ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Όπερα σε δύο πράξεις σε κείμενο του συνθέτη και στίχους Κώστα Καρυωτάκη και Κώστα Βάρναλη.

Μεταφορά: Χριστίνα Δασκούλια

 

                              Τα Πρόσωπα :

 

                                ΔΙΟΝΥΣΟΣ, μπάσος

                                    ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, κοντράλτο

                                          ΠΟΙΗΤΗΣ, βαρύτονος

                          ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, τενόρος

                                             ΦΑΙΔΡΑ, σοπράνο

                                    ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ, τενόρος

                                         ΒΑΣΙΛΙΑΣ, τενόρος

                                       ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, σοπράνο

                                ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, βαρύτονος

                                  ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, τενόρος

                                    ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΛΑΟΣ.

 

                       ΕΠΟΧΕΣ : 1928 – 1942 – 1850 – 1948 – 1980

 

                                         ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

 

 

Σκηνή 1

ΣΚΗΝΙΚΟ: Παραλία της Πρέβεζας στον Αμβρακικό. Αριστερά, η θάλασσα. Στο κέντρο, η ακτή. Δεξιά, ένας στενός, χωμάτινος, επαρχιακός δρόμος, πλάι στη θάλασσα. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ένα μικρό καφενείο. Ο «Ουράνιος Κήπος». Στο πεζοδρόμιο μερικά σιδερένια τραπέζια με ψάθινες καρέκλες. Μάντρες με μεγάλες πόρτες κρύβουν μερικά διώροφα σπίτια πίσω από φοίνικες, δέντρα, λουλούδια. Αριστερά από το δρόμο, σε μια μικρή λουρίδα γής, ένα τραπέζι και λίγες καρέκλες. Πάνω στο κύμα. Στο βάθος δεξιά, μόλις διακρίνονται τα σπίτια της πόλης. Η παραλία. Ίσως και κανένα βαπόρι. Στο βάθος της θάλασσας, αριστερά, το ακρωτήρι του Άκτιου και στο κέντρο, η έξοδος προς το Ιόνιο. Ο ουρανός χάλκινος. Ουρανός του Ιουλίου από τις 5 το απόγευμα και μετά. Έχει λίγα σύννεφα λευκά, για να παίξει μαζί τους το φώς του ήλιου. Είκοσι δευτερόλεπτα περίπου, πριν αρχίσει η μουσική, απόλυτο σκοτάδι. Πρέπει οι πρώτες νότες να παιχτούν μέσα σε νεκρική σιωπή. Στο δεύτερο μέτρο, ανοίγει η αυλαία. Το σκηνικό σε ημίφως. Εξωπραγματικό. Και στο μέλλον θα υπάρχει αυτή η εναλλαγή : εξωπραγματικό – ρεαλιστικό. Βγαίνει ο Διόνυσος από τα δεξιά. Είναι ντυμένος με μακριά πορφυρή χλαμύδα. Και τραγουδά απευθυνόμενος προς το κοινό. Η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής έρχονται από το βάθος στο κέντρο της σκηνής. Οι φιγούρες τους πρέπει να συγχέονται με τις σκιές. Η Ρωμιοσύνη φυσιολογική (δηλαδή, δεν είναι έγκυος). Όσο τραγουδούν η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής, ο Διόνυσος υπάρχει και δεν υπάρχει.

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Είμαι ο Διόνυσος. Σας χαιρετώ. Στη σκηνή μας αυτή θα         

        αναπαραστήσουμε για σας το εύθυμο δράμα του τέλους του Ποιητή. Ας περάσει      

        το πρώτο πρόσωπο.

(Μπαίνει η Ρωμιοσύνη)

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Ρωμιοσύνη…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : να’ χω πεθάνει πριν από καιρούς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …πληγωμένη πικραμένη…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …Η Ρωμιοσύνη ορφανή.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ήρθε στον Αμβρακικό να συναντήσει…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …τον Ποιητή…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …που με μια σφαίρα στην καρδιά…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …ήλιους εκτυφλωτικούς…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …εσκόρπισε μες στα σκοτάδια.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το δράμα αυτό…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …σε λίγο θα ξετυλιχτεί μπροστά σας.

 

(Μπαίνει ο Ποιητής.Ο Ποιητής εμφανίζεται από τα βάθος. Προχωρεί αργά προς το κοινό καθώς τραγουδά. Ντυμένος σε στυλ 1928. Κουστούμι. Γραβάτα. Ψαθάκι. Ο Διόνυσος χάνεται.)

 

 

ΠΟΙΗΤΗΣ : Δέντρα μου, δέντρα μου,

                    δέντρα μου ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,

                    στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία,

                    μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,

                   ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

                   Δέντρα μου, δέντρα μου, δέντρα.

                  Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,

                  τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,

                  μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,

                 θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

                 Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου, να μένω απ’ όλα πίσω

                 τα θαλερά και τα εύθυμα στην πλάση,

                εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,

                όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

 

( Εμφανίζεται διακριτικά ο Διόνυσος. Ο Ποιητής κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα, πλάι στην ακτή. Βγάζει το περίστροφο και το ακουμπά προσεκτικά πάνω στο τραπέζι. Μπαίνει ο Δημοσιογράφος από το κέντρο της σκηνής. Είναι ντυμένος σύγχρονα. Καλοκαιρινά. Φορά μαύρα γυαλιά ήλιου και ασχολείται συνεχώς με το κασετόφωνο. Καθώς πλησιάζει με γρήγορα βήματα τον Ποιητή, το φως γίνεται εκτυφλωτικό. Τα πράγματα παίρνουν τη ρεαλιστική τους όψη.)

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μπαίνει ο Δημοσιογράφος της RET.

(και πάλι εξαφανίζεται)

 

Σκηνή 2

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Καλημέρα σας κύριε Καρυωτάκη. Σας βλέπω να    

     κουβεντιάζετε με τα δέντρα.

ΠΟΙΗΤΗΣ : (σαν να μιλά στον εαυτό του) : Μόνο η ψυχή μου αυτοκτονεί. Μικρές

      αυτοκτονίες καθημερινές.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Τι σύμπτωσις. Η εκπομπή μου ονομάζεται «Τα Καθημερινά».

ΠΟΙΗΤΗΣ : Η ζωή μου κρέμεται από μια κλωστή…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (κάνει πηδήματα γύρω από τον Ποιητή) : Αυτό ακριβώς με

       φέρνει κοντά σας. Μιλήστε μου για την αυτοκτονία σας. Οι ακροατές αδημονούν  

       ν’ ακούσουν λεπτομέρειες…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Το φως χάνεται…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (δοκιμάζει το μικρόφωνο) : Ένα, δύο, τρία… Αγαπητοί μου

      ακροατές, σε απευθείας μετάδοση η ιστορική αυτοκτονία. (Προς τον Ποιητή)   

      Ομιλείτε, είσθε εις τον αέρα (του βάζει το μικρόφωνο μπροστά στο στόμα).

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τι να πω;

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Πως αισθάνεσθε. Τι νιώθετε λίγα λεπτά πριν απ’ τον θάνατο…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Θα πιείτε καφέ;

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Υπέροχο! Μου παραγγέλνει καφέ πριν απ’ το τέλος!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ποιο το τέλος και ποια η αρχή; Το τίποτα γεννά το τίποτα…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ποιο είναι το τίποτα;

ΠΟΙΗΤΗΣ : (σηκώνεται) : Η Επαρχία. Η Πρέβεζα. Η Νομαρχία… Ο Άλλος! Αυτά τα

       λευκά χαρτιά… Ο λευκός θάνατος…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (μιλά στο μικρόφωνο) : Αγαπητοί μου ακροατές. Στη συνέχεια

       του προγράμματός μας, το ποίημα του αυτόχειρος για τους δημοσίους

       υπαλλήλους αφιερωμένο εξαιρετικά στη Νίτσα, τη Στέλλα και το στρατιώτη

       Μήτσο Βελούδη από την Κόνιτσα.

 

 

Σκηνή 3

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (Προς το κοινό) : Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν

                                                                  σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.

ΠΟΙΗΤΗΣ : (Το βλέμμα ανάμεσα στο κοινό, τον Αμβρακικό και τον ορίζοντα) :  

      Αυτή την ώρα η Σελήνη δεν με βλέπει…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία

                                     κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.

ΠΟΙΗΤΗΣ : …αυτή μονάχα μαντεύει το χάος που βλέπω να με τυλίγει.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν

                                     αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τώρα πεθαίνουν οι Θεοί, πεθαίνουν οι σκέψεις σα φύλλα ξερά.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : «Συν τη παρούση αλληλογραφία

ΠΟΙΗΤΗΣ : Κι εγώ πρέπει το μυστικό μου….

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

ΠΟΙΗΤΗΣ : …να πάρω μαζί μου. Ίσως σε λίγο να είμαι κοντά σου Σελήνη.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Και μοναχά η τιμή τους απομένει,

                                     όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,

                                     το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.

ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς το κοινό) : Σ’ αυτή τη χώρα του Διονύσου Τιτάνες και πόρνες

    Λερναίες Ύδρες και Εφιάλτες θα κυβερνούν…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Παίρνουν κάστανα,

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ο Ποιητής…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : σκέπτονται τους νόμους,

ΠΟΙΗΤΗΣ : …καταραμένος…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : σκέπτονται το συνάλλαγμα,

ΠΟΙΗΤΗΣ : …εξόριστος

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : τους ώμους σηκώνοντας

ΠΟΙΗΤΗΣ : θα’ ναι για πάντα…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : οι υπάλληλοι οι καημένοι.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Γι’ αυτό κι εγώ θα σ’ ανταμώσω, Αμβρακικέ, φίλε πιστέ…

 

 

(Ξαναβγαίνει ο Διόνυσος. Τραγουδά προς τον Ποιητή που κάθεται στην καρέκλα και βυθίζεται στον εαυτό του. Το φώς χαμηλώνει. Δημοσιογράφος και Ποιητής μπερδεύονται με τις σκιές.)

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Κάνε τον πόνο σου άρπα. Και γίνε σαν αηδόνι, και γίνε σα λουλούδι.

     Πικροί όταν έλθουν χρόνοι, κάνε τον πόνο σου άρπα και πέ τονε τραγούδι.

 

(Η Φαίδρα βγαίνει μέσα από το σκοτάδι. Φορά λεπτό ποδήρη χιτώνα. Έρχεται από το βάθος, υπνωτισμένη, χαμένη αλλά ήρεμη. Στέκεται στο κέντρο με μέτωπο προς το κοινό. Ο Διόνυσος «διαλύεται» διακριτικά.)

 

 

Σκηνή 4

ΦΑΙΔΡΑ : Για τη ζωή σου μου’ λεγες,

                  για το χαμό της νιότης,

                  για την αγάπη μας που κλαίει

                  τον ίδιο θάνατό της,

                  κι ενώ μια ογρή στα μάτια σου

                  περνούσε αναλαμπή,

                  ήλιος φαιδρός απ’ τ’ ανοιχτό

                  παράθυρο είχε μπεί.

 

(Το φώς ξανάρχεται. Η Φαίδρα βλέπει τον ποιητή που εξακολουθεί να κοιτάζει ακίνητος τη θάλασσα, σα να κοιμάται. Τον πλησιάζει.)

 

ΦΑΙΔΡΑ : Ο Ποιητής είναι βυθισμένος σε παράξενες οπτασίες. Εγώ όμως τον

     αγαπώ… Ίσως η αγάπη μου θα τον θεραπεύσει.

 

(Πλησιάζει ακόμα πιο πολύ τον Ποιητή και στέκεται ακίνητη από πάνω του. Βλέποντας ο Δημοσιογράφος αυτό το ερωτικό πλησίασμα τρίβει τα χέρια με επαγγελματική ευχαρίστηση. Πλησιάζει.)

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ένα ερωτικό ρεπορτάζ σίγουρα θα μαλακώσει την ψυχή του.

        Όμως για τις τηλεοράσεις του μέλλοντος είδηση είναι μόνο η αυτοκτονία.

ΦΑΙΔΡΑ : (Ενεργοποιείται. Κάνει κύκλους γύρω από τον Ποιητή για να κινήσει την

        προσοχή του) : Τον Ποιητή, η Φαίδρα καλεί!

ΠΟΙΗΤΗΣ : (Συνέρχεται από το λήθαργο και συνειδητοποιεί την πραγματικότητα.

       Βλέπει τη θάλασσα, τον Δημοσιογράφο, το πιστολί. Τέλος το βλέμμα του

       σταματά πάνω στη Φαίδρα. Ευχάριστη έκπληξη! Όμως το φώς το ήλιου τον

       τυφλώνει. Δε διακρίνει καλά, και βάζει το χέρι του μπροστά για να κάνει σκιά.

       Είναι πάντα καθισμένος.) : Ώ, Γλυκιά Φαίδρα, που είσαι;

 

 

Σκηνή 5

ΦΑΙΔΡΑ : (Με μικρές κινήσεις, για να μπορέσει να την δει) : Εδώ, δίπλα σου! Δε με

     βλέπεις;

ΠΟΙΗΤΗΣ : (σαν να διακρίνει επιτέλους κάτι) : Είσαι μόνη;

ΦΑΙΔΡΑ : Περίπου…Με συνοδεύουν τα μέσα της μαζικής ενημέρωσης!

ΠΟΙΗΤΗΣ : (σηκώνεται) : Αχ! Σκοτάδια προαιώνια.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : (Τον πλησιάζει με ενδιαφέρον) : Τι άλλο βλέπετε, κύριε

    Καρυωτάκη;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Βλέπω το Χορό του Ζαλόγγου να τον χορεύω με τα ψάρια… (προς το

    κοινό)

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος

του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!

Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,

ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.

 

(Από τη δεξιά πλευρά μπαίνει τρέχοντας η Ρωμιοσύνη. Φορά σύγχρονα ρούχα και είναι έγκυος, τουλάχιστον οχτώ μηνών. Κρατά την κοιλιά της. Πίσω της έρχεται ο Πουνέντες, υφυπουργός ντυμένος άψογα με την τελευταία λέξη της μόδας. Ο Δημοσιογράφος μένει έκπληκτος. Δεν περίμενε τέτοια συνάντηση. Ο Ποιητής και η Φαίδρα υποχωρούν αμήχανα.)

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ο Κύριος Υφυπουργός!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : (κρατώντας την κοιλιά της) : Από την πολλή τρεχάλα θα μου πέσει

    το παιδί.

ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τη Ρωμιοσύνη. Κάνει πως δεν την ξέρει, θυμωμένος γιατί τη

     βλέπει έγκυο και κυνηγημένη…) : Σας γνωρίζω κυρία; Καθίστε!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : (Με τραυματισμένο τον εγωισμό της) : Ονομάζομαι Ρωμιοσύνη! Κι

     αυτός ο τύπος με κυνηγά.

ΠΟΙΗΤΗΣ : (Δεν ανέχεται η αγαπημένη του να είναι σ’ αυτό το χάλι) : Ρωμιοσύνη!

     (Βάζει το περίστροφο στον κρόταφο.)

ΦΑΙΔΡΑ : (που ζηλεύει, υποφέρει και ανησυχεί) : Μη! Τι πας να κάνεις;

ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τη Ρωμιοσύνη) : Άπιστη! Με ποιόν με απάτησες;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σας ορκίζομαι κύριε Καρυωτάκη. Ούτε που μ’ άγγιξε!

ΦΑΙΔΡΑ : (ειρωνικά) : Ανεμογκάστρι!

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : (Μπαίνει μπροστά με τον αέρα της εξουσίας) : Ονομάζομαι κύριος

    Πουνέντες! Υφυπουργός. Εσείς ποιος είστε;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Υπάλληλος της Νομαρχίας. Τι ζητάτε;

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Από τα οράματα μας δραπέτευσε η Ρωμιοσύνη και κατ’ εντολή του

    Σιρόκου την κυνηγώ.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μα η Κυρία είναι δική μου!

ΦΑΙΔΡΑ : (που ζηλεύει) : Κώστα, τι λές;

ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τον Πουνέντε) : Φύγετε Κύριε! Πρίν να είναι αργά! (Τον

    σημαδεύει με το περίστροφο)

ΦΑΙΔΡΑ : Δεν αξίζει ο κόπος! Άλλωστε σε λίγο θα μας συναντήσει ο Διόνυσος.

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Αυτός, ποτέ!

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Μα δε θα μεταδοθεί στην RET second;

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Όχι! Είναι εκτός κλίματος. Άλλωστε προξενεί αλλεργία στο Λαό!

ΠΟΙΗΤΗΣ : RET second; Τι είναι αυτό;

ΦΑΙΔΡΑ : Ο Σταθμός της Αλλαγής!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τι είναι Αλλαγή;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όραμα!

ΦΑΙΔΡΑ : Θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Φάρμακον;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Λέξις.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Και ποιοι την τρώγουν;

ΦΑΙΔΡΑ και ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Οι Έλληνες!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Λεξιφάγοι;

ΦΑΙΔΡΑ και ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Αεροφάγοι!

ΠΟΙΗΤΗΣ : (προς τη Ρωμιοσύνη) : Αυτός σε κατέστησε έγκυο, Ρωμιοσύνη;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Με τι;

ΦΑΙΔΡΑ : Ερώτηση!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τι ξηρασία Θεέ μου προβλέπεται για το μέλλον… Και τι στειρότης…

    Πως φούσκωσες έτσι;

 

Σκηνή 6

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Ένας ποιητής δεν θα μπορέσει να συλλάβει ποτέ την δύναμιν των

    οραμάτων!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μεσ’ από τους στίχους μου ανασταίνω το μέλλον. Το χτές του ποιητή

    είναι το αύριο του κόσμου.

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Αν έχεις δύναμη, ζήσε το μέλλον να δεις τη μοναξιά σου.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Θέλεις να καλέσω το μέλλον;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Μην το κάνεις. Θα σε πληγώσει.

ΦΑΙΔΡΑ : Κοίταξέ με. Εγώ μέσα απ’ τους αιώνες ήρθα να σε βρω σαν «αύριο».

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Τόλμησε να δεις το είδωλό σου μέσα στους ανθρώπους.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : «Όταν βλέπω ανθρώπους, πέφτω πρηνής…»

ΠΟΙΗΤΗΣ : Καλώ τα λάβαρα της ποίησης, τις σημαίες του λυρισμού, τα εξαπτέρυγα

    της θείας μέθης.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τα άγια των αγίων καλείς, τις πληγές του κόσμου, τον πόνο του

    ανθρώπου.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Γιατί;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τότε μόνο ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Παίρνεις το ρίσκο; Οι

   πύργοι και τα παλάτια του ονείρου, σκιές σκιών είναι.

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Τόλμησε αν μπορείς!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Με ποιο τίμημα;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Το θάνατό σου!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Και η αγάπη;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και την αγάπη φυσικά, είναι το μόνο που τους έχει απομείνει.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Είμαι έτοιμος.

 

 

Σκηνή 7

(Μπαίνουν κρατούμενοι άνδρες-γυναίκες-Εβραίοι;- με παιδιά στην αγκαλιά, όπως γινότανε μ’ αυτούς που μεταφέρανε γερμανικά στρατόπεδα. Γύρω τους φρουροί-στρατιώτες Ες-Ες.)

 

ΛΑΟΣ : Πρωί-πρωί χτύπησαν την πόρτα στο σπίτι. Μας δώσαν διορία μισή ώρα. Για

    ταξίδι μακρινό ετοιμασθείτε, μας είπαν. Μπορεί να πάρετε μονάχα ένα δέμα. Εκεί     

    που πάτε θα τα έχετε όλα. Τροφή, ρούχα, κατοικία, εργασία, καθαριότητα. Τώρα

    μας πηγαίνουν να κάνουμε ντούς. Πολύ το θέλω αυτό το ντους, θα με ανακουφίσει.

 

(Οι στρατιώτες σφυρίζουν)

 

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Καθίστε κάτω. Στάσις δέκα λεπτά.

 

(Κάθονται)

 

ΠΟΙΗΤΗΣ : Αδελφοί μου, είμαι ο Ποιητής!

 

(Ο λαός κινείται με αμηχανία και φόβο. Μερικοί σηκώνονται.)

 

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μη φοβάστε τους φρουρούς. Δε με βλέπουν. Είμαι πνεύμα. Ζω πριν από

    σας. Ταξίδεψα στον χρόνο να σας συναντήσω και να σας βοηθήσω.

 

(Τώρα είναι όλοι όρθιοι.)

 

ΛΑΟΣ : Τι μπορεί να κάνεις εσύ για μας;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μπορώ λόγου χάρη να προβλέψω το μέλλον.

ΛΑΟΣ : Κι αυτό σε τι θα μας βοηθήσει;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Η γνώση μήπως δε βοηθά;

ΛΑΟΣ : Στη δική μας θέση σε τι θα μας βοηθήσει;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Γνωρίζετε τι σας περιμένει;

ΛΑΟΣ : Σε λίγο θα κάνουμε ντούς. Αυτό μόνο ξέρουμε, προς το παρόν.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ποιοι σας έχουνε συλλάβει; Και γιατί;

ΛΑΟΣ : Γνωρίζεις το μέλλον και δεν ξέρεις το παρόν;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μα τι έχετε κάνει;

ΛΑΟΣ : Αυτά που βλέπεις. Οικογένεια, παιδιά. Είμαστε άνθρωποι ήσυχοι.

    Κοιτάζουμε το σπίτι και τη δουλειά μας.

 

Σκηνή 8

ΕΝΑΣ : Θα μας πάνε σε στρατόπεδο.

ΛΑΟΣ : Ψέματα. Διαδόσεις.

ΑΛΛΟΣ : Θα μας εξοντώσουν.

ΛΑΟΣ : Πέμπτη φάλαγγα. Είσαι Πέμπτη φάλαγγα.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ : Θα σκοτώσουν τα παιδιά μας.

ΑΝΔΡΕΣ : Είναι ψέματα. Θέλουν να μας σπάσουν τα νεύρα.

ΑΛΛΟΣ : Θα μας δώσουν χτήματα στα ανατολικά εδάφη. Θα ξεκινήσουμε απ’ την

    αρχή μια καινούρια ζωή.

ΟΛΟΙ (στον ποιητή) : Εσύ τι λές; Τι ξέρεις;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Σας βλέπω ανάμεσα σε καταπράσινα λιβάδια να ξαναχτίζετε τους

   κήπους της Εδέμ.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Τους λες την αλήθεια Ποιητή;

ΛΑΟΣ : (σηκώνονται χαρούμενοι) : Ευλογημένος να’ σαι. Εσύ κι η γενιά σου!

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Πες τους για το ντους, αν τολμάς…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ακούω τρεχούμενα νερά να σας δροσίζουν!

ΛΑΟΣ : Το ντους! Το ντους! Ευλογημένος να’ σαι. Τώρα σε πιστεύω και σε

   προσκυνώ. (Γονατίζουν μπροστά του.)

ΠΟΙΗΤΗΣ : Είστε το μέλλον του κόσμου. Σε λίγο θα είστε πιο καθαροί κι απ’ τα

   σύννεφα. Πιο ελεύθεροι κι απ’ τον αέρα.

ΛΑΟΣ : Και πως τον λένε τον τόπο που μας πάνε;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ουτοπία!

ΛΑΟΣ : Ουτοπία! Ουτοπία! Έχει κυβέρνηση, άρχοντα, βασιλιά, κυβερνήτη;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τον Ποιητή!

ΛΑΟΣ : Είναι καλός; Τον ξέρεις;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Όνειρο ονείρου! Σκιά σκιάς!

ΛΑΟΣ : Τον αγαπώ…Νιώθω ότι μαζί του θα είμαι ευτυχισμένος. Νομοταγής και

   εργατικός.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Θα χτίσετε ένα νέο κόσμο. Μια καινούρια πατρίδα.

ΛΑΟΣ : Την Ουτοπία!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Την Ουτοπία.

ΛΑΟΣ : Πως λέγεσαι, ξένε;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ψεύτης!

ΛΑΟΣ : Όνομα ευγενικό! Σε προσκυνώ!

 

(Οι φρουροί σφυρίζουν)

 

ΛΑΟΣ : Σ’ ευχαριστούμε κύριε Ψεύτη. Μας τα είπες καλά. Σε λίγο στο ντους θα

   θυμόμαστε τα λόγια σου τα σοφά. Κι η ψυχή μας σε σε θα πετά.

 

(Βγαίνουν. Ο Ποιητής σκεπάζει με το χέρι του το πρόσωπο.)

 

Σκηνή 9

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : (προς το κοινό. Συγχρόνως και οι άλλοι σχηματίζουν γύρω της

    ημικύκλιο. Το φως χαμηλώνει.) : Τώρα μακραίνουνε

                                                           πύργοι, παλάτια.

                                                          Κλαίνε μου οι θύμησες,

                                                          κλαίνε τα μάτια.

                                                          Τώρα θανάσιμη

                                                          νύχτα με ζώνει.

                                                         Μέσα μου ογκώνονται

                                                         οι άφραστοι πόνοι.     

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μ’ είδαν, προσπέρασαν

                     όσοι αγαπάω.

                     Μόνος απόμεινα

                     κι έρημος πάω.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ :  Πόσο τ’ ανέβασμα

                            του άχαρου δρόμου!

                            Στρέφω κοιτάζοντας

                            προς τ’ όνειρό μου:

                            Μόλις και φαίνονται

                            οι άσπρες εικόνες.

                            Τ’ άνθη, χαμόγελα

                            μες στους χειμώνες.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Μ’ είδαν, προσπέρασαν

                    όσοι αγαπάω.

                    Μόνος μου απόμεινα

                    κι έρημος πάω.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΟΛΟΙ  : Αεροσαλεύουνε

                                          κρίνοι και χέρια.

                                          Ήλιοι τα πρόσωπα,

                                          μάτια τ’ αστέρια.

                                         Είναι και ανάμεσα

                                         σ’ όλα η Αγάπη:

                                        στο πρωτοφίλημα

                                        κόρη που εντράπη.

                                        Κι όλο μακραίνουνε

                                        πύργοι, παλάτια.

                                        Κλαίνε μου οι θύμησες,

                                        κλαίνε τα μάτια…

 

 

                                   

 

 

                                         ΠΡΑΞΗ  ΔΕΥΤΕΡΗ

 

 

Σκηνή 1

(Στα μέσα του περασμένου αιώνα, 1850. Τοπίο στην ορεινή Ελλάδα. Σε μια πλαγιά του βουνού πρέπει να υπάρχει μια σπηλιά. Δέντρα, θάμνοι, καλύβες από σβουνιές. Ένα μονοπάτι. Εποχή μάλλον φθινόπωρο, για να δικαιολογήσει τα κοστούμια των στρατιωτών, χωρικών κ.τ.λ. Μπαίνει ο Διόνυσος πηδώντας και χορεύοντας. Είναι ντυμένος με κοντή χλαμύδα ξεσχισμένη. Είναι στολισμένος με φύλλα αμπέλου και όλα τα σχετικά.)

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μα την κνήμη του Δία που με φιλοξένησε! Και μα την κοιλιά της

    μάνας μου της Σεμέλης! Και της Περσεφόνης τα σανδάλια που με οδήγησαν στο

    βασιλιά των Ορχομενών! Και μα τις νύμφες που με νανούριζαν στον Ελικώνα! Και  

    μα την θείαν Άμπελον! Ποτέ, Ποιητή, δε βρέθηκα σε τέτοιο χάλι! Ούτε όταν με

    κομμάτιαζαν οι Τιτάνες! Αιώνες τώρα βαδίζω μόνος. Συντροφιά μου, παλιά  

    σκουριασμένα όνειρα. Γύρω μου γη καμένη. Που πήγαν οι Έλληνες; Γυρεύω τη

    Θήβα να προσκυνήσω τους τάφους των προγόνων μου και πέφτω πάνω στον

    Όθωνα. «Την Ελλάδα τώρα την κατοικούν Βαυαροί», μου λέει. Ήρθα εδώ, να

    κρυφτώ και να σκεφτώ.

 

 

Σκηνή 2

(Ακούγεται πρώτα η μουσική. Μπαίνουν στρατιώτες ντυμένοι άλλοι ευρωπαϊκά, άλλοι με φουστανέλες κι άλλοι ανάμικτα. Ακολουθούν Καραγκούνες που κρατούν στους ώμους δύο θρόνους, όπου κάθονται ο Όθων και η Αμαλία. Ίσως σε μια στιγμή να τους ακουμπήσουν στο χώμα. Γύρω από τις χωριάτισσες, οι αυλικοί και οι κυρίες της Αυλής ντυμένοι ευρωπαϊκά. Ο Αξιωματικός με τη στολή της εποχής : φουστανέλα.)

 

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.

                            Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία

                            με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.

                            Δε μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».

                            Όλο εμουρμούριζε : «Κύρ Δεκανέα,

                            άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

                            Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,

                             αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.

                             Εκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,

                             το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,

                             σαν να’ λεγε, σα να παρακαλούσε:

                             «Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

                             Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.

                             Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,

                              μαζί τους κι ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.

                              Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,

                              μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:

                              Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος. 

 

 

 

Σκηνή 3

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Μαρξιστές Λενινιστές στη Σιβηρία! Εδώ Οθωνική ελευθερία! Η

    Ελλάδα ανήκει στον Ελευθερωτή! Αρματωλοί και Κλέφτες, όλοι! Στη φυλακή!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : (προς τον Όθωνα) : Όμως ο Διόνυσος ζει! Ο Λαμπράκης ζει! Ο

    Πέτρουλας ζει! Ο Παναγούλης ζει! Τι κάνουμε;

ΟΘΩΝΑΣ : Μια τρύπα στο νερό

ΑΜΑΛΙΑ : Να τον βρούμε και να τον κάνουμε υπουργό!

ΟΘΩΝΑΣ : Αμαλία, τι λές;

ΑΜΑΛΙΑ : Είναι η πιο δοκιμασμένη συνταγή! Ο περήφανος κολίγος θα ξεσηκωθεί,

   αν ο Διόνυσος μπει στη φυλακή! Τον κάνεις υπουργό, κι έχεις το στόμα του

   κλειστό!

ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ : Σωστά, σωστά, πολύ σωστά!

ΧΩΡΙΑΤΕΣ (Ακούγονται από μακριά) : Μπρούντζινος γύφτος – τράλαλα! –

                                                                 τρελά πηδάει κει πέρα,

                                                                 χαρούμενος που εδούλευε

                                                                 το μπρούτζον ολημέρα.

ΟΘΩΝΑΣ : Έρχεται ο Λαός μου!

ΑΜΑΛΙΑ : Ευκαιρία να διαφωτιστεί!

ΚΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ : Να διαφωτιστεί και να ξεψυριστεί!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Μεγαλειότατε! Να τους διώξω τους γύφτους;

ΟΘΩΝΑΣ : Αγαπώ το γύφτο Λαό μου! Αγαπώ την κοπριά που βοηθά το θρόνο ν’

   ανθοφορεί!

ΧΩΡΙΑΤΕΣ (Μπαίνουν χορεύοντας) : Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –

                                                              τρελά πηδάει κει πέρα,

                                                              χαρούμενος που εδούλευε

                                                              το μπρούτζον ολημέρα.

 

(Μόλις δουν τον Όθωνα, γονατίζουν)

 

ΟΘΩΝΑΣ : Λαέ μου, γιατί σταμάτησες το τραγούδι και το χορό;

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Μα είναι σωστό;

ΟΘΩΝΑΣ : Σ’ αρέσει να χορεύεις;

ΧΩΡΙΑΤΕΣ (σηκώνονται) : Ναι!

ΟΘΩΝΑΣ : Σ’ αρέσει να σκέφτεσαι;

ΧΩΡΙΑΤΕΣ : Όχι!

ΟΘΩΝΑΣ : Λαός ιδανικός! (προς τον Αξιωματικό) Γνωρίζουν τον Διόνυσο;

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Βρε ζαγάρια! Τι ξέρετε για τον Διόνυσο;

ΕΝΑΣ (πετάγεται μπροστά) : Είναι Θεός!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Είσαι βαλτός! Ευθύς να συλληφθεί. (Τον πιάνουν). Υπάρχει

    απειλή! Διόνυσος σημαίνει ληστής! (Προς το πλήθος). Θέλεις κι εσύ να

    συλληφθείς;

ΧΩΡΙΑΤΕΣ : Όχι!

ΟΘΩΝΑΣ : Γύφτε Λαέ μου, με την άδεια κοιλιά χορεύεις ακόμα πιο καλά!

ΧΩΡΙΑΤΕΣ (τραγουδούν και χορεύουν) : Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –

                                                                    τρελά πηδάει εδώ πέρα.

                                                                    Έχοντας πίστη στο βασιλιά

                                                                    και πίστη στην Πατρίδα.

                                                                    Έχω σαν τούμπανο την κοιλιά

                                                                     πρησμένη από την πείνα

                                                                     κομμουνιστές κι αναρχικούς

                                                                     τους κόβω κρομμυδάκια.

                                                                     Είμαι ατσίδας, μυρίζομαι!

                                                                     του Μάρξ τα παιχνιδάκια.

                                                                      Είμαι στο Σύνταγμα πιστός

                                                                      την ψήφο μου τη δίνω

                                                                      στην Εξουσία την καλή

                                                                      στον Αρχηγό το φίνο.

                                                                      Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –

                                                                      τρελά πηδάω εδώ πέρα,

                                                                      χαρούμενος που εδούλευα

                                                                      το μπρούτζον ολημέρα.

                                                                      Ελευθερία και προκοπή σημαίνει πληρώνεις

                                                                      ό, τι σου πουν οι άρχοντες

                                                                      κι έτσι να καμαρώνεις!

                                                                      Μπρούτζινος γύφτος – τράλαλα! –

                                                                      μην πλησιάζεις έχω ακούσει πολλά

                                                                      τρελά πηδάω εδώ περά!

                                                                      Μια η αλήθεια! Ο δυνατός νικά!

                                                                      Χαρούμενος που εδούλευα

                                                                      γι’ αυτό κι εγώ πηγαίνω με τον δυνατό!

                                                                      το μπρούτζον ολημέρα!

                                                                      Γι’ αυτό φωνάζω «Ζήτω ο Βαυαρός»!

                                                                      Της πατρίδας μου φύλακας είναι!

                                                                       Μόνο οι ξένοι μας αγαπούν!

                                                                       Και γι’ αυτό κι εγώ :

                                                                       Στο Βασιλιά μου τον καλό

                                                                       στο θρόνο και στα ράσα

                                                                       στο δυνατό θα’ μια πιστός

                                                                       ως να ‘μπω μές στην κάσα!

(Βγαίνουν οι Χωριάτες)

 

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Ώ, Βασιλεύ! Διά τον Διόνυσον, τι να πράξω;

ΟΘΩΝΑΣ : Ψάξτε να τον βρείτε και να του πείτε ότι η Βαυαρία, της Ελλάδος η

    καρδιά, του συγχωρεί τη βρωμερή του καταγωγή!

 

(Βγαίνουν ο Όθωνας – Αμαλία και η συνοδεία τους.)

 

Σκηνή 4

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Δεμένα; Λυμένα;

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Λυμένο δεμένο, όρθιο ή ξαπλωμένο θέλω τον Διόνυσο τον

    ξακουστό! Μακάρι να μπορούσα να βάλω την κεφάλα του σε παλούκι μυτερό και

    να το στήσω στη Λαμία!

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Στη Λαμία, στη Λαμία δοξάζεται η Βαυαρία!

 

(Ψάχνουν. Τελικά τον βρίσκουν.)

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Νάτος! Νάτος! Κρυμμένος σα γάτος!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Της Άρτεμης ο πάτος! Είμαι ο Διόνυσος! Κι ήρθα να προσκυνήσω τη

    γή την πατρική.

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Εξοχώτατε, έχετε τύχη βουνό! Ο Όθωνας σας θέλει υπουργό.

 

(Μπαίνουν Αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εποχή 1944. Οι στρατιώτες και ο Αξιωματικός τα χάνουν.)

 

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ (προς τον Διόνυσο) : Σύντροφε, φτάσαμε στην ώρα! Ο Τσώρτσιλ

     χτυπάει την Αθήνα. Πρέπει να τρέξουμε όλοι εκεί! Η μάχη προβλέπεται

     σημαντική!

 

(Φεύγουν όλοι. Μένει μόνο ο Διόνυσος. Το φως λιγοστεύει.)

Σκηνή 5

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Μάχη δεν θα τελειώσει ποτέ! Θα νικάμε πάντα και πάντα απ’ την

     αρχή… Η Μοίρα αυτού του τόπου τραγική. Αν δε χυθεί αίμα Θεού θα κυβερνούν

     πάντα οι Βαυαροί! Ήρθα λοιπόν το χώμα της Θήβας να φιλήσω. Στου

  Μακρυγιάννη με το Λαό θα πολεμήσω. Όμως η σφαίρα δεν μπορεί να με σκοτώσει.

  Η Πυραμίδα μόνο θα με τσιμεντώσει.

 

(Ημίφως. Μπαίνει η Ρωμιοσύνη, ντυμένη όπως στην αρχή.)

 

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να’ ρτεις.

                           Σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Όμως η σφαίρα δεν μπορεί να με σκοτώσει!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Στον κήπο μας αρρώστησεν ο Μάρτης,

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Στου Μακρυγιάννη με το Λαό θα πολεμήσω!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : και αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το γιοφύρι της Άρτας πάνω στο πτώμα μου θα θεμελιωθεί.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα.

                           Όλα θέ να σ’ αρέσουν∙ έχω κόψει το ρόδο…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Κι όταν περάσει κι ο τελευταίος Βαυαρός απ’ την απέναντι μεριά

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …που εγέλα την αυστηρή μου βλέποντας την όψη.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Τότε κλεφτόπουλά μου εσείς τραγούδια και βιολιά.

 

(Ρωμιοσύνη και Διόνυσος χάνονται. Μπαίνει η Φαίδρα.)

 

Σκηνή 6

ΦΑΙΔΡΑ : Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της

                  κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.

                  Πως μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,

                  πως εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

                  Ο Διόνυσος πηγαίνει τώρα στον Αμβρακικό

                  να συναντήσει τον Ποιητή.

                  Το νερό θα σιωπήσει.

                  Οι Ατρείδες δεν σκοτώνουν πιά.

                  Προπαγανδίζουν.

                  Η φάρσα θα γίνει Τραγωδία.

                  Και η Τραγωδία Φάρσα…

 

(Η Φαίδρα φεύγει.)

