά μου έργα, πάντοτε όμως σε διαλεκτική σχέση με την ηγεμονική θέση της αρμονίας, όπως μας την δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες μέσα από τη Φιλοσοφία, την μαθηματική τους σκέψη, την Ποίηση, την Γλυπτική, την Αρχιτεκτονική με αρχέτυπο τον Παρθενώνα, τους Αρχαίους Ναούς, την Μουσική, την Τραγωδία, όπου μέσα τους ο Νόμος της Συμπαντικής Αρμονίας κυριαρχεί σαν ένα βασικό συστατικό του ανθρώπινου όντος και της αδήριτης ανάγκης του να ταυτιστεί ψυχικά και πνευματικά με το ΟΛΟΝ, με τον Νόμο – Κέντρο της Συμπαντικής Αρμονίας.
Ας μου επιτραπεί να κάνω μια παρένθεση, μιας και αναφέρθηκα σ’ αυτό το αριστούργημα του Ικτίνου, τον Παρθενώνα:
Ο Γκαίτε απεκάλεσε τον Παρθενώνα «παγωμένη μουσική». Όμως για μένα ο Παρθενώνας είναι διακεκαυμένη, εκκωφαντική, ζώσα και συγχρόνως ουράνια θεϊκή μουσική. Η πιστότερη αποκάλυψη σε μάρμαρο του Νόμου της Συμπαντικής Αρμονίας. Το πρότυπο των αναλογιών του Ωραίου. Και γι’ αυτό συγκινεί τόσο βαθειά τον κάθε άνθρωπο κάθε φυλής, μόρφωσης και εποχής, καθώς –φαίνεται- μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει το είδωλο της Συμπαντικής Αρμονίας που ξυπνά, ερεθίζεται και διεγείρεται μπροστά στα έργα Τέχνης που αντανακλούν πιστά τους Νόμους της. Όσο πιο τέλεια είναι τα έργα αυτά ως προς την αντιστοιχία τους με την Ουράνια Αρμονία, τόσο περισσότερο ερεθίζουν τα είδωλα του Ωραίου που υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο ως η μεγαλύτερη –πιστεύω- δωρεά της ζωής προς τον άνθρωπο με σκοπό να τον θεοποιήσει ενώνοντάς τον με το Κέντρο της Συμπαντικής Αρμονίας. Με το Εν. Την Αρχή και το Τέλος. Τον Θείο Νόμο. Τον Θεό.
Συνεχίζω λοιπόν για τις θεωρίες της Αρμονίας και της Αντίστιξης: Η μεν θεωρία της Αρμονίας εξετάζει την στατική σχέση ανάμεσα στους φθόγγους – πλανήτες, η δε της Αντίστιξης τις σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων φθόγγων δηλαδή δύο ή περισσότερων ουρανίων σωμάτων εν κινήσει. Είναι φυσικό κατά την κίνηση αυτή μέσα στον χρόνο και στον χώρο να υπάρχουν συναντήσεις – συνηχήσεις όχι μόνο σύμφωνες αλλά και διάφωνες. Στην δεύτερη περίπτωση, για να μην οδηγηθεί αυτή η περαστική διαφωνία σε σύγκρουση και σε ηχητικό Χάος, η τέχνη της Αντίστιξης μας διδάσκει τους κανόνες, ώστε να υπάρξουν «λύσεις» σε κάθε σύγκρουση, δηλαδή σε κάθε διάφωνη συνήχηση που να οδηγούν σε νέες αρμονικές καταστάσεις.
Η διαλεκτική σχέση «Θέση – Αντίθεση = Σύνθεση», όπως και το αντίθετο, «Θέση χωρίς Αντίθεση = Αποσύνθεση», μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί τον πυρήνα του κάθε υπαρκτού. Τον πυρήνα της ζωής και την αιτία του θανάτου. Μέσα στην Αρμονία και στη Μουσική εάν θεωρήσουμε ότι η συνήχηση μεταξύ δύο φθόγγων αποτελεί τη λύση της μεταξύ τους αντίθεσης, τότε διαπιστώνουμε ότι η Μουσική είναι η κατ’ εξοχήν Τέχνη της διαρκούς εφαρμογής της διαλεκτικής σχέσης «Θέση – Αντίθεση = Σύνθεση».
Ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω μια μικρή παρένθεση αναφερόμενος στην πολιτική μου εμπειρία. Είναι γνωστό ότι είχα πολλές και μεγάλες διαφορές με διάφορες ηγεσίες της ελληνικής και της διεθνούς Αριστεράς. Οι περισσότερες από αυτές είχαν αφετηρία την περιφρόνηση από την πλευρά τους μέσα στην πράξη αυτού του βασικού διαλεκτικού Νόμου, περιφρόνηση που οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα. Γιατί τι έκαναν στην ουσία οι κομμουνιστές ηγέτες και ιδιαίτερα αυτοί που ήσαν επί κεφαλής Κρατών; Αποφάσισαν να καταργήσουν τον Νόμο των Αντιθέσεων πιστεύοντας ότι το Κόμμα μπορεί να είναι ταυτόχρονα και Θέση και Αντίθεση. Νόμιζαν ότι έτσι θα εξαφανίσουν τις πραγματικές αντιθέσεις. Όμως όσο περισσότερο πετύχαιναν στο σκοπό τους, μ’ άλλα λόγια όσο περισσότερο εμπόδιζαν να εκδηλωθεί ελεύθερα η ζωτική Αντίθεση που εξασφαλίζει την δημιουργό διαιώνιση της ζωής, τόσο λιγότερο λειτουργούσε ο Διαλεκτικός Νόμος και έτσι δεν υπήρχαν πια «συνθέσεις», δηλαδή ανάπτυξη και πρόοδος, έως ότου φτάσαμε στην αποσύνθεση, δηλαδή στην καταλυτική εφαρμογή του φυσικού νόμου «Θέση χωρίς Αντίθεση = Αποσύνθεση». Κλείνω την παρένθεση.
Η πεμπτουσία της Γνώσης έγκειται στην αποκάλυψη των αντιθέσεων μέσα στις οποίες γεννήθηκε ο Κόσμος. Όπως επίσης αποτελεί κορυφαία νοητική κατάκτηση ότι όλα τα αντίθετα είναι όμοια. Χάος και Αρμονία, Ζωή και Θάνατος, Μηδέν και Άπειρο, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Όμως ο άνθρωπος δεν είναι Θεός για να μπορέσει να αντιληφθεί και να βιώσει αυτή την κοσμογονική σύνθεση των αντιθέσεων, όπου η ταύτιση του θετικού με το αρνητικό είναι έννοια ασύλληπτη από την πεπερασμένη ανθρώπινη αντίληψη.