 

Σκηνή 7

(Ξαναρχόμαστε στο σκηνικό της Πρώτης Πράξης. Το φως εκτυφλωτικό. Μπαίνει ο Διόνυσος, όπως πριν, με τις ίδιες κινήσεις. Ο Ποιητής κάθεται στο καφενείο.)

 

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μα την κνήμη του Δία που με φιλοξένησε! Και της Περσεφόνης τα

    σανδάλια που με οδήγησαν στο βασιλιά των Ορχομενών! Και μα τις Νύμφες που

    με νανούριζαν στον Ελικώνα! Και μα τη θείαν Άμπελον! Ποτέ, Ποιητή, δε

    βρέθηκα σε τέτοιο χάλι. Ούτε τότε που με κομμάτιαζαν οι Τιτάνες. Όσο τη μέρα

    που με δίκαζαν στην Πνύκα αυτοί που η ιστορία θα ονομάσει οι Εραστές της

    Εξουσίας!

ΠΟΙΗΤΗΣ (Με ενδιαφέρον) : Τι μορφή έχουν;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Συγκεχυμένη!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Και ποία η σχέσις τους με την Άμπελον;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Άμπελος στη χώρα των Φαραώ;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Η Ελλάς χώρα των Φαραώ;

 

(Μπαίνουν διακριτικά η Φαίδρα, η Ρωμιοσύνη, ο Δημοσιογράφος και ο Πουνέντες.)

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Χώρα ερήμου!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Με πυραμίδας;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Πυραμίδας της Εξουσίας!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ώ! Μοίρα σκληρή!

ΦΑΙΔΡΑ : Διόνυσε! Μήπως υπερβάλλεις;

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τον Διόνυσο) : Και ποια η θέση του Ποιητή;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ο Ποιητής είναι νεκρός…

ΠΟΙΗΤΗΣ (κοιτάζοντας πότε προς την άκρη του ορίζοντα και πότε προς το κοινό.

     Το φως χαμηλώνει, παίρνοντας ποιητικούς χρωματισμούς.) :

                                     Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,

                                     ελάτε στο δικό μου περιβόλι,

                                     μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ

                                     για να το ζήσουμ’ όλοι.

                                     Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό

                                     κι εμείς θα το γλεντήσουμε το βράδυ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (προς το κοινό) : Νυχτώνει…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Αμβρακικέ! Δέξου με στην αγκαλιά σου…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (όλοι κάνουν κύκλο γύρω από τον Ποιητή) : Με αυτοκτονίες και με

    δολοφονίες

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Με οράματα και ανεμογκαστρώματα

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Με προγράμματα, συνθήματα και διεθνείς πρωτοβουλίες

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Με πληγωμένα όνειρα

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ: Με αυταπάτες…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Με ψεύτικες αλήθειες που σε κοιμίζουν…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Κατάλαβα! Κατάλαβα! Το Έθνος βουλιάζει υπερηφάνως… Κι εγώ τι να

    κάνω; Να πνιγώ ή να τινάξω τα μυαλά μου;

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ (που πετάγεται προς τον Ποιητή. Το φως δυναμώνει στιγμιαία) :

    Απευθυνθείτε στο Υπουργείο των Αέρηδων δια να ανανεωθείτε!

 

Σκηνή 8

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ησυχία! Ακούστε τη Ρωμιοσύνη! Τραγουδά το στερνό τραγούδι μαζί

    με τους Έλληνες!

 

 

(Το φως στο χρώμα της Εσπέρας. Ο Λαός μπαίνει διακριτικά. Φοράνε μαύρες εσάρπες.)

 

 

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη

                            στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα…

ΛΑΟΣ : Νοσταλγικά ενυχτώθη κι η ψυχή

              Νοσταλγικά η εσπέρα ανοίγει τα φτερά της…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι

                           κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα…

ΣΟΛΙΣΤ : Το φως λιγοστεύει. Νυχτώνει.

ΦΑΙΔ. – ΡΩΜ. – ΔΗΜ. – ΠΟΥΝ. – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝ.: Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η

   εσπέρα.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη

                           γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα

ΛΑΟΣ : Είναι η ώρα που πεθαίνουν οι Ποιητές

              γίνονται άστρο, σύννεφο από πέρα

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει

                           με μοχθηρή σπουδή μοίρα μητέρα).

ΣΟΛΙΣΤ : Το φως λιγοστεύει, νυχτώνει

ΛΑΟΣ : Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,

                           το στερνό ρόδο θα’ χανεν η σέρα

ΛΑΟΣ : Το στερνό ρόδο, η Ρωμιοσύνη, χάνεται μες στον αέρα…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.

                           Τ’ άστρα ζυγώνανε, καημοί, από πέρα.

ΣΟΛΙΣΤ : Το φως λιγοστεύει. Νυχτώνει.

ΛΑΟΣ : Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα.

 

(Φεύγει η Ρωμιοσύνη και ο Λαός)

 

Σκηνή 9

( Μπαίνουν οι Στρατιώτες ντυμένοι, όπως στον Εμφύλιο – 1948. Ο Αξιωματικός – λοχαγός – με στολή εκστρατείας. Ακολουθούν Καραγκούνες που κρατούν στους ώμους δύο θρόνους – τους ίδιους – με τον Παύλο, στολή ναυάρχου, και τη Φρειδερίκη, ντυμένη Βλάχα. Αυλικοί και Κυρίες της Αυλής – 1948)

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Μαρξιστές – Λενινιστές στη Σιβηρία!

                           Εδώ Γλυξεμπουργκική δημοκρατία!

                           Η Ελλάδα ανήκει στον καταπιεστή!

                           Αντιστασιακοί λεχρίτες! Όλοι! Στη φυλακή!

(βλέπουν τον Διόνυσο)

                           Νάτος! Νάτος! Ζαρωμένος σαν γάτος!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Του Γανυμήδη ο πάτος!

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Δέστε τον καλά να μην το ξανακάνει. Θέλω μια δίκη σαν του

    Μπελογιάννη.

ΠΑΥΛΟΣ : Ο Στρατός όμως άλλα ζητεί!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Το παλούκι στη Λαμία έχει στηθεί.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Στη Λαμία, στη Λαμία δοξάζεται η Γλυξεμπουργκία!

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Δεν θέλω άλλη υπόθεση Λαμπράκη! Η Πυθία υπήρξε

    κατηγορηματική! Για να υπάρξει λύση οριστική ο Διόνυσος θα δικαστεί από

    εξουσία Πυραμιδική! Λοιπόν, υπομονή!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Στη φυλακή!

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Στη φυλακή!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Σταθείτε! Να κρίνει ο Λαός!

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Ποιος είναι αυτός αναιδής;

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Αργόσχολος, τουτέστιν ποιητής!

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Υπάρχουν ακόμα ποιητές; Προς τι οι φυλακές;

ΠΑΥΛΟΣ : Ο Λαός ευθύς να προσαχθεί, ευκαιρία μοναδική η αλήθεια να λάμψει, η

    ιστορική!

 

(Μπαίνει ο Λαός ντυμένος σχεδόν όπως στα 1850 οι χωρικοί. Υπάρχουν όμως και προλετάριοι με φτηνά ρούχα.)

 

ΛΑΟΣ : Ελιά! Ελιά! Και Παύλο βασιλιά!

              Βάντε κλήρο – ρίχτε ζάρι

      θα σε πάρει να σε πάρει.

              Το μαντρί του ποιος θα πάρει

      με καρότσια και παπά –

              θα σου πάρω και μια δούλα

      πίσκοπε του Δαμαλά –

              να τη λένε Σπυριδούλα

      τώρα το’ παθες καλά.

Πληρώνω τα δοσίματα

στο κράτος και δε μνήσκω

και τα στερνά μου τα όβολα

στης Εκκλησιάς το δίσκο

      θα τα βρώ ψηλά ένα-ένα

και τη Βαγγελιώ παρθένα.

Το μάθημα που δώσαμε

για πάντα θα φωτίζει.

Μελίσσι ο Λαός και θα χυμά

σ’ όποιον τον ερεθίζει.

ΠΟΙΗΤΗΣ (βγαίνει αποφασιστικά. Προς το Λαό, που τον κοιτάζει με απορία) :

     Όραμα σου δίνω δυνατό! Ο κόσμος είναι δικός σου! Γίνε της Μοίρας σου τ’

     αφεντικό! Το φως βρίσκεται εντός σου!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Μιλάς αναρχικά μπροστά στο βασιλιά. Τιμωρία σου πρέπει

    παραδειγματική.

 

(Πάει να τον πιάσει.)

 

ΠΑΥΛΟΣ : Όχι! Σταθείτε! Την απόφαση θα πάρει ο Λαός!

ΛΑΟΣ (που ξαναζωντανεύει) : Ελιά! Ελιά! Και Παύλο βασιλιά!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Σου δίνω όραμα! Σου δίνω την αλήθεια!

ΛΑΟΣ : Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια – μαχμουρλίκι και συνήθεια –

ΠΑΥΛΟΣ : Λαέ μου, αποφάσισε εσύ!

ΛΑΟΣ : Στη Λαμία! Στη Λαμία! Δοξάζεται η Γλυξεμπουργκία!

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Έρχεται η Ρωμιοσύνη!

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Η Ρωμιοσύνη; Εφτάψυχη είναι;

ΠΑΥΛΟΣ : Εδώ δεν πρέπει να μας βρεί. Άλλωστε το μέλλον της έχει διαγραφεί!

     Πρέπει να φύγουμε ευθύς…

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ : Εμπιστευόμαστε στην ιστορία! Αυτή θα δώσει τη λύση την

     τελειωτική! Ποιητή! Μη ζητάς να σε δοξάσει τιμωρία βασιλική!

ΠΑΥΛΟΣ : Μοναχός σου τιμωρία θα δώσεις, αφού πρώτα σε φτύσει ο Λαός.

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ : Λαέ! Γλείφε και φτύνε! Γλείφε και φτύνε! Να μη μας βρει η

    Ρωμιοσύνη. Όταν τη βλέπω μου τη δίνει!

 

(Βγαίνουν οι βασιλείς, ακόλουθοι, Αξιωματικός, Στρατός, Λαός. Μπαίνει η Ρωμιοσύνη. Ακολουθούν οι υπόλοιποι σολίστ.)

 

Σκηνή 10

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Κάνει κύκλους γύρω από τα πρόσωπα.) : Υπήρξα πάντα ευτυχής!

     Είχα συντροφιά πάντοτε ανθρώπους που τραγουδούσαν και χόρευαν ωραίους

     σκοπούς της πατρίδος μου, νοσταλγικούς. Που γοητεύουν και σταλάζουν

     βάλσαμο στην καρδιά και γυμνάζουν το νού!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (που την πλησιάζει. Με νοσταλγία) : Η Πατρίς σου, πατρίς μου. Χώρα

     ευλογημένη. Κατοικία των Θεών!

ΦΑΙΔΡΑ (συναρπάζεται από τις αναμνήσεις) : Ποτέ η Αθήνα δεν υπήρξε ωραιότερη

     από τις μέρες της μάχης του Δεκέμβρη! Σε παρακολουθούσα, Διόνυσε, από το

     λόφο του Φιλοπάππου!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Δεν σε εφόβιζαν οι εκπυρσοκροτήσεις;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Στις δέκα του Δεκέμβρη άρχισε η πομπή…

                           Αγόρια και κορίτσια σκοτωμένα

                           στην Άνοιξη περνούν αγκαλιασμένα

ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Και μετά; Και μετά;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ανάβασις, κατάβασις και επί τα αυτά! Έως ότου…

ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Έως ότου;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήλθεν αυτός!

ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Ο Σιρόκος;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Στο σπίτι είχαμε πένθος. Οι κολονέλοι μας, βλέπετε, και η συμμορία

    τους. Ο πατέρας εξορία και το σπίτι ορφανό. Η μητέρα μου μόνη. Τότε εχτύπησε η

    πόρτα. «Ποιος είναι;» ρωτά η μητέρα…

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (που πετάγεται μπροστά της) : Η Αλλαγή!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (με απορία) : Πως το μαντέψατε;

ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Λοιπόν; Λοιπόν;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Μα εσείς έχετε χοντρή φωνή. Θα έλεγε κανείς, φωνή αρκούδας.

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Είχε βραχνιάσει από τις ψεύτικες αλήθειες…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ώστε αυτό ήταν;

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Ένας απλός μεσάζων. Ερμηνεύω τη σκέψη των εκπροσώπων!

    Οφείλω το μαύρο να το κάνω άσπρο. Το άσπρο πράσινο. Και το πράσινο κόκκινο!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Ώ! Ιδεολογία των χρωμάτων!

ΦΑΙΔΡΑ : Μα τη σκέψη της Ήρας! Αυτή η σούπα καταλήγει στο μαύρο!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και με εζήτησε επισήμως από την μητέρα μου: «Ο Σιρόκος την ποθεί.

    Θα την κάνει δική του». Και τότε…

ΦΑΙΔΡΑ – ΠΟΙΗΤΗΣ : Και τότε; Και τότε;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έβγαλε το κοχύλι και είπε: «Ακούστε τη φωνή του».

ΦΑΙΔΡΑ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Και λοιπόν; Και

    λοιπόν;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Φωνή ρωμαλέα. Ιστορική. Που την αισθάνομαι όλο και περισσότερο

    μέσα μου. Όπως η Ευρυκόμη το βόρειο άνεμο! Κάτι σαν τρόμπα που φουσκώνει το   

   λάστιχό…

ΦΑΙΔΡΑ : Ώ, δύστυχη!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Και με τύλιξαν τα οράματα που ηλεκτρίζουν τον υπερήφανο κολίγο.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Και η κοιλιά σου;

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Φούσκωνε!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (προς τον Πουνέντε) : Εσύ βρέ φούσκωσες την τρόμπα;

ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ : Εγώ σχολίαζα!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Και ποιος φούσκωνε;

ΠΟΙΗΤΗΣ (προς τη Ρωμιοσύνη) : Μιλάς με γρίφους.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Η θάλασσα θα αδειάσει από την καρδιά του ανθρώπου.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Το Αιγαίο θα γίνει Σαχάρα…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Και ο Λαός;

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Κύμβαλον αλαλάζον!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τα όνειρα σάπισαν

ΦΑΙΔΡΑ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Θάψτε τα όνειρα!

 

 

 

Σκηνή 11

ΠΟΙΗΤΗΣ (βγαίνει μπροστά) : Η λιτανεία των λυγμών αρχίζει.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τα όνειρα σαπίζουν.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Σ’ αυτή τη γη το αίμα μου θα χύσω.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (προς τον Ποιητή) : Είσαι η ψυχή της γής.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (προς τον Ποιητή) : Είσαι η φωνή του νερού.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Αφήστε με το βλέμμα μου να σεργιανίσω για μια στερνή φορά σ’

    αγαπημένα μέρη.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα θυμίζουν το ίδιο τραγούδι. Το τραγούδι αν σωπάσει, θα

    σωπάσουν…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Θα σωπάσουν, θα νυχτώσουν οι καημοί του κόσμου.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τη μοναξιά μου τη σφραγίζουν τώρα όλα τα τραγούδια που θα

    ξανανθίσουν.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Για ποια τραγούδια μιλάς, αφού μαζί σου θα πάρεις τη

    φωνή των πουλιών, τη φωνή των νερών;

ΠΟΙΗΤΗΣ : Πάντα το τραγούδι θα ξαναγεννιέται.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΠΟΙΗΤΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Όνειρο Ονείρου; Πόθοι του ανέμου.

 

Σκηνή 12

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ( που βλέπει τον Αμβρακικό) : Φάνηκε μια βάρκα στη λίμνη.

   Μας πλησιάζει.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Γλιστρά στα νερά.

ΦΑΙΔΡΑ : Δεν έχει κουπιά.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχει επιβάτη;

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Έναν μονάχα.

ΠΟΙΗΤΗΣ : Στα μαύρα ντυμένος.

 

 

(Εμφανίζεται η στενόμακρη βάρκα – για λιμνοθάλασσες. Όρθιος μπροστά ο Άγγελος. Ακίνητος σαν άγαλμα. Κοντά στην ακτή σταματά. Όλοι τον κοιτάζουν μαγνητισμενοί. Ο Δημοσιογράφος που βλέπει προς την Πρέβεζα τους βγάζει από την ακινησία τους. Τώρα στρέφουν τα βλέμματα προς το Λαό, που μπαίνει τρέχοντας από το βάθος. Είναι ντυμένοι με σύγχρονα ρούχα.)

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ : Έρχεται ο Λαός!

ΦΑΙΔΡΑ : Τρέχει αλαφιασμένος!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Φοβισμένος!

ΛΑΟΣ : Σηκώνονται οι ποταμοί! Αλλάζουν θέση τα βουνά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : (που γυρίζει τώρα το βλέμμα του προς τη βάρκα) : Απεσταλμένος του

    Δία!

ΛΑΟΣ (προς τον Διόνυσο) : Ζούνε οι Θεοί;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ας τον ακούσουμε προσεχτικά!

ΛΑΟΣ (βλέπουν τον Άγγελο και ακινητοποιούνται) : Ποιος είναι ποιος;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Άγγελος του Μέλλοντος! (προς τον Άγγελο) Πνεύμα, αν έχεις φωνή, πες

     ό,τι έχεις να πεις!

ΑΓΓΕΛΟΣ : Διόνυσε, σε χαιρετώ. Απ’ τον αιώνιο ύπνο μου με πρόσταξε να βγω των

    Ολυμπίων Θεών εντολή. Να εμποδίσω προσπαθώ το θάνατο του Ποιητή.

ΛΑΟΣ : Τα ζώα μιλούν. Τα νερά τραγουδούν. Τα δέντρα περπατούν.

ΦΑΙΔΡΑ : Σημάδια θεϊκά!

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Δαιμονικά!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Πνεύμα! Μίλα καθαρά! Τα σημάδια αυτά τι σημαίνουν;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Η Φύση δε συγχωρεί αυτό που πρόκειται να’ ρθει. Η σιδερένια αράχνη

    ξεκινά…

ΛΑΟΣ : Μίλα καθαρά!

ΑΓΓΕΛΟΣ : Χιλιάδες πόδια φαρμακερά! Φτερά αγκυλωτά! Αίμα και θάνατο σκορπά!

ΛΑΟΣ : Στην Ελλάδα πότε θα’ ρθει;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Ακρίδα πρώτα φαρμακερή!

ΛΑΟΣ : Από πού θα βγεί;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Τιμωρία θεϊκή! Μέσα από την ξεραμένη γη…

ΠΟΙΗΤΗΣ (γίνεται πάλι το επίκεντρο της προσοχής) : Η λιτανεία των λυγμών αρχίζει.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τα όνειρα σαπίζουν.

ΛΑΟΣ : Η λιτανεία…σαπίζουν…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Τη μοναξιά μου…

ΛΑΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν οι καημοί του κόσμου.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν οι καημοί του κόσμου.

ΠΟΙΗΤΗΣ : …τη σφραγίζουν τώρα όλα τα τραγούδια που…

ΛΑΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν

ΛΑΟΣ (προς τον Άγγελο) : Και μετά; Και μετά;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Από την ξεραμένη γη

ΠΟΙΗΤΗΣ (και πάλι στο επίκεντρο) : Τη μοναξιά μου τη σφραγίζουν τα τραγούδια.

ΛΑΟΣ (προς τον Άγγελο) : Και μετά; Και μετά;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Η σιδερένια αράχνη τούτη τη γη την ιερή καταχτά.

ΠΟΙΗΤΗΣ (συνέρχεται και ρωτά με ενδιαφέρον) : Και τι θα γίνει το ανθρώπινο γένος;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Τη σιδερένια αράχνη βλέπω να πνίγει μέσα στο αίμα!

ΛΑΟΣ : Δόξα! Δόξα! Μεγάλη στιγμή!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Πικρή για την Ελλάδα τη μικρή…

ΛΑΟΣ : Διόνυσε, τι λές;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το Πνεύμα ευθύς τώρα θα μας πει.

ΛΑΟΣ : Πρέπει να μας πεις!

ΑΓΓΕΛΟΣ : Ας σταματήσω εδώ. Μα σώσω θέλω τον Ποιητή…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Πνεύμα, λέγε τι βλέπεις! Ζωή μου η αλήθεια!

ΑΓΓΕΛΟΣ : Όχι τόσο σκληρή… Δεν την αντέχει η καρδιά του ποιητή.

ΠΟΙΗΤΗΣ (και πάλι στο επίκεντρο) : Αφήστε με να σεργιανίσω για μια στερνή φορά σ’

     αγαπημένα μέρη.

ΛΑΟΣ (προς τον Ποιητή) : Είσαι η ψυχή της γης. (προς τον Άγγελο) Τι βλέπεις; Τα

     λόγια σου κρύβουν συμφορές φριχτές.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Τι πιο πολύ απ’ την αράχνη και την ακρίδα;

ΛΑΟΣ : Τι πιο πολύ απ’ την αράχνη και την ακρίδα.

ΠΟΙΗΤΗΣ (επίκεντρο της προσοχής – όλοι στρέφονται προς αυτόν) : Τη μοναξιά μου

     τώρα τη σφραγίζουν όλα τα τραγούδια που θα ξανανθίσουν.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ – ΔΙΟΝΥΣΟΣ (προς τον Ποιητή) : Για ποια τραγούδια μιλάς αφού

     μαζί σου θα πάρεις τη φωνή των πουλιών και των νερών;

ΛΑΟΣ : Θα σωπάσουν θα νυχτώσουν οι καημοί.

ΑΓΓΕΛΟΣ (παρεμβαίνει και όλοι γυρίζουν προς αυτόν) : Σήμερα για στερνή φορά τα

    ζώα μιλούν, τα δέντρα περπατούν, τα νερά τραγουδούν.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Βλέπω τη μεγάλη σιωπή…

ΛΑΟΣ : Κι η καρδιά του ανθρώπου; Τι θα γίνει κι αυτή;

 

(Το φως αρχίζει και γίνεται κλιμακωτά κόκκινο)

 

ΑΓΓΕΛΟΣ : Καμένη γη…

ΠΟΙΗΤΗΣ : Άχ, αλί και τρισαλί.

ΑΓΓΕΛΟΣ : Γι’ αυτό Διόνυσε προσταγή θεϊκή! Πρέπει να φύγεις από τούτη τη γη!

ΠΟΙΗΤΗΣ : Και οι Θεοί;

ΑΓΓΕΛΟΣ : Θα πεθάνουν κι αυτοί…

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ: Και το τραγούδι του νερού;

 

(Ο Ποιητής παίρνει από το τραπέζι το περίστροφο και σημαδεύει μ’ αυτό την καρδιά του)

 

ΑΓΓΕΛΟΣ : Σκιές σκιών θα περπατούν…

 

(Το φως γίνεται έντονα κόκκινο – Πυρκαγιά)

 

ΛΑΟΣ : Μη! Στάσου Ποιητή!

ΦΑΙΔΡΑ – ΟΛΟΙ : Μαζί σου σκοτώνεις τη ζωή!

 

(Σημαδεύει με το όπλο το κοινό. Αρχίζει το σκοτάδι. Λαός και πρωταγωνιστές χάνονται, σβήνουν. Μένει μόνο η φιγούρα του Ποιητή)

 

ΠΟΙΗΤΗΣ : Άλτ! Πυροβολώ το μέλλον…

 

 

 

(Σκοτάδι γενικό.)

 

Αυλαία

 

 

 

  ΑΝΤΙΓΟΝΗ

  Όπερα σε δύο πράξεις

Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή

Λιμπρέτο : Μίκης Θεοδωράκης

 ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑ

               7, 9, 10, 11 Οκτωβρίου 1999, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Μουσική Διεύθυνση

Λουκάς Καρυτινός

Σκηνοθεσία

Βασίλης Νικολαϊδης

Σκηνικά – Κουστούμια

Νικόλαος Γεωργιάδης

Διεύθυνση Χορωδίας

Φανή Παλαμήδη

Χορογραφία – Κίνηση

Ισίδωρος Σιδέρης

Φωτισμοί

HansAke Sjoequist / Candela Design

Μουσική προετοιμασία

Καλλιόπη Γερμανού – Θανάσης Αποστολόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη

Μιχάλης Ρίζος

Βοηθός σκηνογράφου

Jason Southgate

Βοηθός ενδυματολόγου

Κούλα Γαλιώνη

Βοηθός χορογράφου

Χρυσηίς Λιατζιβίρη

 

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Χορωδία Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Ομάδα Χορού «Θεατροκίνηση»

 

Διανομή (Ά και Β’)

Οιδίπους : Γιώργος Παππάς – Χρήστος Αμβράζης

Αντιγόνη : Τζένη Δριβάλα – Μαρίνα Βουλογιάννη

Κρέων : Δημήτρης Κασιούμης

Κορυφαίος : Παύλος Σαμψάκης – Πέτρος Μαγουλάς

Αίμων : Ζάχος Τερζάκης – Αντώνης Κορωναίος

Ιοκάστη : Δάφνη Ευαγγελάτου – Μαρίνα Φιδέλη

Ετεοκλής : Παναγιώτης Αθανασόπουλος – Άρης Παπαγιαννόπουλος

Πολυνείκης : Τ. Χριστογιαννόπουλος – Δημήτρης Σιγαλός

 

 Τα πρόσωπα

ΟΙΔΙΠΟΥΣ (μπάσος)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ (σοπράνο)

ΚΡΕΩΝ (βαρύτονος)

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ (βαρύτονος)

ΑΙΜΩΝ (τενόρος)

ΙΟΚΑΣΤΗ (μέτζο σοπράνο)

ΕΤΕΟΚΛΗΣ (βαρύτονος)

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ (τενόρος)

 

ΑΝΔΡΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ (μπάσοι)

ΜΙΚΤΟΣ ΧΟΡΟΣ (σοπράνοι, άλτοι, τενόροι, μπάσοι)

 

 

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

 

Σκηνή 1

(Βγαίνει ο Οιδίπους συνοδευόμενος από 7 γέροντες και τον Κορυφαίο)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μακάρι να είσαι αγνός, Άνθρωπε. Ιερή αγνότητα να σε τυλίγει. Όλα τα λόγια και τα έργα σου να’ ναι σε αρμονία με τους ιερούς νόμους του σύμπαντος. Ω συμπαντικό κέντρο του απείρου! Ω συμπαντική αρμονία των ουρανών! Ζεις αρμονικά με τους νόμους των ουρανών. Η δυσαρμονία και η έπαρση γεννούν τον τύραννο. Ανόητα φουσκώνει, μα στο τέλος πέφτει στον γκρεμό όποιος δε λογαριάζει τη θεία Δίκη. Έγινα θέαμα φριχτό, εγώ που δώρισα το μεγαλύτερο καλό στη χώρα μου όταν το αίνιγμα της Σφίγγας έλυσα κι έτσι την πόλη έσωσα. Οι συμφορές άδικα με χτύπησαν. Οι θεοί άδικα με μίσησαν. Με τη μάνα μου επλάγιασα χωρίς να ξέρω, τον πατέρα σκότωσα χωρίς να θέλω, έγκλημα έκανα φριχτό χωρίς να φταίω, πρόσβαλα κάποιο θεό, δεν έχω φόβο για να πω το όνομά του. Ω σύννεφο του σκοταδιού μου αποτρόπαιο, θεοί ραδιουργοί, εσείς που δέσατε στον Καύκασο τον Προμηθέα…

ΧΟΡΟΣ

Ω! Ω!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

…γιατί χάρισε τη φλόγα στους ανθρώπους.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Ανίερος είσαι. Μη!

ΧΟΡΟΣ

Ανίερος! Πάψε να μιλάς!

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Σταμάτα!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όμως μ’ αυτή την πράξη σας φανερώσατε το μίσος σας για τους θνητούς.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ

Στους Θεούς με σεβασμό πρέπει να μιλάς.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Αν δεν υπάρχει σέβας, τότε τιμωρούν φριχτά.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έτσι τους κάνατε κοπάδι, δίχως σκέψη, κρίση, βούληση, ν’ ακολουθούν κάθε φορά τον υποτακτικό σας…

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Εσύ πως τολμάς με τα φοβερά που έπαθες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

…τον πονηρό και τον διπρόσωπο, να τους τυλίγει με το μέλι και τις ψεύτικες αλήθειες τυφλωμένους.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Τα μάτια σου έβγαλες μοναχός σου.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ

Γιατί;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να πάει στράφι η δωρεά του Προμηθέα.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ

Τυφλός τα τα’ ώτα, τον τε νούν, τα τα’ όμματα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Άδικα βασανίστηκες στον βράχο, Προμηθέα.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Βλάσφημος

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Οι σπιούνοι των θεών φροντίζουν οι άνθρωποι να σβήνουν…

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Τολμάς τους θεούς να πολεμάς δίχως να έχεις κανένα στον κόσμο.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

…μόνοι τους τη φλόγα που τους δώρισες.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Σαν καλαμιά στον κάμπο είσαι Οιδίποδα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σαν τα σκουλήκια και τους αρουραίους μάθανε να ζουν στη λάσπη και στο σκότος.

ΧΟΡΟΣ

Βρίζεις τους Θεούς, θα μετανιώσεις Οιδίποδα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δεν θέλουν οδηγό!

ΧΟΡΟΣ

Οιδίποδα, ξακουστέ απ’ τη χρυσή περόνη.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Έτσι και φυσήξει κάποιος απ’ τον Όλυμπο, θα γίνεις έρμαιο των ανέμων.

ΧΟΡΟΣ

Οιδίποδα, τα βάζεις με τους θεούς…

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ανάμεσα στην κολακεία και στο κνούτο, στον δημοκόπο και στον τύρρανο…

ΧΟΡΟΣ

…θα μετανιώσεις σκληρά γι’ αυτό.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

…αρέσκονται να βόσκουν το χόρτο της υποταγής και της συνήθειας.

ΧΟΡΟΣ

Την κόρη την αγαπημένη την Αντιγόνη, δεν την λυπάσαι…

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Φύγε απ’ την πόλη. Φύγε μακριά. Τη μολύνεις.

ΧΟΡΟΣ

…π’ αφήνεις μόνη, δυστυχισμένη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αλίμονο σ’ όποιον τους ξυπνήσει.

ΧΟΡΟΣ

Την έσβησες.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΧΟΡΟΥ

Τα μάτια σου έβγαλες μοναχός σου. Γιατί;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Όπως εγώ, θύματα των ίδιων τους των πράξεων θα γίνουν.

ΧΟΡΟΣ

Η πόλη δε σε θέλει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

…γιατί τις πράξεις τους ελέγχουν θεοί ραδιούργοι.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ

Οι θεοί σε μισούν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτοί που με τη Σφίγγα και τον Τύραννο κρατούν σφιχτά τα γκέμια και σε τετράποδο τον έχουν καταντήσει τον άνθρωπο.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Ο βασιλιάς Κρέοντας μας διάταξε…

ΧΟΡΟΣ

Οι θεοί σε μισούν.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

…να δούμε που φεύγεις απ’ την πόλη και να χαρεί.

ΧΟΡΙΚΟ 1

Οιδίποδα τυφλέ στα μάτια και στο νου

τους θεούς προσβάλλεις

δεν σου συγχωρώ που τα βάσανά σου δεν σου δίδαξαν.

Να σκύβεις πρέπει ευλαβικά το κεφάλι

σ’ αυτούς που οι θεοί διάλεξαν να μας κυβερνούν

όπως ορίζουν οι Νόμοι της Εξουσίας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Δεν περιμένω απ’ τους ανθρώπους να έχουν μνήμη. Η αχαριστία πιο πολύ κι απ’ το μαχαίρι σκίζει σάρκες. Δεν θέλω πιά στ’ αυτιά μου φωνές ανθρώπων προσκυνημένων, φοβισμένων. Φύγετε! Φύγετε! Δεν θέλω ν’ ακούω λέξεις κενές. Τη φωνή του κυρίου σας την ξέρω καλά. Τυραννική, αυταρχική. Όμως ο τύρρανος θα πληρώσει.

 

(Ο Χορός βγαίνει αργά. Καθώς φεύγουν, κοιτούν κατηφείς τον Οιδίποδα.)

 

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Εμένα με οδηγεί γαλάζιο φως σταλμένο από πολύ μακριά στα βάθη του απείρου. Εκεί κι εγώ πηγαίνω. Θα γίνω φως! Θα γίνω φως! Θα γίνω ένα με το φως του γαλαξία!

 

(Βγαίνει)

 

Σκηνή 2

(Εσωτερικό του φρούριου της Θήβας. Έπαλξη. Ο Ετεοκλής κοιτάζει από ψηλά τον κάμπο όπου είναι παρατεταγμένοι οι Αργίτες. Μετά βηματίζει συλλογισμένος και ανήσυχος. Ατμόσφαιρα βαριά. Σε μια γωνιά στριμωγμένες απ’ το φόβο, η μια πάνω στην άλλη, ο Γυναικείος Χορός, παρακολουθεί τον Ετεοκλή κοκαλωμένες απ’ το φόβο. Μπαίνει βαρύς και σκεφτικός ο Κορυφαίος ακολουθούμενος απ’ τον Ανδρικό Χορό.)

 

Α’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Μεγάλε βασιλιά, έστειλα κατάσκοπους στις τάξεις των εχθρών και τώρα τα γνωρίζω όλα λεπτομερώς. Επτά έχουν αρχηγούς, που πάνω σε ασπίδα ταύρου σφάξανε κι αφού τα χέρια τους βάψανε στο αίμα, στον Άρη και στον Φοίβο υψώνουν όρκους φοβερούς, τη Θήβα στο αίμα να πνίξουν.

 

ΧΟΡΟΣ

Μην αφήσετε τους εχθρούς μου να πατήσουν τους βωμούς και την ελληνική μας γλώσσα…

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Ώ Δια και Γή! Μην αφήσετε τους εχθρούς μας να πατήσουν τους βωμούς και την ελληνική μας γλώσσα.

ΧΟΡΟΣ

Μην αφήσετε τους εχθρούς μου να πατήσουν τους βωμούς και την ελληνική μας γλώσσα…

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Μη δεχτείτε σκλαβιά για τη λεύτερη χώρα μας. Ελάτε Σωτήρες, βοηθάτε μας. Μόνο πόλη λεύτερη τιμά τους θεούς!

 

(Ο Χορός κοιτάζει ανήσυχος πάνω απ’ τα τείχη. Παρακολουθεί τις κινήσεις του αργίτικου στρατού. Αντιδρά. Τέλος στρέφεται προς τον Ετεοκλή και του αφηγείται αυτό που βλέπει.)

 

ΧΟΡΟΣ

Ο στρατός ξεκίνησε, ξεχύθηκε στον κάμπο. Μπροστά καβαλάρηδες σύννεφο σκόνης σηκώνουν. Στρατιώτες με λευκές ασπίδες ορμούν να μας χτυπήσουν. Η βουή σπάει πάνω στα τείχη. Ποια θεά, ποιος θεός θα μας σώσει; Άρη, θα προδώσεις τον τόπο σου; Δία, πατέρα, τρέμω! Οι Αργίτες κυκλώνουν την πόλη. Διώξ’ τους! Σώσε τη Θήβα! Επτά στρατηγοί με το κοντάρι υψωμένο στις επτά πύλες πάνω προχωρούν. (Προσπέφτουν στους βωμούς.) Κόρη του Δία, Αθηνά, Ποσειδώνα και συ Άρη, Αφροδίτη, μητέρα της γενιάς μας. Απόλλων βασιλιά και συ Άρτεμη, Ήρα παντοδύναμη, πετροβολούν τους πύργους. Θεοί πυργοφύλακες, την πόλη βοηθάτε να μη λυγίσει, να μην πέσει σε ζυγό εχθρού που δε μιλά γλώσσα ελληνική.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Δεν ωφελούν οι φωνές σας. Δεν δίνουν θάρρος στο στρατό μας τον περικυκλωμένο. Πέφτετε στους βωμούς, στριγγλίζετε. Να μου λείπουν τέτοια καμώματα. Σπέρνετε τον πανικό και το φόβο. Τους εχθρούς μας έτσι βοηθάτε, ενώ εμείς χανόμαστε.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΧΟΡΟΣ

Γιέ του Οιδίποδα, με τρόμαξαν οι θόρυβοι της μάχης κι ο φόβος μ’ έφερε στους Θεούς για τη Θήβα.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Παρακαλέστε τους θεούς οι πύργοι ν’ αντέξουν. Τους συμφέρει. Αν πέσει η πόλη, την χάνουν κι αυτοί.

ΧΟΡΟΣ

Να μην φτάσω να δω τους εχθρούς νικητές να ρημάζουν την πόλη.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Παρακάλα με τάξη. Η πειθαρχία είναι η μάνα της νίκης.

ΧΟΡΟΣ

Όμως ο θεός ισχυρότερος.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Δουλειά δική μας η θυσία στους θεούς. (Προς τις γυναίκες) Εσείς στο σπίτι.

 

Β’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

(Ο Ετεοκλής βγαίνει με την ακολουθία του. Ο Χορός κοιτάζει πάνω απ’ τα τείχη.)

ΧΟΡΟΣ

Τώρα μανιασμένος ο Άρης χτυπά τα τείχη. Γύρω στην πόλη αστράφτουν. Σύννεφο πυκνό οι ασπίδες. Μάχης αιματόβαφης σημάδι. Τα δεινά των Ερινύων φέρνει ο Άρης στου Οιδίποδα τα τέκνα.

 

(Μπαίνει ο Πολυνείκης καχύποπτος με το ξίφος υψωμένο.)

 

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Τους σύρτες στις πύλες οι φρουροί γοργά τράβηξαν να μπω μέσα στα τείχη. Φοβάμαι όμως μην έχω πέσει σε παγίδα. Έχω και δεν έχω εμπιστοσύνη στη μάνα μου που μ’ έπεισε να ρθω σε συμφωνίες. Όμως ας κρύψω το σπαθί. Γυναίκες, πέστε μου, είδατε την Ιοκάστη;

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΧΟΡΟΣ

Πρώτα να πεις εσύ ποιος είσαι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ο Οιδίποδας του Λάιου γονιός μου κι η μάνα μου η Ιοκάστη.

ΧΟΡΟΣ

Σε προσκυνώ γονατιστή, Άρχοντα μου. Ε! Ε! κυρά μου, Ιοκάστη. Έβγα έξω. Αυτός που γέννησες είναι κοντά μας. Μην αργείς! Τρέξε ν’ αγκαλιάσεις το παιδί σου.

 

(Βγαίνει αργά η Ιοκάστη)

 

ΙΟΚΑΣΤΗ

Γιέ μου, παιδί μου ακριβό, σε ξαναβλέπω. Αγκάλιασε τη μάνα σου, γείρε στην αγκαλιά μου. Μαύρα σγουρά μαλλιά, σκεπάστε μου το πρόσωπο. Ανέλπιστα κι αναπάντεχα σε ξαναβλέπω. Θα νιώσω η μαύρη άραγες την πρωτινή μου ευτυχία; Αχ γιέ μου, ερημωμένο τ’ άφησες το σπίτι διωγμένος απ’ τ’ άδικο τ’ αδερφού σου, εσύ ο πιο αγαπημένος στη Θήβα και στους φίλους.

ΧΟΡΟΣ

Κατάρα η γέννα της γυναίκας. Γι’ αυτό αγαπάνε τόσο τα παιδιά τους.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Στοχαστικά κι αστόχαστα ήρθα, μητέρα, στους εχθρούς μου. Ωστόσο πάνω απ’ όλα πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπάμε. Με το σπαθί στο χέρι πέρασα την πόλη, φόβο είχα μεγάλο πως σε παγίδα μέσα θα έπεφτα θανάτου κι έκλαψα καθώς διάβαινα ξανά ανάμεσα σ’ αγαπημένα μέρη αποδιωγμένος άδικα να ζω σε ξένη πόλη. Και συ, μάνα, στους πόνους μέσα τυλιγμένη για τα δικά μου πάθη μόνο.

ΧΟΡΟΣ

Ανήκουστη των συγγενών η έχθρα.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Κάποιος κακός θεός βάλθηκε να αφανίσει το γένος του Οιδίποδα. Μ’ άνομο τρόπο εγώ παιδιά να κάνω, άνομους γάμους να’ χει κάνει ο γονιός σου. Πρέπει όμως τα πάθη που μας στέλνουν οι θεοί να υπομένουμε. Πες μου σαν έχασες την πατρίδα, είναι μεγάλη η συμφορά;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Η πιο μεγάλη.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Ποιο το πιο σκληρό;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Δεν έχεις γνώμη.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Σε δούλο αρμόζει γνώμη να μην έχει. Δεν σε συντρέχουν φίλοι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Αθέλητα στο κέρδος είσαι σκλάβος. Αν δυστυχείς, οι φίλοι δεν αξίζουν.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Για τους θνητούς το πιο η πατρίδα.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Τόσο ακριβή, που λόγια δεν την λένε. Όμως εγώ φωνάζω στους θεούς πως άθελα μου κοντάρι σήκωσα ενάντια στην πατρίδα και τώρα, μάνα, εσύ μονάχα μπορείς στις δυστυχίες τις φοβερές να βάλεις τέλος.

 

Γ’ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΧΟΡΟΣ

Μα να! Ο Ετεοκλής έρχεται τώρα.

 

(Μπαίνει ο Ετεοκλής.)

 

ΧΟΡΟΣ

Σε σε το βάρος τώρα πέφτει. Ιοκάστη, να τα φιλιώσεις.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Ήρθα μητέρα. Ήμουν στα τείχη και συ μου ζητάς να συναντήσω τούτον εδώ. Για σένα ήρθα, γιατί ξέρεις πως τιμώ τη δίκαια κρίση σου.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Μη βιάζεσαι. Μην ξεφυσάς σα λύκος. Τον αδελφό σου έχεις μπροστά σου κι όχι κανένα δράκο.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μάνα, η αλήθεια δεν χρειάζεται λόγια. Η αδικία σαν άρρωστος σοφά βοτάνια θέλει. Αυτός πήρε όρκους και με ξεγέλασε. Αν ήταν όμως να μου δώσει ό,τι μου ανήκει, διώχνω το στρατό μπροστά στα τείχη να βασιλέψω ένα χρόνο κι έπειτα πάλι ο άλλος.

ΧΟΡΟΣ

Σωστά τα λόγια του ηχούν στ’ αυτιά μου.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Λόγια ξεκάθαρα θα πω. Στον ουρανών τα μάκρη, στ’ αστέρια και στον ήλιο κι ως το βυθό της γης είμ’ έτοιμος να πάω για να κρατήσω ολοδικιά μου τη βασιλεία. Αυτό το αγαθό, μάνα, την εξουσία θέλω για μένα κι αυτός αν θέλει να μείνει, ας μείνει, χωρίς να περιμένει να γίνω δούλος του ενώ είμαι βασιλιάς! Και τώρα μπρός! Τραβήξτε τα σπαθιά σας. Εμπρός, φωτιά! Σ’ αυτόν τη βασιλεία δε θ’ αφήσω.

ΧΟΡΟΣ

Πράξεις κακές. Δεν πρέπει να παινούνται.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Παιδί μου, Ετεοκλή, την πιο κακιά θεά έχεις διαλέξει, τη φιλαρχία. Πόνους πολλούς θα φέρουνε στην πόλη ο πλούτος που ζητάς κι η εξουσία. Σε σένα, Πολυνείκη. Ανόητα ήρθες να χτυπήσεις την πόλη σου. Γιέ μου, τέτοια δόξα δεν ταιριάζει σε Έλληνες. Κι αν νικηθείς, στο Άργος πίσω πώς να τολμήσεις να γυρίσεις; Διπλό κακό η βιασύνη σου θα φέρει. Ή εδώ θα σκοτωθείς ή τ’ αγαθά σου στο Άργος θα τα χάσεις. Εμπρός λοιπόν, βιαστείτε. Βάλτε στην άκρη την έχθρα, φιλιώστε σαν αδέλφια.

ΧΟΡΟΣ

Θεοί, βοηθάτε.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Μάνα, δεν είν’ καιρός για λόγια. Σε ένα μονάχα θα συμφωνήσω, εγώ να βασιλεύω και να κρατώ τα σκήπτρα κι εσύ φύγε πριν σε σφάξω.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Και ποιος θα με σφάξει;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Τολμάς και ζυγώνεις;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ω των θεών προγονικοί θεοί.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Που ήρθες να ρημάξεις;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μ’ ακούτε;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Πώς να σ’ ακούσουν, που χτυπάς τη γή σου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Άδικα, ω θεοί.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Κράξ’ τους στις Μυκήνες.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ανόσιος είσαι.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Μα όχι εχθρός όπως εσύ της χώρας.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ακούς, πατέρα.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Ακούει αυτά που έκανες.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Κι εσύ μητέρα.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Μάνα δε σου ταιριάζει να φωνάζεις.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ώ πόλη

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Στο Άργος όταν πας, κράξε τη Λέρνα.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Θα πάω. Μάνα, σ’ ευχαριστώ.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Φεύγα απ’ τη χώρα.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Φεύγω. Τις αδερφές μου να δω.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Δεν θα σου γίνει το χατήρι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Όμως εσύ έχε γειά, μητέρα.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Τι ωραία το έχε γειά, παιδί μου. Δύστυχη.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Δεν είμαι πιά παιδί σου.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Δύστυχη, δύστυχη. Με πνίγει η δυστυχία.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Με βρίζει τούτος.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Γιατί και σύ με βρίζεις, θα σε σφάξω.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Τον ίδιο πόθο έχω κι εγώ.

 

(Ξιφομαχούν.)

 

ΙΟΚΑΣΤΗ

Ω η μαύρη, η δύστυχη. Τι κάνετε παιδιά μου.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Η πράξη θα το δείξει.

ΙΟΚΑΣΤΗ

Κι απ’ του γονιού δε θα σωθείτε την κατάρα.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ

Καταραμένο το γένος του Οιδίποδα.

ΧΟΡΟΣ

Κόρη του Δία, Αθηνά, (μονομαχούν) Ποσειδώνα και συ Άρη (η Ιοκάστη ανάμεσα τους) Αφροδίτη, μητέρα της γενιάς μας, Απολλών βασιλιά και συ Άρτεμη, Ήρα! παντοδύναμη, (αλληλοσκοτώνονται) πετροβολούν τους πύργους, (η Ιοκάστη πέφτει διαδοχικά επάνω τους και στη συνέχεια αυτοκτονεί) θεοί πυργοφύλακες, την πόλη βοηθείστε να μη λυγίσει, να μην πέσει σε ζυγό εχθρού που δεν μιλά γλώσσα ελληνική!

Σκηνή Τρίτη

(Μπροστά στο Παλάτι. Ο Κρέων κατεβαίνει μόνος τα σκαλιά. Σκεπτικός. Σε λίγο μπαίνει αργά, διστακτικά, ο Κορυφαίος. Ακολουθεί ο Γυναικείος Χορός και μετά ο Ανδρικός Χορός.)

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Δεν ζούνε, Κρέοντα, οι γιοί της αδερφής σου.

ΚΡΕΩΝ

Πάθη φοβερά για μένα και την πόλη ξεστομίζεις. Παλάτι του Οιδίποδα, μ’ ακούς; Παν τα παιδιά σου, χάθηκαν.

ΧΟΡΙΚΟ

Αν ήταν ζωντανό, θα’ κλαίγε κι αυτό.

ΚΡΕΩΝ

Αχ, δυστυχίες καυτές. Άχ, ο δόλιος.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Έχεις κι άλλα ν’ ακούσεις, δύστυχε.

ΧΟΡΙΚΟ

Κι άλλα ν’ ακούσεις…

ΚΡΕΩΝ

Χειρότερα απ’ αυτά μπορεί να γίνουν;

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Πάει, σκοτώθηκε η Ιοκάστη. Σφάχτηκε κι έσμιξε για πάντα με τους γιούς της.

ΧΟΡΙΚΟ

Αρχίστε, ξεκινήστε μοιρολόι. Πάει, έσβησε το γένος του Οιδίποδα. Βαριά κατάρα απλώνει στην πόλη.

ΚΡΕΩΝ

Δύστυχη Ιοκάστη, σημαδεμένη πάντα ήσουν απ’ τη μοίρα. Πες μου, πως έγινε το φονικό και πως αλήθεψαν οι κατάρες του Οιδίποδα;

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Δεν μπόρεσε η δύστυχη να φιλιώσει τα παιδιά της. Μάταια προσπάθησε να τους πείσει…

ΧΟΡΙΚΟ

Δεν μπόρεσε…

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

…να δώσουν τα χέρια.

ΧΟΡΙΚΟ

Δεν μπόρεσε η δύστυχη…

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Να σώσουν την πόλη, να σωθούν κι αυτοί.

ΧΟΡΙΚΟ

Να δώσουν τα χέρια, να σώσουν την πόλη, να σωθούν κι αυτοί.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Άγρια λογομάχησαν και σα θηρία πέσανε ο ένας πάνω στον άλλον κι ανάμεσα τους η δόλια μάνα παράδερνε.

ΧΟΡΙΚΟ

Η μάνα… η μάνα…

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Στο τέλος σφάχτηκαν. Έσφαξε ο ένας τον άλλον την ίδια στιγμή και πέσαν μέσα στο δικό τους το αίμα.

ΧΟΡΙΚΟ

Σφάχτηκαν, πνίγηκαν μέσα στο δικό τους το αίμα.

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

Σαν είδε σφαγμένα τα παιδιά της η δόλια η μάνα, αρπάζει ένα σπαθί και κόβει το λαιμό της κι ως έπεσεν απάνω τους αγκαλιαστά το δρόμο τον αιώνιο, τον σκοτεινό πήρε του Άδη.

ΧΟΡΙΚΟ

Το δρόμο τον σκοτεινό πήραν του Άδη. Δύστυχη Ιοκάστη, σημαδεμένη πάντα ήσουν απ’ τη Μοίρα. Πάει, έσβησε το γένος του Οιδίποδα. Βαριά κατάρα πλακώνει την πόλη. Μα να, βλέπω να’ ρχονται τα κορμιά των νεκρών. Με τον ίδιο θάνατο κέρδισαν το αιώνιο σκοτάδι του Άδη.

Σκηνή 3 Β’

ΘΡΗΝΟΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ

(Μπαίνουν στρατιώτες κρατώντας τα τρία φορεία με τους νεκρούς. Ακολουθεί η Αντιγόνη.)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Με τα μαλλιά ξεσκέπαστα να πέφτουν στα τρυφερά μου μάγουλα και με την όψη κατακόκκινη, -όχι από ντροπής κοκκίνισμα παρθενικό- για τους νεκρούς ξεσκεπάζω τι κεφάλι και λύνω τα μαλλιά μου, αυτούς θρηνώ θρήνο γοερό, ασταμάτητο θρήνο θρηνώ θρηνολόι σαν θρόισμα που σκίζει τον αέρα κι όλα θρηνούν μαζί μου γύρω μου Ουρανός και Γη πουλιά και συ γαλάζια θάλασσα θρηνείς και συ μαζί μου. Αχ, Πολυνείκη, τα’ όνομα σου βγήκε αληθινό για τη Θήβα για τη Θήβα η έχθρα σου φόνους πάνω στο φόνο ώσπου έσβησε το σπιτικό του Οιδίποδα. Αίμα πάνω στο αίμα και πάλι αίμα. Μέσα στο αίμα πνίγηκε για πάντα, χαρά της Ερινύας. Νάτοι οι νεκροί μου, μάνα κι αδέρφια. Ποια τραγουδίστρια, ποια μοιρολογίστρα, ποια θα μπορέσει να θρηνήσει μαύρο θρήνο για σας να πει. Δάκρυα, δάκρυα ατέλειωτα τρέξτε ώσπου να πνιγώ και μη βλέπω. Ποια ελληνίδα η βάρβαρη έπαθε πιο πολλά από μένα; Δάκρυα – για ποιόν να ξεριζώσω τα μαλλιά μου; Για σένα, μάνα, που με βύζαξες για σας αδέρφια μου αγαπημένα. Φωτίζατε σαν Ήλιοι τη νιότη μου…

ΚΡΕΩΝ

Τα δάκρυα σταματήστε και τους θρήνους, είναι ώρα την ταφή τους να σκεφτούμε. Στο παλάτι μέσα να τους πάτε. Τούτον εδώ, τον Πολυνείκη, που την πατρίδα του ήρθε να κουρσέψει και να ρίξει στα σκυλιά, ρίξτε τον στα όρνια και στα σκυλιά ώσπου να σαπίσει το κορμί του. Και νόμο θέτω για όλους τους Θηβαίους : όποιος τολμήσει το νεκρό τούτον ν’ αγγίξει, θα πεθάνει! Και συ Αντιγόνη, σύρε στο σπίτι σταμάτα το τριπλό μοιρολόι και πρόσμενε το πένθος να τελειώσει για να φορέσεις πέπλα λευκά του γάμου σου με το γιό μου τον Αίμωνα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα, πατέρα, τι πίκρα κι ασήκωτα δεινά μας βρήκαν. Μα πιο πολύ κι απ’ τους νεκρούς, εσένα κλαίω τα βάσανά σου ασύγκριτα είναι και σε ρωτάω, το νέο βασιλιά. Με ποιο δικαίωμα ντροπιάζεις το νεκρό μου, ποιος είσαι εσύ και βάζεις νόμους πάνω σε νεκρούς;

ΚΡΕΩΝ

Γνώμη του Ετεοκλή κι όχι δικιά μου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Άμυαλη γνώμη κι εσύ που την εδέχθης.

ΚΡΕΩΝ

Προσταγές να μην τις εκτελούμε;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ποτέ, αν είναι κακές και άδικες.

ΚΡΕΩΝ

Αν και Θηβαίος, τη Θήβα ήρθε να χτυπήσει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Όμως η Μοίρα τον τιμώρησε.

ΚΡΕΩΝ

Λοιπόν να ξέρεις, άταφος θα μείνει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θα τόνε θάψω εγώ, αυτό να ξέρεις.

ΚΡΕΩΝ

Και τότε σένα στο πλάι του θα θάψω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τιμή μου να’ μια δίπλα στους δικούς μου.

ΚΡΕΩΝ

Πιάστε την! Και στο σπίτι να την πάτε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Όχι, τον σκοτωμένο δεν θ’ αφήσω. Περιφρονείς το νόμο του Θεού. Ένας ο νόμος : τους νεκρούς δεν πρέπει να ντροπιάζουν. Χώμα απαλό κανείς δε θα σου ρίξει. Στη μάνα μου την Ιοκάστη σε ικετεύω.

ΚΡΕΩΝ

Μοχθείς του κάκου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τότε άφησέ με να τον λούσω…

ΚΡΕΩΝ

Κι αυτό η πόλη δεν τ’ αφήνει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

…να πλύνω τις λαβωματιές του…

ΚΡΕΩΝ

Ποτέ!

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

…στο στόμα τον αδελφό μου να φιλήσω.

ΚΡΕΩΝ

Κακό στο γάμο σου θα φέρει ο θρήνος.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Το γιό σου ζωντανή θαρρείς πως θα τον πάρω; Το σιδερένιο ξίφος μάρτυρας μου: θα φύγω με τον αδελφό μου.

 

Σκηνή Τέταρτη

(Το σκηνικό της Πρώτης Σκηνής, έξω από τα τείχη. Ημίφως. Ξημερώνει. Μέσα από το σκοτάδι, καθώς προχωρεί η μουσική της Εισαγωγής, διακρίνεται το νεκρό σώμα του Πολυνείκη. Θα το έβλεπα δεμένο-σταυρωμένο χιαστί επάνω σε μια διχάλα, όχι κάθετα αλλά πλαγιαστά, σε οξεία γωνία. Απόλυτη ερημιά. Μπαίνει με προφύλαξη η Αντιγόνη. Αρχίζει να πλένει και θρηνεί το νεκρό. Ξαφνικά εμφανίζεται ο Κρέων.)

ΚΡΕΩΝ

Πως τόλμησες να παραβείς το νόμο;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ποιο νόμο; Τον δικό σου; Δεν σκέφτηκες ποτές πως οι δικές σου διαταγές μπορεί να γίνουν νόμος ισχυρότερος απ’ το νόμο των θεών. Εσύ, θνητός, περιφρονείς των αθανάτων τους άγραφους νόμους. Δεν είναι τωρινοί, απ’ τα βάθη των αιώνων έρχονται και στους αιώνες πάνε. Μη θέλεις λοιπόν να βλαστημήσω τους θεούς μόνο και μόνο από φόβο των ανθρώπων. Πως θα πεθάνω το’ ξερα. Αυτός ο θάνατος θα’ ναι για με χαρά. Όχι, δε με φοβίζει αυτός ο θάνατος μου αφού το χρέος μου ξεπλήρωσα θαρρώ. Τον αδελφό μου δεν αφήνω ντροπιασμένο, όπως ορίζουν οι θεοί που κυβερνούν έλουσα με τα ίδια μου τα χέρια περιφρονώντας τις δικές σου εντολές. Έτσι ελεύθερη, γεμάτη περηφάνεια το σκαλοπάτι της ζωής μου θα διαβώ τις ιερές σκιές των πεθαμένων αγαπημένα πρόσωπα θα βρω. Μάνα γλυκιά, το φως του ήλιου βλέπω στερνή φορά κοντά σας για να ρθώ. Αν το κεφάλι έσκυβα στο φόβο κι η δύναμή μου ήταν λιγοστή, δυστυχισμένη θα’ μουν μες στο χρόνο θα πέθαινα την κάθε μια στιγμή.

ΧΟΡΙΚΟ (ΜΙΚΤΟ)

Περήφανη σαν τον πατέρα της κι αυτή δεν ξέρει μπρος στον δυνατό να γονατίζει.

ΚΡΕΩΝ

Μάθε πως τ’ αγύριστα κεφάλια συντρίβονται όπως το σίδερο που σπάει και ραγίζει. Το’ ξερε πως αυτά που κάνει ήταν πράξεις τρελές κι όμως το’ κανε και τώρα καμαρώνει και γελά με τα καμώματά της. Δεν θα’ μια άντρας, άντρας θα’ ναι αυτή αν την αφήσω ατιμώρητα να κλωτσάει την ισχύ μου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μ’ έπιασες. Σκότωσε με. Τι άλλο;

ΚΡΕΩΝ

Εγώ τίποτα. Σ’ έχω στο χέρι.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Γιατί λοιπόν αργείς; Περιφρονώ τα λόγια σου. Δόξα καλύτερη δεν θα’ βρισκα άλλη απ’ αυτή. Τούτοι εδώ στο βάθος συμφωνούν όμως ο φόβος τους λυγίζει. Ή τυραννία κοντά στα άλλα κάνει ό,τι θέλει και ό,τι θέλει λέει.

ΚΡΕΩΝ

Στη Θήβα μόνο εσύ τα βλέπεις έτσι.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τα βλέπουνε κι αυτοί, όμως φοβούνται.

ΚΡΕΩΝ

Δεν ντρέπεσαι που πας ενάντιά τους;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Δεν είν’ ντροπή να σέβομαι το σπλάχνο της μητέρας μου.

ΚΡΕΩΝ

Κι ο Ετεοκλής δεν είναι σπλάχνο δικό της;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αίμα μου κι αυτός.

ΚΡΕΩΝ

Και πως τιμάς αυτόν που ντρόπιασε τον άλλον;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ζω για ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι κι όχι να μισώ.

ΚΡΕΩΝ

Τράβα λοιπόν στον κάτω κόσμο, αφού το θες. Όσο εγώ θα ζω, γυναίκα δεν πρόκειται να διαφεντέψει.

 

(Οι φρουροί τρέχουν απότομα προς την Αντιγόνη, που έως αυτή τη στιγμή μένει ακίνητη. Την πιάνουν και την τραβούν βίαια προς τα έξω. Μπαίνει τρέχοντας ο Αίμων.)

ΚΡΕΩΝ

Παιδί μου, έμαθες μήπως πως τιμώρησα με θάνατο την Αντιγόνη κι έφτασες χολωμένος ή μήπως συμφωνείς και μ’ αγαπάς ακόμα;

ΑΙΜΩΝ

Είμαι δικός σου, πατέρα τις συμβουλές σου πάντα άκουγα. Μπροστά τους ο γάμος τι βάρος να ‘χει;

ΚΡΕΩΝ

Μπράβο παιδί μου, μπροστά στην πατρική τη γνώμη, τίποτα δε στέκει. Ευλογία τα πειθαρχικά παιδιά για να χτυπάνε τον εχθρό με λύσσα και να τιμούνε το γονιό τους. Μη χάσεις το μυαλό για τον πόθο μιας γυναίκας, γιέ μου, τ’ αγκάλιασμα της παγωμένο θα ‘ναι σα σου βγεί κακιά. Φτύσε την, γιέ μου, σαν κατάρα κι ασ’ την να πάει να βρει γαμπρό στον Άδη. Εγώ την έπιασα να παραβαίνει το νόμο και στο λαό μπροστά δε δύναμαι να γίνω ψεύτης. Θα τη σκοτώσω.

ΑΙΜΩΝ

Πατέρα, ο νους είναι το πιο μεγάλο δώρο των θεών. Μιλάς σταράτα και σωστά, όμως είσαι ψηλά και δεν βλέπεις. Ο πολίτης φοβάται το βλέμμα σου, όμως εγώ μπορώ στα σκοτεινά ν’ ακούω και σου λέω, η πόλη θρηνεί την Αντιγόνη. Πράξη ωραία και ιερή έκανε να τιμήσει το νεκρό και τώρα άτιμα σβήνει. Δεν θα ‘πρεπε γι’ αυτό να τιμηθεί λαμπρά; Γι’ αυτό δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε γνώμη.

ΧΟΡΟΣ

Βασιλιά, αν μιλάω σωστά, άκουσε τον προσεχτικά.

ΚΡΕΩΝ

Ένα παιδαρέλι θα ρθει τώρα να μας μάθει στα γηρατειά;

ΑΙΜΩΝ

Για το δίκιο μιλάω κι αν είμαι νέος, τα έργα να μετράς κι όχι τα χρόνια.

ΚΡΕΩΝ

Έργο το λες να σέβεσαι τους ταραξίες;

ΑΙΜΩΝ

Της Θήβας ο λαός ομόφωνα τ’ αρνιέται.

ΚΡΕΩΝ

Η πόλη θα μου πει τι πρέπει εγώ να πράξω;

ΑΙΜΩΝ

Βλέπεις λοιπόν που μίλησες σαν παιδαρέλι;

ΚΡΕΩΝ

Με άλλον μαζί ή μόνος μου θα κυβερνώ την πόλη;

ΑΙΜΩΝ

Πόλη καμιά δεν είναι ενός ανθρώπου.

ΚΡΕΩΝ

Δεν ανήκει στον Άρχοντα;

ΑΙΜΩΝ

Όμορφα θα βασίλευες στην ερημιά.

ΚΡΕΩΝ

Αυτός, θαρρώ, με τη γυναίκα συμμαχεί.

ΑΙΜΩΝ

Αν είσαι συ γυναίκα… για σένα γνοιάζομαι. Λάθος κι άδικο έχεις.

ΚΡΕΩΝ

Ξεδιάντροπε! Λάθος να φέρομαι σαν βασιλιάς;

ΑΙΜΩΝ

Λάθος να κλωτσάς το νόμο των θεών.

ΚΡΕΩΝ

Σίχαμα! Σ’ έχει σκλαβώσει μια γυναίκα.

ΑΙΜΩΝ

Μ’ έχει σκλαβώσει η ντροπή.

ΚΡΕΩΝ

Δεν θα την πάρεις ζωντανή.

ΑΙΜΩΝ

Νεκρή; Νεκρός κι εγώ μαζί της.

ΚΡΕΩΝ

Φέρτε τη σιχαμένη και βάλτε την πλάι του. Μπροστά στα μάτια του να δει το θάνατό της.

ΑΙΜΩΝ

Ποτέ! Αυτό δε θα το δεις ποτέ! Κι ούτε ξανά την όψη μου θα δεις.

(Μένει λίγο ακίνητος. Ξαφνικά απότομα βγαίνει τρέχοντας.)

ΧΟΡΟΣ

Έφυγε, αφέντη, το παιδί όλο χολή και βιάση, θολώνει ο πόνος το μυαλό σαν είσαι νέος.

ΚΡΕΩΝ

Ό,τι κι αν κάνει, η απόφασή μου δεν αλλάζει.

ΧΟΡΟΣ

Θάνατος λοιπόν δεν βγαίνει απ’ το μυαλό σου.

ΚΡΕΩΝ

Σε πέτρινη βαθιά σπηλιά θα τήνε κλείσω ζωντανή-νεκρή κι αφού τον Άδη ξέρει να τιμά καθώς τιμά τους πεθαμένους, στον Άδη ας πάει κι αν βάλει γνώση, θα ‘ναι αργά γι’ αυτήν αφού ο θάνατος την περιμένει.

(Αποσύρεται με το κεφάλι σκυμμένο.)

ΧΟΡΟΣ

Έρωτα μάχαν ανίκατε

έρωτα στη μάχη ανίκητε

ορμάς και κατακτάς την πλάση

σε μάγουλα κοριτσιών κοιμάσαι

και σεργιανάς στις θάλασσες

σε σπίτια ερημικά στριφογυρίζεις

κανείς θνητός

μήτε αθάνατος θεός

μπαίνεις μες στα κορμιά και τα τραυματίζεις

Έρωτα ανίκητε

μάχαν

ανίκατε

το νου θολώνεις

και σε χαμό οδηγείς.

Σκηνή 5 (FINALE)

(Σκοτάδι. Μετά από λίγο, εκτυφλωτική στιγμαία λάμψη που τυφλώνει το κοινό. Μένει μέσα στο σκοτάδι που επανέρχεται το φάντασμα του Αίμωνα που μόλις διακρίνεται.)

ΑΙΜΩΝ

Έφτασα στον Άδη βιαστικά πριν από σένα, θα σε περιμένω για να ρθείς ξανά κοντά μου, τώρα πιά δεν θα υπάρχουν εξουσίες φοβερές να μας χωρίσουν, ενωμένοι με του Χάρου τ’ αθάνατα δεσμά στο αιώνιο ταξίδι που ανοίγεται μπροστά μας αγαπημένη.

(Αχνό, κίτρινο φως στην Αντιγόνη, που κάθεται στο χώμα με την πλάτη στον τοίχο.)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Έρωτα μάχαν ανίκατε

έρωτα ανίκητε στη μάχη

έρωτα, που όσους κατακτάς, εξουσιάζεις,

(σηκώνεται)

κανείς θνητός δεν σου ξεφεύγει.

(Ο στρογγυλός κύκλος φωτός –με κέντρο την Αντιγόνη- κλείνει βαθμιαία.

Ήλιε μου και φως αγαπημένο

ζωντανή – νεκρή σας χαιρετώ

τα σκαλιά του Άδη κατεβαίνω

πάω να παντρευτώ το θάνατο

το στερνό μου δρόμο τώρα παίρνω

άκλαυτη, μικρή κι ανύπαντρη

μόνη, δίχως φίλους, δίχως δάκρυα

ΑΙΜΩΝ

Μόνη, δίχως φίλους, θα σ’ ακολουθώ.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

…στα σκοτάδια μέσα θα χαθώ (Ο κύκλος φωτός μόνο στο στήθος και στο πρόσωπο) Μόνη, δίχως φίλους, δίχως δάκρυα, στα σκοτάδια…

ΑΙΜΩΝ

Μαζί… Μαζί σου κι εγώ (ο κύκλος φωτός μόνο στο πρόσωπό της. Μετά σκοτάδι.)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

…μέσα θα χαθώ.

 

 

 

                                                                ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

ΗΛΕΚΤΡΑ

Όπερα σε δύο πράξεις

  Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευρυπίδη

Λιμπρέτο : Σπύρος Ευαγγελάτος – Μετάφραση : Κώστας Γεωργουσόπουλος

 

                                               

ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

2, 3, 4, 5, 6 Μαΐου 1995, Λουξεμβούργο – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.

Μουσική Διεύθυνση

Jose Maria Florencio Junior

Σκηνοθεσία

Marek Weiss – Grzesinski

Σκηνικά

Andrzej Majewski

Διεύθυνση Χορωδίας

Jolanta Dota Komorowska

Διεύθυνση Σκηνής

Rusiard Kaja

Χορογραφία

Emil Wesolowski

Διεύθυνση Μπαλέτου

Liliana Kowalska

Συμφωνική Ορχήστρα – Χορωδία – Μπαλέτο της Πολωνικής Όπερας

Wielki Stanislawa Moniuszki W Poznan

 

Διανομή (Α’ και Β’)

Ηλέκτρα : Εύα Ρεβίδη – Ok. PrudnikW. Nikolajenko

Κλυταιμνήστρα : Λ. Τέντζερη – Ewa Werka

Ορέστης : Π. Αθανασόπουλος – Zb. Macias

Χρυσόθεμις : Μάρθα Αράπη – J. Cortes

Παιδαγωγός : Φρ. Βουτσινός – Bogd. Kurowski

Πυλάδης : Στ. Μπερής – Piotr Friebe

Αίγισθος : Β. Χατζησίμος – Sylv. Kostecki

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

13 Μαιού 1995, Ποζναν Πολωνίας.

Μουσική Διεύθυνση

Jose Maria Florencio Junior

 

Σκηνοθεσία

Marek Weiss – Grzesinski

Σκηνικά

Andrzej Majewski

Διεύθυνση Χορωδίας

Jolanta Dota Komorowska

Διεύθυνση Σκηνής

Rusiard Kaja

Χορογραφία

Emil Wesolowski

Διεύθυνση Μπαλέτου

Liliana Kowalska

Συμφωνική Ορχήστρα – Χορωδία – Μπαλέτο της Πολωνικής Όπερας

 

Διανομή (Α’ και Β’)

Ηλέκτρα : Ok. Prudnik W. Nikolajenko

Κλυταιμνήστρα : Ewa WerkaW. Bargielowska Bargeyllo

Ορέστης : Zb. MaciasI. Strunin

Χρυσόθεμις : J. CortesE. Izykowska

Παιδαγωγός : M. KepczynskiBogd. Kurowski

Πυλάδης : K. BochanskiP. Friebe

Αίγισθος : Sylv. Kostecki – M. Marzec

 

ΤΡΙΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

30 Ιουλίου (διεύθυνση Μίκη Θεοδωράκη) και 1 Αυγούστου 1996

(διεύθυνση Ηλία Βουδούρη), Ηρώδειο.

Σκηνοθεσία, Σκηνικά

Νίκος Κούνδουρος

Κουστούμια

Γιάννης Μετζικώφ

Χορογραφίες

Αγγέλα Λύρα – Μαριλένα Καρέττα – Αλεξάνδρα Μαγιολέττι

Διεύθυνση χορωδίας

Κωστής Κωσταντάρας

Μουσική διδασκαλία

Καλλιόπη Γερμανού

 

 

Διανομή

Ηλέκτρα : Εύα Ρεβίδη

Ορέστης : Π. Αθανασόπουλος

Κλυταιμνήστρα : Λ. Τέντζερη

Χρυσόθεμις : Μάρθα Αράπη

Παιδαγωγός : Φρ. Βουτσίνος

Αίγισθος : Θ. Πετράκης

Πυλάδης : Στ. Μπερής

Θάνατος : Β. Λάγγος

Πρωτοχορευτές : Αγγέλα Λύρα – Αλεξάνδρα Μαγιολέττι

Ορχήστρα Κρατικής Όπερας Σόφιας

Χορωδία : Fons Musicalis

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

(concertante) : 13 και 15 Νοεμβρίου, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Μουσική Διεύθυνση

Μίκης Θεοδωράκης – Alexander Chernushenko

Διανομή

Ηλέκτρα : Galina Dolbonos

Κλυταιμνήστρα : Daria Rybakova

Ορέστης : Vladimor Feljauer

Χρυσόθεμις : Emilia Titarenko

Παιδαγωγός : Peter Migunof

Αίγισθος : Eugeni Vitshnevski

Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της Αγίας Πετρούπολης.

 

ΠΕΜΠΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Μάιος 1999, Θέατρο «Ριάλτο» Κύπρου.

Μουσική Διεύθυνση

Aurel Grigoras

 

Διανομή

Ηλέκτρα : Maria Georgesku

Κλυταιμνήστρα : Aura Twarowska

Ορέστης : Stefan Popov

Χρυσόθεμις : Ileana Tonca

Παιδαγωγός : Marius Manyov

Πυλάδης : Cosmin Marcovici

Αίγισθος : Marius Olteanu

Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία Ρουμανίας.

 

 

Τα Πρόσωπα

 

ΗΛΕΚΤΡΑ

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

ΟΡΕΣΤΗΣ

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

ΠΥΛΑΔΗΣ

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

 

 

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

 

Σκηνή 1

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Ορέστη, αγόρι του Αγαμέμνονος, Ορέστη, αξιώθηκες τώρα να δεις αυτό που πάντα κένταγε την όρεξή σου. Τώρα αντικρίζεις τη χρυσή Μυκήνα, απ’ όπου αγκαλιά σε πήρα, σε βάσταξα, σε γλίτωσα, σ’ ανάθρεψα, Ορέστη, τιμωρό των πατρικών αιμάτων.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ακριβέ ψυχοπατέρα, σαν έφτασα στο πυθικό μαντείο για να μάθω πως θα εκδικηθώ τους φονιάδες, ο Φοίβος μίλησε : «Χωρίς στρατό, ξαρμάτωτος και μόνος, με δόλο να πράξεις το δίκαιο φόνο». Λοιπόν, εσύ να πας στο σπίτι μέσα, μάθε το καθετί.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Δεν θα σ’ αναγνωρίσουν κι ούτε στο νου κακό θα βάλουν, έτσι που άσπρισες με τον καιρό.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μήνυσέ τους πως ο Ορέστης πέθανε από γραφτό της τύχης, κυλισμένος απ’ τα’ άρμα στους πυθικούς αγώνες. Εμείς τον τάφο του πατέρα θα στολίσουμε, κατά την τάξη, με ωραία κομμένα μαλλιά και με χοές.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Ύστερα θα γυρίσουμε ξανά κρατώντας στάμνα χάλκινη στα χέρια, που θα ξέρεις στα θάμνα πως την κρύψαμε.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Να φέρουμε με λόγια πλανερά σ’ αυτούς γλυκό μαντάτο πως το κορμί μου έρεψε, το’ φαγε η φλόγα και χώνεψε στη θράκα. Μόνο στα λόγια νεκρός και ζωντανός στα έργα τη δόξα θα κερδίσω. Κι έτσι καυχιέμαι ζωντανός πως θα βγω, σαν άστρο στους εχθρούς να λάμψω.

ΟΡ – ΠΥΛ – ΠΑΙΔ.

Του πατέρα μου γη και θεοί του τόπου μου (του) καλοδεχτείτε με (τον) σ’ αυτά τα μονοπάτια, κι εσύ, παλάτι πατρικό, έρχομαι (έρχεται) να ξεπλύνω (-νει) τις ντροπές από θεούς σταλμένος. Με καταφρόνια μη με (τον) διώξετε από δω. Μα κληρονόμο πάλι κι άρχοντα μες στο σπίτι μου (του).

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλίμονό μου η μαύρη!

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Σαν κάποια ψυχοκόρη ν’ άκουσα ν’ αναστενάζει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Λες να ‘ναι η Ηλέκτρα η άμοιρη;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Ώρα για δράση, εγώ στο χρέος κι εσείς

ΟΡ – ΠΥΛ – ΠΑΙΔ

Σπονδές στον τάφο του πατέρα σου να χύσετε (μου, του, -σουμε), αυτά θα φέρουν στο σκοπό τη νίκη και το κέρδος.

 

Σκηνή 2

ΗΛΕΚΤΡΑ

Καθάριο φως κι αγέρα, της γης αδερφέ, πόσες των θρήνων κραυγές, πόσες ακούς βροντερές χτυπιές στέρνων καταματωμένων, κάθε φορά που η ζοφερή νύχτα στερεύει. Και πάντα θα θρηνώ για το δυστυχισμένο τον πατέρα μου, που σε βάρβαρη γη δεν του χάρισε θάνατο ο Άρης, η μάνα μου όμως κι ο εραστής, ο Αίγισθος, με φονικό τσεκούρι το κεφάλι του σκίζουν. Κι άλλος από μένα κανένας δε σε πόνεσε, πατέρα, που τέτοιο φριχτό, πικρό θάνατο βρήκες. Μα ποτέ δε θα πάψω να θρηνώ, να βογγώ γοερά, όσο θα βλέπω των άστρων το φέγγος να τρέμει και όσο της μέρας το φως. Να σκούζω σαν αηδόνα που τα παιδιά της έχασε και στα πατρικά πεζούλια ο λάλος να πηγαινοφέρνει τον αντίλαλο.