Επομένως θα πρέπει να επιλέξει ένα από τα δύο, την Άρνηση ή την Θέση, με κριτήριο ποιο από τα δύο τον βοηθά να υπάρξει και ει δυνατόν να υπάρξει καλά, εννοώντας με την λέξη «καλό» την εξασφάλιση της σωματικής, της ψυχικής και της πνευματικής ανάπτυξης.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος προσγειώνεται από τα Θεία στα εγκόσμια και προσπαθεί να βάλει τάξη στην αταξία και να ανακαλύψει την Αρμονία, ώστε να την επιβάλει επί του Χάους, θα οδηγηθεί βαθμιαία στις μέγιστες και καθοριστικές πνευματικές αναζητήσεις προς τις κατευθύνσεις της Φιλοσοφίας, της θρησκείας, της Επιστήμης, της Τέχνης, της Ηθικής και της Πολιτικής, ως απαραιτήτων εργαλείων για να ερευνήσει, να ανακαλύψει, να κρίνει και να αποφασίσει την μορφή και το περιεχόμενο της ζωής του και να οριοθετήσει τις σχέσεις του με τους άλλους δίνοντάς τους την μορφή και το περιεχόμενο που εκείνος πιστεύει ότι προσιδιάζουν στο ιδεώδες και στο εφικτό.
Η πορεία του ανθρώπινου γένους και των ανθρώπινων κοινωνιών με τις εκατοντάδες δοξασίες και προσεγγίσεις ως προς την ουσία και τη μορφή αλλά και τις έμπρακτες εφαρμογές που απορρέουν απ’ αυτές τις επί μέρους δοξασίες ως προς την Φιλοσοφία, την Θρησκεία, την Επιστήμη, την Τέχνη και την Ηθική, καθώς και αυτή η πολύμορφη, πολυεπίπεδη και πολυμερής εφαρμογή τους μέσα από την εξέλιξη των κοινωνιών, τα ιστορικά γεγονότα, τις ιστορικές εποχές, τα έθνη και τους λαούς, καταγράφει την ανθρώπινη Ιστορία, Θρησκεία, Επιστήμη, Τέχνη και Ηθική στο σύνολό της. Που μπορούμε επίσης να τη διατυπώσουμε με δυο λέξεις: Την ανθρώπινη Μοίρα.
Εδώ σημειώνω ότι οι πυθαγόρειοι πριν 2.500 και πλέον χρόνια έστρεψαν το βλέμμα τους προς τα ουράνια σώματα, τους πλανήτες αλλά και προς τους αριθμούς, προκειμένου να αντλήσουν συμπεράσματα και επιχειρήματα για την επιλογή της αρμονίας και της Μουσικής όχι μόνο ως θεμέλιο των ανθρωπίνων σχέσεων αλλά και ως ανάγκη προκειμένου να ανθίσει και να προχωρήσει προς την υπαρξιακή του ολοκλήρωση το ανθρώπινο είναι.
Πρέπει να πούμε όμως ότι πριν από τους Έλληνες οι Χαλδαίοι ανακάλυψαν τις τέσσερις πρωταρχικές διαστημικές συμφωνίες που προκύπτουν από την τμηματική διαίρεση της χορδής ως κυτταρικές οδηγητικές μορφές της συμπαντικής αρμονίας. Μάλιστα συνέδεαν τις αρμονικές αυτές σχέσεις με τις τέσσερις εποχές. Το διάστημα της 1ης (1:1, ένα προς ένα) με την Άνοιξη, της 8ης (2:1) με το θέρος, της 5ης (3:2) με τον χειμώνα και της 4ης (4:3) με το φθινόπωρο.
Στη Μουσική τα Διαστήματα αυτά και οι συνηχήσεις τους αποκαλούνται «καθαρά». Ακουστικά υπάρχει μια εξισορροπημένη, θα έλεγα ουδέτερη συνήχηση που δεν ενοχλεί αλλά και που αποφεύγει να δημιουργήσει ένα οποιοδήποτε συναίσθημα. Όμως πάνω από όλα τα διαστήματα αυτά δεν είναι μόνο καθαρά αλλά και «σύμφωνα» σαν δυο παράλληλες ηλιακές ακτίνες είτε σαν παράλληλες δωρικές κολώνες αρχαίων ναών. Κατ’ εξοχήν ο Παρθενώνας αντανακλά πιστά τη δομή και την σχέση των «καθαρών» μουσικών διαστημάτων της 8ης, της 4ης και της 5ης. Μένει να δούμε εάν η Χρυσή Τομή πάνω στην οποία βασίζονται οι αρχιτεκτονικές σχέσεις αντιστοιχεί με κάτι ανάλογο στη Μουσική. Πάντως είναι βέβαιο ότι τόσο η Χρυσή Τομή όσο και οι καθαρές αρμονικές σχέσεις αντανακλούν τον Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας.
Με άλλα λόγια ο ήχος και κατ’ ακολουθίαν η Αρμονία και η Μουσική αποτελούν το μέσον για την επανασύνδεση του ανθρώπου με τα αρχέτυπα της Δημιουργίας, δηλαδή –προσθέτω εγώ- με την Συμπαντική Αρμονία και το Χάος. Πιστεύω ότι για να υπάρξει αυτή η επικοινωνία και επανασύνδεση, θα πρέπει τόσο οι Νόμοι του Χάους όσο και της Αρμονίας να υπάρχουν και να λειτουργούν ως ατομικές αντιθέσεις μέσα σε κάθε κύτταρο ύπαρξης. Ο,τιδήποτε γεννηθεί, κουβαλάει μέσα του τους Νόμους του Χάους και της Αρμονίας και γι’ αυτό αντιδρά αναλόγως αυτού που δέχεται από την αντανάκλαση των Αρχετύπων. Και είναι εξ ίσου πιθανό να κατακτηθεί από το Χάος όσο και από την Αρμονία. Όπως για τον ίδιο λόγο, όπως απέδειξαν οι πυθαγόρειοι με την θεωρία των αριθμών (και όπως διαπιστώνεται στις σχέσεις μεταξύ των φθόγγων και των διαστημάτων της Μουσικής) η διαίρεση μεταξύ της ηχητικής καθαρότητας και της διαφωνίας είναι ταυτόσημη με κείνη που υπάρχει στους αριθμούς και στη Μουσική. Και επειδή ο Πυθαγόρας πίστευε ότι η Αρμονία του Σύμπαντος πρέπει να υπόκειται στη γενική θεωρία των αριθμών, αυτό σημαίνει ότι η Αρμονία του Σύμπαντος αντανακλάται πιστά στην εφαρμοσμένη μουσική θεωρία και πράξη, αφού η θεωρία των αριθμών ταυτίζεται με τη μουσική. Πράγματι τα εύηχα διαστήματα μιας οποιασδήποτε συνήχησης ανταποκρίνονται σε μια ιδιαίτερα απλή αναλογία αριθμών. Αυτή η αποκάλυψη ότι οι ποιοτικές διαφορές μπορεί να εξηγούνται και να ελέγχονται από τον μαθηματικό Λόγο, ήταν οπωσδήποτε πολύ σημαντική. Το διάστημα της 8ης (οκτάβας) υπήρξε το θεμέλιο και η βάση όπου δέσποζε η Αντίθεση του Άρτιου με το Περιττό, του Ενός με το Δύο και όπου η αντίθεση αυτή οδηγούσε στην τέλεια εναρμόνιση.
Ο Ηράκλειτος χρησιμοποιεί συχνά την λέξη «Λόγος». Ο Λόγος δεν είναι λογική. Λογική είναι μια θεωρία για την Αλήθεια. Λόγος είναι η ίδια η Αλήθεια. Ο Λόγος είναι υπαρξιακός. Η Λογική δεν είναι. Η Λογική είναι κατηγόρημα της νόησης και της θεωρίας.
Στα 1942, αναφερόμενος για πρώτη φορά στον Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας, έγραφα τα εξής: (Δρόμοι του Αρχάγγελου, τεύχος 1, σελ. 98, 99).
«Τα πάντα στο Παν αποτελούν μια τεράστια αποκρυσταλλωμένη Αρμονία, καθώς στροβιλίζονται γύρω από το Ιερό Κέντρο του Κόσμου. Η τελείωση του ανθρώπου αποκτάται με την ταύτισή του μ’ αυτό το κέντρο. Το Ιερό Κέντρο μας καλεί. Μας έλκει σαν τεράστιος μαγνήτης. Εμείς, όταν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, αισθανόμαστε αυτή την ασυγκράτητη έλξη.
Η ψυχή μας έχει σαν κύρια και σωτήρια ιδιότητα την αντανάκλαση. Όταν ένα φαινόμενο δυναμικό, που όμως έχει άμεση σχέση με τους νόμους που την διέπουν, τεθεί ζωντανό μπροστά της, τότε αυτή δεν το καθρεφτίζει μονάχα παθητικά, αλλά το μιμείται δυναμικά, πλαστικά και κινείται σύμφωνα με τη δική του κίνηση. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να βάλουμε απέναντί της έναν άλλο κόσμο Αρμονικό. Ποιος τον πλάθει; Η Φαντασία με τον Νου. Έτσι απέναντι στην μεγάλη, την συμπαντική αρμονία του «μεγάκοσμου» δημιουργείται ο «μικρόκοσμος».
Ο Κωστής Παλαμάς πίστευε ότι ο ρυθμός στην ποίηση –το ρυθμικό περπάτημα, όπως το λέει- συμβολίζει τον ρυθμό που κυβερνά το Σύμπαν. Εγώ, ως μουσικός, θα πρόσθετα και την Αρμονία. Δεν θέλει πολλή φιλοσοφία να συμφωνήσει ο οποιοσδήποτε έχει υψώσει το βλέμμα του στον έναστρο ουρανό και έχει δει την ρυθμική αρμονία που καθορίζει την κίνηση των άστρων. Ποιος είναι όμως ο Νόμος που τα καθορίζει όλα αυτά; Η Αρχή και το Τέλος, ο Συμπαντικός Νους; Ο Θεός; Πίστευα τότε ότι η Τέχνη είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να δημιουργήσει μέσα μας τον μικρόκοσμο, σε πλήρη αντιστοιχία με τον Κόσμο. Να μεταφέρει τον Νόμο που καθορίζει την Αρμονία του Σύμπαντος, μέσα μας. Να μας κάνει τον καθένα μας μικροσκοπικά ηλιακά και γενικά αστρικά συστήματα. Ώστε ο καθένας από μας να «κουρδιστεί» σύμφωνα με το Διάστημα που μας περιβάλλει. Να εναρμονιστεί η εσωτερική μας αρμονία με την Παγκόσμια. Και να γίνουμε έτσι μόρια ζωντανά της μίας και μόνης Αρμονίας, της Συμπαντικής. Αυτή η τελείωσή μας αντιστοιχούσε για μένα με τον υπέρτατο σκοπό της ζωής. Ειδεμή, είμαστε φρόκαλα που κινούνται τήδε κακείσε μέσα στους ανέμους της ζωής, ωσότου μεταβληθούμε σε σκόνη. Η Τέχνη, μπροστά στον νου και στην ψυχή του ανθρώπου, κάνει να κινούνται (νους και ψυχή) κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Δηλαδή, μεταφέρει τον Νόμο που την δημιουργεί μέσα στον Άνθρωπο. Όμως αυτός ο Νόμος δεν είναι άλλος από τον Νόμο του Σύμπαντος, της Ολικής Δημιουργίας. Οπότε, ο μυημένος συνταυτίζεται με την Παγκόσμια Αρμονία. Ζει!
Έτσι τελειώνει το αρχικό κείμενό μου που έμελλε να γίνει βάση για την συνθετική μου προσπάθεια και κανόνας για την στάση μου ως πολίτη, δηλαδή η ηθική και ιδεολογική μου πυξίδα.
Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν την Αρμονία ως την καθολική οργανωτική αρχή μέσα από την οποία μας αποκαλύπτεται η ουσία της άφαντης ενέργειας και το απόκρυφο νόημα της ύπαρξης. Η Αρμονία ως ενιαία και αδιαίρετη μορφή, αποτελεί το περιέχον και το περιεχόμενο της πνευματικής πεμπτουσίας, αμετακίνητη και κυριαρχική, ένα προαιώνιο μαθηματικό σύστημα σχεδιασμένο στο Άπειρο, με ιδεατές ακρίβειες και υπολογισμούς. Ο τρόπος με τον οποίο εποπτεύομε την ιδεατή διάσταση των πραγμάτων, εξαρτάται από τον ορισμό που δίδουμε στην Αρμονία. Σήμερα δεν νοείται να θεωρούμε ότι υπάρχει ένα και μόνο ιδεατό σημείο από το οποίο εξαρτώνται και ολοκληρώνονται όλες οι αξίες της ζωής. Το κάθε τι, από τα ουράνια σώματα έως τα άτομα και τα ηλεκτρόνια στον μακρόκοσμο και στον μικρόκοσμο βρίσκεται σε αέναη κίνηση και διαρκή ποιοτική αλλαγή.