 

Σκηνή 3

ΗΛΕΚΤΡΑ

Της Περσεφόνης και του Χάρου κατοικιά, του Κάτω Κόσμου Ερμή, Αρά-κατάρα, κόρες θεών, Ερινύες σεμνές που βλέπετε τους αδικοχαμένους, [αλλά κι όσους τρυπώνουν σε κρεβάτια ξένα, ελάτε, συντρέχτε, πληρώστε του δικού μου πατέρα το φόνο! Και στείλτε μου τον αδελφό γιατί μόνη μου πιά δεν μπορώ, δε βαστάω το βαρύ τ’ αντιζύγι της λύπης]. (δις)

ΧΟΡΟΣ

Κόρη, κόρη κακορίζικης μάνας, Ηλέκτρα, πάντα σου έτσι σ’ αχόρταγο θρήνο θα λιώνεις γιατί η μάνα σου παγίδεψε τον Αγαμέμνονα και τον έριξε σ’ άτιμα χέρια. Να χαθεί όποιος τα ’πραξε, αν ταιριάζει να το ξεστομίζω.

 

Σκηνή 4

ΗΛΕΚΤΡΑ

Γέροντες και γυναίκες από αρχοντική γενιά, ήρθατε στα βάσανά μου συμπαραστάτες, όμως δε θέλω να πάψω να σπαράζω για τον άμοιρο τον πατέρα μου. Αφήστε με, σας ικετεύω, να παραδέρνω στη μανία μου.

ΧΟΡΟΣ

Ν’ αναστήσεις απ’ τον Άδη δεν μπορείς με φωνές και παρακλήσεις. Σ’ ανώφελο πόνο βουλιάζεις κι απ’ τα δεινά σου λύτρωση καμιά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αστόχαστος όποιος φριχτά τους φευγάτους γονιούς λησμονεί.

ΧΟΡΟΣ

Όμως υπάρχει το ευλογημένο παλικάρι που η γη των Μυκηναίων η ένδοξη με τον καιρό θα το δεχτεί, όταν θα ρθει ξανά. Ο Ορέστης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτός, που ακούραστα προσμένοντας, άτεκνη, άμοιρη κι ανύπαντρη, πορεύομαι τ’ ατελείωτο της μοίρας βάσανό μου. Όμως αυτός, ενώ ποθεί, δεν αξιώθηκε να μου προβάλει.

ΧΟΡΟΣ

Βάστα γερά, κόρη μου, βάστα γερά. Υπάρχει ο μέγας, ο ουράνιος Ζεύς που όλα τα βλέπει και τα στεριώνει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Χωρίς ελπίδα έζησα ως τώρα τη ζωή. Ψυχή να με συντρέξει φιλική καμιά και σα μια τιποτένια ξένη τα πατρικά μου συγυρίζω τα δωμάτια μ’ αυτά τα ρούχα της ντροπής και σ’ ορφανά τραπέζια τριγυρίζω.

ΧΟΡΟΣ

Φριχτή του γυρισμού φωνή, φριχτή στα πατρικά κρεβάτια, όταν ο μπρούντζος του μπαλτά σφηνώθηκε στα στήθια του. Ο δόλος τα σοφίστηκε, ο έρωτας σκοτώνει, τρόμου γενιά φυτεύοντας με τρόμο, είτε θεός είτε θνητός ήταν ο δράστης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Απ’ όλες τις μέρες που ‘φυγαν, εκείνη η πιο μισητή μου! Νύχτα και δείπνα ανείπωτα και φρίκη, σαν ο πατέρας μου δοκίμασε το θάνατο της ντροπής απ’ τα δικά τους χέρια που τη ζωή μου κούρσεψαν, με πρόδωσαν, με ρήμαξαν, ο μέγας θεός στον Όλυμπο αντίποινα πάθη να πάθουν ας δώσει.

ΧΟΡΟΣ

Στη γειτονιά των δυνατών, καβγάδες μην ανάβεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αν ο νεκρός μου χώμα και άλλο τίποτα δεν είναι ο κακορίζικος, κι αν πάλι εκείνοι αίμα για αίμα δεν πληρώσουνε, ντροπή κι ευσέβεια βούλιαξαν στα μάτια των ανθρώπων.

ΧΟΡΟΣ

Μη λες πιά τώρα τίποτα. Στη θύρα βλέπω τη Χρυσόθεμη, την αδερφή σου. Κρατάει στα χέρια της χοές που από συνήθειο στους νεκρούς προσφέρουν.

 

Σκηνή 4

ΗΛΕΚΤΡΑ

Γέροντες και γυναίκες από αρχοντική γενιά, ήρθατε στα βάσανά μου συμπαραστάτες, όμως δε θέλω να πάψω να σπαράζω για τον άμοιρο τον πατέρα μου. Αφήστε με, σας ικετεύω, να παραδέρνω στη μανία μου.

ΧΟΡΟΣ

Ν’ αναστήσεις απ’ τον Άδη δεν μπορείς με φωνές και παρακλήσεις. Σ’ ανώφελο πόνο βουλιάζεις κι απ’ τα δείνα σου λύτρωση καμιά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αστόχαστος όποιος φριχτά τους φευγάτους γονιούς λησμονεί.

ΧΟΡΟΣ

Όμως υπάρχει το ευλογημένο παλικάρι που η γη των Μυκηναίων η ένδοξη με τον καιρό θα το δεχτεί, όταν θα ρθει ξανά. Ο Ορέστης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτός, που ακούραστα προσμένοντας, άτεκνη, άμοιρη κι ανύπαντρή, πορεύομαι τ’ ατελείωτο της μοίρας βάσανό μου. Όμως αυτός, ενώ ποθεί, δεν αξιώθηκε να μου προβάλει.

ΧΟΡΟΣ

Βάστα γερά, κόρη μου, βάστα γερά. Υπάρχει ο μέγας, ο ουράνιος Ζεύς που όλα τα βλέπει και τα στεριώνει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Χωρίς ελπίδα έζησα ως τώρα τη ζωή. Ψυχή να με συντρέξει φιλική καμιά και σα μια τιποτένια ξένη τα πατρικά μου συγυρίζω τα δωμάτια μ’ αυτά τα ρούχα της ντροπής και σ’ ορφανά τραπέζια τριγυρίζω.

ΧΟΡΟΣ

Φριχτή του γυρισμού φωνή, φριχτή στα πατρικά κρεβάτια, όταν ο μπρούντζος του μπαλτά σφηνώθηκε στα στήθια του. Ο δόλος τα σοφίστηκε, ο έρωτας σκοτώνει, τρόμου γενιά φυτεύοντας με τρόμο, είτε θεός είτε θνητός ήταν ο δράστης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Απ’ όλες τις μέρες που’ φυγαν, εκείνη η πιο μισητή μου! Νύχτα και δείπνα ανείπωτα και φρίκη, σαν ο πατέρας μου δοκίμασε το θάνατο της ντροπής απ’ τα δικά τους χέρια που τη ζωή μου κούρσεψαν, με πρόδωσαν, με ρήμαξαν, ο μέγας θεός στον Όλυμπο αντίποινα πάθη να πάθουν ας δώσει.

ΧΟΡΟΣ

Στη γειτονιά των δυνατών, καβγάδες μην ανάβεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αν ο νεκρός μου χώμα και άλλο τίποτα δεν είναι ο κακορίζικος, κι αν πάλι εκείνοι αίμα για αίμα δεν πληρώσουνε, ντροπή κι ευσέβεια βούλιαξαν στα μάτια των ανθρώπων.

ΧΟΡΟΣ

Μη λες πιά τώρα τίποτα. Στη θύρα βλέπω τη Χρυσόθεμη, την αδερφή σου. Κρατάει στα χέρια της χοές που από συνήθειο στους νεκρούς προσφέρουν.

 

Σκηνή 5

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Αδερφή μου, τι φωνές ήρθες πάλι να βαλεις με κούφιο κι ανώφελο πάθος; Αν είχα θάρρος, θα σ’ το ‘δειχνα τι σκέφτομαι για κείνους. Το δίκιο, όπως εσύ το κρίνεις, είναι. Μ’ αν θέλω λεύτερη να ζω, θα σκύβω πάντα στους αφέντες.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Φοβερό, ενώ είσαι του πατέρα σου παιδί, να το ξεχνάς και τη μάνα σου να γνοιάζεσαι. Όλες οι συμβουλές σου, δικά της δασκαλέματα, ούτε μια λέξη δεν είναι δική σου. Εγώ σκέφτομαι μόνο του πατέρα την εκδίκηση κι ούτε συντρέχεις κι απ’ το στόχο μου με βγάζεις. Δε βάζεις πάνω στην ασέβεια δειλία κιόλας; Συ, κι αν μισείς, μισείς με λόγια μόνο, στην πράξη όμως μόνοιασες με τους φονιάδες. Δε λαχταράω τις τιμές που σου’ χουν τύχει. Και συ δεν θα ‘πρεπε, αν είχες νου. Ενώ μπορούσαν να σε λεν παιδί του πιο τρανού πατέρα, πάρε της μάνας τ’ όνομα, κακή στον κόσμο να φανείς, αφού πατέρα πρόδωσες νεκρό και τους δικούς σου.

ΧΟΡΟΣ

Όχι θυμούς, για το θεό! Έχουν τα λόγια κέρδος και των δυο, αν πάρεις τα δικά της δάσκαλο και τούτη τα δικά σου.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Συνήθισα τα λόγια της, πολίτες, ούτε θα τα θυμόμουν, αν δεν άκουγα πόσο μεγάλο κακό την καρτερεί που θα στομώσει τα πολλά τα κλάματά της. Όλα θα σου τα πω που ξέρω. Αν τους θρήνους δε σώσεις, εκεί θα σε στείλουν που πια του ήλιου το φως δε θα δείς, μα ζωντανή σε χωματένια φυλακή χωστή και μακριά, έξω απ’ τη χώρα, θα ψέλνεις τα δεινά σου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τέτοια λοιπόν γυρνάνε στο μυαλό τους;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Αυτά θα πάθεις όταν γυρίσει ο Αίγισθος.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Να’ ρθει, αν είναι γι’ αυτά, και γρήγορα.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Σαν τι να καταριέσαι, κακορίζικη;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Να ‘ρθει, αν το ‘βαλε στο νού του να το κάνει.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Που τρέχει ο νου σου; Σαν τι να πάθεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Να φύγω μακριά σας, πολύ μακριά.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Και τούτη τη ζωή την απαρνιέσαι;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Καμάρωσε ζωή! Δεν είναι ωραία;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Μα είναι κακό απ’ την αποκοτιά να σωριαστείς.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Να σωριαστούμε, αν είναι για τον πατέρα μας.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Όπου με στείλαν τότε, να πηγαίνω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Για πού κινάς; Για ποιόν τα πρόσφορα;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Με στέλνει η μάνα στον τάφο του πατέρα για σπονδές.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι λες; Σπονδές στον εχθρό της τον ανήμερο;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Σ’ αυτόν που σκότωσε, τούτο δε θες να πεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Φίλος την παρακίνησε; Το κάνει χάρη; Και ποιανού…

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Πήρε τη νύχτα μια τρομάρα, λένε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω πατρικοί θεοί, έστω κι αργά, βοηθάτε.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Με την τρομάρα τούτη ξεθαρρεύεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αν μου το ‘λεγες σαν τι είδε, θα μιλούσα.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Λένε πως το γονιό μας είδε σ’ όνειρο, όταν εκείνος ντύθηκε στο φως και πρόβαλε μπροστά της. Λένε πως δίπλα στη φωτιά επήρε κι έμπηξε το σκήπτρο που κρατούσε και τώρα το ‘χει ο Αίγισθος και κείνο φούντωσε και πέταξε βλαστάρι που σκέπασε όλη των Μυκηνών τη χώρα, ίσκιος βαρύς.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Καλή μου, ό,τι κρατάς στα χέρια σου, μην τ’ ακουμπάς στον τάφο. Ανόσιο πράμα κι άπρεπο από γυναίκα μισητή να πας χοές και προσφορά στο μνήμα του πατέρα. Σκόρπισε τα στον άνεμο, σκάψε βαθιά, παράχωσέ τα και στην πλάκα του πατέρα να μη φτάσουνε ποτέ, μα σαν πεθάνει εκείνη, να σώσει να τα χαίρεται στον Κάτω Κόσμο. Σκέψου, το βάζει ο νούς σου, πως θα δεχόταν ο νεκρός στον τάφο του τα πρόσφορα της, αφού τον σκότωσε άτιμα και σαν εχθρό τον έκανε κομμάτια και καθαρίστηκε σφουγγίζοντας το αίμα στα μαλλιά της; Τα πρόσφορα τη λύνουν απ’ το κρίμα; Δε γίνεται. Μ’ άφησε αυτά και κόψε από τις άκρες των μαλλιών πλεξίδες. Δώσε από μένα προσφορά αυτή τη ζώνη μου τη φτηνοδουλεμένη. Πέσε στα γόνατα και ζήτησε ο πατέρας να ‘ρθει βοηθός ενάντια στους εχθρούς. Πιστεύω, ναι, πιστεύω πώς να της στείλει φρόντισε κι ο ίδιος τ’ απαίσια σημάδια των ονείρων. Καλόγνωμος κι ο Ορέστης, ο αδελφός, να ‘χει ζωή με του θεού τη δύναμη να τους ποδοπατήσει. Να με συντρέξεις, αδελφή, σ’ αυτά. Βόηθα και μένανε και σένα και τον αγαπημένο σ’ όλους μας πατέρα που κείτεται στον Άδη.

ΧΟΡΟΣ

Μιλά το σέβας, κι εσύ, καλή μου, αν έχεις νου και φρόνηση, θα κάνεις ό,τι λέει.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Ναι, θα το κάνω. Το δίκιο δεν είναι λογικό να μας χωρίζει εμάς τις δυό, στην πράξη σπρώχνει. Φίλες καλές, για το θεό, κλειστό το στόμα, ώσπου το έργο να τελειώσει. Γιατί, αν μάθει η μάνα τίποτα, θαρρώ πικρή θα λάβω πληρωμή για τέτοια τόλμη.

 

Σκηνή 6

ΧΟΡΟΣ

Αν δεν είμαι μαντρεύτρα τρελή κι αν δεν στερέψανε κι αν δεν στερέψανε τα λογικά μου, έρχεται προφήτισσα Δίκη κρατώντας στα χέρια τη δίκαια δύναμη. Μπήκε στη στράτα, παιδί μου, μικρός ο καιρός. Πήρα τα θάρρη μου ακούγοντας γλυκόπνοα νωπά τα όνειρά τους. Δε λησμονεί των Ελλήνων ο άναξ που σ’ έσπειρε, ούτε και το παλιό το δίστομο, το χάλκινο τσεκούρι που της ντροπής τον ξάπλωσε κατάχαμα χτυπώντας. Πολύποδη θα’ ρθει γάμους πεθυμιά αταίριαχτη, τους μπήκε παράνομη, γι’ αυτό κι έχω τα θάρρη μου πως αλάθευτο σιμώνει το σημάδι για χάρη μας καταπάνω στους δράστες και στους συντρόφους τους. Των θνητών τα μαντέματα για χρησμούς και για όνειρα φρίκης ένα τίποτα –το φανέρωμα τούτης της νύχτας αν δεν αληθέψει.

 

Σκηνή 7

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αδέσποτη σε πιάνω πάλι να γυρνάς. Είναι φευγάτος ο Αίγισθος που σε κρατούσε πάντα να μην ντροπιάζεις τους δικούς σου στο κατώφλι. Πάντοτε ουρλιάζεις πως είναι τύραννος και κυβερνώ παράνομα και πως περιφρονώ και σε και τα δικά σου. Μοναδικό, παντοτινό σου πρόσχημα, πως ο πατέρας επέθανε από μένα. Από μένα! Το παίρνω πάνω μου και δεν τ’ αρνιέμαι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Λες τον πατέρα μου πως σκότωσες, γίνεται λόγος πιο ξεδιάντροπος; Είχες δεν είχες δίκιο, άδικα τον σκότωσες.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Το παίρνω πάνω μου και δεν τ’ αρνιέμαι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλλά σε πλάνεψε άντρας κακός που τώρα μόνοιασες μαζί του.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Όμως η Δίκη τον σκότωσε κι όχι εγώ.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ρώτα την Άρτεμη την κυνηγήτρα ποιος έφταιγε και στην Αυλίδα κράτησε τον ταξιδιώτη άνεμο. Για το στρατό κλειστός ο δρόμος της Τροίας και την πατρίδας, για τούτο με τη βία, με δισταγμούς πολλούς, στο τέλος την θυσίασε. Κι όχι για το Μενέλαο.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Γιατί ο πατέρας σου, που όλο τον κλαις, ήταν ο μόνος Έλληνας που τόλμησε θυσία να προσφέρει την αδερφή σου μιάς κι όταν έσπερνε δεν πόνεσε καθώς εγώ σαν την γεννούσα. Ω! Λοιπόν, κακός κι αστόχαστος ήταν πατέρας. Έτσι θαρρώ κι ας είχες άλλη γνώμη. Θα συμφωνούσε κι η νεκρή αν έπαιρνε φωνή.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κλειστός ο δρόμος της Τροίας και της πατρίδας, για τούτο τη θυσίασε. Αν πάλι για κείνον το’ καμε θέλοντας να τον σώσει, χρωστούσε να πεθάνει απ’ το χέρι σου; Με ποιο Νόμο; Κοίτα καλά! Βάζοντας τέτοιο νόμο, βάζεις θηλιά κακή στο σβέρκο σου και θα το μετανιώσεις.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Δεν με βαραίνουν όσα έχω καμωμένα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αν είναι να σκοτώνει ο ένας τον άλλον, πρώτη θα πεθάνεις εσύ με τέτοιο νόμο. Μα πες μου, αν αγαπάς, τι σ’ έπιασε να κάνεις του κόσμου τα αισχρά τα πράγματα; Με το φονιά κοιμάσαι, αφού ξεπάστρεψες μαζί του τον πατέρα μου, κάνεις παιδιά, ενώ τα νόμιμα και τα βλογητικά στην εξορία κρατείς. Θες και να σε παινέψω; Ή μήπως πεις πως το κορίτσι σου εκδικιέσαι; Κι ο άλλος μακριά, μόλις που ξέφυγε απ’ τα χέρια σου, ζει μαύρη ζωή ο δύστυχος Ορέστης, που πάντα μου χτυπάς πως τιμωρό πως μεγαλώνω. Αν πέρναγε απ’ το χέρι μου, θα το’ κανα κι αυτό. Εκδίκηση, εκδίκηση για τον πατέρα!

ΧΟΡΟΣ

Βλέπω και βράζει από θυμό, αλλά δε βλέπω να σκοτίζεται αν έχει η Ηλέκτρα δίκιο.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ένα κορίτσι έτσι να ξεφτελίζει μάνα; Και δε θαρρείς ότι μπορεί αδιάντροπα το καθετί να πράξει;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τα έργα της ντροπής από ντροπές μαθαίνουμε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Πλάσμα ξεδιάντροπο, αλήθεια, εγώ τα λόγια μου, τα έργα μου, πάρα πολλά σ’ αφήνουμε να λες.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Εγώ τα λέω; Συ τα λες, αφού τα πράττεις.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Μα τη θεά την Άρτεμη, το θράσος τούτο θα πληρώσεις, σα θα γυρίσει ο Αίγισθος.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Βλέπεις που παραφέρεσαι; Μ’ αφήνεις πρώτα να σου πω τι θέλω, ενώ δεν έμαθες ν’ ακούς!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ούτε θ’ αφήσεις τη θυσία μου να κάνω δίχως μιλιά, που σ’ άφησα να πεις ό, τι είχες;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σ’ αφήνω, εμπρός, θυσίαζε και μην τα βάζεις με το στόμα μου. Κλειστό από δώ και πέρα.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις τα λόγια μου τα σκεπασμένα, προστάτη Φοίβε, σε φίλους δε μιλώ μπροστά κι ούτε στο φως μπορώ όλα να ξεσκεπάσω. Αλλά τα δίστομα των ονείρων φαντάσματα που είδα τη νύχτα, άναξ Απόλλων, αν ήτανε καλό σημάδι, κάνε να βγουν αλήθεια, αν ήτανε κακό, να πέσουν πάνω στους εχθρούς και μην αφήσεις απ’ τα πλούτη μου να με πετάξουν όσοι το μηχανεύονται κρυφά με δόλο…

ΧΟΡΟΣ

Η Κλυταιμνήστρα φοβάται, το όνειρο την τρομάζει.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

…αλλά να ζω ζωή γαληνεμένη πάντα, να κυβερνώ των Ατρείδων τα σπίτια και το στέμμα κι απ’ τα παιδιά μου να’ χω όσα δε με ποτίζουν λύπες και φαρμάκια.

ΧΟΡΟΣ

Η Κλυταιμνήστρα μες στα δίχτυα σε τύλιξε τώρα, η αράχνη. Υπάρχει θεός τιμωρός. Παγίδα σου στήνει φοβερή.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Για τ’ άλλα πιά κι αν σωπαίνω εγώ, είσαι θεός και καρτερώ πως θα τα καταλάβεις.

 

Σκηνή 8

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Χαίρε, βασίλισσα. Καλά μαντάτα φέρνω σε σένα και τον Αίγισθο από δικό σας φίλο.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Λόγος καλοδεχούμενος. Θέλω να μάθω πρώτα ποιος άνθρωπος σε στέλνει.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Ο Φωκίτης ο Φανοτεύς. Σπουδαίο νέο φέρνω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ποιο, ξένε, πες το. Φίλος σε στέλνει, δεν αμφιβάλλω, καλό θα πεις μαντάτο.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Πέθανε ο Ορέστης.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ώχου μου, σήμερα χάθηκα!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Τι λες; Τι λες, ξένε; Μην την ακούς.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Πως πέθανε ο Ορέστης, είπα και ξαναλέω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Χάθηκα η άμοιρη και τίποτα δεν είμαι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Κοίταξε τα δικά σου εσύ. Μα πες μου, ξένε, την αλήθεια, πως εχάθηκε;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Γι’ αυτό με στείλαν και θα τα πω με τη σειρά. Πήγε κι αυτός στους Δελφικούς Αγώνες για να κερδίσει το στεφάνι. Πώς να σου πω με λόγια λίγα τις νίκες τις πολλές που νίκησε τ’ αγόρι σου, δεν ξέρω. Τούτο μονάχα : σ’ όσους προκήρυξαν αγώνες οι αθλοθέτες πήρε μέρος και βγήκε νικητής. Όταν όμως κάποιος θεός χτυπήσει, τρανός κι αν είσαι, να το ξεφύγεις δεν μπορείς. Την άλλη μέρα, το ξημέρωμα, στους γρήγορους αγώνες των αλόγων, μπήκε στο στίβο με πολλούς αρματοδρόμους. Στάθηκαν όπου τάξαν οι κριτές, μπήκαν στ’ αμάξια και με σκούξιμο της σάλπιγγας ορμήσαν. Βαθιά κεντούσαν τ’ άλογα, ετίναζαν τα γκέμια. Ο δρόμος όλος γέμισε χτύπους αρμάτων βροντερών. Ο κουρνιαχτός σηκώθηκε ψηλά κι όλοι μαζί ανάκατα κι αλύπητα μοιράζανε κεντιές για να περάσουν τους τροχούς των άλλων αμαξιών. Ορθά κρατιόνταν στην αρχή τ’ άρματα όλα. Ύστερα, τ’ ατίθασα πουλάρια του Αινιάνα όταν τελείωναν την έκτη τη στροφή του στίβου, χτυπούν κατάμουτρα στο λιβυκό τ’ αμάξι. Μετά το πρώτο το κακό, σωριάζονταν ο ένας πάνω στον άλλο τσακισμένοι κι ο στίβος όλος της Κρίσας γέμισεν άλογα και ναυάγια. Καλός στο χαλινάρι ο Αθηναίος, τραβάει παράμερα κι ανοίγεται. Ο Ορέστης στερνός οδηγούσε. Βλέπει τον Αθηναίο να’ χει μείνει μοναχός και σφυριχτή καμουτσικιά δίνει στ’ αυτιά των πουλαριών, τον παίρνει στο κατόπι και ζευγάρι τρέχανε πότ’ ο ένας μπροστά και πότε ο άλλος. Απάντεχα τ’ αριστερό το γκέμι στη στροφή λασκάροντας χτυπά στον ακρινό το στύλο, τ’ αξόνι τσάκισε στα δυό. Γλιστράει, πέφτει και μπερδεύεται στα χαλινάρια. Τότε λαός πολύς το θρήνησε το παλικάρι.

ΧΟΡΟΣ

Τότε λαός πολύς το τίμησε το παλικάρι να σέρνεται στη γη, στον ουρανό να δείχνει τα ποδάρια.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Ώσπου μόλις που μπόρεσαν αρματηλάτες να σταματήσουν τ’ άλογα που τρέχαν να τόνε λύσουν, ματωμένο τόσο που φίλος δε θα γνώριζε κανείς το θλιβερό κορμί του.

ΧΟΡΟΣ

Τότε λαός πολύς το τίμησε το παλικάρι να σέρνεται στη γη, στον ουρανό να δείχνει τα ποδάρια.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Τον κάψαν στη φωτιά ευθύς και σε μικρό λαγήνι χάλκινο, το μέγα σώμα, στάχτη φριχτή, το κουβαλούν Φωκίτες διορισμένοι στην πατρική του γη να βρει δυό μέτρα τάφο. Έτσι που λες μ’ αυτά. Και να τα πεις, πονάς. Μα κείνοι που τα ζήσαν και τα ζήσαμε, κακό μεγάλο σαν κι αυτό δεν είδαμε ποτέ μας.

ΧΟΡΟΣ

Φως φανερό, χάθηκε, ξεριζώθηκε όλη η γενιά των παλαιών μας βασιλιάδων.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Θέ μου, πώς να το πω; Καλοτυχιά η συμφορά με κέρδος; Λυπάμαι που σώζω τη ζωή μου με τα δικά μου βάσανα.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Κυρά μου, βαρύθυμη γιατί με τέτοια νέα;

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Τι θάμα η μάνα! Κι αν τυραννιέται απ’ τα παιδιά, δεν τους κρατάει μίσος.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Χαμένος κόπος, φαίνεται, που φτάσαμε.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Χαμένος κόπος; Μπορείς να λες χαμένος, που έφτασες και μου ‘φερες σημάδια πιστευτά πως πέθανεν εκείνος όπου του φύσηξα ζωή, αβγήκε από του κόρφου μου τη ζέστα και στοίχειωσε την ξενητιά; Μόνο για του πατέρα του το φόνο μου έταξε δεινά και μ’ απειλούσε πάντα να τα πράξει. Τώρα όμως, τη μέρα τούτη, γλίτωσα το πλάκωμα του φόβου εκείνου κι αυτηνής, που στάθηκεν αρρώστια του σπιτιού μου. Τώρα, ναι, λέω πως ξέγνοιαστες, δίχως φοβέρες, τις μέρες θα περνάμε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τώρα σπαράζω, Ορέστη, για τα πάθη σου, που ακόμα και νεκρό σε βρίζει η μάνα σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Όμως εκείνος καλά είναι εκεί.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Του πεθαμένου Νέμεση, άκουσέ την!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Τ’ άκουσε τα σωστά κι έβγαλε δίκια κρίση. Πολλά σου αξίζουν, ξένε, που ήρθες, αν έπνιξες για πάντα τη φωνή της.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Αν παν καλά τα πράγματα, εγώ να φεύγω.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ποτέ! Ούτε σε μένα κι ούτε στο φίλο που σ’ έβαλε στο δρόμο δε θα ταίριαζε. Πέρασε μέσα κι άσε την τούτη να βογγά τα μύρια βάσανά της στο κατώφλι.

 

Σκηνή 9

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλίμονό μου, η μαύρη, πέθανες και μ’ αφάνισες, Ορέστη μου, καλέ μου. Πήρες το δρόμο σου κι απ’ τα σπλάχνα μου ξερίζωσες όσες ελπίδες φύτρωναν πως θα γυρίσεις ζωντανός και του πατέρα τιμωρός και μένα της ταλαίπωρης. Τώρα είμαι μόνη, δίχως πατέρα, δίχως εσένα. Πρέπει να σκύψω το κεφάλι στους πιο τρανούς εχθρούς μου, στου γονιού μου τους φονιάδες. Ααααα! Στα χρόνια που θα ‘ρθουν δε θα πατήσω σπίτι τους, θα πέσω στο κατώφλι τούτο δω, δίχως δικούς σιγά σιγά να λιώσω, κι αν γίνω βάρος για τους μέσα, να με σκοτώσουν, ο θάνατος χαρά, λύπη να ζω, δεν τη διψάω τη ζωή.

ΧΟΡΟΣ

Που’ ναι λοιπόν του Διός οι κεραυνοί, που ‘ναι κι ο ήλιος ο λαμπρός, αν τούτα τα βλέπουν κι ατάραχοι όλα τα κρύβουν;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αχ και αχ!

ΧΟΡΟΣ

Μην κλαις, παιδί μου!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ανάθεμα…

ΧΟΡΟΣ

Μην πεις μεγάλο λόγο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μ’ αφάνισες.

ΧΟΡΟΣ

Μα πως;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Γι’ αυτούς που πάν στον Άδη, ελπίδες αν κρατάς με γκρεμίζεις βαθύτερα.

ΧΟΡΟΣ

Ξέρω τον άνακτα Αμφιάραο, που από γυναίκας χάθηκε δίχτυ χρυσό και τώρα μες στη γη…

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αχ κι αχ!

ΧΟΡΟΣ

…πάμψυχος διαφαντεύει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αχ!

ΧΟΡΟΣ

Και πάλι αχ! Όμως η φόνισσα…

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σφάχτηκε

ΧΟΡΟΣ

Ναι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τα ξέρω. Μα τιμωρός εκείνου φάνηκε στα πάθη του. Για μένα πιά κανένας δεν υπάρχει, αυτός που ήταν, άφαντος εχάθηκε.

ΧΟΡΟΣ

Δύστυχη εσύ, τα δύστυχα κερδίζεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ξέρω, ξέρω καλά, σωρός ολοχρονίς σ’ άλλο σωρό οι φοβερές συμφορές μου στοιβάζονται.

ΧΟΡΟΣ

Νιώθω γιατί βογκάς.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη τότε, μη με τραβάς εκεί που…

ΧΟΡΟΣ

Τι λες;

ΗΛΕΚΤΡΑ

…σωθήκαν οι ελπίδες μου πως θ’ ακουμπούσα σε κλαδί από την ίδια ρίζα.

ΧΟΡΟΣ

Όλοι γραμμένοι του θανάτου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Έτσι; Όπως αυτός ο δύστυχος με τα σημαδεμένα γκέμια τον αντάμωσε στο λεύτερο αγώνα των αρμάτων;

ΧΟΡΟΣ

Παράλογο κακό.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και πως δεν είναι, αφού στην ξενητιά κι από τα χέρια μου μακριά…

ΧΟΡΟΣ

Χαμός!

ΗΛΕΚΤΡΑ

…χάθηκε, τάφο δίχως να δεχθεί τους δικούς μου θρήνους.

ΧΟΡΟΣ

Όλοι γραμμένοι του θανάτου. Ω δύστυχη Ηλέκτρα, να θρηνείς, σου πρέπει να θρηνείς.

 

 

                                                ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 

Σκηνή 10

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Χαρά με κυνηγάει, καλή μου. Χαρά σου φέρνω και ξανάσαμα σε συμφορές αλλοτινές που τόσο τραγουδούσες.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Για τα δεινά μου που γιατρειά δεν παίρνουν, που θα βρεις φάρμακο;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Μας ήρθε ο Ορέστης۟ άκου με καθαρά και πίστεψέ με.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τα’ χεις χαμένα, δύστυχη, και παίζεις με τις δικές σου συμφορές και τις δικές μου;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Μα το σπίτι μας! Κοντά μας είναι εκείνος.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλιά σου, δόλια! Ποιανού τα λόγια άκουσες κι αψήφιστα γι’ αληθινά τα πήρες;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Εγώ από μόνη μου είδα σημάδια φανερά και πίστεψα. Όταν πήγα στον τάφο του πατέρα, πάνω στην κορφή του βλέπω γάλα χυμένο και νεοράντιστο και γύρω γύρω λουλούδια πλήθος να ‘ν’ στο μνήμα σα στεφάνι. Και κεί ψηλά, στου τύμβου την κορφή, βλέπω ένα βόστρυχο μαλλιών κομμένο πρόσφατα. Τον είδα, η μαύρη, κι ευθύς σφηνώθηκε στο νου γνωστή μορφή, πως βλέπω σημάδι αλάθευτο του πιο αγαπημένου μέσα σ’ όλους, του Ορέστη μας. Θάρρος, καλή μου, θάρρος.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ώρα κουνάω την κεφαλή στο παραλόγισμά σου.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Μα τι; Χαρά δε νιώθεις μ’ όσα λέω;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν ξέρεις που πατάς και που βαδίζει ο νους σου.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Πράματα καθαρά που είδα, πως δεν ξέρω;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Πέθανε, δύστυχη. Μην περιμένεις σωτηρία να φέρει. Σκοτάδι προς τα κει.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Συμφορά μου! Που τα’ άκουσες; Ποιος σου το ‘πε;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κάποιος που ήτανε κοντά του σα χανόταν.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Που ‘ναι τος; Σαστίζω που το σκέφτομαι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μέσα. Χαρά της μάνας κι όχι λύπη, βέβαια.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Συμφορά μου! Ποιανού λοιπόν οι μύριες προσφορές στον τάφο του πατέρα;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κάποιος, θαρρώ, θα τα ‘φερε μνημόσυνο του πεθαμένου Ορέστη.

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Η δύστυχη! Τρεχάτη και χαρούμενη έφερνα τα μαντάτα, δίχως να ξέρω τι κακό μας βρήκε. Φτάνοντας τώρα, κοντά στην πρώτη, βρίσκω καινούρια συμφορά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτά σε βρήκαν. Αλλά αν μ’ ακούσεις, της τωρινής σου συμφοράς το βάρος θα πετάξεις.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Μήπως ποτέ τους πεθαμένους θ’ αναστήσω;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Δε μίλησα γι’ αυτό, τόσο τρελή δεν είμαι.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Σαν τι αγαπάς και μου περνά απ’ το χέρι;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ό,τι θα σ’ ορμηνέψω να τολμήσεις. Ξέρεις πως παραστάτη δικό μας δεν έχουμε πιά. Ο Άδης μας τους πήρε κι ορφανέψαμε κι έτσι μονάχες μείναμε στον κόσμο. Τώρα που ο Ορέστης δεν υπάρχει πιά, γυρνώ σε σένα που του πατέρα τον φονιά, τον Αίγισθο, μαζί μου θα σκοτώσεις. Θα κάθεσαι και θα κοιτάς; Ως πότε; Βλέπεις καμιάν ελπίδα ορθή; Στέκεις και κλαις δίχως να γεύεσαι τα πατρικά σου πλούτη, στέκεις πικρή χρόνια τώρα, γερνώντας δίχως άντρα στο κρεβάτι. Αν στέρξεις τις ορμήνιες μου, πρώτα θα τιμηθείς για την ευσέβειά σου απ’ τον πατέρα το νεκρό κι από τον αδελφό σου στον Κάτω Κόσμο. Κατόπι, λεύτερη πως γεννήθηκες θα γίνει πάλι και γάμο ταιριαστό θα κάνεις. Καλή μου, βοήθα τον πατέρα, σκύψε στον αδελφό, βγάλε με απ’ τα βάσανα, να βγείς κι εσύ που ξέρεις ντροπή πως είναι ζωή ντροπής σ’ ανθρώπους της σειράς μας.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Που τάχα να στηρίχτηκες κι οπλίστηκες με θράσος και μου ζητάς βοήθεια; Δε βλέπεις, λοιπόν; Γυναίκα είσαι, δεν είσαι άντρας. Το χέρι σου μικρό κι αδύναμο μπρος στων εχθρών τα χέρια. Η τύχη τους φουντώνει με τη μέρα, για μας κυλάει του γκρεμού και πάει. Ποιος θα ‘βαζε στο νου του τέτοιον άντρα να ξεκάνει και θα τη γλίτωνε χωρίς πικρά να κλάψει; Κοίταξε μήπως στα δεινά κι άλλα δεινά φορτώσουμε. Πέφτω στα πόδια σου, προτού μας τάξουν του χαμού, πριν η γενιά μας ορφανέψει, αφού δεν έχεις δύναμη, προσκύνα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αναπάντεχο τίποτα δεν είπες, το ‘ξερα καλά πως θ’ αρνηθείς τα σχέδιά μου. Μόνη μου, με τα χέρια μου, λοιπόν, πρέπει να το τελειώσω, δε θα τα’ αφήσω απλήρωτο. Φύγε, δε βγάζω κέρδος από σένα.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Θα ‘βγαζες, μόνο αν θες να μάθεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Το δίκιο σου θ’ ακολουθήσω με το ζόρι;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Σα φρονιμέψεις, πάρε εσύ τα γκέμια.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι δά; Δε βρίσκεις τούτα δίκια που σου λέω;

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Κάνει ζημιά το δίκιο πότε πότε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Είναι καιρός που διάλεξα, δεν είναι τώρα.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ

Φεύγω λοιπόν. Ούτε τα λόγια μου παίρνεις σοβαρά, ούτε κι εγώ τον τρόπο σου παινεύω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σύρε στο σπίτι, δε θα σε πάρω στο κατόπι. Είναι κουτό να κυνηγάς το τίποτα.

 

Σκηνή 11

ΧΟΡΟΣ

Αφού τα φρόνιμα πετούμενα τα βλέπουμε στον ουρανό πως κανακεύουν τους γονιούς που τα γνοιαστήκαν, γιατί, γιατί καθόλου δεν τους μοιάζουμε κι εμείς; Όμως όχι, μα του Διός την αστραπή και την ουράνια τη Θέμη, όπου να ‘ναι θα το νιώσουν στο πετσί τους. Φήμη των ανθρώπων θνητή, τράβα μίλησε εκεί κάτω στους Ατρείδες θλιβερά και τις σκυθρωπές ντροπές μας μήνυσέ τους. Άρρωστα σπίτια κι αμάχη των δυο κοριτσιών δε λένε να δώσουν τα χέρια σ’ αγάπες, δε λένε να σμίξουν. Μα προδομένη στο σάλαγο μέσα η Ηλέκτρα μονάχη πάντα θρηνεί η δόλια και δέρνεται και δε φοβάται θάνατο, τα μάτια να σφαλίσει και δε φοβάται αν τους διπλούς φονιάδες γονατίσει. Γενναίο τόσο φύτρωσε ποτές άλλο βλαστάρι; Κανένας μεγαλόψυχος, παιδί μου, δε θέλει να ντροπιάσει τη γενιά του πεθαίνοντας ανώνυμος. Όπως κι εσύ προτίμησες να φορτωθείς το θρήνο και τα κουρέλια ντύθηκες για να κερδίσεις όνομα διπλό, σοφή και φρόνιμη μεμιάς να γίνεις. Σε θυμήθηκα στη μαύρη σου τη μοίρα, της φύσης τους νόμους να κρατάς και του Διός με φρόνηση να τιμάς το σέβας.

 

 

Σκηνή 12

ΟΡΕΣΤΗΣ

Καλές γυναίκες, σωστά μας δασκαλέψανε, καλός, σωστός ο δρόμος που ζητάμε;

ΧΟΡΟΣ

Τι ψάχνεις κι ήρθες και τι θες;

ΠΥΛΑΔΗΣ

Με τις ώρες ρωτώ που μένει ο Αίγισθος.

 

ΧΟΡΟΣ

Ήρθες καλά και δε σε πλάνεψαν.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και ποια από σας θα πήγαινε σους μέσα το χαρωπό μαντάτο πως ήρθαμε κι οι δυό;

ΧΟΡΟΣ

Αυτή, αν πρέπει κοντινός να πει το νέο.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μέσα να πας, γυναίκα, και να πεις ότι τον Αίγισθο ζητούν κάτι Φωκίτες.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αλιά μου, η μαύρη, δε φέρατε σημάδια φανερά για το μαντάτο που έχουμε ακουσμένο;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν ξέρω το μαντάτο σου. Ο Στρόφιος ο γέρος μ’ έστειλε εδώ να πω για τον Ορέστη.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σαν τι, ξένε; Φόβος μ’ αδράχνει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μες στο μικρό λαγήνι, αυτό που βλέπεις, απομεινάρια λιγοστά του πεθαμένου φέρνουμε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αχου, η άραχλη, φως φανερό, χειροπιαστά τα βάσανά μου βλέπω.

ΧΟΡΟΣ

Ααα, αλιά σου άραχλη.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Αν κλαίς για τα δεινά του Ορέστη, μάθε : Ετούτο το λαγήνι, το σώμα του κρατεί.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ξένε, δωσ’ το, για το θεό, στα χέρια μου. Αν τούτο δω το σάβανό του εγίνη, να κλάψω να χαθώ. Δωσ’ το να τα’ αγκαλιάσω και να κλάψω, να βογκήξω για τη γενιά μου και για μένα, πάνω σ’ αυτή τη στάχτη να πέσω να χαθώ.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δωσ’ το στα χέρια της, όποια και να ‘ναι. Έχθρα δεν έχει που το ζητά, μα φίλος κοντινός ή συγγενής του θα ‘ναι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ω θυμητάρι του πιο αγαπημένου, απόμεινάρι του Ορέστη, με τις ελπίδες που σε προβοδούσα δε σε δέχομαι. Όμορφο σ’ έβγαλα απ’ τα σπίτια μας, παιδί μου. Τώρα μακριά μας και σ’ άλλη γη φευγάτο σε βρήκε το κακό χωρίς την αδερφή σου. Και τα χεράκια μου, της δύστυχης εμένα, μηδέ σε λούσαν μηδέ σε στόλισαν μηδέ κρατήσαν στη φωτιά το καψερό κορμί σου. Αλίμονο, της άμοιρης δεν ήσουνα της μάνας σπλάχνο παρά δικό μου πιο πολύ, εμένα, παραμάνα σου, εμένα αδελφή σου μέρα νύχτα έκραζες. Τώρα σε μιάν ημέρα χαθήκαν τούτα και πέθαναν μαζί σου. Τ’ άρπαξες όλα. Πάει κι ο πατέρας, πέθανα κι εγώ. Πας του χαμού κι εσύ. Γελάν οι εχθροί, χτυπιέται απ’ τη χαρά της η κακομοίρα η μάνα μας, που μου ‘στελνες μηνύματα πολλά πως θα φανερωθείς εκδικητής. Τα ρήμαξε όλα της δυστυχίας ο δαίμονας εμάς τους δυό, που μου ‘φερεν εδώ σκιά και στάχτη ανήμπορη, αντίς τη λατρευτή μορφή σου. Ώχου! Ώχου! Πικρό κορμί, αχ κι αχ, πήρες, αλιά μου, το σκοτεινό το τρίστρατο και μ’ έχασες, ψυχή μου, μ’ έχασες, αδελφούλη μου. Να κατοικώ μαζί σου πάντα κάτω.

ΧΟΡΟΣ

Σε γέννησε θνητός, Ηλέκτρα, σκέψου. Θνητός ο Ορέστης. Μη στενάζεις τόσο. Όλοι χρωστάμε τα πάθη του θανάτου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αλιά μου, τι να πώ; Αμήχανα λόγια; Δεν αντέχω να κρατήσω τη γλώσσα μου πιά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ποιος πόνος σε κρατεί, τι σ’ εμποδίζει να μιλήσεις;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Εσύ το περιλάλητο πρόσωπο της Ηλέκτρας;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι με ξετάζεις και στενάζεις, ξένε;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Γιατί δεν ήξερα κανένα απ’ τα δεινά μου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και τι κατάλαβες απ’ όσα λέμε τώρα;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μες στα πολλά φαρμάκια σου σ’ αντίκρισα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Είδες τα λίγα απ’ τα πολλά τα πάθη μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και τι θα γινότανε να δω κι άλλα χειρότερα;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αφού συντροφεύω φονιάδες.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ποιους και ποιανού; Τι ξεστομίζεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Του πατέρα, και τους δουλεύω με τη βία.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και ποιος σε βάνει στην ανάγκη;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μάνα τη λεν, μάνα δεν είναι όμως.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κανείς δεν παραστέκεται; Κανείς;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Κανείς. Ήταν αυτός που μου ‘φερες τη στάχτη.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μαύρη, σε βλέπω και λυπάμαι τόσην ώρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ο μόνος άνθρωπος που με λυπήθηκε ποτέ.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Γιατί είμαι ο μόνος συγγενής που ήρθα να πονέσω τα πάθη σου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Δεν ήρθες βέβαια συγγενής μας από κάπου;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θα σ’ το ‘λέγα, πιστές αν είναι τούτες δώ.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Είναι πιστές και μίλα μπιστεμένα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Παράτα το λαγήνι, να τα μάθεις όλα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ξένε, μη μου το κάνεις τούτο, στο θεό σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άκου που σου μιλώ και δε θα πέσεις έξω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη, σε ξορκίζω, μη μου στερήσεις τ’ άγιο λείψανό μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δε σου τ’ αφήνω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Δύστυχη πάλι, Ορέστη μου, για σένα, σα μου στερήσουνε και την ταφή σου.

 

Σκηνή 13 – Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άλλαξε λόγο. Άδικα τον κλαίς.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άδικα κλαίω το νεκρό αδερφό μου;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άπρεπα λόγια λες γι’ αυτόν.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τόσο του πεθαμένου είμαι ανάξια;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ανάξια κανενός εσύ. Για τούτο δω ξενοιάσου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αφού βαστώ του Ορέστη μου το σώμα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν είν’ του Ορέστη. Είναι φκιαχτό, με λόγια.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και που έχει τάφο εκείνος ο ταλαίπωρος;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν έχει. Οι ζωντανοί δεν έχουν τάφο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι θέ να πείς;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ψέματα δε σου λέω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ζει, ζει ο άνθρωπος μου;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αν είμαι ζωντανός εγώ.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Εσύ είσαι εκείνος;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κοίτα το δαχτυλίδι του πατέρα μου και πίστεψε πως καθαρά μιλάω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ευλογημένη μέρα!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ευλογημένη.

ΧΟΡΟΣ – ΠΥΛΑΔΗΣ

Ευλογημένη μέρα!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Βλαστάρι, βλαστάρι εσύ μονάκριβου πατέρα, έφτασες πιά, μας βρήκες, μας ήρθες, μας είδες.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Έφτασα πιά. Σώπαινε τώρα και καρτέρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τι τρέχει;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κάλλιο σιωπή, μη μας ακούσουν μέσα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ο κάθε καιρός, για να το πω το δίκιο, μου πρέπει ο κάθε καιρός. Η γλώσσα μου λύθηκε τώρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Το βλέπω, μα κοίτα λεύτερη να τη φυλάξεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και τι να κάνω;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν είναι καιρός για λόγια τώρα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τώρα που φάνηκες εσύ, ποιος θα μπορούσε ν’ άλλαζε με τη σιγή τα λόγια, τώρα που σ’ είδα απάντεχα κι ανέλπιστα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Με είδες όταν οι θεοί μου δείξανε το δρόμο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ονόμασες χαρά κι από την πριν τρανότερη. Αν σ’ άνοιξε θεός το δρόμο για το σπίτι, έργο θεού το λογαριάζω.

 

Σκηνή 14

ΧΟΡΟΣ

Έργο θεού! Έργο θεού!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Άφησε τώρα τα παραπανίσια λόγια, πως είναι η μάνα μας κακή, πως άδειασεν ο Αίγισθος το πατρικό το βιός μας, το χύνει και το σπέρνει πέρα δώθε. Την ώρα τη σωστή θα ‘ταν φραγμός τα λόγια. Ό,τι ταιριάζει σε τούτη τη στιγμή λογάριασε, που να φανερωθούμε εμείς, που να κρυφτούμε, για να σφραγίσει ο ερχομός τα γέλια των εχθρών μας. Κοίτα να μη διαβάσει η μάνα μας το πρόσωπό σου που γελά, σαν μπούμε μέσα. Τάχα για το κακό που ψεύτικα μηνύσαμε ν’ αναστενάζεις. Σα βρούμε στόχο, τότε θα ρθει καιρός για λεύτερες χαρές και γέλια.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Θεότρελοι και χτυπημένοι στο μυαλό, τι, δεν ψηφάτε τη ζωή σας; Μες στην καρδιά βρισκόσαστε του σίφουνα και δεν το παίρνετε είδηση! Αν δεν στεκόμουν στο κατώφλι να φυλάω, θα ΄χανε μπει στο σπίτι πρώτα οι πράξεις σας κι ύστερα τα κορμιά σας. Αφήστε τις πολλές κουβέντες τώρα και μπείτε μέσα. Τέτοιες στιγμές ν’ αργείς, κακό το τέλος φτάνει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πως θα τα βρω σαν έμπω μέσα;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Καλά. Φόβος να σε γνωρίσουν, δεν υπάρχει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θα ‘φερες το μαντάτο πως επέθανα.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Με τους νεκρούς σ’ έχουν αυτοί, να ξέρεις.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Και χαίρονται γι’ αυτά; Τι λένε;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Θα μάθεις, σαν τελειώσουμε. Όλα καλά τώρα γι’ αυτούς και κείνα που δεν είναι.

 

Σκηνή 15

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ποιος είναι αυτός, καλέ μου, πες μου, για τον Θεό.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν τον γνωρίζεις;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ούτε το βάζει ο νούς μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σε τίνος χέρια με παράδωσες, δεν ξέρεις τότε;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σε τίνος; Τι μου λες;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Εκείνος που όταν πρόλαβες και μ’ έσωσες με πήρε να με κρύψει στην Φωκίδα.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Αυτός είναι που μέσα στους πολλούς βρήκα μόνο πιστό. Μέρα γλυκιά, μοναδικέ σωτήρα των σπιτιών μας, εσύ είσαι εκείνος που γλίτωσες κι αυτόν και μένα απ’ τα δεινά; Ήσουν εδώ και κρύφτηκες τόσον καιρό και δε μου φανερώθηκες; Με σκότωνες με λόγια και σκέπαζες τα έργα της χαράς; Χαίρε, πατέρα! Πατέρα μου σε βλέπω.

ΧΟΡΟΣ

Σε βλέπω βασιλιά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Σένα να ξέρεις, σένα πιότερο στον κόσμο…

ΧΟΡΟΣ

Σε βλέπω βασιλιά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

…σε μίσησα κι αγάπησα την ίδια μέρα.

ΧΟΡΟΣ

Χαίρε, πατέρα. Πατέρα μου σε βλέπω, σε βλέπω βασιλιά.

 

Σκηνή 16

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Φτάνει, θαρρώ, κι όσα μεσολαβήσανε, νύχτες πολλές φέρνοντας μέρες άλλες θα σου τα φανερώνουν. Ηλέκτρα, καθαρά. Σε σας που στέκεστε, σας λέω πως ήρθε της δράσης η ώρα. Η Κλυταιμνήστρα μόνη, άντρας κανείς. Αν χάσετε καιρό, θα ‘χετε να παλέψετε, σκεφτείτε, με τούτους και μ’ άλλους πιο πανούργους και περσότερους.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δουλειά μας δεν είναι τα λόγια τα πολλά. Πυλάδη, μέσα γρήγορα. Μα πρώτα να προσπέσουμε στ’ αγάλματα των πατρικών θεών που στο κατώφλι στέκουν.

 

Σκηνή 17

ΗΛ – ΠΥΛ – ΟΡ – ΠΑΙΔ – ΧΟΡΟΣ

Απόλλων, βασιλιά, σπλαχνίσου κι άκουσέ τους και με μαζί μ’ αυτούς, που απλόχερα σου πρόσφερα πολλά κι από τα λίγα που είχα. Τώρα, Λύκειε Απόλλων, με όσα έχω προσπέφτω, σου ζητώ και σ’ ικετεύω, βοήθα την πρόθεση μας πρόθυμα και δείξε στους ανθρώπους με τι ποινές πληρώνουν οι θεοί τους παραβάτες.

 

Σκηνή 18

ΧΟΡΟΣ

Για δέστε πως θερίζει αίμα ξερνώντας ακατάβλητον ο Άρης. Πατούνε πιά τα δώματα οι Ερινύες και πήραν το κατόπιν τους κακούργους τ’ αλάθευτα σκυλιά, ώστε για πολύ δεν καρτερεί κρεμασμένο στο κατώφλι τ’ όνειρο μου. Με δόλο διαβαίνει τη θύρα των νεκρών, τιμωρός ίσια μέσα στα πατρικά της κλήρας του πεζούλια, τροχισμένο κρατώντας στο χέρι σπαθί. Κι ο Ερμής, γιός της Μαίας, με σκοτάδι τυλίγει το δόλο, στο τέρμα τον σπρώχνει και δεν καρτερεί.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Καλές μου, όπου να’ ναι τελειώνουν οι άντρες. Σώπα και περίμενε.

ΧΟΡΟΣ (ΓΥΝ)

Μα πως; Τι κάνουν τώρα;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Εκείνη για ταφή στολίζει το λαγήνι κι αυτοί στέκουν κοντά.

ΧΟΡΟΣ

Κι εσύ, τι βγήκες έξω;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Φυλάω καρτέρι, μήπως ο Αίγισθος ξεφύγει κι έρθει μέσα.

 

Σκηνή 19

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Αχ, αχ! Σπίτι έρημο από φίλους και γεμάτο φονιάδες!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Φωνάζει κάποιος μέσα, δεν ακούτε, φίλες;

ΧΟΡΟΣ

Άκουσα, να μην άκουγα κι έφριξα η μαύρη.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ωχ, τι με βρήκε. Που είσαι Αίγισθε;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άκου, πάλι φωνές.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Παιδί μου, παιδί μου, λυπήσου τη μάνα σου.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Εσύ δεν τον λυπήθηκες ούτε και τον πατέρα που τον γέννησε.

ΧΟΡΟΣ

Πόλη και μαύρη γενιά, μέρα κι αυτή, μοίρα κι αυτή που λιώνει, που σε λιώνει.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ωχ! Με χτύπησε!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ααααα! Χτύπα, αν μπορείς, ξανά!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ωχ, ωχ, ξανά!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Άμποτε και στον Αίγισθο!

 

Σκηνή 20

ΧΟΡΟΣ

Οι κατάρες πληρώνονται, οι νεκροί ζωντανεύουν, των φονιάδων το αίμα ποτάμι οι νεκροί το πληρώνονται. (Βγαίνουν Πυλάδης – Ορέστης) Να τοι που βγαίνουν˙ κόκκινα χέρια που αίματα στάζουν και δεν μπορώ τ’ άδικο να τους ρίξω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Όρέστη;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μες στο σπίτι καλά, αν κι ο Απόλλων πρόσταξε καλά.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Πέθανε η μαύρη;

ΧΟΡΟΣ

Πέθανε η μαύρη;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μη φοβάσαι πιά το θράσος πως θα σ’ ατιμάζει της μητέρας.

ΧΟΡΟΣ

Σταμάτα۠ βλέπω τον Αίγισθο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είναι κοντά;

ΧΟΡΟΣ

Κρυφτείτε στο παράπορτο και γρήγορα. Καλά τα καταφέρατε και δευτερώστε.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θάρρος. Τελειώνουμε.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Βάλε μπροστά και βιάσου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πηγαίνω.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Ξενοιάσου για τα εδώ. Εγώ θα τ’ αναλάβω.

ΧΟΡΟΣ

Λίγα λόγια να πεις, μαλάκωσε τον, συμφέρει ώσπου να πέσει ανύποπτος στη δίκια κρίση.

 

Σκηνή 21

(Είσοδος Αιγίσθου. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης ξαναμπαίνουν στο παλάτι.)

 

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Ποιος από σας έμαθε που’ ναι οι Φωκίτες ξένοι που, καθώς άκουσα, μαντάτο φέρανε για τον Ορέστη, πως με τ’ αμάξι του γκρεμοτσακίστηκε στο στίβο; Σένα, σένα ρωτώ, ναι, σένα, που ως χτές είχες αποκοτιά. Σένα σε μέλλει πιο πολύ, θαρρώ, και πιο πολλά να πεις θα ξέρεις.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Και βέβαια ξέρω! Αλλιώς έξω απ’ τη μοίρα θα’ μουνα του πιο αγαπημένου.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Και που ‘ναι οι ξένοι; Μίλησε!

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μέσα. Βρήκαν φιλόξενη κυρά.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Αλήθεια λεν πως πέθανε;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Όχι με λόγια μόνο, φέραν σημάδια.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Τον φέρανε για να βεβαιωθούμε;

ΗΛΕΚΤΡΑ

Τον φέραν. Να τον δεις και να φρίξεις.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Μ’ έκαμες να χαρώ πολύ, δε μ’ είχες συνηθίσει.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Να χαίρεσαι, αν είναι να χαρείς μ’ αυτά.

 

Σκηνή 22

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Σιωπή προστάζω και ν’ ανοίξουν οι πύλες στους Μυκηναίους και στους Αργίτες όλους να δουν, κι αν κάποιος πριν κεφάλι σήκωνε γι’ αυτόν μ’ ελπίδες κούφιες, βλέποντας το νεκρό, τα γκέμια μου να δέχεται, μη μ’ εύρει τιμωρό και φρονιμέψει με το ζόρι.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μπήκα στο νόημα κι εγώ. Φρονίμεψα με τον καιρό, με τα νερά των δυνατών πηγαίνω.

 

(Βγαίνουν ο Ορέστης και ο Πυλάδης. Ο πρώτος κρατά το σώμα της Κλυταιμνήστρας σκεπασμένο.)

 

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Ω Δία! Ετούτο που θωρώ, δίχως το φθόνο σου δεν ήρθε. Αν προκα΄λώ τη Νέμεση, βουβαίνομαι. Σηκώστε από το πρόσωπο το κάλυμμα να πω κι εγώ το θρήνο μου στο συγγενή μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κράτησ’ το μοναχός. Όχι δικό μου, δικό σου χρέος να τον δεις και φιλικά να του μιλήσεις.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Σωστά μιλάς, θ’ ακούσω. Εσύ (προς την Ηλέκτρα) στο σπίτι αν είναι η Κλυταιμνήστρα, φώναξέ την!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Εδώ ‘ναι, πλάι σου κι αλλού μην ψάχνεις.

 

Σκηνή 23

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Ααααα! Τι βλέπω!

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τη φοβάσαι; Δεν την ξέρεις;

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Ο δύστυχος, μέσα σε ποιες παγίδες έπεσα και σε ποιανού;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν το ‘νιωσες λοιπόν ότι μιλάς με ζωντανούς που πήρες πεθαμένους;

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Τώρα κατάλαβα τι λες. Δε γίνεται να ‘ναι άλλος αυτός που μου μιλά απ’ τον Ορέστη.

ΠΥΛΑΔΗΣ

Μάντης αλάθευτος και τόσην ώρα λάθευες;

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Ο μαύρος, χάθηκε. Μ’ άσε να πω δυό λόγια μόνο.

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μη, για το θεό, μην τον αφήσεις να μιλά, καλέ μου, χρόνο κερδίζει. Σκότωσ’ τον γρήγορα. Το πτώμα ριχ’ το στα όρνια, τους νεκροθάφτες που του πρέπουν, να μην το δούμε πια. Μονάχα τούτο θα με λύτρωνε απ’ τα παλιά δεινά μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Προσώρα μέσα γρήγορα, δεν είναι καιρός για λόγια τώρα, για την ψυχή σου πολεμάς.

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Γιατί με πας στο σπίτι;

ΧΟΡΟΣ

Για την ψυχή σου πολεμάς

ΑΙΓΙΣΘΟΣ

Σαν είναι η πράξη σου καλή, γιατί σκοτάδι θες κι εδώ δε με ξεκάνεις;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σταμάτα να προστάζεις, τράβα για κει…

ΧΟΡΟΣ

Με την ίδια πληρωμή…

ΟΡΕΣΤΗΣ

…που τον πατέρα μου έσφαξες, να πεθάνεις στον ίδιο τον τόπο.

ΧΟΡΟΣ

Σπορά του Ατρέα, πολλά σου τα πάθη, λυτρώθηκες τώρα με νέαν ορμή και λεύτερη πήρες στράτα.

 

                                                            ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ

 Με τη σύνθεση μουσικής για το αρχαίο δράμα ασχολούμαι από το 1960, τότε που έγραψα τη μουσική για τις ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ του Ευρυπίδη. Έκτοτε το όνειρό μου ήταν να μελοποιήσω όχι μόνο τα χωρικά, όπως συνηθίζεται, αλλά μια ολόκληρη τραγωδία. Κάτι τέτοιο δεν γινόταν μήπως και την αρχαία εποχή; Έπρεπε όμως γι’ αυτό το μέγα εγχείρημα να δοκιμάσω πρώτα τα όπλα μου.

                Έτσι, πριν πέντε χρόνια αποφάσισα να συνθέσω την πρώτη μου όπερα σε σενάριο δικό μου. Πρόκειται για τον ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ή ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ που βασίζεται στην ζωή, την ποίηση και τον τραγικό θάνατο του ομώνυμου μεγάλου Έλληνα ποιητή (1896-1929).

                Αργότερα, η Διεύθυνση της Όπερας της Βερόνα (στα 1987) μου παράγγειλε να συνθέσω ένα συμφωνικό μπαλέτο επάνω σε θέματα τραγουδιών μου και του ΖΟΡΜΠΑ, που παρουσιάστηκε στη σκηνή της Arena di Verona στα 1988 και 1990. Την πρώτη φορά, το 1988, στο πρόγραμμα –εκτός από το μπαλέτο μου- υπήρχε η Αΐντα του Βέρντι και η Τουραντό του Πουτσίνι.

                Αναθρεμμένος μουσικά με τη συμφωνική μουσική, είχα περιθωριοποιήσει μέσα μου τη γοητεία και τη δύναμη της όπερας. Αισθανόμενος τύψεις γι’ αυτό, έστω και αργά, μετά την πρεμιέρα του ΖΟΡΜΠΑ δήλωσα ότι από δω και στο εξής θα ασχοληθώ αποκλειστικά με το είδος αυτό συνθέτοντας μια ΜΗΔΕΙΑ προς τιμή του Βέρντι, μια ΗΛΕΚΤΡΑ προς τιμή του Πουτσίνι και μια ΕΚΑΒΗ προς τιμή του Μπελίνι.

                Δούλεψα επί δύο χρόνια εντατικά, αποκλειστικά. Μετέφρασα το κείμενο του Ευριπίδη στα νέα ελληνικά κάνοντας ελάχιστες αλλαγές. Εισήγαγα πλάι στον γυναικείο χορό και τον ανδρικό με τη μορφή ακολούθων, στρατιωτών, πολιτών, κ.α. για να έχω στη διάθεση μου μια τετράφωνη μικτή χορωδία. Από κει και πέρα προσπάθησα να εξαντλήσω όση μελωδική φλέβα διαθέτω στην προσπάθεια μου να παρακολουθήσω τον Ευρυπίδη στους λαβύρινθους αυτής της πρωτοφανούς ανάλυσης που κάνει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Άλλωστε, αυτό ήταν και το βασικό στοιχείο που με οδήγησε στην επιλογή της ΜΗΔΕΙΑΣ.

                Για τον συνθέτη, όπως και για τον συγγραφέα, δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει πιο συγκλονιστική ‘επιχείρηση’ από το να παρακολουθήσει τις άπειρες διακυμάνσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, τη στιγμή ακριβώς που ο άνθρωπος βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη Μοίρα του… Η βάρβαρη, η ξεριζωμένη, η παθιασμένη από τον έρωτα και ντροπιασμένη από τον άντρα της, η μάνα που λατρεύει τα παιδιά της και που δεν δέχεται τη ατίμωση της εξορίας, η γυναίκα που οδηγείται στην κορύφωση του πάθους και σκοτώνει τα ίδια της τα σπλάχνα, είναι ίσως κάτι παραπάνω από την τραγωδία ενός προσώπου… Μήπως ο Ευρυπίδης ήθελε μ’ αυτό να ‘μαστιγώσει’ τους ‘πολιτισμένους’ συμπατριώτες του Αθηναίους, καθώς έμπαιναν στον τελικό κατήφορο της παρακμής;

                Είμαι ευτυχής γιατί ένα έργο με αυτές τις μουσικές και σκηνικές διαστάσεις έχει την τύχη να παρουσιάζεται με αγάπη. Οι βασικοί συντελεστές και πρωταγωνιστές το αγάπησαν βάζοντας απ’ τη πρώτη στιγμή όλη τους την ψυχή, με πρώτη τη Μήδεια-Κατερίνα Οικονόμου, που φορτώνεται ένα τεράστιο ερμηνευτικό βάρος, καθώς όχι μόνο τραγουδάει, όχι μόνο ερμηνεύει μουσικά αλλά –ίσως πιο σπουδαίο- θα πρέπει να ταυτιστεί με την μοίρα της πιο άτυχης, της πιο τραγικής και δυστυχισμένης γυναίκας που έζησε ποτέ στη γη. Χωρίς να ξεχνά και την πικρή της περηφάνεια…

                Την ίδια αγάπη βρήκα και στους δύο βασικούς συντελεστές για το ανέβασμα της όπερας μου: τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον εμπνευσμένο σκηνοθέτη, και τον Λουκά Καρυτινό, ιδανικό ερμηνευτή της συμφωνικής μου μουσικής.

                Όλες και όλους τους ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου.

                (Μίκης Θεοδωράκης, κείμενο από το πρόγραμμα της παρουσίασης της όπερας στο Ηρώδειο, 6 & 8 Ιουλίου 1993.)

 

ΜΗΔΕΙΑ

                                                                                                                               

Όπερα σε δύο πράξεις

βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευρυπίδη.

Μετάφραση, προσθήκες, προσαρμογή για όπερα

Μίκης Θεοδωράκης

Μεταφορά: Χριστίνα Δασκούλια

 

Τα Πρόσωπα

                                                                             

ΜΗΔΕΙΑ

ΙΑΣΩΝ

ΑΙΓΕΥΣ

ΚΡΕΩΝ

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

ΤΡΟΦΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

 

 

 

 

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

 

 

Σκηνή 1

(Σκοτάδι. Η τροφός και ο γυναικείο χορός παίρνουν θέση μπροστά στο σκηνικό. Το φώς τις φωτίζει απότομα με το τέλος της μουσικής.)

 

ΤΡΟΦΟΣ

Μακάρι η Αργώ να μη διάβαινε τις μαύρες Συμπληγάδες       τραβώντας κατά την Κολχίδα. Μακάρι να μην πέφτανε τα πεύκα στις πλαγιές του Πηλίου, χτυπημένα από το τσεκούρι. Μήτε να βρίσκονταν χέρια να πιάσουν τα κουπιά, για να οδηγήσουν το πλοίο για χάρη του Πελία στην Κολχίδα με το χρυσόμαλλο το δέρας. Τότε και η κυρά μου η Μήδεια δε θα ‘φτανε στο κάστρο της Ιωλκού, ερωτοχτυπημένη για τον Ιάσονα. Μετά έπεισε τις κόρες του Πελία να σφάξουν το γονιό τους κι έτσι αναγκάστηκε να ‘ρθει να κατοικήσει στην Κόρινθο. Στην αρχή οι ντόπιοι την αγάπησαν. Με τον Ιάσονα ζούσανε αγαπημένα. Τι ευλογία αλήθεια το ταιριαστό ζευγάρι! Μα τώρα οι ντόπιοι τη μισούν. Την άφησε μόνη ο Ιάσονας, μαζί με τα παιδιά της, σε ξένη χώρα. Κι αυτός κοιμάται με τη βασιλοπούλα, του Κρέοντα την κόρη, του βασιλιά τούτης της χώρας. Άμοιρη και καταφρονεμένη, σκούζοντας, θυμάται τους όρκους του Ιάσονα και μάρτυρες βάζει τους θεούς για την προδοσία που της έλαχε να λάβει. Δεν τρώει, δεν πίνει. Με δάκρυα λιώνει το κορμί της σα σκέφτεται την αδικία. Κοιτάζει μόνο τη γή. Διστάζει να σηκώσει το κεφάλι. Δεν ακούει πια κανέναν, όπως τα βράχια στο γιαλό που μένουν αδιάφορα στο βόγγο των κυμάτων. Όλα τα πρόδωσε στον Ιάσωνα: Πατέρα, αδερφό, πατρίδα αγαπημένη. Τα πάντα! Κι αυτός τώρα την καταφρονεί. Τώρα μόνο νιώθει, μα είναι αργά, τι σημαίνει ν’ απαρνιέσαι πατρίδα και δικούς. Έφτασε ως να μισεί τα ίδια τα παιδιά της. Τι να πω; Φοβάμαι τη συμφορά. Στο μυαλό της κλώθει μεγάλο κακό. Την ξέρω! Δε θα καταπιεί την αδικία. Είναι φοβερή! Κι αλίμονο σ’ αυτόν που θα τα βάλει μαζί της. (Μπαίνουν ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ και τα δυο αγοράκια –τα κρατά απ’ τα δύο του χέρια- φαίνονται «πρόσχαρα κι ανέμελα».) Μα να τα παιδιά της! Έρχονται πρόσχαρα κι ανέμελα! Έχουν αθώα ψυχή! Ανυποψίαστα στην τρικυμία που συγκλονίζει την ψυχή και το νου της μητέρας.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

 Πιστή δουλεύτρα εσύ της δέσποινάς μου, τι κάθεσαι στην πύλη κι ολομόναχη θρηνείς; Τη Μήδεια πως μπορείς και την αφήνεις μόνη;

ΤΡΟΦΟΣ

Γέροντα πιστέ, συνοδέ των παιδιών του Ιάσονα. συμφορές που ξεσκίζουν τ’ αφεντικά, ξεσκίζουν κι εμάς τους πιστούς δούλους. Νιώθω πόνο στην καρδιά. Κι ήρθα να κλάψω… Να πω τα πάθη της κυράς μου σε ουρανό και γή, να ξαλαφρώσω.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Δεν έπαψε ακόμα η άμοιρη το κλάμα…

ΤΡΟΦΟΣ

Καλότυχος είσαι που δεν ξέρεις… Τα πάθη της τώρα αρχίζουν. Πίσω είναι τα μεγάλα.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Τρελή! Τρελός είμαι να μιλώ έτσι για την κυρά μου… Όμως δεν ξέρει ακόμα τις συμφορές που την προσμένουν.

ΤΡΟΦΟΣ

Τι ξεστομίζεις γέροντα; Τι λες;

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Τίποτα! Μετάνιωσα και δε σου λέω.

ΤΡΟΦΟΣ

Δούλα κι εγώ όπως κι εσύ. Μυστικά από μένα μην κρατάς. Θα ‘χω το στόμα σφαλιστό.

                                                   ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ      

Στον ιερό ναό της Πειρώνας, εκεί που οι γέροντες κάθονται στις σκιές, άκουσα τυχαία να λένε ότι ο Κρέοντας το πήρε απόφαση να διώξει από την πόλη τη Μήδεια και τα παιδιά της. Δε θέλω όμως να το πιστέψω.

                                                     ΤΡΟΦΟΣ

Και ο Ιάσονας; Κι αν δε θέλει τη Μήδεια, όμως θα το δεχθεί για τα παιδιά του;

                                                 ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Θάβουν τις παλιές συγγένειες οι καινούριες…

                                                  ΤΡΟΦΟΣ

Χαθήκαμε! Νέο κακό πάνω στο άλλο, θα μας τσακίσει.

                                                ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Καλά θα κάνεις να το κρύψεις απ’ τη κυρά. Δείχνε ήρεμη σα να μην ξέρεις.

 

                                                ΤΡΟΦΟΣ

Αχ παιδιά μου εσείς αθώα, πόσο σκληρά σας φέρνεται ο γονιός σας. Άσχημο τέλος να’ χει! Όχι, δεν το λέω γιατί είναι κύρης μου. Άπονος! Άπονος για το αίμα του…

                                     ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Γνωρίζεις άνθρωπο που να μην είναι άπονος; Τώρα το μαθαίνεις πως ο καθένας αγαπά πρώτα τον εαυτό του; Κοιτάζει μόνο το συμφέρον; Ο πατέρας μισεί τα παιδιά του για το καινούριο νυφικό κρεβάτι…

                                                ΤΡΟΦΟΣ

Πηγαίνετε, παιδιά, στο σπίτι… Κι εσύ, γέρο, κρύψε τα απ’ τη μάνα τους. Στάζει χολή η ψυχή της και είδα το βλέμμα της να το καρφώνει πάνω τους με μίσος, λες και βάζει στο νού της μεγάλο κακό… Την ξέρω καλά… Ετοιμάζει κεραυνούς. Αν είναι όμως να τους ρίξει, κάλιο να πέσουν πάνω σε εχθρούς.

                                                ΜΗΔΕΙΑ

 (Ακούγεται μέσα απ’ το σπίτι) Αχ, εγώ η άμοιρη! Συφοριασμένη! Άχ, να ‘τανε τώρα να πεθάνω…

                                                ΧΟΡΟΣ

Ώχου! Άχ! Αλί! Αχ, αλί, παιδιά μου…

                                        ΤΡΟΦΟΣ

Όπως φοβόμουνα, παιδάκια μου, ο θυμός πνίγει τη μάνα σας.

                                                ΧΟΡΟΣ

Ο θυμός πνίγει τη μάνα σας…

                                                ΤΡΟΦΟΣ

Τρέξτε μέσα, κρυφτείτε…

                                         ΧΟΡΟΣ

Κρυφτείτε… κρυφτείτε…

                                       ΤΡΟΦΟΣ

Μην πάτε κοντά της…

                                       ΧΟΡΟΣ

Μην πάτε κοντά της…

                                      ΤΡΟΦΟΣ

Προπαντός μην την κοιτάξετε στα μάτια…

                                       ΧΟΡΟΣ

Μην την κοιτάξετε στα μάτια. Η ψυχή της έχει μανιάσει. Φυλαχτείτε…

                                      ΤΡΟΦΟΣ

Έχει μανιάσει η ψυχή της… Φυλαχτείτε… Γρήγορα γρήγορα τρέξτε στο σπίτι. Κρυφτείτε.

                                      ΧΟΡΟΣ

Τρέξτε στο σπίτι…

                                     ΤΡΟΦΟΣ

Σύγνεφα μέσα της ανεβαίνουν βαριά. Δε θ’ αργήσει η καταιγίδα.

                                     ΧΟΡΟΣ

Σύγνεφα ανεβαίνουν βαριά… Δεν θ’ αργήσει η καταιγίδα…

                                      ΤΡΟΦΟΣ

Περήφανη ψυχή, σκληρή κι αλύγιστη! Τη δαγκάνει ο πόνος και ξεσπά. Για όλα είναι ικανή!

                               

 

                                           ΜΗΔΕΙΑ

 (Μέσα από το σπίτι) Αχ, εγώ η άμοιρη, έπαθα μαύρες συμφορές. Θρηνώ και δε χορταίνω. Καταραμένα παιδιά δύστυχης μάνας… Αι να χαθείτε! Μαζί με το γονιό σας… Συθέμελα το σπίτι να χαθεί!

                                                ΤΡΟΦΟΣ

Αλίμονο μου η βαριόμοιρη. Αλίμονο μου. Τι φταίνε τα παιδιά για του πατέρα τους το κρίμα; Γιατί, πως τα μισεί; Παιδιά μου αγαπημένα, τρέμω μην σας εύρει κακό… Βασιλιάδες κακοί, συνηθισμένοι σε προσταγές, αν τους εύρει η οργή, τους συνεπαίρνει. Δε δέχονται συμβουλές. Μόνο να δίνουν ξέρουν. Πότε θα μάθει ο άνθρωπος, αληθεία, πως όλοι πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα; Να φτάσω θέλω στα γεράματα δίχως μεγαλεία και δίχως συμφορές. Το μέτριο είναι καλό και ωφέλιμο για τους ανθρώπους. Η υπερβολή προσβάλει τους θνητούς. Φέρνει συχνά μεγάλες συμφορές. Θεού κατάρα πλακώνει το σπίτι.

                                     ΧΟΡΟΣ

Της Μήδειας τις οιμωγές άκουσα κι ήρθα. Ακόμα δε γαλήνεψε. Πονώ για τις συμφορές γιατί το σπίτι αυτό το ‘χω αγαπήσει.