Αντιθέτως ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι, ίσως για να ικανοποιήσουν την μεγάλη εσωτερική επιθυμία της ψυχής για την αξιολογική αποτίμηση του Ωραίου, κατέληξαν να θεωρήσουν ότι υπάρχει ένα Κέντρο ενωτικό μέσα στην φυσική πορεία των πραγμάτων. Εκεί η Αρμονία ταυτίζεται με την ιδανική εικόνα που είχαν οι αρχαίοι για την Μουσική που την θεωρούσαν ζωτικό σημείο συνάντησης του ατομικού με το καθολικό. Η άποψη αυτή οδήγησε τους Πυθαγόρειους να θεωρήσουν τον Ήχο με τον άυλο χαρακτήρα του ως ένα από τα πλέον ιδανικά μέσα για την επανασύνδεση των μύχιων δυνάμεων της ανθρώπινης ψυχικής πνευματικότητας με τα συμπαντικά Αρχέτυπα της δημιουργίας. Όπως λέει ο Ταίηλορ στο βιβλίο του για την Αρμονία των Πυθαγορείων, «η έρευνα της μικροκοσμικής ηχητικής τάξης (δηλαδή η μαθηματική τεκμηρίωση των μουσικών αναλογιών), θα πρέπει λογικά να οδηγεί στην ανακλαστική μακροκοσμική εξεικόνιση ως μυστικών του απειροτέλειου». (σελ. 17)
Εδώ κάνει την εμφάνισή της η Πυθαγόρεια «θεωρία των αριθμών», σύμφωνα με την οποία κάθε μορφή του επιστητού με βάση τις αριθμητικές αναλογίες που εμπεριέχει, μπορεί να ερμηνευθεί με την βοήθεια της μαθηματικής επιστήμης. Κατά τον ίδιο τρόπο και η Αρμονία όταν παίρνει την μορφή μιας αριθμητικής λειτουργικής μονάδας, μας παρέχει την δυνατότητα να κάνουμε παραλληλισμούς ανάμεσα στις ποιότητες της γήινης μουσικής και της ασύλληπτης υπερκόσμιας μουσικής.
Η αντίληψη αυτή για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, τονίζει τη στενή σχέση ανάμεσα στη μουσική και τα μαθηματικά, με κοινό μεταξύ τους χαρακτηριστικό την αρμονία. Επειδή ακριβώς ο αριθμός προκύπτει από την διαμάχη αντιθέτων, η μουσική και τα μαθηματικά συνδέονται με την αρμονία που συνενώνει τα αντίθετα. Δημιουργώντας μουσική ή μαθηματικά πλάθουμε έναν κόσμο ιδανικό.
Τέλος και σε σχέση με την δική μου άποψη για την ακατανίκητη έλξη της ψυχής να ταυτισθεί με το Κέντρο της Συμπαντικής Αρμονίας, οι Πυθαγόρειοι πιστεύουν ότι αν οι ανθρώπινές μας ατέλειες μας εμποδίζουν να δούμε τον πραγματικό ουρανό, τούτο δεν σημαίνει πως θα πρέπει να πάψουμε να αποζητάμε αδιάκοπα τη συνάντηση της ψυχής με την «ουσία», τη «μυστική ένωση», αρκεί η μουσική θεωρία να παραμένει ζωντανή.
Η καλά θεμελιωμένη αριθμητική τάξη που καθορίζει τις μουσικές σχέσεις των διαστημάτων, δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το κατάλληλο υπόβαθρο για την συνένωση του όντος με την πρωταρχική πραγματικότητα. Αυτό που αποκαλώ «Ιερό Κέντρο του Σύμπαντος».
Θα ήθελα εδώ να τονίσω για άλλη μια φορά κάτι που νομίζω ότι φαίνεται καθαρά: ότι η θεωρία αυτή για την ύπαρξη του Νόμου της Συμπαντικής Αρμονίας υπήρξε βασικά γέννημα της φαντασίας μου. Ο Νόμος της Αρμονίας όπως μπορούσε να τον αντιληφθεί κανείς από την κίνηση των άστρων και από άλλες λειτουργίες και φαινόμενα στον ζωικό και τον φυτικό κόσμο ήταν για μένα απλά βοηθητικά στοιχεία για να στηρίξουν την εσωτερική μου ανάγκη να συντονίσω τον ψυχικό και τον πνευματικό μου κόσμο με τον αρμονικό βηματισμό που μέσα από την φαντασία μου με οδηγούσε στο Σύμπαν που το ήθελα να είναι η Μήτρα που γεννά την Ενέργεια, την Αρμονία και τη Ζωή. Από τον Μακρόκοσμο των Γαλαξιών και των Άστρων έως τον Μικρόκοσμο του Ατόμου η ύπαρξη της ίδιας διαλεκτικής σχέσης «Θέση – Αντίθεση – Σύνθεση» μας επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτού του Νόμου της Συμπαντικής Αρμονίας.
Ο Αναξίμανδρος χρησιμοποιεί την λέξη «αϊδιον», δηλαδή «αέναο», για να περιγράψει την κίνηση του απείρου, που το κάνει να λειτουργεί σαν μια κοσμογονική μήτρα. Οι κόσμοι υπακούουν στον νόμο της αέναης (συνεχούς) γένεσης και φθοράς εξ ανάγκης. Και με την φράση «κατά χρεών», δηλαδή «κατ’ ανάγκην», υποκαθιστά την Μοίρα και την προσωποποιημένη θεότητα. «Όπως μέσα στην ζωή κυοφορείται ο θάνατος και στον θάνατο περικλείεται σπερματικά η ζωή, σαν τους σπόρους των φυτών που θάβονται στη γη για να βλαστήσουν, έτσι και οι κόσμοι ολοκληρώνουν τον χρόνο ύπαρξής τους και καταλήγουν εκεί απ’ όπου προήλθαν, στα σπέρματά τους, απορροφούμενοι από το άπειρο που τους γέννησε, για να ξεκινήσουν μετά εκ νέου τη ζωή τους αποχωριζόμενοι απ’ αυτό». (Προσωκρατικοί, ΙΙ, Εκδόσεις Κάκτος).
Ο Αναξίμανδρος πιστεύει ότι το άπειρο είναι που γεννά τα αντίθετα σαν ομοούσια ζεύγη. Γράφει «Από το άπειρο δημιουργούνται σπερματικές δυνάμεις που γεννούν ζεύγη αντιθέτων, το ξηρό και το υγρό, το θερμό και το ψυχρό (…). Αυτά τα αντίθετα βρίσκονται σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους… Όμως η υπεροχή του ενός ή του άλλου από τους κοσμολογικούς παράγοντες είναι περιορισμένη και εναλλασσόμενη. Κανένας τους δεν έχει περισσότερα προνόμια από τον άλλον ούτε δρα ανεξάρτητος και ανεξέλεγκτος, γεγονός που καθιστά τον κόσμο ένα αυτοδύναμο και αυτοελεγχόμενο σύστημα ισορροπίας δυνάμεων». (Idem)
Όλα αυτά με οδήγησαν στην αναζήτηση της σημασίας για το τι σημαίνει «υπάρχω» – «ζω». Και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ζω και υπάρχω μόνο τότε, όταν συντονίζομαι με τον βασικό Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας, οπότε γίνομαι ένα υπαρκτό και δραστήριο μόριο, καθώς η ατομική και ασήμαντη καμπύλη του χρόνου που μου δόθηκε θα αξιωθεί να ενωθεί με το Άπειρο, το Ακατανόητο, το ΕΝ, τον γαλάζιο αιθέρα και τον βόμβο των Σφαιρών.