                                   ΤΡΟΦΟΣ

Πάει το σπίτι, χάθηκε. Ο Ιάσονας σε ξένο κρεβάτι τώρα κοιμάται και η κυρά μου λιώνει μοναχή. Κανείς πια δεν μπορεί να της ζεστάνει την καρδιά.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

(Πάντα μέσα απ’ το σπίτι, όμως λίγο πιο κοντινά) Αστροπελέκι, κάψε με! Η ζωή μου χάθηκε. Χάρε, γιατί αργείς; Πάρε την πικραμένη τη ζωή μου…

                                    ΧΟΡΟΣ

Ω Δία και Γη και Φως! Ξεσκίζει το μοιρολόι της άτυχής της νύφης. Άμυαλη είσαι Μήδεια! Παρ’ το απόφαση : Σε άλλο κρεβάτι κοιμάται ο Ιάσονας. Μην καλείς το Χάρο, γιατί γοργά θα ρθεί. Δεν το ξέρεις; Όταν ο άντρας σ’ άλλο κρεβάτι ξελογιάζεται, μόνο το Δία μπορεί να’ χεις βοηθό. Μη λιώνεις έτσι για έναν άντρα…

                                 ΜΗΔΕΙΑ

 (Από μέσα) Ω Μέγα Δία! Σεβάσμια Θέμιδα! Μάρτυρες εσείς στα πάθη που υπομένω από επίορκο και καταραμένο άντρα. Αυτός κι η νύφη του που μ’ αδικούν, στα ερείπια του σπιτιού τους να χαθούνε. Ω πατέρα! Ω πατρίδα! Ω μονάκριβε αδελφέ μου που σ’ έσφαξα με τα ίδια μου τα χέρια για την αγάπη του Ιάσονα, άτιμα χέρια… Και τώρα εξόριστη είμαι μακριά από την πατρίδα…

                                ΤΡΟΦΟΣ

Κράζει τη Θέμιδα! Επικαλείται το Δία! Με ευχές και κατάρες. Σημάδια σκοτεινά που προμηνούν μεγάλες συμφορές…

                                 ΧΟΡΟΣ

Πρέπει να τη δούμε, να της μιλήσουμε και να την πείσουμε. Τα λόγια μαλακώνουν την οργή και τον πόνο της ψυχής. Λοιπόν σύρε και φερ’ την κοντά μας. Την αγαπούμε! Τρέξε πριν κάνει κακό στα παιδιά της ανεπανόρθωτο. Νιώθω τον πόνο της να γιγαντώνει ασυγκράτητος.

                                   ΤΡΟΦΟΣ

Πάω! Θα προσπαθήσω να την πείσω. Αν και σωστή λέαινα που μόλις γέννησε, άγριο βλέμμα γύρω ρίχνει στους σκλάβους που την κοιτάζουν. Σκέφτομαι τώρα πόσα τραγούδια υπάρχουν για να συνοδεύουν τις γιορτές των θνητών. Όμως κανένας δε σκέφτηκε ένα τραγούδι που να γιατρεύει τον αφόρητο πόνο… Τις πίκρες που φέρνουν συμφορές και δυστυχία στα σπίτια… Κι όμως τις λύπες έχουν συμφέρον να γιατρεύουν οι θνητοί.

 

(Πηγαίνει προς το σπίτι, ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα)

                                     ΧΟΡΟΣ

Θρήνους ακούω και στεναγμούς. Σκούζει και καταριέται τον γαμπρό που αρνήθηκε τους όρκους του. Κράζει τώρα στη Θέμιδα που κάθεται πλάι στο Δία, φρουρός των όρκων. Όμως αυτή, η Θέμις, την πέρασε μεσ’ απ’ τα στενά τα Δαρδανέλια νύχτα για να την οδηγήσει στο αρμυρό το πέλαγο, το ατελείωτο.

 

(Η μεγάλη πόρτα ανοίγει διάπλατα και φαίνεται η Μήδεια. Στέκεται μια στιγμή και μετά προχωρεί ορμητικά προς τις γυναίκες. Την ακολουθεί η Τροφός διακριτικά.)

 

Σκηνή 2

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Γυναίκες της Κορίνθου! Να’ μαι μπροστά σας! Για να μη λέτε λόγο κακό για μένα. Ο περήφανος φαντάζει στα μάτια του κόσμου ακατάδεχτος όταν στον εαυτό του κλείνεται… Δίκαιοι δεν είναι οι άνθρωποι, αφού χωρίς να γνωρίσουν την καρδιά του άλλου τον μισούν κι ας μην έχουν πάθει απ’ αυτόν κανένα κακό. Γι’ αυτό ο ξένος πρέπει να συμμορφώνεται στον ξένο τόπο. Όμως ούτε τον ντόπιο επαινώ, τον αλαζόνα που πικραίνει τους δικούς του. Ρήμαξε η ψυχή μου στο ανέλπιστο κακό που με βρήκε… Χαρά δεν έχω για να ζήσω. Μόνο το θάνατο αποζητώ… Είχα έναν άντρα που ήταν όλα για μένα. Πώς να ζήσω που αποδείχτηκε αισχρός; Ω δύστυχη γυναίκα που έχεις νου και ψυχή κι όμως ένα τίποτα είσαι. Πληρώνουμε ακριβά για ν’ αγοράσουμε τον άντρα και να τον κάνουμε αφέντη του κορμιού μας. Να ποια είναι η πιο πικρή μας συμφορά. Κι αν βγει άγριος ή ήμερος, πώς να το ξέρουμε; Όσο κακός κι αν βγεί στο τέλος, δεν είναι έντιμο για την γυναίκα να τον αφήσει. Μήπως την δίδαξαν οι δικοί της για τον άντρα που θα πάρει; Πρέπει η δόλια να μαντεύει τις συνήθειές του στο νέο σπίτι γιατί δεν ξέρει αν πήρε άντρα καλόν ή κακό. Κι όταν το μάθει είναι πια αργά. Δεν είναι σωστό να χωρίζει γυναίκα τον άντρα, αλλά να υποτάσσεται. Κι αν τύχει και βγει καλός, όλα καλά. Ειδεμή, καλύτερος ο θάνατος. Ο άντρας, αν τον στενοχωρεί το σπίτι, ελεύθερος είναι να βγει έξω με φίλους. Εμάς το μάτι μας πρέπει να πέφτει μοναχά σ’ έναν άνθρωπο. Λένε πως εμείς ζούμε σε ασφάλεια ενώ εκείνοι με τα κοντάρια πολεμούν και κινδυνεύουν. Σκέψη κουτή. Κάλιο τρείς φορές να σταθώ πλάι σε ασπίδα πολεμιστή, παρά μια φορά να γεννήσω. (Στρέφεται προς τις γυναίκες) Όμως οι σκέψεις μας διαφέρουν. Γιατί εσύ έχεις πατρίδα, σπίτι, πατρικό αγαπημένα πρόσωπα. Έρημη είμαι εγώ, εξόριστη, χωρίς πατρίδα, με άντρα που με καταφρονεί, ενώ εκείνος μ’ άρπαξε από τον βάρβαρο τον τόπο μου. Δεν έχω μάνα. Δεν έχω αδερφό ούτε συγγενή, δεν έχω λιμάνι ν’ αράξω να γλιτώσω την καταιγίδα… Λοιπόν, μια χάρη σου ζητώ. Για τούτα τα κακά, ψάχνω να βρω τρόπο να εκδικηθώ. Να πληρώσει όπως πρέπει ο άντρας που με πρόδωσε, η νέα του νύφη κι ο γονιός της. Λοιπόν, εσύ βλέπε και μη μιλάς! Μπορεί τα όπλα να φοβάται η γυναίκα κι ανυπεράσπιστη μένει. Όμως όταν της πάρουν τον άντρα, δεν υπάρχει τότε ψυχή πιο αιμοβόρα!

                                ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Θα κάνω ό, τι μου πεις! Το δίκιο είναι μαζί σου! Ο άντρας πρέπει να τιμωρηθεί! Και δεν απορώ που θρηνείς τις συμφορές σου… (Μπαίνει αργά ο Κρέων με τη συνοδεία του : Χορός Αντρών) Μα να! Βλέπω τον Κρέοντα, τον βασιλιά τούτης της χώρας. Έρχεται να σου πει τους νέους ορισμούς του!

 

Σκηνή 3

(Ο Κρέων πλησιάζει με δύναμη και θυμό τη Μήδεια)

                                   ΚΡΕΩΝ

Εσένα που φωνάζεις! Σε σένα Μήδεια μιλώ! Φύγε αμέσως! Μαζί με τα παιδιά σου! Και μην αργοπορείς! Εγώ ο ίδιος θα επιβλέψω! Δεν πρόκειται να επιστρέψω στο παλάτι, αν δε σε πετάξω έξω από τη χώρα!

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Αλί μου! Χάνομαι η άμοιρη, χάνομαι! Φυσομανώντας με τσακίζουν οι εχθροί. Λιμάνι δεν υπάρχει για μένα να κρυφτώ. Κρέοντα, το ξέρεις, μου κάνεις μεγάλο κακό. Κι όμως εγώ ήρεμα σε ρωτώ : Από τον τόπο σου γιατί με διώχνεις;

                                     ΚΡΕΩΝ

Σε φοβάμαι! Φοβάμαι μην κάνεις της κόρης μου μεγάλο κακό. Την αλήθεια λέω. Είσαι πονηρή. Στο μυαλό σου πλάθεις το κακό ξετρελαμένη που σου πήραν τον άντρα απ’ το κρεβάτι. Άλλωστε εσύ η ίδια δε φοβερίζεις ανοικτά πως θα βλάψεις πεθερό, γαμπρό και νύφη; Θέλω λοιπόν να φυλαχτώ πρίν να είναι αργά. Κάλιο να με μισήσεις τώρα εσύ παρά να φανώ πονετικός και να βαριαναστενάζω.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Αλίμονο μου! Τώρα βλέπω πόσο η ίδια μου η φήμη μ’ έχει βλάψει. Γι’ αυτό ένας μυαλωμένος πρέπει να μαθαίνει τα παιδιά του με μέτρο που να μην ξεπερνά το συνηθισμένο. Οκνηρά θα τα πουν σαν ασχολούνται με θεωρίες κι ο κόσμος θα τα φθονήσει. Αν στον αμόρφωτο πεις νέες σοφίες, τεμπέλη θα σε πει κι όχι σοφό. Κι αν ξεπεράσεις τους σοφούς, δεν θα σου το συγχωρήσουν οι συμπολίτες σου. Αυτή είναι τώρα και η δική μου τύχη. Για τη σοφία μου με φθονούν. Κι ας μην είναι μεγάλη. Εσύ, Κρέοντα, λες πως με φοβάσαι. Δεν έχω λόγω να κάνω κακό σε βασιλιάδες. Μήπως με αδίκησες εσύ; Την κόρη σου πάντρεψες μ’ αυτόν που διάλεξες. Τον άντρα μου μισώ εγώ! Εσύ γνωστικά τα’ κάνες όλα. Γιατί να σου φθονώ την ευτυχία; Ας γίνουν οι γάμοι! Ευτυχείτε εσείς! Κι εγώ ας μείνω εδώ. Κι αν αδικήθηκα, δε θα μιλώ, γιατί ανώτεροί μου μ’ έχουν νικήσει…

                                  ΚΡΕΩΝ

Τα λόγια σου είναι μαλακά, μα έχω το φόβο πως στην ψυχή σου μέσα πλάθεις κανένα κακό. Πιο εύκολα φυλάγεσαι από οξύθυμο παρά απ’ τον πολυμήχανο που μαλακά μιλάει. Φύγε λοιπόν αμέσως! Και λόγια περιττά μη λες. Το πήρα απόφαση! Δεν υπάρχει τρόπος να μείνεις εδώ! Είσαι εχθρός μου!

                                     ΜΗΔΕΙΑ

(Του αγκαλιάζει τα πόδια) Μη! Στα γόνατα προσπέφτω! Στα πόδια σου ορκίζομαι και στη νιόπαντρη σου κόρη!

                                      ΚΡΕΩΝ

Τα λόγια σου χάνεις! Αμετάπειστος είμαι!

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Στ’ αλήθεια θα με διώξεις; Τις ικεσίες μου θα τις περιφρονήσεις;

                                    ΚΡΕΩΝ

Γιατί αγαπώ το σπίτι μου κάλιο από σένα!

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Πατρίδα! Ω Πατρίδα! Πόσο σε συλλογίζομαι τούτη την ώρα!

                                    ΚΡΕΩΝ

Κι εγώ, ύστερα απ’ τα παιδιά μου, την πατρίδα μου αγαπώ…

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Απαίσιο κακό για τον θνητό ο έρωτας.

                                   ΚΡΕΩΝ

Όχι πάντα… Κατά τις περιστάσεις…

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Ώ Δία! Τον αίτιο αυτής της συμφοράς μην τον ξεχάσεις.

 

 

                                 ΚΡΕΩΝ

(Την σπρώχνει) Ανόητη γυναίκα! Φύγε! Μη βάζεις βάσανα…

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Τα βάσανα όλα δικά μου είναι και δεν αντέχω άλλα.

                                 ΚΡΕΩΝ

(Προς τους συνοδούς του) Πιάστε την και σύρτε την έξω!

                                 ΜΗΔΕΙΑ

(Που έχει απομακρυνθεί από τον Κρέοντα) Όχι Κρέοντα! Σε ικετεύω! Μην το κάνεις! Είναι κακό!

                                  ΚΡΕΩΝ

Μας δυσκολεύεις κυρά μου…

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Θα φύγω! Δε θέλω πιά να μείνω!

                                 ΚΡΕΩΝ

Καν’ το επιτέλους! Και μην προσπαθείς με το στανιό να μας κάνεις ν’ αλλάξουμε γνώμη.

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Σου ζητώ προθεσμία μόνο μια μέρα! Αφού πατέρα δεν έχουν, εγώ πρέπει να σκεφτώ για τα παιδιά μου. Παιδιά είναι. Δεν έχουν ανάγκες; Λυπήσου τα! Έχεις κι εσύ παιδιά. Δεν τ’ αγαπάς; Για μένα δε με νοιάζει. Για κείνα πονώ και κλαίω που τα βρήκε τέτοια συμφορά…

                                  ΚΡΕΩΝ

(Μονολογεί) Στα λόγια είμαι τύραννος. Στην πράξη, καλός και φιλάνθρωπος. Κι αυτό είναι το ελάττωμά μου και το ξέρω. Γιατί έχω πάθει πολλά. Και τώρα το βλέπω πως δεν κάνω καλά, (προς τη Μήδεια) όμως, κυρά μου, ας γίνει αυτό που ζητάς. Μόνο ένα σου λέω : Αν αύριο εσένα και τα παιδιά σου σας δει ο ήλιος σ’ αυτά τα χώματα, θα πεθάνεις! Μέτρησε μόνο καλά αυτά που σου λέω γιατί είναι η γυμνή αλήθεια. Λοιπόν! Μείνει μόνο μια μέρα! Μια μέρα δε σου φτάνει, έτσι πιστεύω, για να πράξεις αυτά που φοβάμαι… (Προσευχή) Καλώ τους χθόνιους θεούς για να με προστατέψουν. Φίδια με ζώνουν και θαρρώ το αίμα μου πως πίνουν. Φλόγες με ζώνουν και θωρώ τις σάρκες μου πως σκίζουν. Έχω φριχτά μετανιώσει που είπα το Ναι στην κακούργα και βάρβαρη τούτη που ήρθε κι έφερε φόβο και πόνο σε τούτη την πόλη. Γι’ αυτό κι εγώ προσεκτικός να είμαι πρέπει…

                              ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Πολύ φοβάμαι, Κρέοντα, τη μαγική τη δύναμη της μάγισσας της Μήδειας. Φαρμάκι στάζουν τα γλυκά της λόγια.

                                   ΚΡΕΩΝ

Ξέρω! Το καλό φέρνει πάντα θρήνους. Φτάνει μόνο να μην πάθει κακό το παιδί μου που είναι αθώο…

 

(Ο Κρέων βγαίνει με τη συνοδεία του)

 

Σκηνή 4

                          ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Άχ, δυστυχισμένη εσύ… Πικραμένη… Που θα πάς… Χωρίς πατρίδα! Δίχως ζεστή αγκαλιά! Ποιός θα σε δεχτεί; Ποιος θα σε σώσει απ’ τα δεινά που σε δέρνουν; Ποιος Θεός σε μισεί και σε σπρώχνει στην άβυσσο;

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Οι συμφορές με πολιορκούν! Αυτή είναι η μόνη αλήθεια. Μα όπως σας είπα, η τάξη των πραγμάτων θα χαλάσει! Αυτό μόνο εσείς πρέπει να ξέρετε. Θα πάθουν δεινά οι νιόπαντροι κι ο πεθερός θα στενάξει. Τι νομίζετε; Έτσι τον καλόπιασα μόνο για το τίποτα; Ή για να βγάλω όφελος για τον σκοπό μου; Τον σιχαίνουμαι! Δε θα του μιλούσα ούτε θα τον άγγιζα! Και είδατε πόσο βλάκας είναι! Αντί να με πετάξει έξω απ’ τη χώρα και να μου χαλάσει τα σχέδια, μου ‘δωσε μια μέρα διορία! Μια μέρα! Μου φτάνει! Σε μια μέρα μπορώ τρεις εχθρούς να θανατώσω : πατέρα, κόρη και άπιστο άντρα! Δρόμους θανάτου βλέπω μπροστά μου… Πέστε μου, καλές μου, από ποιόν ν’ αρχίσω; Τι να πρωτοκάνω; Στο νυφικό δώμα να βάλω φωτιά; Ή καθώς θα’ ναι πλαγιασμένοι στο νυφικό κρεβάτι να τους μαχαιρώσω; Δύσκολο το βλέπω. Πως θα μπω στο παλάτι; Κι αν με πιάσουν, τότε θα με θανατώσουν και θα δώσω χαρά στους εχθρούς μου. Καλύτερα η τέχνη που την ξέρω καλά! Θα τους φαρμακώσω! Φαρμάκι! Και τέλος! Ας πούμε πως το ‘κανα. Μετά τι θα γίνει; Ποια πόλη θα με δεχτεί; Ποιος ξένος θα μου προσφέρει καταφύγιο για να γλιτώσω; Δεν υπάρχει για μένα τέτοιος ξένος. Σωστό λοιπόν να περιμένω μήπως δω κάποιο φως. Τότε, στα ύπουλα τους σκοτώνω. Αν όμως με σφίξει η συμφορά και μου πάρει τα μυαλά, τότε δεν ξέρω τι μπορεί να κάνω. Μπορεί ν’ αρπάξω μαχαίρι. Θα τους σφάξω ακόμα κι αν πρόκειται να θανατώσουν κι εμένα. Τέτοια άγρια τόλμη με δέρνει! Ορκίζομαι στην Εκάτη, που την τιμώ πιότερο απ’ όλους τους θεούς γιατί κατοικεί στα βάθη του σπιτιού μου, πως όποιος με πίκρανε δεν πρόκειται να μείνει ατιμώρητος. Πίκρα θα δώσω στο συμπεθεριό. Με πίκρες θα’ απαντήσω στο διωγμό μου. Εμπρός λοιπόν, Μήδεια! Θυμήσου καλά όσα ξέρεις. Σκέψου και σχεδίαζε! Προχώρα σταθερά στο κακό! Έχεις πόλεμο μπροστά σου! Χρειάζεσαι γερή καρδιά! Μην ξεχνάς τις συμφορές σου. Να θυμάσαι πάντα πως είσαι κόρη άξιου πατέρα! Του Ήλιου εγγονή! Ποιος μπορεί να γελάσει μαζί σου; Οι απόγονοι του Σίσυφου; Ή μήπως η καλή του Ιάσονα; Μήδεια! Μια λέξη μόνο για σένα τώρα υπάρχει : Εκδίκηση! Μην ξεχνάς : Γυναικά είσαι! Και η γυναίκα, αν στα καλά φανερώνεται συχνά αδέξια, στα κακά μάστορας είναι αξεπέραστος.

                                  ΧΟΡΟΣ

Ώ ιερά νερά των ποταμών, ανάστροφα τώρα τρέχετε. Και συ δικαιοσύνη ανάποδα πηγαίνεις. Κι όλα στον κόσμο πίσω πάνε. Γιατί στους άντρες ο δόλος αρέσει κι ας κλονίζονται η πίστη και οι όρκοι. Είμαι γυναίκα και γι’ αυτό άδοξη… Όμως η φήμη δοξασμένη τώρα θα με κάμει. Ώ γένος των γυναικών! Τώρα θα σας σκεπάσουν με τιμές και υπόληψη. Φήμη κακή δεν θα μας πιάνει πια. Και οι Μούσες των παλιών τραγουδιστών θα σταματήσουν να ψέλνουν των γυναικών την απιστία. Ο θεός των τραγουδιών, ο Φοίβος, δε χάρισε στο νού μας τη δύναμη να πλάθει το θεϊκό τραγούδι. Τότε θα τραγουδούσαμε κι εμείς των αντρών τις αμαρτίες. Μάρτυρας μας ο Χρόνος που γνωρίζει καλά τη μοίρα αντρών και γυναικών.

                                  ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Τρελή από Έρωτα, πατρικό σπίτι αφήνεις και με καϊκι διάβηκες ανάμεσα στους βράχους του Πόντου. Δυστυχισμένη τώρα κατοικείς σε ξένο τόπο. Έχασες το ταίρι σου… Ορφανή από άντρα είναι η κλίνη σου… Σε διατάζουν τώρα ν’ αφήσεις τούτη τη χώρα, καταφρονεμένη.

                          ΧΟΡΟΣ-ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Ώ Ελλάδα! Ελλάδα δοξασμένη! Ποιος σήμερα σέβεται όρκους και τιμή; Στους ουρανούς πέταξε και χάθηκε η ντροπή… Δυστυχισμένη… Δεν υπάρχει λιμάνι για σένα, σπίτι πατρικό να σε σώσει απ’ τα δεινά. Μόνο στο σπίτι σου τώρα βασίλισσα άλλη πιο δυνατή από σε, πήρε το δικό σου κρεβάτι.

 

(Μπαίνει ο Ιάσων με τη συνοδεία του : Χορός Αντρών)

                             ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ

Μυρίζω θάνατο μες στο παλάτι… Θάνατο!

                                  ΙΑΣΩΝ

(Τραγουδά πάνω στο πρωτότυπο)

ου νυν κατειδον πρώτον αλλά πολλάκις

τραχειαν οργήν ως αμήχανον κακόν.

σοι γαρ παρόν γην τηνδε και δομους έχειν

κούφως φερούση κρεισσόνων βουλεύματα,

λόγων ματαίων ουνεκ’ εκπεση χθονός.

καμοί μέν ουδέν πραγμα۬ μη παύση ποτέ

λέγουσ’ Ιάσον’ ως κακιστός εστ’ ανήρ˙

α δ’ ές τυράννους εστί σοι λελεγμένα,

παν κέρδος ηγου ζημιουμένη φυγη.

καγώ μεν αιεί βασιλέων θυμουμένων

οργάς αφηήρουν και σ’ εβουλόμην μένειν۠۠

συ δ’ ούκ ανίεις μωρίας, λέγουσ’ αεί

κακως τυράννους˙ τοιγάρ εκπεση χθονός.

 

[Μετάφραση :

Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω

πως ολέθριο κακό είναι η τυφλή οργή.

Έτσι, ενώ θα μπορούσες να μείνεις

σ’ αυτή τη χώρα και σ’ αυτό το σπίτι,

αν έσκυβες μπροστά στους ορισμούς

των ανωτέρων σου, θα σε διώξουν

κι αίτια θα’ ναι τ’ ανοητά σου λόγια…

Για μένα, το ίδιο μου κάνει… Λέγε όσο

θέλεις πως είμαι αισχρός.

Όμως, για όσα είπες ως τώρα για τους

βασιλιάδες, πρέπει να είσαι ευχαριστημένη

που τιμωρείσαι μόνο με εξορία.

Κι εγώ πάντοτε προσπαθούσα να καταπραϋνω

την οργή των βασιλέων, θέλοντας να μείνεις εδώ. Εσύ όμως δεν σταματούσες

τα ανόητα λόγια σου, βρίζοντας τους βασιλιάδες

και γι’ αυτό θα φύγεις από δω.]

                             ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ

Κατειδον πρω… αλλά πολλά…

αμήχανον κακόν… εκπεση χθονός…

ποτέ… ζημιουμένη

φυγη… σύ δ’ ουκ ανίεις…

Χθονός εκπεσειν ηκω,

το σον, γύναι, ως μητ’ αχρήμων…

ενδεής του… ουκ φρονειν ποτε…

                                ΜΗΔΕΙΑ

Άτιμε άντρα! Άτιμε! Βαριά βρισιά βγάζει το στόμα μου για την αισχρή τη διαγωγή σου. Πως μπορείς να στέκεις μπροστά μου; Όλοι σ’ έχουμε μισήσει. Οι θεοί, οι άνθρωποι κι εγώ η δύστυχη. Θαρρείς πως λέγεται θάρρος όταν κοιτάς κατάματα αυτούς που τους έχεις βλάψει; Αναίδεια είναι! Και τίποτ’ άλλο! Η πιο βαριά ασθένεια μέσα στην κοινωνία… Όμως καλά ήρθες. Γιατί θα μπορέσω να σε βρίσω. Να σε κάνω να υποφέρεις. Να ξαλαφρώσω κι εγώ την ψυχή μου.

 

 

Σκηνή 5

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Όλα θα στα πω απ’ την αρχή. Σ’ έσωσα. Μάρτυρες μου οι Έλληνες, όσοι μαζί μου μπήκανε στην Αργώ. Σ’ έσωσα τότε που σε στείλανε να σπείρεις το χωράφι του θανάτου, έχοντας ζέψει ταύρους που ξερνάγανε φωτιά. Εγώ σκότωσα το Δράκο που φυλούσε ακοίμητος το χρυσόμαλλο δέρας! Τι ήμουν το φως της ανατολής για σένα. Μετά απαρνήθηκα σπίτι, πατέρα, και σ’ ακολούθησα στην Ιωλκό ξετρελαμένη, φλογισμένη απ’ τον Έρωτα…

                    ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Βλέπειν εναντίον ανανδρίαν

νόσων ευτολμία

συνεισέβησαν… σκάφος Αργωον…

ταύρων πεμφθέντα…

Ώ Ζευ, τι δή! Ώ Ζευ, τι δή!

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Πείθω τα τέκνα του Πελία να σκοτώσουν τον πατέρα τους. Μόνο και μόνο για πάψεις να φοβάσαι εσύ… Σε ευεργέτησα! Κι εσύ μ’ απαρνήθηκες… Άτιμε!

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Σκάφος Αργωον…. Ταύρων πεμφθέντα…

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Κι ενώ ήσουν πιά πατέρας, πήρες άλλη γυναίκα…

                 ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Σκάφος Αργωον… Ταύρων πεμφθέντα…

                                ΜΗΔΕΙΑ

Αν δεν είχες παιδιά…

                 ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ώ Ζευ, τι δή! Ώ Ζευ, τι δή!

                                ΜΗΔΕΙΑ

…ίσως να μπορούσε να συγχωρεθεί ο πόθος γι’ αυτή τη γυναίκα… Είσαι επίορκος! Λοιπόν, τι σκέφτεσαι;

                 ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Σκάφος Αργωον… Ταύρων πεμφθέντα…

                              ΜΗΔΕΙΑ

Πιστεύεις πως πάψαν να κυβερνούν οι θεοί;

 

                       ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Σκάφος Αργωον… Ταύρων πεμφθέντα… Ώ Ζευ, τι δή! Ώ Ζευ, τι δή!

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Κάποτε τους καλούσες… για μάρτυρες. Ή πως έγιναν απ’ τους θνητούς νέοι νόμοι…

                     ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ή πως έγιναν απ’ τους θνητούς νέοι νόμοι;

                                ΜΗΔΕΙΑ

…που επιτρέπουν να πατάς τον όρκο που έδωσες;

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Βλέπειν εναντίον ανανδρίαν… Νόσων ευτολμία… συνεισέβησαν…

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Ώ δεξί μου χέρι! Που κάποτε το’ παιρνες στα χέρια σου…

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Σκάφος Αργωον… Ταύρων πεμφθέντα…

                                ΜΗΔΕΙΑ

Κι εσείς γόνατά μου, που σας μαγάρισε βρώμικος άντρας…

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ώ Ζευ, τι δή! Ώ Ζευ, τι δή! Μη λησμονείς Ιάσων.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Και ερείπια σωριάστηκαν τώρα τα όνειρά μου… Θα σε ρωτήσω τώρα, σα να  ‘σουν φίλος μου: Τι καλό μπορώ να περιμένω από σένα; Που λες να πάω;

 

                           ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μήδεια! Όλα τελειώνουν…

                             ΜΗΔΕΙΑ

Στο πατρικό μου σπίτι που τ’ αρνήθηκα;

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Όλα τελειώνουν πιά, Μήδεια…

                             ΜΗΔΕΙΑ

Στην πατρίδα μου που την αρνήθηκα κι αυτήν;

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μήδεια! Μήδεια! Καλαμιά στο βοριά.

                             ΜΗΔΕΙΑ

Ή να πάω στις δύστυχες κόρες του Πελία; Φαντάσου με πόση χαρά θα με δεχτούν που σκότωσα τον πατέρα τους για σένα! Αυτή είναι η κατάντια μου… Να κερδίσω το μίσος των δικών μου. Κι όλων αυτών που αδίκησα για χάρη σου… Χωρίς να’ χω ανάγκη τους έκανα κακό. Έτσι λοιπόν με πληρώνεις για όσα έχω κάνει για σένα…

                        ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Δίχως φίλους, δίχως σπίτι, ολομόναχη…

                                ΜΗΔΕΙΑ

Μ’ έκανες…

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

…με τα παιδιά σου…

                               ΜΗΔΕΙΑ

…να με ζηλεύουν οι γυναίκες στην Ελλάδα. Αφού έχω άντρα τόσο θαυμάσιο, τόσο πιστό, που με διώχνει απ’ αυτόν τον τόπο, να ζήσω έρημη χωρίς φίλους, ολομόναχη, μόνο με τα παιδιά μου… Τιμή λοιπόν για σένα το νιόγαμπρο, να τριγυρνάμε κυνηγημένα ζώα σε ξένους τόπους, εγώ και τα παιδιά σου… Ώ Δία, γιατί να μπορεί κανείς να δεί το ψεύτικο χρυσάφι και να μη βλέπει τον άνθρωπο τον κακό; Γιατί ξέχασες να του βάλεις σημάδι στο κορμί του;

                 ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Φοβερή κι αγιάτρευτη πληγή, όταν το μίσος χωρίζει δικούς με δικούς…

 

Σκηνή 6

                                  ΙΑΣΩΝ

Τρικυμία ξεσηκώνουν τα λόγια σου γι’ αυτό κι εγώ σαν τον καλό τιμονιέρη θα ελέγχω τώρα πανιά και τιμόνι για να σου απαντήσω σωστά. Φουσκώνεις πολύ, Μήδεια, τα καλά που μου έκανες. Εγώ πάντως χάρη χρωστώ για το ταξίδι μου μονάχα στην Κύπρη που με βοήθησε. Κι όχι άλλος κανείς άνθρωπος ή θεός. Μολόγα λοιπόν  -έξυπνη είσαι!- ότι μονάχα ο Έρωτας σ’ έκανε να ενδιαφερθείς για το κορμί μου.

                              ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Ο Ιάσων λέει την αλήθεια!

                                   ΙΑΣΩΝ

Όμως τι σημασία έχει για ποιο λόγο μ’ έσωσες; Ναι, με ωφέλησες! Και κοντά σε με ωφελήθηκες κι εσύ…

                              ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Ο Ιάσων μιλάει σοφά!

 

                                  ΙΑΣΩΝ

Πολύ περισσότερο, και θα στο αποδείξω…

                          ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Πρόσεξε, Μήδεια, τα λόγια του Ιάσωνα.

                                  ΙΑΣΩΝ

Πρώτον, κατοικείς στην Ελλάδα κι όχι σε χώρα βάρβαρη. Ζεις με δικαιοσύνη σύμφωνα με νόμους κι όχι με το νόμο του ισχυρού.

                           ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Ζεις στην Ελλάδα!

                                  ΙΑΣΩΝ

Οι Έλληνες σε δοξάσανε για τη σοφία σου!

                          ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Σε δοξάσανε οι Έλληνες!

                                  ΙΑΣΩΝ

Αν ζούσες στα μέρη σου, στην άκρη του κόσμου, ποιος θα μιλούσε για σένα;

                          ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Ποιος θα μιλούσε;

                                 ΙΑΣΩΝ

Εγώ τουλάχιστον δεν ανταλλάσσω τη φήμη ούτε με χρυσάφι ούτε κι αν ακόμα είχα το χάρισμα να τραγουδώ πιο γλυκά κι απ’ τον Ορφέα. Αυτά λοιπόν είναι τα καλά που σου ‘κάμα… Εσύ άρχισες τον πόλεμο με το φαρμακερό σου στόμα.

                           ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Εσύ, Μήδεια, άρχισες τον πόλεμο…

                                     ΙΑΣΩΝ

Κι όσο για τις βρισιές σου που παντρεύτηκα τη βασιλοπούλα, πρωτ’ απ’ όλα φέρθηκα γνωστικά, έπειτα με αγνότητα και τέλος ευεργέτησα εσένα και τα παιδιά μου. Άκουσε με καλά! Ξεχνάς πως ήρθα εδώ εξόριστος από την Ιωλκό; Γεμάτος συμφορές αγιάτρευτες. Λοιπόν, ποια καλύτερη τύχη μπορούσα να βρω από το γάμο μου με τη βασιλοπούλα; Μη βασανίζεις το νού σου και μην πικραίνεσαι. Δεν παντρεύομαι άλλη γιατί τάχα μισώ το κρεβάτι σου είτε πως έχω ερωτοχτυπηθεί είτε να κάνω παιδιά. Αυτά που έχω, με φτάνουν. Και σ’ ευχαριστώ. Το πιο πολύ παντρεύτηκα…

                      ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Κούφια λόγια! Κάνει κακό να τ’ ακούς…

                                  ΙΑΣΩΝ

…για να μη μας λείπει τίποτα…

                     ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Απ’ το ψέμα χίλιες φορές…

                                 ΙΑΣΩΝ

Μιάς και ο φίλος…

                    ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

…σιωπή…

                                ΙΑΣΩΝ

…εγκαταλείπει τον φτωχό. Κι ακόμα, ν’ αναθρέψω τα παιδιά μου όπως τους αξίζει σε σπίτι δικό μου.

                    ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ιάσονα, είναι αργά.. Όλα έχουν σφραγιστεί…

 

                                  ΙΑΣΩΝ

Κι όταν σπείρω νέα παιδιά να τα σμίξω με τα παλιά…

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

…με τη μεγάλη σφραγίδα…

                                 ΙΑΣΩΝ

Να κάνω ένα γένος, να ενώσω γενιές…

                    ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

…θεού μοχθηρού και σκληρού…

                               ΙΑΣΩΝ

…να ευτυχήσω!

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

…για σένα και για τα τέκνα σου… κλάψε, Ιάσων!

                      ΙΑΣΩΝ – ΤΕΝΟΡΟΙ

Εσύ δεν έχεις ανάγκη από καινούρια παιδιά!

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Κλάψε, Ιάσων… Κλάψε, Ιάσων…

                       ΙΑΣΩΝ – ΤΕΝΟΡΟΙ

Δεν σου χρειάζονται! Όμως εγώ έχω συμφέρον να βοηθήσω τα παιδιά μας σμίγοντάς τα με τα παιδιά που θα γεννηθούν.

                   ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η κατάρα πέφτει στα παιδιά σου. Αδύνατη (αδύνατος) είμαι να βοηθήσω όπως θα’ θελα, τι η καρδιά μου στάζει αίμα και χολή…

 

 

ΙΑΣΩΝ

Άσκημα έκανα; Σε ρωτώ. Είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσεις μαζί μου… Όμως εσείς οι γυναίκες η σκέψη σας δεν ξεπερνά το κρεβάτι σας. Αν το χάσετε, τότε το άσπρο το βλέπετε μαύρο. Οι άνθρωποι έπρεπε να’ χουν παιδιά με άλλο τρόπο κι όχι με τις γυναίκες. Έτσι θα ‘ταν ήσυχοι χωρίς συμφορές.

 

Σκηνή 7

   ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Καλά τα είπες Ιάσονα. Όμως δε με πείθεις γιατί άδικα παράτησες τη γυναίκα σου.

    ΜΗΔΕΙΑ

(Μονολογεί) Είναι αλήθεια ότι δεν συμφωνώ με τους πολλούς. Πιστεύω πως πρέπει να βασανίζεται ο άδικος που έχει την τέχνη να λέει ωραία λόγια για να σκεπάσει τις αδικίες του κι έτσι εγκληματεί. Όμως η σοφία του μεγάλη δεν είναι. (Προς τον Ιάσονα) Κι εσύ μην παριστάνεις τον σεμνό και γλυκομίλητο. Μ’ ένα μου λόγο σε ρίχνω χάμου. Αν δεν ήσουν άτιμος, έπρεπε πρίν κάνεις αυτόν τον γάμο, πρώτα να με έπειθες πως κάνεις καλά κι όχι να κρύβεσαι.

                                 ΙΑΣΩΝ

Πολύ που θα με βοηθούσες! Αφού και τώρα σε τυφλώνει η οργή.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Μη λες ψέματα! Δεν είναι που σ’ ένοιαζε η στάση μου, μα πως με βάρβαρη γυναίκα δεν ήθελες να ζήσεις.

 

                                  ΙΑΣΩΝ

Σ’ το ξαναλέω. Δεν πήρα τη βασιλοπούλα γιατί ήθελα γυναίκα. Το κάνω μόνο για να σώσω εσένα και τα παιδιά μου.

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Δεν τη θέλω εγώ την πικρή ευτυχία που μου προσφέρεις και μου ξεσκίζει την καρδιά.

                                   ΙΑΣΩΝ

Στάσου γνωστική! Πάψε να θεωρείς πως τα καλά είναι κακά και η ευτυχία δυστυχία.

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Με περιπαίζεις, Ιάσονα, γιατί εσύ μπήκες τώρα στο παλάτι. Εγώ όμως απροστάτευτη και μόνη πρέπει να φύγω.

                                   ΙΑΣΩΝ

Εσύ είσαι υπεύθυνη γι’ αυτό. Μην τα ρίχνεις σε άλλους.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Τι έκανα; Μήπως εγώ παντρεύτηκα άλλην; Μήπως εγώ σ’ εγκατέλειψα;

                                   ΙΑΣΩΝ

Ανίερες κατάρες ξεστομίζεις για τους άρχοντες.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Για το σπίτι το δικό σου!

                                 ΙΑΣΩΝ

Πολλά είπαμε! Είμαι έτοιμος να σου δώσω ό, τι θες για σένα και τα παιδιά σου να πορευτείς στην εξορία σου. Ακόμα είμαι πρόθυμος να σε συστήσω σε φίλους να σε βοηθήσουν. Γυναίκα! Αν δε δεχτείς την προσφορά μου, ανόητη σε λέω. Όμως αν πνίξεις το θυμό σου, όφελος θα ‘χεις.

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Φύλαξε τα λεφτά σου! Δεν τα θέλω! Ούτε τους φίλους σου! Άχρηστα κι ανώφελα είναι τα δώρα που τα προσφέρει κακός άνθρωπος σαν κι εσένα.

                                    ΙΑΣΩΝ

Μάρτυρες βάζω τους θεούς πως ήρθα να σε βοηθήσω, εσένα και τα παιδιά. Όμως εσύ περιφρονείς το καλό που σου προσφέρω. Περιφρονείς αυτούς που σ’ αγαπούν. Γι’ αυτό ετοιμάσου για νέες πίκρες.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Φύγε! Ο νους σου στην κάμαρα της νεόνυμφης γύρνα. Σε καίει ο πόθος. Τρέξε στη νύφη! Το λέω κι ας μ’ ακούσουν οι θεοί : Θα κάνω το γάμο σου έτσι που γάμο δεν θα τον λές…

 

(Ο Ιάσων βγαίνει μαζί με την ακολουθία του.)

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Αλίμονο στον χτυπημένο απ’ τις σαΐτες του Έρωτα. Τιμή και αρετή κούφια λόγια είναι γι’ αυτόν. Άμποτες να ‘ρθει η Κύπρη η γαληνότατη! Άλλη θεά γλυκύτερη δεν υπάρχει σαν κι αυτήν. Όμως, κυρά μου και δέσποινα, μη μου ρίξεις στην καρδιά σαϊτα στον πόθο βουτηγμένη. Κάλιο να σ’ αγαπά η Φρόνηση, το πιο λαμπρό θεϊκό δώρο στους θνητούς. Κι η Αφροδίτη η φοβερή ας μη με τρελάνει για ξένον άντρα βάζοντας εντός μου άγριους θυμούς. Κάλιο είναι να τιμά τα’ αγαπημένα τα ζευγάρια. Πατρίδα αγαπημένη, σπίτι γλυκό, ας ήτανε να μη βρεθώ σε ξένους τόπους τυλιγμένη στη φτώχεια και τους πικρούς της θρήνους. Αν χάσω την πατρίδα μου, προτιμώ το Χάρο να με πάρει να γλιτώσω μια τέτοια ζωή. Γιατί απ’ όλους τους πόνους ο πιο βαρύς είναι να χάνεις την πατρίδα. Δεν είναι φήμες. Με τα ίδια μας τα μάτια τα είδαμε, Μήδεια. Εσένα κανείς δε σε συμπόνεσε. Ούτε χώρα ούτε φίλοι ενώ εσύ σφαδάζεις μέσα σε τραγικά παθήματα. (Μπαίνει ο Αιγεύς και η συνοδεία του.) Για κείνον που καταφρονεί τους δικούς του, κακός χαμός. Τέτοιος άνθρωπος ποτέ δε θα ‘χει τη δική μου αγάπη.

 

Σκηνή 8

                                   ΑΙΓΕΥΣ

Χαίρε, Μήδεια! Δέξου αυτή την όμορφή προσφώνηση φίλου.

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Ώ, χαίρε και σε σένα Αιγέα, γιέ του Πανδίονος του σοφού. Από ποιόν τόπο έρχεσαι;

                                  ΑΙΓΕΥΣ

Από το πανάρχαιο του Φοίβου το Μαντείο.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Πως και πήγες στο μαντικό ομφαλό της γης;

                                ΑΙΓΕΥΣ

Πως ν’ αποχτήσω παιδιά. Αυτό ρώτησα.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Για το θεό! Δεν έχεις παιδιά; Άκληρος είσαι;

                                ΑΙΓΕΥΣ

Κάποιος θεός με κατατρέχει.

                                      ΜΗΔΕΙΑ

Γυναίκα έχεις; Ή μήπως είσαι άγαμος;

                                       ΑΙΓΕΥΣ

Έχω γυναίκα.

                                       ΜΗΔΕΙΑ

Κι ο Φοίβος τι σου είπε;

                                      ΑΙΓΕΥΣ

Χρησμό ανεξήγητο για το ανθρώπινο μυαλό.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Μπορώ να μάθω κι εγώ το θεϊκό χρησμό;

                                     ΑΙΓΕΥΣ

Και βέβαια ναι, αφού χρειάζεται σοφία.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Αφού λοιπόν επιτρέπεται, ας το μάθουμε κι εμείς.

                                     ΑΙΓΕΥΣ

«Το πόδι δεν πρέπει ν’ ακουμπήσει τον ασκό»

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Πρίν από ποια πράξη; Και πρίν πας σε ποια χώρα;

                                     ΑΙΓΕΥΣ

Προτού φτάσω στο πατρικό μου σπίτι.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Και γιατί με το καϊκι σου άραξες σε τούτη τη χώρα;

                                      ΑΙΓΕΥΣ

Υπάρχει μου είπαν κάποιος ονόματι Πιτθέας.

 

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Γιός του Πέλοπα! Θεοσεβούμενος!

                                      ΑΙΓΕΥΣ

Σ’ αυτόν πρέπει να μεταφέρω το θεϊκό χρησμό.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Είναι πραγματικά σοφός. Και ειδικός στις μαντείες.

                                    ΑΙΓΕΥΣ

Μα και για μένα αγαπητός σαν αδερφός.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Μακάρι να ευτυχήσεις. Να βρεις αυτό που λαχταράς.

                                    ΑΙΓΕΥΣ

Όμως χλωμή σε βλέπω και μαραμένη. Τι έχεις;

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Αιγέα! Άντρας χειρότερος δεν υπάρχει απ’ τον δικό μου.

                                   ΑΙΓΕΥΣ

Τι σου ‘κάνε; Μίλα καθαρά!

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Άλλη πήρε γυναίκα…

                                    ΑΙΓΕΥΣ

Τόλμησε να κάνει μια τέτοια ατιμία;

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Ναι! Και μένα που άλλοτε μ’ αγαπούσε, τώρα με περιφρονεί.

                                  ΑΙΓΕΥΣ

Τον χτύπησε ο Έρωτας; Ή σε βαρέθηκε;

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Μεγάλος έρωτας! Αρνιέται τους δικούς του.

                                  ΑΙΓΕΥΣ

Παράτα τον λοιπόν κι εσύ αφού ανάξιος είναι.

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Γαμπρός βασιλικός πάσχισε να γίνει.

                                  ΑΙΓΕΥΣ

Ποιανού κόρη παίρνει;

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Του Κρέοντα. Του βασιλιά της Κορίνθου.

                                  ΑΙΓΕΥΣ

Με το δίκιο σου πονάς, κόρη μου.

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Χάθηκα. Και τώρα με διώχνουν απ’ την πόλη.

                                  ΑΙΓΕΥΣ

Και ο Ιάσονας; Το δέχεται αυτό; Ανάξιο είναι

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Με τα λόγια, όχι. Στην πράξη, ναι.

 

(Γονατίζει.)

                          ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μήδεια! Μήδεια! Μήδεια! Μήδεια!

                                ΜΗΔΕΙΑ

Όρκο κάνω στα γένια σου και στα γόνατά σου! Ικέτισσα γίνομαι…

                          ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Βλέπω το χαμό σου και πονώ, Μήδεια…

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Σπλαχνίσου με τη βαριόμοιρη…

                          ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ποια Μοίρα κακιά σε κατατρέχει. Δεν υπάρχει θεός για σένα…

                                ΜΗΔΕΙΑ

Σπλαχνίσου με, μη μ’ αφήνεις έρημη στη εξορία μου…

                           ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Κλάψε, Μήδεια. Ποια Μοίρα κακιά…

                                 ΜΗΔΕΙΑ

Δέξου με στη χώρα σου… Έτσι, να σου χαρίσουν οι θεοί παιδιά…

                           ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Κλάψε, Μήδεια… Κλάψε, Μήδεια…

(και ΜΠΑΣΟΙ): …σε κατατρέχει.

                                   ΜΗΔΕΙΑ

…κι ευτυχισμένος κάποτε τα μάτια σου να κλείσεις. Ανέλπιστο καλό για σένα είναι που με βρήκες. Τα βότανά μου έχουν δύναμη να χαρίζουν τέκνα σε όσους δεν μπορούν να τ’ αποκτήσουν.

                                     ΑΙΓΕΥΣ

 (Τη σηκώνει) Δε σου αρνούμαι αυτή τη χάρη. Πρώτον γιατί σέβομαι τους θεούς κι ύστερα μου τάζεις παιδιά. Έλα στον τόπο μου και θα σε προστατέψω. Όμως δε θα σε πάρω εγώ. Μόνη σου πρέπει να ’ρθεις και θα βρεις ασφάλεια κοντά μου. Φύγε μόνη.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Θα κάνω όπως το λες. Όρκο όμως θέλω από σένα.

                                     ΑΙΓΕΥΣ

Γιατί, ο λόγος μου δε σου φτάνει;

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Μου φτάνει. Όμως με μισεί το σπίτι του Πελία και ο Κρέοντας. Αν δεθείς με όρκο, δεν θα μ’ αφήσεις τότε να με πάρουν. Αν αρκεστώ μόνο στο λόγο σου, αύριο μπορεί να γίνεις φίλος τους και να με παραδώσεις. Τι εγώ δύναμη δεν έχω, ενώ εκείνοι πλούτη έχουν και παλάτια.

                                    ΑΙΓΕΥΣ

Μεγάλη πρόβλεψη δείχνουν τα λόγια σου. Δεν αρνούμαι αν επιμένεις να ορκιστώ. Είναι και για μένα ασφάλεια, γιατί θα ‘χω να το λέω στους εχθρούς σου. Έτσι, πιο ασφαλισμένη θα είσαι. Πες μου, σε ποιους θεούς θέλεις να ορκιστώ;

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Στη Γη! Και στον Ήλιο! Πατέρα του πατέρα μου! Όρκο να κάνεις στους θεούς και στο μεγάλο Δία στου Άδη τις βαριές σκιές που κατοικούν βαθιά στη γη, τη Μοίρα μας ορίζουν! Ήλιε! Λούσε με στο Φως!

                    ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ – ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Λούσε μας στο Φως! Διώξε τα σκοτάδια! Τυφλός είναι όποιος πονά… Ο πόνος κλώθει ανήκουστα δεινά. Μέγα Δία, εσένα καλώ! Μην αφήσεις να δουν τα μάτια μου φονικό φριχτό.

 

                                      ΑΙΓΕΥΣ

Όρκο θα κάνω στους θεούς και στο μεγάλο Δία! Στου Άδη τις βαριές σκιές που κατοικούν βαθιά στη γή, τη Μοίρα μας ορίζουν. Ήλιε, λούσε με στο Φως! (Προς τη Μήδεια) Πως θα κάνω ή δεν θα κάνω ποιο πράγμα;

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Πως δε θα με διώξεις ποτέ από τον τόπο σου ούτε θα δεχτείς ποτέ να με παραδώσεις στους εχθρούς μου.

                                     ΑΙΓΕΥΣ

Ορκίζομαι στη Γη και στο λαμπρότατο το φως του Ήλιου! Και σ’ όλους τους θεούς πως είμαι βράχος ακλόνητος σε όσα μου ζητάς.

                                       ΜΗΔΕΙΑ

Σ’ ευχαριστώ. Κι αν πατήσεις τον όρκο σου ποια κατάρα πρέπει τότε να σε βρεί;

                                      ΑΙΓΕΥΣ

Να πάθω όσα παθαίνουν όσοι δε φοβούνται τους θεούς!

                                      ΜΗΔΕΙΑ

Να πας στο καλό! Μόλις τελειώσω αυτά που πρέπει να πράξω εδώ, να με περιμένεις, Αιγέα, στην πόλη σου.

 

(Οι Ακόλουθοι, οι Αυλικοί και οι Στρατιώτες τραγουδώντας περικυκλώνουν τον Αιγέα που τους οδηγεί προς την Έξοδο.)

                              ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Γλυκιά στιγμή του γυρισμού με γεμίζεις με χαρά!

Να φύγω γρήγορα ζητώ, με πνίγει το κακό…

Αιγέα, δώσε προσταγή! Στο πλοίο βιάζομαι να μπω!

Μονάχα οι θεοί μπορούν να πνίξουν τη σφαγή!

Εγώ είμαι θνητός… Σε σπίτι γυρνώ πατρικό.

Θυσία θα κάνω στο βωμό!

(Όλοι έχουν βγεί. Στην τελευταία στιγμή, πάνω στο Αλέγκρο Βιβάτσε, ο Αιγέας στέκεται και στρέφεται προς το Χορό Γυναικών που τραγουδά γι’ αυτόν. Στο τέλος του χορικού, ο Αιγέας βγαίνει απ’ τη σκηνή.)

 

 

 

 

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 

 

Σκηνή 9

                              ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

 (Προς τον Αιγέα που φεύγει) Άμποτε ο Ερμής ο γιός της Μαίας, προστάτης των οδοιπόρων, να σ’ οδηγήσει καλά ως το παλάτι σου κι όσα ζητάς να γίνουν γιατί έχεις μεγάλη καρδιά, ώ Αιγέα.

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Ώ Δια! και σύ ώ Δίκη του Δία! Και συ του Ήλιου το Φως! Φίλες μου, έφτασε η ώρα να νικήσω τους εχθρούς μου! Τη στιγμή που πνιγόμουν μέσα στα πάθη μου, ήρθε αυτός ο άνθρωπος, αληθινό λιμάνι. Σ’ αυτό το λιμάνι θα δέσω σαν το πλοίο στον κάβο, όταν με το καλό φθάσω στης Παλλάδας την πόλη και στην Ακρόπολή! Και τώρα, άκου τα σχέδια μου: Θα ζητήσω να δω τον Ιάσονα. Θα του μιλήσω γλυκά πως συμφωνώ τάχα με τα έργα του. «Καλά έκανες το γάμο» θα του πω. «Καλά που με παράτησες. Για το συμφέρον μας το κάνεις. Καλά τα σκέφτηκες». Θα του ζητήσω μετά να μείνουν τα παιδιά μας εδώ για να μην τα περιπαίζουν στα ξένα κι έτσι να σκοτώσω με δόλο τη νύφη. Θα δώσω στα παιδιά μου να της πάνε δώρο νυφικό αραχνοΰφαντο βουτηγμένο σε φαρμάκι που θα δώσει σ’ αυτήν και σ’ όποιους την αγγίζουν θάνατο φριχτό! Ως εδώ καλά… Για τα μετά βασανίζομαι γιατί δεν ξέρω τι πρέπει να πράξω… Θα σφάξω τα παιδιά μου! Κανένας δεν θα μπορέσει να τα γλιτώσει απ’ τα θανατερά μου χέρια! Έτσι θα ξεριζώσω το σπίτι του Ιάσονα. Φριχτότατο έργο θα κάνω με γερή καρδιά! Και μετά θα φύγω μακριά από τούτο τον τόπο όπου θα χύσω το αίμα των παιδιών μου…

                             ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Είναι λόγια του θυμού. Είσαι μάνα, δεν μπορεί να πιστεύεις σε όσα λες…

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Φίλες μου, δεν το μπορώ να γελούν με τα πάθη μου οι εχθροί μου.

                             ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Τα παιδιά σου σε τι φταίν;

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Εμπρός!

                              ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μήδεια!

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Κι αν ζήσουν, τι καλό θα ιδούν;

                                ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μόνο το φως τους φτάνει…

                                        ΜΗΔΕΙΑ

Δίχως σπίτι και πατρίδα…

                                 ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η μάνα είναι πατρίδα!

                                      ΜΗΔΕΙΑ

Λάθος φριχτό που πίστεψα τον Έλληνα κι άφησα το πατρικό το σπίτι.

                                 ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Το φταίξιμο δικό σου…

                                      ΜΗΔΕΙΑ

Όμως με τη βοήθεια του θεού, ο Ιάσων θα πληρώσει σκληρά…

                                 ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Λυπήσου τα παιδιά σου!

                                       ΜΗΔΕΙΑ

Γιατί ούτε τα παιδιά του πιά θα έχει… Ούτε θ’ αποχτήσει καινούρια από νύφη νεκρή… Αυτή είναι η Μοίρα κι αυτής της δύστυχης απ’ τα δικά μου τα φαρμάκια φριχτό θάνατο να βρεί…

                              ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Κλάψε, καρδιά μου, κλάψε… Μας ξεχάσαν οι θεοί… Μέγα Δία, σε καλώ! Σε δοξάζω και βογγώ…

 

                                       ΜΗΔΕΙΑ

Κανένας να μη με θαρρεί αδύνατη και ήρεμη… Για τους εχθρούς μου σκληρή είμαι. Γλυκιά για όσους μ’ αγαπούν. Άνθρωποι τέτοιο ζούνε με τιμή.

                               ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Αφού μας εμπιστεύτηκες, άκου τι θα σου πούμε κι εμείς. Από σέβας στους νόμους αλλά και για το δικό σου καλό, τέτοιες πράξεις μην κάνεις.

                                      ΜΗΔΕΙΑ

Αλλιώς δεν γίνεται! Αν είχες πάθη τα πάθη τα δικά μου δε θα με συμβούλευες έτσι.

                              ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Και πως θ’ αντέξει η καρδιά σου να σφάξεις τα ίδια τα παιδία σου;

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Με φαρμάκι θα γεμίσω έτσι την καρδιά του Ιάσονα…

                              ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Φοβάμαι πως το πάθος της τυφλώνει τη σκέψη της. Και τη δική σου δυστυχία δεν την λογαριάζεις;

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Εμπρός! Τα λόγια είναι περιττά! (Προς την ΤροφόJ Πήγαινε λοιπόν να φέρεις τον Ιάσονα. Σε σένα εμπιστεύομαι. Κι αν θέλεις το καλό μου, κι αν είσαι κι εσύ γυναίκα, έχετε το στόμα σφαλιστό.

                               ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ώ Αθηναίοι! Ερεχθείδαι το παλαιόν Όλβιοι! Παιδιά καλότυχων θεών και της ιερής Γης απάτητης από εχθρούς, πανένδοξη σοφία σας τρέφει! Με βήμα αλαφρό περπατάτε μέσα σε αιθέριο κλίμα εκεί που η Αρμονία γέννησε τις Μούσες! Η Αφροδίτη εκεί δροσίζεται στου Κηφισού τα κρυστάλλινα τα νερά όπου αύρες γλυκόπνοες κάμπους και βουνά δροσίζουν. Στολίζουν τα μαλλιά της με στεφάνι αρωματιστό ροδοδάφνης καθώς στέλνει τους Έρωτες να καθίσουν στο πλευρό της Σοφίας και να τη βοηθούν σε κάθε φανέρωμα της Αρετής. Αυτή η πόλη πως θα σε δεχτεί, Μήδεια, σα σκοτώσεις τα παιδιά σου; Εσένα την ανόσια; Η πόλη με τα ιερά ποτάμια, χώρα φιλόξενη για τους καλούς. Σκέψου, σκέψου, σκέψου τα παιδιά σου, πως θα τους μπήξεις το μαχαίρι; Το χέρι σου πως θα τολμήσει τέτοιο φονικό; Προσπέφτουμε στα γόνατα. Σε ικετεύουμε. Μη! Μη σκοτώσεις τα παιδιά σου! Από πού θα πάρεις θάρρος; Πως θα τολμήσει η ψυχή και το χέρι σου τέτοιο κακό να κάνουν στων παιδιών σου την καρδιά; Πως θα μπορέσεις να τα δεις νεκρά και σκοτωμένα; Από σένα τη μάνα τους; Όχι! Δεν θα το μπορέσεις! Τι θα κάνεις όταν τα άμοιρα γονατίσουν μπροστά σου; Θα μπορέσεις τότε (μπαίνει αργά ο Ιάσων συνοδευόμενος απ’ την Τροφό) να βάψεις τα χέρια σου στο αίμα των παιδιών σου;

 

Σκηνή 10

                                       ΙΑΣΩΝ

Με κάλεσες κι ήρθα. Εγώ δε σ’ αποφεύγω κι ας με μισείς. Πες μου, τι άλλο θέλεις από μένα;

                                       ΜΗΔΕΙΑ

Συμπάθησέ με σε παρακαλώ, Ιάσονα, για όσα είπα. Γλυκιές που ήταν οι κρυφές μας αγάπες… Σ’ έκρυβα, Ιάσονα, Θυμήσου και σου ‘δειχνα το δρόμο να βγαίνεις πάντα νικητής… Γλυκιές ήσαν οι κρυφές μας αγάπες… Γι’ αυτό αν θυμώνω, εσύ πρέπει να με συγχωρείς… Αλήθεια να τρελάθηκα τόσο που να μισώ τους γνωστικούς; Να γίνομαι μισητή στον βασιλιά και στον άντρα μου που για το καλό μου παντρεύεται τη βασιλοπούλα να σπείρει τ’ αδέρφια των παιδιών μου. Λοιπόν, ας μη θυμώνω! Άλλωστε όλα με τη βοήθεια των θεών πάνε καλά! Έχω παιδιά κι είμαστε διωγμένοι απ‘ την Ιωλκό χωρίς φίλους… Αυτά σκέφτηκα, Ιάσονα, κι είπα μέσα μου: Πόσο μυαλωμένος αλήθεια στάθηκες να μας δώσεις αυτή τη συγγένεια! Άμυαλη ήμουνα να μη σου συμπαρασταθώ απ’ την αρχή. Εγώ το κρεβάτι σας θα στρώσω! Κι όλο χάρες τη νύφη θα στολίσω! Γυναίκες όμως είμαστε και δε σου πάει στο άδικο να μου μοιάσεις… Και στις ανοησίες μου ανοησίες κι εσύ να πεις… υποχωρώ γιατί ξέρω πως δεν σκεφτόμουν λογικά… Τώρα σκέφτομαι σωστά! (Γυρίζει κατά το σπίτι και φωνάζει: ) Παιδιά! Παιδιά μου! Τι κάθεστε μέσα; Βγείτε έξω! (Τα παιδιά βγαίνουν συνοδευόμενα απ’ τον Παιδαγωγό) Φιλήστε τον πατέρα σας! Βγάλτε το μίσος απ’ την καρδούλα σας, όπως έκανα κι εγώ. Φιλιωθείτε! Φιλιωθείτε! Με τα χεράκια σας πάρτε το χέρι του… (Ενώ τα παιδιά δίνουν τα χέρια στον πατέρα τους, η Μήδεια στρέφεται προς το κοινό) Ωιμένα! Ωιμέ! Αλίμονο! Σα συλλογίζομαι το τρομερό κακό που μου καίει το μυαλό… Παιδιά μου! Τάχα θα ζήσετε πολύ ν’ απλώνετε τα χέρια σας έτσι… Άμοιρη εγώ τα μάτια μου βουρκώνουνε… Φόβος κατέχει την ψυχή μου… (Αγκαλιάζει τα παιδιά της) Με δάκρυα βρέχω τ’ αγαπημένα σας πρόσωπα που τώρα ξανά με τον πατέρα σας φιλιώνω.

                                      ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Δάκρυα και μένα μου πλημμυρίσανε τα μάτια. Άχ, ας σταματήσει εδώ το κακό.

 

                                       ΙΑΣΩΝ

Αινώ, γύναι, ταδ’, ουδ’, εκείνα μέμφομαι. Επαινώ τα λόγια σου τα τωρινά ξεχνώντας τα παλιά. Βρίσκω πως είναι φυσικός ο θυμός της γυναίκας που την αφήνει ο άντρας της για κάποιαν άλλη, Όμως εσύ άλλαξες τώρα γνώμη. Βλέπω πως σκέφτεσαι σωστά είναι τα έργα του με τη βοήθεια των θεών. Γιατί εσείς και τα’ αδέρφια σας πρώτοι πολίτες θα ‘σαστε στην Κόρινθο. Μεγαλώστε εσείς. Ο πατέρας σας θα φροντίζει για τα υπόλοιπα με τη βοήθεια των θεών. Να γίνετε παλικάρια ξακουστά. Φόβος και τρόμος για τους εχθρούς μου. (Προς τη Μήδεια που του έχει γυρίσει την πλάτη και κλαίει) Μα εσύ γιατί γύρισες το πρόσωπό σου με δάκρυα τα μάτια σου ποτίζεις; Γιατί δε χαίρεσαι με όσα λέω;

                                         ΜΗΔΕΙΑ

Δεν είναι τίποτα… Αυτά τα παιδιά συλλογιέμαι…

                                          ΙΑΣΩΝ

Διώξε το φόβο! Για όλα θα φροντίσω εγώ!

                                         ΜΗΔΕΙΑ

Αυτό θα κάνω! Στα λόγια σου θα στηριχτώ! Όμως η γυναίκα είναι δειλή κι εύκολη στα δάκρυα.

                                          ΙΑΣΩΝ

Τότε γιατί κλαίς για τα παιδιά μας;

                                          ΜΗΔΕΙΑ

Μάνα τους είμαι. Όταν άκουσα τις ευχές σου, φόβος μ’ έπιασε μήπως και δε γίνουν αυτά που σκέφτεσαι. Σου μίλησα πρίν. Τώρα άκου και τα υπόλοιπα: Αφού ο βασιλιάς της Κορίνθου αποφάσισε να με διώξει, τότε ας φύγω μόνη. Ζήτησε απ’ τον Κρέοντα να κρατήσεις εσύ τα παιδιά στη δική σου προστασία.

                                         ΙΑΣΩΝ

Θα δοκιμάσω να το κάνω. Δεν ξέρω αν θα τον πείσω…

                                         ΜΗΔΕΙΑ

Τότε ζήτησε απ’ τη γυναίκα σου να πείσει τον πατέρα της.

                                        ΙΑΣΩΝ

Είμαι σύμφωνος γι’ αυτό. Ελπίζω πως θα την πείσω.

                                       ΜΗΔΕΙΑ

(Μιλώντας στον εαυτό της) Αν μοιάζει με τις άλλες γυναίκες… (Προς τον Ιάσονα) Θα σε βοηθήσω κι εγώ σ’ αυτό. Θα της στείλω με τα παιδιά δώρα ανεκτίμητα! Νυφικό φόρεμα αραχνοϋφαντο και στεφάνι χρυσό! (Προς τις υπηρέτριες) Γρήγορα τρέξτε και φέρτε τα δώρα! Χίλιες φορές ευτυχισμένη θα ‘ναι η νύφη αφού θα πλαγιάσει στο πλευρό σου στολισμένη με τα στολίδια που Ήλιος , ο πατέρας του πατέρα μου, τα χάρισε στους απογόνους του. (Μια σκλάβα φέρνει τα δώρα) Παιδιά μου, πάρτε τα νυφιάτικα δώρα μου να τα πάτε στην ευτυχισμένη νιόπαντρη βασιλοπούλα. Δεν είναι δώρα ευκαταφρόνητα.

                                     ΙΑΣΩΝ

Άμυαλη είσαι, Μήδεια, να σκορπάς τα πλούτη σου. Το παλάτι είναι γεμάτο με χρυσάφι και πέπλα. Μην τα δίνεις. Φύλαξέ τα για σένα. Προτιμώ η γυναίκα μου να τιμήσει με την πράξη της το δικό μου λόγο, παρά με τα δώρα σου.

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Κάνεις λάθος! Ακόμα και οι θεοί πείθονται με δώρα. Πιο δυνατό είναι το χρυσάφι για τους θνητούς, παρά χίλια λόγια. Εκείνη τώρα είναι ευτυχισμένη. Χαρές και μεγαλεία της χαρίζουν οι θεοί. Είναι κορίτσι! Είναι βασίλισσα! Για να μην πάνε τα παιδιά μου εξορία, θα της χάριζα την ίδια μου τη ζωή! (Αγκαλιάζει τα παιδιά της) Πηγαίνετε στα λαμπερά παλάτια. Ζητείστε να σας λυπηθεί η καινούρια νύφη του πατέρα σας και δική μου κυρά! Παρακαλέστε την να μην σας διώξουν από δώ και δώστε της τα στολίδια. (Επίσημα) Είναι ανάγκη να γίνει αυτό που σας λέω! Να τα πάρει με τα ίδια της τα χέρια… (Τα σπρώχνει) Τρέξτε γρήγορα. Κι όταν τελειώσετε, ελάτε ξανά κοντά μου να μου φέρετε ευχάριστη είδηση για όσα ποθώ να πετύχω.

 

(Τα παιδιά απομακρύνονται μαζί με τον Ιάσονα και τον Παιδαγωγό.)

 

Σκηνή 11

                             ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Πάνε οι ελπίδες μου πια για των παιδιών της τη ζωή. Παίρνουν το δρόμο της σφαγής. Η νύφη, ώ άμοιρη, στεφάνια χρυσά στα χρυσά της μαλλιά θα βάλλει θανατερά στολίδια. Ξεγελασμένη από την θεϊκή τη λάμψη θα βάλει το πέπλο και το στεφάνι το χρυσό, νύφη του Χάρου θα γίνει. Σε τέτοιο θάνατο φριχτό, από τη μοίρα της γραμμένο η δύστυχη θα πέσει. Δε θα γλιτώσει απ’ το χαμό. Και συ, βασιλικέ γαμπρέ, βαριόμοιρε, σε θάνατο ζυγώνεις φριχτό δίχως να το βλέπεις. Κλάψε τα παιδιά σου και τη γυναίκα σου. Δύστυχε Ιάσων, δεν ξέρεις τι σου γράφει η Μοίρα… Μα στενάζω και για σένα, άμοιρη, που τα ίδια τα παιδιά σου θα σφάξεις για ένα κρεβάτι νυφικό.

 

Σκηνή 12

(Μπαίνει ο Παιδαγωγός με τα παιδιά.)

                                  ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Κυρά μου, τα παιδιά σου δεν θα πάνε εξορία! Η νύφη χαρούμενη πήρε τα δώρα και σου κάνει τη χάρη! Όμως εσύ γιατί δεν χαίρεσαι γι’ αυτό;

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Ωιμένα!

                                  ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Τα νέα είναι καλά, γιατί θρηνείς;

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Ωιμένα και πάλι ωιμένα!

                                 ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Μήπως άθελα μου σου έφερα κακά νέα; Για καλά τα νόμιζα.

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Σ’ άκουσα. Δε φταις εσύ.

                                   ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Μα εσύ κλαίς!

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Άκουσε, γέρο. Η ανάγκη με κάνει να κλαίω. Εγώ τα σκέφτηκα όλα όσα θα γίνουν με τη βοήθεια των θεών.

                                   ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Υπομονή! Ίσως γίνει και για σένα αυτό που γίνεται για τα παιδιά.

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Όμως πρίν, θα γίνουν πολλά…

 

                                 ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Δεν είσαι η πρώτη που χάνεις τα παιδιά σου. Θνητή είσαι και πρέπει να υπομένεις.

                                   ΜΗΔΕΙΑ

Αυτό θα κάνω! Πήγαινε να ετοιμάσεις το δείπνο των παιδιών. (Ο Παιδαγωγός φεύγει. Η Μήδεια πλησιάζει αργά προς τα παιδιά της. Τα παίρνει αγκαλιά. Τα χαϊδεύει και τα γεμίζει φιλιά.) Παιδιά μου! Μικρά γλυκά μου παιδιά… Εσείς τώρα έχετε σπίτι και πόλη για να ζήσετε μόνα, χωρίς τη δύστυχη τη μάνα σας. Εγώ διωγμένη πρέπει τώρα να φύγω, σε ξένους τόπους εξόριστη να ζήσω, χωρίς να σας χαρώ πριν σας παντρέψω, να στολίσω  με άνθη το νυφικό σας κρεβάτι. Ώ! ταλαίπωρη είμαι! Του κάκου σας μεγάλωσα, του κάκου σας γέννησα με πόνους. Έλπιζα πως θα σταθείτε στο πλευρό μου στη στερνή μου την ώρα να μου κλείσετε τα μάτια. Να με νεκροστολίσετε… Πάνε πια αυτές οι σκέψεις οι γλυκιές, χαθήκανε για μένα… Δίχως εσάς, έρημη και μόνη, μαύρες μέρες με προσμένουν τώρα… Τα ματάκια σας, παιδιά μου, θα πάψουν να βλέπουν τη μάνα σας, αφού κι εσείς θα φύγετε, θ’ αλλάξετε ζωή. Γιατί, καρδούλες μου, έτσι με γλύκα με κοιτάτε; Γιατί στα χείλη σας ανθίζει αυτό το γέλιο το στερνό; Ώιμένα! Ωιμέ! Τι να κάνω; Καλές μου, το θάρρος μου φεύγει βλέποντας τα πρόσωπά τους. Αφήνω τις κακές τις σκέψεις! Θα πάρω μαζί μου τα παιδιά! Τάχα είναι ανάγκη μόνο και μόνο για να πικράνω τον πατέρα του διπλές και τρίδιπλες συμφορές να βάλω στην καρδιά μου; Όχι! Δε θα το κάνω! Όμως, τι μ’ έπιασε ξαφνικά; Ν’ αφήσω τους εχθρούς μου ατιμώρητους να γελούν με τα δικά μου πάθη; Χρειάζεται τόλμη! Να σκληρύνω πρέπει την καρδιά μου! Παιδιά! (Τα σπρώχνει) Μπείτε μέσα! Γρήγορα! (Τα παιδιά φοβισμένα τρέχουν προς το σπίτι.) Όποιος βρίσκει πως η θυσία που θα κάνω είναι ανόσια, να φύγει! Αυτό το χέρι είναι σταθερό! Δε θα δειλιάσει! Άχ, όχι! Δύστυχη Μήδεια… Μην προχωρήσεις σε τέτοιες πράξεις. Λυπήσου τα παιδιά σου… Σε σας ορκίζομαι τώρα, θεοί τιμωροί του Κάτω Κόσμου! Σε σένα, Πλούτωνα, πως δε θ’ αφήσω τους εχθρούς μου να σκοτώσουν με μαρτύρια τα παιδιά μου! Κάλιο να τα σκοτώσω εγώ η ίδια που τα γέννησα! Το τέλος τους είναι γραμμένο! Θάνατος! Και δε θα τον ξεφύγουν! (Σα να βλέπει όραμα.) Και να! Η νύφη τώρα βάζει το στεφάνι, σφαδάζοντας πεθαίνει μες στα πέπλα… Ναι! Το ξέρω! (Ξανασκέφτεται τα παιδιά της κοιτάζοντας προς το σπίτι.) Όμως, ας χαιρετήσω τα παιδιά μου. Πικρό δρόμο τώρα πρόκειται να πάρω εγώ κι αυτά τα δύσμοιρα ακόμα πιο πικρό… (Κάνει νόημα για να βγουν. Τα παιδιά έρχονται διστακτικά κοντά της.) Παιδιά μου! Δώστε μου το δεξί σας χέρι… (Τα σφίγγει στην αγκαλιά της και τα γεμίζει φιλιά) …να το φιλήσει η μάνα σας. Ώ, ακριβό μου χέρι. Ακριβό μου στόμα. Κορμιά ευγενικά, πρόσωπα ωραία, ας είστε καλά εκεί που πάτε… Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν έχει για σας ευτυχία. Σας την έχει κλέψει ο πατέρας σας… Ω, αγκάλιασμα γλυκό… Ω, τρυφερά κορμάκια και γλυκιά ανάσα των παιδιών μου. (Τα σπρώχνει ξανά με βία) Γρήγορα! Πηγαίνετε μέσα! (Τα προστάζει να μπουν στο σπίτι) Δε βαστώ άλλο να σας βλέπω… Με γονατίζει η δυστυχία και η συμφορά… (Τα παιδιά μπαίνουν στο σπίτι) Ξέρω καλά το κακό που πρόκειται να κάνω. Όμως ο θυμός νικά τα λογικά μου… Έτσι γίνονται πάντα στους ανθρώπους οι μεγάλες συμφορές…

 

Σκηνή 13

                             ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Πολλές φορές μπήκα…

                                 ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Πολλές φορές μπήκα σε σκέψεις δύσκολες για γυναίκα…

                           ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Δύσκολες και λεπτές…

                                ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Όμως σε μερικές από μας η Μούσα μας συντροφεύει και μας χαρίζει σοφία…

                          ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Όμως σε μερικές από μας η Μούσα…

                               ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Λέω λοιπόν, ευτυχισμένοι είναι όσοι δεν έχουν παιδιά…

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η Μούσα…

                               ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Ο άτεκνος δεν ξέρει αν τα παιδιά γλυκαίνουν ή πικραίνουν τη ζωή.

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η Μούσα μας συντροφεύει…

                             ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Κι αυτοί που έχουν παιδιά, τους βασανίζει η έγνοια πώς να τα μεγαλώσουν…

                         ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μας συντροφεύει…

                                 ΚΟΡΥΦΑΙΑ

…δίχως να ξέρουν αν μοχθούν για τέκνα καλά ή όχι…

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Καλές μου, ώρα πολλή πέρασε κι ακόμα περιμένω να δω τι γίνηκε στο παλάτι. Μα να! Βλέπω ένα δούλο του Ιάσονα να έρχεται λαχανιασμένος. Σίγουρα κάποιο κακό έρχεται να μας πει.

 

(Μπαίνει λαχανιασμένος ο Αγγελιαφόρος)

 

Σκηνή 14

                                ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Μήδεια! Μήδεια! Εσύ που’ χεις κάνει έργο φριχτό κι ανόσιο. Φύγε! Φύγε! Πάρε καράβι ή άμαξα και φύγε γρήγορα!

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Πες πρώτα τι με κατηγορούν πως έκανα.

                                ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Τα φαρμακερά σου βότανα σκοτώσαν τη βασιλοπούλα και τον Κρέοντα!

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Να ζήσεις! Ωραία τα λες! Με τα όμορφα λόγια σου φίλος μου έγινες!

                              ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Άκουσα τάχα καλά; Τι λες; Τρελάθηκες φαίνεται ν’ ακούς φριχτά γεγονότα και συ να χαίρεσαι. Κι ούτε που φοβάσαι…

 

                                    ΜΗΔΕΙΑ

Μη βιάζεσαι. Άκουσε πρώτα. Όμως πριν, πες πως έγινε το κακό. Πως χαθήκανε; Γιατί, αν ο θάνατός τους ήταν μαρτυρικός, διπλή θα ‘ναι η χαρά μου.