Κατέληξα τελικά ότι επειδή μας είναι αδύνατο να συλλάβουμε την Λογική αυτού του Ακατανόητου Συμπαντικού Κέντρου είναι καλό να θεωρούμε την Άλογη Λογική του σαν ένα Παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς νόημα ή σκοπό.
Εκείνο που μένει βασικά είναι ο εαυτός μας και πώς θα ανταποκριθεί στην πεμπτουσία της δωρεάς της ζωής, που έστω και σαν παιχνίδι μας χαρίστηκε από το Ακατανόητο και το Ασύλληπτο. Πώς μέσα από τη ζωή θα μπορέσει να αντλήσει κανείς το μέγιστο της πραγματικής απόλαυσης, που μερικοί όπως εγώ την αναζητούν κυρίως στον πνευματικό και στον ψυχικό τους κόσμο, ίσως γιατί μέσα σ’ αυτές τις δύο σφαίρες αντλούν την μεγαλύτερη ψυχική και πνευματική ευδαιμονία.
Η λέξη «Αρμονία» κατά τον Όμηρο προέρχεται από τον «αρμό», που σημαίνει σύνδεσμος και την «συμφωνία» σαν αποτέλεσμα ισορροπίας. Όμως πίσω από αυτή την συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει μια εσωτερική ενότητα ως αποτέλεσμα ετερόκλητων δυνάμεων. (Κατά την Ελληνική Μυθολογία η Αρμονία υπήρξε η κόρη του Άρη και της Αφροδίτης). Και εδώ εφαρμόζεται η Αρχή «Θέση – Αντίθεση = Σύνθεση», αν θεωρήσουμε την Αρμονία ως μια τεταμένη ισορροπία μεταξύ δύο αντίθετων πόλων.
Κατά του Πυθαγόρειους η Αρμονία εκφράζει ένα συμπαντικό και προαιώνιο μαθηματικό σύστημα που αφορά το Άπειρο με ιδεατές αριθμητικές σχέσεις και υπολογισμούς, μέσα από τους οποίους αναδύεται η Αρμονία ως αδιαίρετη και ενιαία μορφή, ως το περιέχον και το περιεχόμενο του Λόγου.
Αντιθέτως σήμερα, όπως ήδη είπαμε, το κάθε τι, από τα απειροελάχιστα «άτομα» έως τα ουράνια σώματα και τα ηλεκτρόνια στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο και σε απειροελάχιστο διάστημα χώρου ή χρόνου, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση και διαρκή ποιοτική αλλαγή.
Σ’ αυτό συμφωνεί και ο Ηράκλειτος, που πιστεύει ότι η «καλλίτερη Αρμονία» όχι μόνο απορρέει από τα αντίθετα αλλά και καθορίζεται από αυτά. Επομένως πάντοτε κατά τον Ηράκλειτο η Αρμονία καθορίζοντας το Σύμπαν ως διευθύνουσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είναι μόνο συμφωνία αλλά και συμφωνία του ασυμφώνου και σύγκλιση του αποκλίνοντος.
Σε ό,τι αφορά τις δοξασίες των Χαλδαίων και άλλων λαών της Ανατολής σχετικά με την ανακάλυψη της διαστημικής αρμονίας, πρέπει να πούμε ότι οι Έλληνες προχώρησαν από τις προεπιστημονικές δοξασίες αυτών των λαών στη διατύπωση συγκεκριμένων ορθολογικών εξηγήσεων και τεκμηριωμένων φιλοσοφικών στοχασμών, έτσι που η ερμηνεία των μουσικών φαινομένων να βασιστεί επάνω σε ακριβείς τάξεις εννοιών.
Οι πυθαγόρειοι τεκμηρίωσαν μια γενική θεωρία κατά την οποία τα μουσικά διαστήματα εκφράζονται μέσα από σχέσεις Λόγων θετικών ακέραιων αριθμών. Περνώντας μια χορδή τεντωμένη ανάμεσα σε δύο σταθερά σημεία, το Α και το Β, άρχισαν να την διαιρούν σταδιακά σε δύο, τρία, τέσσερα ίσα μέρη και έτσι ανακάλυψαν ότι σε κάθε διαίρεση προέκυπταν τα «σύμφωνα» ή «καθαρά» της 8ης, της 4ης και της 5ης βαθμίδας της κλίμακας (βλ. το σχήμα που ακολουθεί).
Σχήμα 1
Μήκος Χορδής Λόγοι σχέσης Φθόγγος
Α – – – – – – – – – – — – – – – – Β ΑΒ = 1:1 DO
Α – – – – – – – – Γ – – – – – – – Β ΑΓ/ΑΒ ή ΓΒ/ΑΒ = 1:2 DO 2 (8va)
Α – – – – -Δ – – – – -Ε – – – – -Β ΑΕ/ΑΒ ή ΔΒ/ΑΒ = 2:3 SOL
Α – – – Ζ – – – Η – – – Θ – – – Β ΑΘ/ΑΒ ή ΖΒ/ΑΒ = 3:4 FA
Αυτή η κατάτμηση χορδής σύμφωνα με απλούς λόγους, 1:2, 2:3 και 3:4, πέραν των μαθηματικών σχέσεων μήκους αντιστοιχούν απολύτως στις σχέσεις συχνότητας των αντίστοιχων φθόγγων.
Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στο περίφημο «τετραόδιο» (λατινικά quadrivium) των τεσσάρων αρχών Σοφίας, δηλαδή της αριθμητικής, της μουσικής, της γεωμετρίας και της αστρονομίας, υπογραμμίζοντας ότι αυτός ο συσχετισμός της αστρονομίας με τη μουσική παρατηρείται ήδη μέσα στις μυθολογικές δοξασίες της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας.
Η αρχαία ελληνική μουσική θεωρία αναγνωρίζει δύο βασικές κατηγορίες διαστημάτων. Τα σύμφωνα και τα διάφωνα. (Νέστωρ Ταίηλορ «Η Αρμονία των Πυθαγορείων» σελ. 38, 39, 40, Εκδόσεις «Νεφέλη»).
Είναι βέβαια εκπληκτικό το γεγονός ότι η δεκάδα 1+2+3+4=10 και η αναγωγή της στις σχέσεις 2 προς 1, 3 προς 2 και 4 προς 3 αντιστοιχούν στα μουσικά διαστήματα που αποκαλούμε «σύμφωνα» ή «καθαρά». Δηλαδή της 8ης, της 4ης και της 5ης, στα οποία εμφανίζεται έστω έμμεσα και η Τρίτη μικρή δηλαδή ο αριθμός 5 σαν άθροισμα του 2 με το 3. Αργότερα, κατά τον μεσαίωνα, τα διαστήματα 3ης (μικρά και μεγάλα) άρχισαν να θεωρούνται κι αυτά «σύμφωνα».
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με τον όρο «σύμφωνο» και «διάφωνο» εννοούμε την συνήχηση των δύο φθόγγων ενός διαστήματος. Έτσι όταν συνηχούν οι παρακάτω φθόγγοι δημιουργούν «συμφωνία», δηλαδή ένα άκουσμα που το ανθρώπινο αυτί το δέχεται ευχάριστα.
Το ίδιο «σύμφωνα» συνηχούν και τα διαστήματα 6ης, μιας και η 6η δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναστροφή της 3ης.
Αντιθέτως το ανθρώπινο αυτί δέχεται με δυσφορία τα παρακάτω διαστήματα – συνηχήσεις και τα αποκαλεί κοινώς «φάλτσα»:
Επίσης τα διαστήματα της αυξημένης τετάρτης (που αποκαλείται «ο διάβολος στη μουσική») και της αυξημένης πέμπτης:
Το ερώτημα είναι: «Πώς καθορίζεται η ύπαρξη και η έννοια του σύμφωνου και του διάφωνου; Με ποια κριτήρια; Και με ποιες πειραματικές επαληθεύσεις; Η συνήθης απάντηση είναι «γιατί έτσι το θέλει το ανθρώπινο αυτί και έτσι το δέχεται ή το απορρίπτει η ανθρώπινη ψυχή». Γιατί όμως; Γιατί το «σύμφωνο» μας γεμίζει με φως και μας προκαλεί ψυχική ευδαιμονία και πνευματική ανάταση, ενώ αντίθετα «το διάφωνο» δημιουργεί μέσα μας αναταραχή, δυσφορία, ψυχικό αδιέξοδο και πνευματικό τραύμα; Άρα θα πρέπει να υπάρχει μέσα μας από την γέννησή μας ένα αρχέτυπο Αρμονίας που πάλλεται θετικά στην περίπτωση της ηχητικής συμφωνίας και αρνητικά στην περίπτωση της ηχητικής διαφωνίας (που ονομάζεται και κακοφωνία). Άρα η Αρμονία στη Μουσική αντιστοιχεί στην Αρμονική συνύπαρξη των άστρων και των Γαλαξιών, ενώ η Δυσαρμονία στο Χάος.
Από την εποχή του Πυθαγόρα η ποιοτική κατανομή των διαστημάτων σε ομάδες «συμφωνίας» και «διαφωνίας» ακολουθεί ένα αυστηρό σύστημα αξιών με βάση τη συγγένεια και την ενότητα. Ο Πυθαγόρας προώθησε την ιδέα της διαχρονικής αντικειμενικότητας της μουσικής στην ενοραματική γνώση του καθαρού Λόγου. Όφειλε να παρουσιάσει σε υλική παράσταση το απόλυτο και το νοητό και παράλληλα να μετουσιώσει σε πνευματική την πεπερασμένη υλική και αισθητική πραγματικότητα. Έτσι κατέληξε στην ιδέα ενός συμβόλου που να δίνει την άμεση υλική υπόσταση σε πράγματα απρόσιτα στην αίσθησή μας. Ώστε μέσω του συμβόλου να επιτευχθεί ο συνδυασμός της εγκοσμιότητας με την υπερβατικότητα και να δίνεται η αίσθηση του απέραντου μέσα σε πεπερασμένες μορφές. Το σύμβολο αυτό που ονομάσθηκε αρμονία των Σειρήνων ήταν η τετρακτύς, που ανακηρύχθηκε σε σύμβολο «παγάν αενάου φύσεως» δηλαδή αιωνία πηγή της Φύσεως. (Νέστωρ Ταίηλορ «Η Αρμονία των Πυθαγορείων» σελ. 43, 44, Εκδόσεις «Νεφέλη»).
Το στοιχείο εκείνο που με γοητεύει και με φέρνει κοντά στους Πυθαγόρειους είναι το ότι και μόνο η επίμονη αναζήτηση (του ιερού «γιατί»), ώστε να διαφανεί η τάση προς κάποια ανώτερη διαρθρωτική μορφή, συγκροτεί από μόνη της μία υπερβατική αλήθεια που φέρει τον άνθρωπο σε μια «ομοιωματική» σχέση με τον Θεό. Δηλαδή η αναζήτηση του Θεού μέσα από την μουσικοποιητική σύνθεση της Συμφωνίας αρ. 1 στα πρώιμα εφηβικά μου χρόνια έρχεται να συναντήσει μια φιλοσοφία που με βάση την θεωρία των αριθμών και την μελέτη των γεωμετρικών σχημάτων γίνεται όργανο και προπομπός για την υπέρβαση του παροδικού κόσμου των φαινομένων με τελικό στόχο την ενατένιση της πραγματικής Ιδέας. Για κάποιον που αποζητά απεγνωσμένα την συνάντηση της ψυχής με την ουσία, την «μυστική ένωση» και να δει τον πραγματικό ουρανό, η πυθαγόρεια σκέψη έρχεται να τον ενισχύσει σε μια στιγμή που νόμιζε ότι ήταν έρμαιο παραισθήσεων. «Τα πάντα στο παν» θυμίζω ότι έγραφα, «αποτελούν μια τεράστια αποκρυσταλλωμένη Αρμονία. Η τελείωση του ανθρώπου αποκτάται με την ταύτισή του μ’ αυτό το Κέντρο. Το ιερό Κέντρο μας καλεί. Μας έλκει σαν τεράστιος μαγνήτης. Εμείς όταν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, αισθανόμαστε αυτή την ασυγκράτητη έλξη». Εδώ η λέξη «γνωρίσουμε» μας παραπέμπει στο σωκράτειον «γνώθι σαυτόν» σαν προϋπόθεση για την προετοιμασία μας γι’ αυτήν την «μυστική ένωση».
Και φτάνουμε στην εκπληκτική παρατήρηση του Αναξίμανδρου για τις αποστάσεις των ουρανίων σωμάτων και την περιφορά των πλανητών γύρω από την τροχιά τους, η οποία εξαιτίας της αέναης τριβής τους με τον γαλαξιακό αιθέρα προκαλούσε έναν μουσικό βόμβο που τον ονόμασε «Μουσική» ή «Αρμονία των Σφαιρών». Είχε μάλιστα σχηματίσει μια ιδανική μουσική κλίμακα, της οποίας οι φθόγγοι ήσαν το τονικό ύψος του κάθε πλανήτη, ανάλογα με την απόστασή του από τη Γη. Αυτή την αρμονικότητα των ουρανίων σωμάτων επισημαίνει και ο Πλάτων στο τελευταίο μέρος της Πολιτείας με τη βοήθεια του μύθου του Ηρός του Αρμενίου.
Από την Αρμονία και την Μουσική των Σφαιρών έως τη δική μου αίσθηση ότι συχνά άκουγα μέσα μου έναν ακαθόριστο συντριπτικό βόμβο πριν αυτός λάβει τη μορφή της Μουσικής, δεν υπάρχει παρά ένα βήμα για να πιστέψει κανείς ότι οι δυο αυτές ηχητικές παραισθήσεις, η πρώτη η συμπαντική και η δεύτερη στα ανθρώπινα μέτρα, αποτελούσαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, μονάχα που η δεύτερη δεν μπορούσε να είναι παρά η αντανάκλαση της πρώτης.
Μια παρεμφερής άποψη είναι ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του ένα απειροελάχιστο ομοίωμα, όχι μόνο της Αρμονίας αλλά και του Χάους, που όπως είδαμε, είναι ομοούσιες και ταυτόσημες ιδιότητες, ακριβώς γιατί είναι αντίθετες. Αυτό το ομοίωμα που υπάρχει μέσα μας, δονείται ανάλογα με την ευαισθησία μας και αντιδρά ανάλογα με την καλλιέργειά μας θετικά ή αρνητικά στα ερεθίσματα που προκαλεί το Κοσμικό Χάος και η Συμπαντική Αρμονία. Διερωτώμαι μήπως η ικανότητα του δημιουργού να συνθέτει ένα μουσικό αρμονικό Σύμπαν στα μέτρα του ανθρώπου, όπως και κάθε άλλη πνευματική – καλλιτεχνική δημιουργία, είναι μια έξωθεν και άνωθεν δωρεά σε επιλεγμένα άτομα να επικοινωνούν έστω και αν δεν το συνειδητοποιούν και δεν το γνωρίζουν, με τον Νόμο της Συμπαντικής Αρμονίας. Παράλληλα υπάρχουν άλλα άτομα που επιλέγονται είτε επιλέγουν τον Νόμο του Χάους.
Βεβαίως το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον, η μόρφωση και η αγωγή μπορεί να βοηθήσουν ή να αποτρέψουν τη μία κατεύθυνση ή την άλλη. Δηλαδή τίποτα δεν είναι προαποφασισμένο, μοιραίο και αναπόφευκτο. Μιλάμε για βαθύτατες και σχεδόν ανεπαίσθητες επιδράσεις, δεδομένου ότι οι σχέσεις αυτών των πιθανών συμπαντικών νόμων επί του ανθρώπου δεν έχουν αποδειχθεί. Όπως δεν έχει αποδειχθεί η Αρμονία των Σφαιρών του Αναξίμανδρου είτε η αρμονικότητα των ουρανίων σωμάτων του Πλάτωνος. Όλες αυτές οι σκέψεις είναι φυσικό να ανήκουν στη σφαίρα των ιδεών, έστω και αν μερικές φορές υπάρχουν φαινόμενα που μας προβληματίζουν κατά πόσον μερικές από αυτές επιβεβαιώνονται κάποτε στην πραγματικότητα.
Το να έχεις μια μυστική εμπειρία είναι ένα πράγμα. Το να την αποδεικνύεις είναι ένα άλλο. Η πείρα της ολοκληρωτικής βύθισης στο μυστήριο του Σύμπαντος και της συνάντησης του εγώ με το παν, αυτό το μυστικιστικό φαινόμενο, αυτή η φωτεινή στιγμή αποκάλυψης της ενότητας των πραγμάτων, νομίζω ότι μας δίνει μια εικόνα σφαιρικότερη της πραγματικότητας, καθώς περιέχει όλες τις δυνατές της όψεις. (Νέστωρ Ταίηλορ «Η Αρμονία των Πυθαγορείων» σελ. 94, 95, Εκδόσεις «Νεφέλη»).
Κατά τη διαδικασία της μουσικής σύνθεσης υπάρχουν βασικά τρία στάδια: της επώασης, της καταγραφής και της επεξεργασίας.
Κατά το στάδιο της επώασης συμβαίνουν περίεργες ψυχοσωματικές αντιδράσεις που θα πρέπει να συγκλονίζουν τον συνθέτη. Έως ότου φτάσει η στιγμή κατά την οποία η ακαθόριστη ηχητική αίσθηση που νοιώθει, πάρει μια συγκεκριμένη μουσική μορφή. Συνήθως τη μορφή μιας μελωδίας. Υπάρχει δηλαδή μια προς το παρόν ακατανόητη από την επιστήμη σύλληψη του εγκεφάλου, ο οποίος μόνο εάν είναι εκπαιδευμένος, μπορεί να την καταγράψει με τη βοήθεια ενός μουσικού οργάνου είτε απ’ ευθείας στο πεντάγραμμο.
Η άποψή μου για τη διαδικασία αυτή είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο γονιμοποίησης κατά το οποίο η ψυχή που θέλει να γεννήσει μουσική προετοιμάζεται, ώστε να προκαλέσει και να δεχτεί το σπέρμα που θα την γονιμοποιήσει. Ποιο είναι αυτό το σπέρμα και από πού προέρχεται; Το γεγονός ότι όλα τα έργα της μουσικής τέχνης έχουν κοινά γνωρίσματα στη βάση τους, ανεξάρτητα από τις ιδιομορφίες που υπάρχουν μεταξύ τους στις κορυφές, δείχνει ότι κάπου υπάρχει μια ενιαία δεξαμενή μουσικής απ’ όπου προέρχεται το σπέρμα της μουσικής γονιμότητας.
Είδαμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες, κυρίως οι Πυθαγόρειοι, θεωρούν ότι η αρμονία των ουρανών ταυτίζεται με την αρμονία της μουσικής. Θεώρησαν δε τον αριθμό 10 ότι συμβολίζει το Σύμπαν και βάπτισαν τους πρώτους αριθμούς 1,2,3 και 4 ως ιερούς, γιατί το άθροισμά τους γεννά το 10. Συνδυάζοντας στη συνέχεια αυτούς τους αριθμούς μεταξύ τους ως 1:1, 2:1, 3:2, 4:3, ανακάλυψαν τα τέσσερα μουσικά διαστήματα της ταυτοφωνίας της 8ης, καθώς και της 4ης και της 5ης, που η συνήχησή τους ηχεί «σύμφωνα», δηλαδή με τρόπο που είναι ευχάριστος και αποδεκτός από το ανθρώπινο αυτί. Αυτά τα μουσικά διαστήματα, αν και πέρασαν από τότε 26 αιώνες, θεωρούνται ακόμα έως σήμερα, θεμέλια της μουσικής, τόσο της δημοτικής και της λαϊκής όσο και της έντεχνης.
Αφού λοιπόν υπάρχουν άνθρωποι που πριν τόσες χιλιάδες χρόνια έστρεψαν το βλέμμα και την σκέψη τους στον ουρανό για να αναζητήσουν την Αρμονία και την Μουσική, δεν είναι νομίζω παράλογο να τους μιμηθεί στην εποχή μας ένας κοινός θνητός. Που επί πλέον οδηγήθηκε χωρίς να το ξέρει στα ίδια συμπεράσματα μέσω της Μουσικής. Δηλαδή εάν τότε ο Ουρανός οδήγησε τον Πυθαγόρα στη Μουσική, σήμερα αυτός ο άλλος, ο κοινός θνητός, οδηγήθηκε από τη Μουσική στον Ουρανό.
Άλλωστε από την ανάλυση της Χρυσής Τομής και από την μελέτη της πυθαγόρειας θεωρίας των αριθμών προκύπτει η ίδια λέξη: Μαγεία! Μήπως όμως αυτή η ανεξήγητη Μαγεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντανάκλαση της ευρύτερης συμπαντικής Μαγείας, που με τη μορφή ενός συμπαντικού αρμονικού Νόμου – αρχέτυπου, καταγράφεται στα έργα της ανθρώπινης τέχνης; Έργα μουσικά, αρχιτεκτονικά, γλυπτικά, ζωγραφικά, λογοτεχνικά και άλλα; Και όχι μόνο, αλλά επηρεάζει το σύνολο της ανθρώπινης σκέψης μέσω της Θρησκείας, της Ηθικής, της Επιστήμης και της Ιδεολογίας; (Νέστωρ Ταίηλορ «Η Αρμονία των Πυθαγορείων» σελ. 46, Εκδόσεις «Νεφέλη»).
Και αλήθεια, τι συνέβη και ξαφνικά ένας καλλιτέχνης, ο Ικτίνος συνέλαβε την αρχή της χρυσής τομής, που με βάση της καθόρισε όλες τις αναλογίες του Παρθενώνα; Πώς είναι δυνατόν όλες αυτές οι αλγεβρικές εξισώσεις να καταλήγουν πάντα στον αριθμό 0 61 80 33 98 87 49 894 …. Πώς αυτή η τόσο πολύπλοκη σειρά των 15 και πλέον αριθμών αποκαλύφθηκε σ’ ένα ανθρώπινο μυαλό και πώς κατόρθωσε μάλιστα να την εφαρμόσει στις αναλογίες των κιόνων, στην ισορροπία των αετωμάτων, σε όλες τις σχέσεις του αρχιτεκτονήματος; Χτίζοντας έναν πελώριο, επιβλητικό Ναό που εν τούτοις φαίνεται σαν να μην έχει βάρος, σαν να αιωρείται στον ουρανό, ανάλαφρος και κυρίως τόσο αρμονικός, ώστε όταν τον βλέπεις να νοιώθεις μέσα σου να γεννιέται μια αληθινή Άνοιξη χαράς, ευτυχίας και πληρότητας και να σου έρχονται στο στόμα οι λέξεις «Σ’ ευχαριστώ. Τώρα γνωρίζω την πεμπτουσία της ζωής. Τώρα γίνομαι ένα με την ομορφιά της ζωής. Τώρα νοιώθω σαν ένα ζωντανό μόριο μέσα στην απεραντοσύνη των ουρανών». Είναι δυνατόν αυτή η σχέση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν μαγικό αριθμό να προήλθε τυχαία; Πώς να μη διερωτηθεί κανείς μήπως ο Ικτίνος υπήρξε ο Εκλεκτός, γιατί η φύση τον προίκισε με ένα ιδιαίτερο χάρισμα, να γίνει αυτός ο αποδέκτης των άυλων κυμάτων που εκπέμπονται από τον Συμπαντικό Νόμο της Αρμονίας;
Φοβερά ερωτήματα, που ελπίζω κάποτε να βρουν απάντηση. Η Μαγεία και το Ανεξήγητο παραμένουν. Η Επιστήμη ασθμαίνουσα προσπαθεί. Ας μην ξεχνάμε όμως και ας μην υποτιμάμε το γεγονός πως υπάρχει και η Τέχνη και η η Τέχνη που στοχάζεται. Μια πιο στενή συνεργασία ανάμεσά τους μπορεί στο μέλλον να προσφέρει καρπούς. Φτάνει αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα να ερευνηθούν με ελεύθερη και ανοιχτή σκέψη. Ας μη φοβόμαστε τη λέξη «μαγεία», μιας και εξακολουθεί να γεμίζει και να ομορφαίνει τη ζωή μας το Ανεξήγητο.
Είδαμε εξ άλλου σε ποια αδιέξοδα και σε ποια ψυχική ξηρασία έχει οδηγήσει τον δυτικό άνθρωπο ο καθαρός ορθολογισμός.
Και πόσο παράξενος μου φαίνεται ο συνδυασμός αυτής της μίζερης Λογικής με την τυφλή θρησκευτική πίστη, όποια κι αν είναι αυτή, γεγονός που τείνει να γενικευτεί στα υψηλά στρώματα των δυτικών κοινωνιών. Αποδεικνύοντας απλά ότι ο Σοφός σήμερα φοβάται. Γιατί αυτή η τυφλή, όπως είπα, πίστη δεν έχει τίποτα από την υπαρξιακή και φιλοσοφική έξαρση των αρχαίων φιλοσόφων και δημιουργών που μέσω της Γνώσης και της Έμπνευσης προχώρησαν όσο μπορούσαν στην αποκωδικοποίηση του Αγνώστου, του Ανεξιχνίαστου και του Μαγικού.
Η ύπαρξη και μόνο του θαύματος της μουσικής δημιουργίας, νομίζω, ότι μας αποδεικνύει αυτή τη μυστική σχέση που προσπάθησα να περιγράψω και που ξεφεύγει από τα πλαίσια του επιστητού, για να καταλήξει σε μια μυστική περιοχή όπου βρίσκεται η πραγματική ουσία του ανθρώπου με την έννοια και την αξία ενός ζωντανού μορίου μέσα στο συμπαντικό γίγνεσθαι, του οποίου όλοι και όλα αποτελούμε αναπόσπαστο μέρος. Με την διαφορά ότι αυτό πολύ λίγοι το γνωρίζουν.
[Εισήγηση του Μίκη Θεοδωράκη στο Συμπόσιο με θέμα «Μουσική και Συμπαντική Αρμονία», που διοργάνωσε το Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης στην Χερσόνησο Κρήτης στις 10 και 11 Μαρτίου 2006.]
ΟΛΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ - KΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
mikis
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ - ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
Ενημερωτική Ιστοσελίδα για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και τον κόσμο...