                               ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Όταν είδαμε τα παιδιά σου να μπαίνουν στο παλάτι με τον πατέρα τους, εμείς οι δούλοι χαρήκαμε γιατί σκεφτήκαμε πως φιλιώσατε με τον Ιάσονα. Γεμίζαμε με φιλιά τα παιδιά σου σα μάγουλα και στα ξανθά μαλλιά τους. Εγώ είχα τόση χαρά που τα’ ακολούθησα στα δωμάτια των γυναικών. Η βασιλοπούλα σαν είδε τον Ιάσονα γλύκανε η όψη της. Όμως, σαν πρόσεξε τα παιδιά, γύρισε το κεφάλι με σιχασιά. Τότε ο Ιάσονας της λέει: «Γιατί μισείς τα παιδιά μου; Άφησε το θυμό και στρίψε το κεφάλι. Πρέπει και συ ν’ αγαπάς αυτό που αγαπώ κι εγώ. Δέξου λοιπόν τα δώρα και για χάρη μου παρακάλεσε τον βασιλιά πατέρα σου να μην τα στείλει εξορία». Μόλις εκείνη βλέπει τα δώρα, χάρηκε και λέει στον Ιάσονα: «Θα μιλήσω στον πατέρα μου, έχεις δίκιο». Στη συνέχεια, παίρνει τα πέπλα και τα φορεί. Μετά βάζει το χρυσό στεφάνι στα μαλλιά της. Τα συγυρίζει και καμαρώνει την ομορφιά της στον καθρέπτη. Χαρούμενη τρέχει εδώ κι εκεί, σηκώνεται στις άκρες των ποδιών της κι όλο κοιτάζει στον καθρέπτη. Και ξαφνικά όλα αλλάζουν. Το χρώμα του προσώπου αλλάζει, το κορμί της διπλώνεται και στα δυό και σωριάζεται στην πολυθρόνα.

                            ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Ψέματα! Με γεμίζεις ψέματα!

                              ΣΟΠΡΑΝΟΙ

Μεγάλη φαντασία έχεις!

                                 ΑΛΤΟΙ

Πάψε ν’ ακούσουμε!

                              ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Μια γριά δούλα που πίστεψε πως το κακό έρχεται απ’ τα πάνω, άρχισε να σκούζει και να καλεί τους θεούς.

                            ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Τέτοιες πράξεις ξέρω πως τις κάνουν μόνο οι θεοί… Μου ‘ρχεται να σκούξω. Ψέματα! Μας γεμίζεις με ψέματα. Κλείσε, Μήδεια, τ’ αυτιά σου.

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Μα εκείνη τώρα βγάζει αφρούς απ’ το στόμα. Τις κόρες των ματιών της στριφογυρίζει.

                                     ΧΟΡΟΣ

Ψέματα λες, για τέτοιες πράξεις φριχτές ο Δίας είναι ικανός, δεν υπάρχει τέτοιος θνητός.

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Κάτασπρη γίνεται λες κι άδειασε όλο της το αίμα… Τότε η γριά δούλα βγάζει κραυγή δεητική…

                                   ΧΟΡΟΣ

Να σκούξω μου ‘ρχεται. Δε θέλω ν’ ακούσω…

                           ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Η νύφη ορμά τώρα να βρει το βασιλιά ενώ η δούλα ψάχνει τον Ιάσονα.

                                 ΧΟΡΟΣ

Όλα γύρισαν ανάποδα για μένα.

                           ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Το σπίτι βούιζε…

                               ΧΟΡΟΣ

Ήλιε μου! Ήλιε μου! Σένα κράζω!

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…τρέχει η νύφη κι ενώ άφωνη ήταν, τώρα σκούζει με τα μάτια κλειστά. Διπλό κακό την κυνηγούσε…

                                  ΧΟΡΟΣ

Κάλιο σκοτάδι!

                           ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…απ’ τη μια στο στεφάνι βγάζει φλόγες…

                                 ΧΟΡΟΣ

Για να μη βλέπω το αίμα!

                               ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…απ’ την άλλη τα πέπλα της τρώνε τις σάρκες…

                                    ΧΟΡΟΣ

Άχ! πως σπαράζω! Πονώ!

                               ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…σπαράζει… Προσπαθεί να βγάλει το πύρινο στεφάνι μα εκείνο έχει κολλήσει. Διπλασιάζει τις φλόγες που καίνε τώρα τα χρυσά της μαλλιά.

                                      ΧΟΡΟΣ

Έργα δαιμονικά…

                               ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Η όψη της αλλάζει τόσο που μόνο ο πατέρας μπορεί πιά να γνωρίσει.

                                       ΧΟΡΟΣ

(Προς τη Μήδεια) Πρέπει να πεις ένα ναι ή ένα όχι. Μήδεια, πες μας αν εσύ τα έχεις κάνει ολ’ αυτά τα έργα τα φριχτά…

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Χάθηκαν τα μάτια της, το ωραίο της πρόσωπο γέμισε φωτιά και αίμα…

                                    ΧΟΡΟΣ

Θολώνει το μυαλό. (Προς τον Αγγελιοφόρο) Απίστευτα φριχτά μου φαίνονται τα όσα λες.

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…ενώ το φαρμάκι έτρωγε τις σάρκες της βαθιά ως να φανούν τα κόκαλα…

                                   ΧΟΡΟΣ

Αθώων αίμα χύνεται…

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Θέαμα φριχτό…

                                  ΧΟΡΟΣ

Γιατί θεοί;

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…αβάσταχτο.

                                    ΧΟΡΟΣ

Όλα τώρα τελείωσαν. Όλα.

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Τέλος, πέθανε… Όμως εμείς διστάζαμε να την αγγίξουμε. Τότε ο δύστυχος πατέρας μπαίνει ξαφνικά με ορμή και πέφτει πάνω στο λείψανο… Ουρλιάζει…

                                   ΧΟΡΟΣ

Βασιλοπούλα…

 

                              ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…καθώς αγκαλιάζει το άψυχο κορμί…

                                    ΧΟΡΟΣ

Βασιλοπούλα…

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

…το φιλεί και λέει…

                                   ΧΟΡΟΣ

Τα αθώα σου μάτια δεν βλέπουν πιά.

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

 «Άμοιρο παιδί μου, ποιος θεός σου ’κανε τέτοιο κακό; Ποιος ορφάνεψε τα γηρατειά μου;

                                  ΧΟΡΟΣ

Ω πατέρα έρημε…

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Ωιμένα! Ω θάνατε, έλα να με πάρεις!»

                                  ΧΟΡΟΣ

Μήδεια! Οι θεοί θα σε κάψουν! Όλα τελείωσαν…

                             ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Σαν έπαψε τους θρήνους, κάνει να σηκωθεί όμως δεν μπορεί γιατί τα πέπλα έχουν κολλήσει πάνω του και τον κρατούν σαν τον κισσό που τυλίγει της δάφνης τα κλαριά. Τραβιέται με δύναμη και τότε οι σάρκες του ξεκολλούν και φαίνονται τα κόκαλά του.

                                      ΧΟΡΟΣ

Φρίκη! Φρίκη!

                              ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Τέλος, σωριάζεται και πεθαίνει εκεί δα πάνω στο νεκρό της κόρης του κορμί.

                                     ΧΟΡΟΣ

Το φώς τ’ ουρανού τώρα λιγοστεύει.

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Συμφορά αμέτρητη που θέλει θρήνους και θρήνους.

                                    ΧΟΡΟΣ

Θρηνώ και πονώ βαθιά.

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Για σένα, Μήδεια, τι να πώ; Ξέρεις εσύ πώς να ξεφύγεις.

                                   ΧΟΡΟΣ

Αχ, παιδιά μου έρημα, τέλειωσαν όλα. Όλα μια σκιά.

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Μια σκιά ο άνθρωπος είναι, αυτό το ξέρω.

                                    ΧΟΡΟΣ

Γιατί οι θεοί μας μισούν;

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Κι όσοι περνάνε για σοφοί και αραδιάζουν θεωρίες, ανόητοι είναι.

                                   ΧΟΡΟΣ

Δεν μιλάς, Μήδεια!

                            ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Δεν υπάρχει ευτυχία για τους θνητούς. Κι αν κανείς πλουτίσει, τυχερός είναι μα ποτέ ευτυχισμένος.

 

(Φεύγει ο Αγγελιοφόρος)

 

                                  ΧΟΡΟΣ

Μήδεια! Σε φοβάμαι. Άχ, περιμένω ν’ ακούσω…

                               ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Δίκιο έχει ο θεός να τιμωρήσει σήμερα τον Ιάσονα. Όμως εσένα δύστυχη κόρη του Κρέοντα, εσένα κλαίμε. Τώρα χτυπάς την πόρτα του Άδη μόνο και μόνο γιατί άντρα σου πήρες τον Ιάσονα.

                                ΜΗΔΕΙΑ

Καλές μου φίλες! Η απόφαση πάρθηκε οριστικά! Θα σκοτώσω τα παιδιά μου! Και θα φύγω. Δεν πρέπει να χαθούν από χειρότερο χέρι. Πρέπει να πεθάνουν.

 

Σκηνή 15

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Πρέπει να πεθάνουν – εγώ θα τα σκοτώσω

καρδιά μου ετοιμάσου.

Δεν πρέπει να καθυστερώ

στη Μοίρα και στην Ανάγκη

που μου ζητούν να κάνω έργο φριχτό.

Πρέπει να πεθάνουν – εγώ θα τα σκοτώσω

καρδιά μου ετοιμάσου.

Δύστυχό μου χέρι κι εσύ

πιάσε τώρα το σπαθί

ν’ αρχίσεις καινούρια θλιβερή ζωή.

Πρέπει να πεθάνουν – εγώ θα τα σκοτώσω

καρδιά μου ετοιμάσου.

Μήδεια, βγάλει απ’ το νου

ξέχασε πως τα γέννησες

ξέχασε πως τα λατρεύεις.

                                         ΚΟΡΟ

Μήδεια, βλέπω το χαμό σου και πονώ.

                                       ΜΗΔΕΙΑ

Σήμερα λησμόνησέ τα

κι αύριο κλαις.

Κλάψε, κλάψε Μήδεια

θυμήσου μόνο,

πως κι αν τα σκοτώσεις

στην καρδιά σου πάντα είναι

          είναι για πάντα.

Δεν υπάρχει πιο δύστυχη

από μένα.

 

(Πηγαίνει με αργά βήματα προς το σπίτι. Ανοίγει τη μεγάλη πόρτα και χάνεται.)

 

Σκηνή 16

                                    ΧΟΡΟΣ

Ω Γη! Και συ του Ήλιου αχτίνα φωτεινή! Καλύτερα είναι γι’ αυτήν να χαθεί πρίν ν’ απλώσει πάνω στα παιδιά της χέρι διψασμένο για αίμα, χέρι έτοιμο να σφάξει την ίδια της τη σάρκα… Ήλιε, αυτά τα παιδιά είναι δική σου σπορά, μην επιτρέψεις σε άνθρωπο να ποτίσει τη γης με αίμα θεού! Εμπόδισέ την εσύ, Φως, γέννημα του Δία! Δία, σε σένα υψώνω κραυγή – μην επιτρέψεις ανόσια σφαγή! Διώξε απ΄το σπίτι τη φοβερή ερινύα που δαίμονες της συμφοράς την αγριεύουν και την κάνουν να διψάει για αίμα! Μάταια βασανίστηκες για τα παιδιά σου! Μάταια τα γέννησες, εσύ που πέρασες τις Συμπληγάδες! Δυστυχισμένη! Δέρνει η οργή την καρδιά σου και σε σπρώχνει σε άγριο σκοτωμό. Φόνοι συγγενών μολύνουν τη γη με αίμα και κατάρα πέφτει στους θνητούς. Τα σπίτια των φονιάδων οι θεοί χτυπούν με κεραυνούς ώσπου να πληρωθούν οι φόνοι. (Κραυγές των παιδιών) Άκου τις φωνές! Άκου τα παιδιά! Σκούζουν! Ω δυστυχισμένη εσύ, τρισάθλια γυναίκα! (Κραυγές των παιδιών) Πρέπει να μπω μέσα! Πρέπει να γλιτώσω! (Κραυγές παιδιών)

 

ΠΑΥΣΗ

                                  ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Πανάθλια γυναίκα! Δεν είσαι άνθρωπος! Σίδερο και πέτρα είσαι για να σφάξεις με τα ίδια σου τα χέρια τη φύτρα των σπλάχνων σου. Ξέρω μονάχα την Ιώ, από τις παλιές ιστορίες. Μονάχα αυτή σκότωσε τα παιδιά της όταν οι θεοί της πήραν τα λογικά κι αυτή τρέχει και τρέχει. Και πέφτει στη θάλασσα να πνίξει ανόσια τα τέκνα της. Υπάρχει άλλο πιο φριχτό απ’ αυτό;

                                   ΧΟΡΟΣ

Όχι!

                                ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Ω πικρό κρεβάτι της γυναίκας! Πόσους θρήνους έχεις σκορπίσει στους θνητούς.

 

Σκηνή 18

                                    ΙΑΣΩΝ

(Μπαίνει τρέχοντας.) Γυναίκες! Έγκλημα φριχτό η Μήδεια έκανε! Ξέρετε μήπως που είναι; Μέσα στο σπίτι ή έφυγε;

                                    ΧΟΡΟΣ

Είναι μέσα! Είναι μέσα! Με τα νεκρά παιδιά της…

                                   ΙΑΣΩΝ

Αν θέλει να γλιτώσει την εκδίκηση, πρέπει βαθιά στο χώμα να χωθεί ή με φτερά στα ύψη να πετάξει.

                                   ΧΟΡΟΣ

Στο αίμα, αίμα!

                                   ΙΑΣΩΝ

Βασιλιάδες κανείς δε σκοτώνει ατιμώρητα! Μα δε με νοιάζει για κείνη, όσο για τα παιδιά μου. Αυτή θα λάβει την τιμωρία που της πρέπει.

                                   ΧΟΡΟΣ

Όταν μάθεις, δύστυχε…

                                   ΙΑΣΩΝ

Ήρθα να σώσω τα παιδιά μου, μήπως και πάνω τους θελήσουν να πάρουν εκδίκηση οι συγγενείς του βασιλιά για τα φριχτά εγκλήματα που η μάνα τους έχει κάνει.

                                  ΧΟΡΟΣ

…δύστυχε, την αλήθεια για τα παιδιά σου, κάλιο να μη μάθεις ποτέ την αλήθεια.

                               ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Δύστυχε Ιάσονα, αν ήξερες τι σε περιμένει, έτσι δε θα μίλαγες.

                                        ΙΑΣΩΝ

Μήπως η Μήδεια θέλει και μένα να σκοτώσει;

                                    ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Νεκρά τα παιδιά σου! Σφαγμένα απ’ της μάνας του το χέρι…

                                       ΙΑΣΩΝ

Τι ‘ν’ αυτά που λες! Με θανατώνεις!

                                    ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Φρόντισε τώρα τα παιδιά σου, σα να μην υπάρχουν…

                                       ΙΑΣΩΝ

Που τα σκότωσε;

                                     ΚΟΡΥΦΑΙΑ

Άνοιξε τις πόρτες να δείς…

 

Σκηνή 19

(Ο Ιάσων χτυπά με τις γροθιές του τη μεγάλη πόρτα βγάζοντας άνανθρες κραυγές. Ξαφνικά εμφανίζεται πάνω απ’ το σπίτι ένα άρμα που το σέρνουν δράκοντες με φτερά. Η Μήδεια στητή κρατά τα χαλινάρια. Πλάι της τα σφαγμένα παιδιά.)

                                  ΜΗΔΕΙΑ

Άδικα τις πόρτες χτυπάς! Τους νεκρούς ζητάς ή εμένα τη φόνισσα; Αν με χρειάζεσαι, πες τα με το στόμα γιατί το χέρι σου δεν μπορεί να μ’ αγγίξει! Γιατί ο Ήλιος, ο πατέρας του πατέρα μου, μου πρόσφερε άμαξα απόρθητη για τους κοινούς θνητούς.

                                       ΧΟΡΟΣ

Βλέπω το χέρι του θεού. Βλέπω τα θύματα.

                                        ΙΑΣΩΝ

Δεν υπάρχει γυναίκα πιο μισητή σε μένα, μισητή στους ανθρώπους.

                                       ΧΟΡΟΣ

Βλέπω τα θύματα… Σφαγμένα παιδιά αθώα…

                                       ΙΑΣΩΝ

Εσύ που άντεξες να μπήξεις μαχαίρι στις σάρκες των τέκνων που γέννησες…

                                       ΧΟΡΟΣ

Θύματα οργής θεϊκής.

                                       ΙΑΣΩΝ

Μ’ αφάνισες!

                                      ΧΟΡΟΣ

Πιο μαύρο κρίμα δεν υπάρχει.

                                      ΙΑΣΩΝ

Μου πήρες τα παιδιά μου…

                                     ΧΟΡΟΣ

Αχ, δεν αντέχω, νιώθω φλόγες να με ζώνουν.

                                     ΙΑΣΩΝ

Πως βλέπεις ακόμα τον Ήλιο και τη Γή, ύστερα από έργα τόσο φριχτά κι ανόσια;

                                     ΧΟΡΟΣ

Βλέπω να τρίζουν οι ρίζες της γης!

                                        ΙΑΣΩΝ

Χάσου! Χάσου απ’ τη γη!

                                       ΧΟΡΟΣ

Ακούω πέλματα βαριά… Είναι το τέλος της ζωής…

                                       ΙΑΣΩΝ

Άργησα να δω και να μάθω.

                                      ΧΟΡΟΣ

Το τέλος της γης!

 

(Μπαίνει διακριτικά ο Αντρικός Χορός –Λαός- και μένει στη σκιά.)

                                     ΙΑΣΩΝ

Τώρα βλέπω και όχι τότε που σε πήρα απ’ το βάρβαρό σου σπίτι και την βάρβαρή σου χώρα για να σε φέρω σε σπίτι ελληνικό.

                             ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Το κακό, Ιάσων, δεν το παίρνεις πίσω…

                               ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Άνοιξε, Γη, στα σκοτάδια να μπω. Νυχτώνει. Έδυσε το φως. Τρίζουν τα θεμέλια της γης.

                                    ΙΑΣΩΝ

Δαίμονας εκδίκησης πήρε τα λογικά σου κι έπεσε επάνω μου.

                               ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Άνοιξε, Γη, στα σκοτάδια να μπω. Τρίζουν τα θεμέλια της γης.

                                     ΙΑΣΩΝ

Τον αδερφό σου τον σκότωσες.

                              ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Τον αδερφό σου τον σκότωσες.

                                     ΙΑΣΩΝ

Και μπήκες στο καράβι με την όμορφη πλώρη, την Αργώ.

                               ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Δεν ωφελούνε τα λόγια. Αργά τα σκέφτηκες.

                                     ΙΑΣΩΝ

Μ’ εγκλήματα ξεκίνησες και πλάγιασες στο πλευρό μου και μου γέννησες παιδιά, για να τα σφάξεις για ένα κρεβάτι νυφικό.

                                ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Τά-τά-τά-τά Βουνά!

                                      ΙΑΣΩΝ

Ποτέ Ελληνίδα δεν θα έπραττε έργα τόσο φριχτά!

                                ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Τά-τά-τά-τά Βουνά πονούν!

                                      ΙΑΣΩΝ

Κι εγώ προτίμησα σένα τη βάρβαρη. Γυναίκα ολέθρια.

 

Σκηνή 20

 

 

                                        ΙΑΣΩΝ

Όχι γυναίκα! Λέαινα! Πιο άγρια κι απ’ τη Σκύλα! Όμως άδικα σου μιλώ. Άδικα σε βρίζω, ξεδιάντροπη είσαι! Χάσου όπως είσαι βουτηγμένη μες στο αίμα των παιδιών σου. Για μένα τώρα οι θρήνοι. Άτυχος είμαι. Δεν έχω νύφη να χαρώ ούτε παιδιά που έσπειρα κι ανάστησα… Όλοι νεκροί… Χάθηκα…

                                     ΜΗΔΕΙΑ

Απορώ πως ο Δίας ο πατέρας σου δε φρόντισε να δεις όσα καλά σου έχω κάνει και πως με ξεπλήρωσες εσύ. Περιφρόνησες το κρεβάτι μου. Πως ήθελες λοιπόν χαρούμενα να ζήσεις και να περιπαίζεις; Τα ίδια θα πω και για τη νύφη σου, τη βασιλοπούλα… Κι ο Κρέοντας που δέχτηκε το δεύτερο γάμο, τιμωρήθηκε κι αυτός. Λέγε με λέαινα λοιπόν και Σκύλα! Όμως εγώ φαρμάκωσα την καρδιά σου όπως πρέπει. Πόνεσες κι αυτό μου φτάνει…

                                   ΙΑΣΩΝ

Κι εσύ πονάς. Έχεις κι εσύ στον πόνο μερτικό…

 

Σκηνή 21

    ΜΗΔΕΙΑ

Ο δικός σου πόνος τον δικό μου αλαφρώνει.

    ΙΑΣΩΝ

Άμοιρα παιδιά μου, μάνα κακούργα σας έτυχε…

    ΜΗΔΕΙΑ

Παιδιά μου, του πατέρα σας τα πάθη σας έχουν αφανίσει.

     ΙΑΣΩΝ

Το δικό μου χέρι δεν σκότωσε.

  ΜΗΔΕΙΑ

Η ατιμία σου σκότωσε και οι γάμοι σου.

   ΙΑΣΩΝ

Τα σκότωσες, αλήθεια, για ένα κρεβάτι;

  ΜΗΔΕΙΑ

Μικρό κακό το νομίζεις αυτό για μια γυναίκα;

   ΙΑΣΩΝ

Για τη φρόνιμη γυναίκα, ναι. Όμως κι εσύ όλα μαύρα τα ‘βλεπες.

  ΜΗΔΕΙΑ

Κοίτα! Κοίτα καλά! Νεκρά είναι! Την καρδιά σου ξεσκίζω…

                                ΙΑΣΩΝ

Δαίμονες εκδίκησης θα γίνουν και θα σε συντρίψουν.

                                                   ΜΗΔΕΙΑ

Ξέρουν οι θεοί ποιος πρώτος άρχισε.

   ΙΑΣΩΝ

Ναι, ξέρουν τη βρώμικη ψυχή σου.

   ΜΗΔΕΙΑ

Κράτα το μίσος σου για σένα, σιχαίνομαι πια να σ’ ακούω.

    ΙΑΣΩΝ

Κι εγώ εσένα… Μια λύτρωση τώρα σου ζητώ.

   ΜΗΔΕΙΑ

Κι εγώ το θέλω. Τι πρέπει να κάνω; τι θες να κάνω;

    ΙΑΣΩΝ

Θέλω να μ’ αφήσεις να κλάψω και να θάψω τα νεκρά παιδιά μου.

            ΜΗΔΕΙΑ

Όχι! Με το δικό μου χέρι θα τα θάψω στο Ναό της Ήρας της Ακραίας! Θα τα πάω, απρόσβλητοι να μείνουν οι τάφοι απ’ τους εχθρούς μου. Και σε τούτη τη χώρα του Σίσυφου.

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Ναό! Ναό!

            ΜΗΔΕΙΑ

Θα ορίσω πένθιμες γιορτές…

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Της Ήρας! Στο Ναό της Ήρας!

                                ΜΗΔΕΙΑ

…και μυστηριακές τελετές για τον ανόσιο φόνο.

 ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Στη χώρα του Σίσυφου!

    ΜΗΔΕΙΑ

Κι εγώ πάω να κατοικήσω στην Αθήνα, στην χώρα του Ερεχθέα!

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Αθήνα!

                                                   ΜΗΔΕΙΑ

Μαζί με τον Αιγέα, τον γιο του Πανδίονα!

 ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Στην Αθήνα! Στο Ναό της Ήρας!

   ΜΗΔΕΙΑ

Κι εσύ ντυμένος στις πίκρες, θα ‘χεις τέλος πικρό καθώς σου πρέπει…

 

Σκηνή 22

       ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Οι Ερινύες!

                              ΙΑΣΩΝ

Οι Ερινύες των παιδιών να σε αφανίσουν και η θεά Δίκη που τους φόνους τιμωρεί.

                         ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Τους φόνους!

 ΜΗΔΕΙΑ

Και ποιος θεός ή δαίμονας ακούει κάποιος που τους όρκους του πατά;

        ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Οι Ερινύες φοβερές! Φόβος! Φόβος! Φόβος!

                                                  ΙΑΣΩΝ

Βρώμικη γυναίκα! Φόνισσα των παιδιών μου!

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Φόνισσα! Φόνισσα! Φόνισσα!

   ΜΗΔΕΙΑ

Τράβα τώρα στο παλάτι τη γυναίκα σου να θάψεις.

   ΙΑΣΩΝ

Πηγαίνω έχοντας χάσει τα δυό παιδιά μου.

   ΜΗΔΕΙΑ

Δεν είδες ακόμα τίποτα! Περίμενε τα γηρατειά σου και θα δεις!

 

    ΙΑΣΩΝ

Παιδιά μου ακριβά!

   ΜΗΔΕΙΑ

Για τη μάνα, όχι για σένα!

    ΙΑΣΩΝ

Ακριβά για σένα που τα σκότωσες!

  ΜΗΔΕΙΑ

Να σε πονέσω ήθελα!

    ΙΑΣΩΝ

Ωιμένα! Ωιμέ! Ο δύστυχος θέλω το στόμα των παιδιών μου να φιλήσω.

   ΜΗΔΕΙΑ

Τώρα θρηνείς και φωνάζεις. Τώρα να τα φιλήσεις θέλεις. Χτές όμως τα ‘διωχνες…

   ΙΑΣΩΝ

Στο όνομα των θεών! Άφησε με τα τρυφερά τους κορμιά ν’ αγγίξω!

    ΜΗΔΕΙΑ

Δε γίνεται! Του κάκου στενάζεις!

 

(Η Μήδεια φεύγει με το άρμα της.)

 

Σκηνή 23

      ΙΑΣΩΝ

Ώ, Δία, μ’ ακούς;

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Τα πάντα ορίζει ο Δίας απ’ τον Όλυμπο.

       ΙΑΣΩΝ

Βλέπεις τι μου κάνει η βλεδυρή λέαινα που τα τέκνα της σκότωσε! Τι μου μένει άλλο παρά να θρηνώ τα παιδιά μου.

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Οι θεοί ορίζουν… Ορίζει ο Δίας…

       ΙΑΣΩΝ

Να κράξω τους θεούς να γίνουν μάρτυρες που δε μ’ άφησε ν’ αγγίξω τα νεκρά κορμιά τους…

ΧΟΡΟΣ ΜΙΚΤΟΣ

Έτσι τελειώνει κι αυτή η ιστορία…

        ΙΑΣΩΝ

Μακάρι να μην τα ‘σπερνα για να τα δω σφαγμένα από σένα…

(Βγαίνει ο Ιάσων και ο Αντρικός Χορός.)

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Τα πάντα ορίζει ο Δίας απ’ τον Όλυμπο! Και πολλά ανέλπιστα φέρνουν οι θεοί. Κι όσα προσμένουμε τα πιο συχνά δε γίνονται. Όμως για τ’ αναπάντεχα βρίσκουν τρόπους οι θεοί να γίνουν. Έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία.

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

 

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ               

    ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Όπερα σε δυο πράξεις και δέκα σκηνές σε λιμπρέτο του συνθέτη.

ΕΤΟΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ 2000

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΩΤΗ 

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ MIKISRADIO   ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Λυσιστράτη  σοπράνο 

Κλεονίκη σοπράνo

Μυρρίνη σοπράνο κολορατούρα 

Λαμπιτώ  μετζοσοπράνο

Ποιητής   τενόρος

Κορυφαίος βαρύτονος

Πρόβουλος τενόρος

Κινησίας βαρύτονος

Κήρυξ(Λάκων) μπάσος

Χορός Γυναικών-Χορός Αθηναίων-Χορός Λακώνων

A’ ΠΡΑΞΗ 

(Μετά την Εισαγωγή μπαίνει δαφνοστεφής ο Ποιητής.

Υποτίθεται ότι είναι ο Αριστοφάνης, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις

Εξωτερικά μοιάζει με τον συνθέτη.)

ΣΚΗΝΗ 1

ΠΟΙΗΤΗΣ

     Στην Αθήνα κάποια φορά

      στης Ακρόπολης τη σκιά

      η Λυσιστράτη στρατηγός 

      κι ο στρατός της ερωτικός.

      Με όπλα τα κάλλη των γυναικών

Τον Αρη καλά πολεμά

να φέρει την Ειρήνη.

Μες στο έργο μας το μουσικό

δίδαγμα έχουμε ηθικό:

από χιλιάδες αγαθά

την Ειρήνη φυλάξτε καλά.

Η πρώτη και πρωταρχική 

αυτή που τιμά τη ζωή.

Αδέρφια,δώστε τα χέρια!

(Βγαίνει ο Ποιητής και μπαίνει η Λυριστράτη.)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Αν τις καλούσες στη γιορτή του Βάκχου 

η του Πάνα-απ΄το πλήθος,

απ΄το πλήθος τα ταμπούρλα

δεν θα μπορούσες να περάσεις.

Και τώρα μήτε μια δεν φάνηκε!

(Μπαίνει η Κλεονίκη.)

Μα να την η γειτόνισσα

Γεια σου  Κλεονίκη!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Γεια σου Λυσιστράτη!

Ταραγμένη και κατσούφα σε βλέπω.

Μη σουφρώνεις τα φρύδια σου 

σαν περισπωμένη!

Δεν σου πάει!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Μου καίγεται η καρδιά.

Τα ΄χω με τις γυναικούλες

κι ας πιστεύουν οι άντρες 

πως είμαστε πανούργες.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ

Τι δηλαδή,δεν είμαστε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Τις κάλεσα κι αυτές κοιμούνται…

Αν και το ζήτημα είναι σπουδαίο!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Πώς να ξεπορτίσει μια γυναίκα…

Άλλη να φροντίσει τον άντρα της,

αλλη να ξυπνήσει τον δούλο,

αλλη  να κοιμίσει το μωρό της,

να το ταίσει,

να το ξεσκατίσει.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Πες μου!

(με νόημα)

Πόσο μεγάλο είναι

αυτο το σπουδαίο;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

(Δείχνει το μέγεθος.)

Πελώριο!Χοντρό!Ζουμερό!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Τότε γιατί δεν έρχονται;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Ο νους σου πάει στο πονηρό…

Δεν μιλάω γι΄αυτό…

Αν ήταν έτσι,όλες θα τρέχανε!

Άλλο έχω στο νου μου.

Σπουδαίο!

Νύχτα-μέρα αυτό σκέφτομαι.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Το ΄χεις ψιλοδουλεμένο…

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Απ΄ τις γυναίκες κρέμεται

η σωτηρία της Ελλάδας!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

(κατ΄ιδίαν)

Αν ήταν έτσι,θα ΄πεφτε…

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Απ’ τις γυναίκες κρέμεται το Κράτος!

Χωρίς εμάς, χαμένοι οι Πελοποννήσιοι!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

(κατ΄ ιδιάν)

Καλύτερα χαμένοι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Και οι Βοιωτοί!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Τι λες;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Όλες μαζί να συνταχτούμε!

Αθηναίες,Πελοποννήσιες,Βοιωτές

Να σώσουμε την Ελλάδα!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Τι καλό μπορεί να βγει απ’ τη γυναίκα;

Γυναίκα σημαίνει καθισιό,

Φουστάνια,στολίδια,αρώματα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Αυτά ακριβώς

Θα σώσουν την Ελλάδα!

Είναι τα όπλα μας!

Τα ξώπλατα,τα διάφανα,τα κουνιστά!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Μα πώς;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Έτσι που να μη σηκώνει όπλο πια ο άντρας!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Έτσι ευθύς-Έτσι ευθύς ξεβρακώνουμαι κι εγώ! 

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Μήτε ασπίδα!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Θα βάλω μίνι μπανιερό!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Μήτε σπαθί!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Γοβάκι κόκκινο.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Δεν θα πρεπε λοιπόν όλες εδώ να ρθουν;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Έπρεπε να ΄ρθουν πετώντας!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ  

Οι Αθηναίες δεν κάνουνε ποτέ καλή δουλειά.

Μήτε από τα παράλια μάς ήρθε καμιά,

Μήτε απ’ τη Σαλαμίνα μάς ήρθε καμιά.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Μα το ξέρω!Με καράβια ξεκινήσαν’χαράματα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Κι αυτές από τις Αχαρνές, που νόμιζα-

που νόμιζα πως θα ΄ρθουν πρώτες!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Να,έρχονται!΄Ερχονται!

ΣΚΗΝΗ 2

(Μπαίνουν γυναίκες από την Αθήνα,τις Αχαρνές

και την Σαλαμίνα, με επικεφαλής τη Μυρρίνη.)

ΜΥΡΡΙΝΗ 

Αργήσαμε λίγο Λυσιστράτη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Θύμωσα,,Μυρρίνη,

Το θέμα είναι σοβαρό,κι εσείς με το πάσο σας.

ΜΥΡΡΙΝΗ 

Τη βρακοζώνη μου έψαχνα μες στο σκοτάδι.

Όμως λέγε!Τι μας θέλεις;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Κάλλιο να περιμένουμε

τις Πελοποννήσιες και τις Βοιωτές.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Έχεις δίκιο…

Μα να, η Λαμπιτώ από τη Σπάρτη έρχεται.

(Μπαίνουν Κορίνθιες, Βοιωτές, Σπαρτιάτισσες,με επικεφαλής τη Λαμπιτώ.)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

(προς τη Λαμπιτώ)

Χρυσή μου, καλώς όρισες!

Τι θάμπος! Τι ομορφιές!

Όλη αστράφτεις!

Τι κορμί γεροδεμένο!

ΛΑΜΠΙΤΏ

Γυμνάζομαι, κι όταν πηδάω

οι φτέρνες μου χτυπούν τον πισινό μου.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Βρε τι βυζιά είναι τούτα!

ΛΑΜΠΙΤΩ 

Μου τα μαλάζεις;  

Θες να τ’ αγοράσεις;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Και τούτη η κοπελιά πουθέ μας έρχεται;

ΛΑΜΠΙΤΩ

Ρουμελιώτισσα! Κι από σόι μεγάλο!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Ωραία παχιά χωράφια έχουν στη Ρούμελη!

Και τούτη η σουσουράδα;

ΛΑΜΠΙΤΩ

Απ’ το στενό της Κορίνθου…

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Καθόλου στενό!

Πλούσιο από μπρός και από πίσω.

ΛΑΜΠΙΤΩ 

Μου λέτε ποιος μας κάλεσε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Εγώ!

ΛΑΜΠΙΤΩ 

Τι μας θέλεις;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Ναι! Μά τον Δία!

Φανέρωσε το μυστικό σου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Φυσικά! Όμως θέλω κάτι να σας ρωτήσω.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Ό,τι θέλεις.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ  

Ποθείτε ή όχι των παιδιών σας τους πατεράδες;

Στον πόλεμο είναι όλοι!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Στη θράκη πέντε μήνες ο δικός μου

φυλάει τον πουλημένο στρατηγό του.

ΜΥΡΡΙΝΗ 

Εφτά μήνες στην Πύλο είναι ο καλός μου.

ΛΑΜΠΙΤΩ

Κι ο δικός μου σαν τύχει και το σκάσει,

όσο να τον σφίξω, αρπάζει την ασπίδα και το δρόμο.

                                          ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ (σε τετραφωνία) 

ΜΥΡΡΙΝΗ                              ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ                ΚΛΕΟΝΙΚΗ                 ΛΑΜΠΟΤΏ

Είναι στον πόλεμο         

οι πατεράδες

των παιδιών μας.

Έρημες, μόνες,

Μονάχες είμαστε.

Να σταματήσει 

το κακό.

Οι άνδρες 

να γυρίσουν 

και τα σπίτια

να γεμίσουν

με γέλια

και χαρές.

Είναι στον πόλεμο.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Ούτε στάχτη δεν απόμεινε

απ’ τους αγαπημένους μας

απ’τον καιρό που η Μίλητος μας πρόδωσε…

(Αλλάζει ύφος.)

Αχ να ΄χα μια πέτσινη λεγάμενη οχτώ πόντους

να βολευτώ.

Λοιπόν δεν έχω δίκιο;

Αν βρω τρόπο θα με βοηθήσετε;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Θα πούλαγα το φόρεμά μου,

κι όσα πιάσω τα πίνω σε μια μέρα!

 ΜΥΡΡΙΝΗ

Το κορμί μου σκίζω στα δυο

Και το μισό χαρίζω!

ΛΑΜΠΙΤΩ

Αν είν’ να δω Ειρήνη.

στην κορφή του Ταΰγετου σκαρφαλώνω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Ιδού λοιπόν το μυστικό μου:

Αν θέλουμε Ειρήνη,

τους άνδρες πρέπει να τους αναγκάσουμε 

να τα βρούνε.

Ένας τρόπος υπάρχει: ΑΠΟΧΗ!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ,  ΛΑΜΠΙΤΩ,  ΜΥΡΡΙΝΗ

Από τι; Μίλα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Θα το κάνετε όμως;

ΜΥΡΡΙΝΗ,   ΚΛΕΟΝΙΚΗ,   ΛΑΜΠΙΤΩ

Μετά χαράς!

Και τη ζωή μας δίνουμε!

Αποχή;Από τι;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Απ’ αυτό! Απ’ αυτό που έχουν οι άντρες!

(Οι τρείς πάνε να φύγουνε.)

Πού πάτε; Γιατί κατσουφιάσατε;

Σας κόπηκε το χρώμα!

Τι στέκεστε σαν κούτσουρα; θα το κάνετε;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ

  Εγώ δεν θα το κάνω! Κάλλιο ο πόλεμος!

ΜΥΡΡΙΝΗ

Κι εγώ δεν το κάνω! Κάλλιο ο πόλεμος!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Δεν έλεγες πως το κορμί σου έσκιζες στα δύο;

ΜΥΡΡΙΝΗ 

Ό,τι άλλο θες! Όχι αυτό!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ

Όχι αυτό! Όχι αυτό!

ΛΑΜΠΙΤΏ

Όχι αυτό! Όχι αυτό!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Να περπατήσω σε κάρβουνα αναμμένα,

Όμως να στερηθώ τη γλύκα του αντρός,

αυτό ποτέ.  

ΜΥΡΡΙΝΗ    ΛΑΜΠΙΤΩ

Ποτέ!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

(προς τη Μυρρίνη)

Κι εσύ!

ΜΥΡΡΙΝΗ 

Κι εγώ στα κάρβουνα!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ ,     ΛΑΜΠΙΤΩ

Στα κάρβουνα! Στα κάρβουνα.

ΛΥΣΙΣΤΑΤΗ. Αχ !Αχ! Άχρηστες γυναίκες…Καλά μας κάνει ο Ευριπίδης

ηρωιδες στις τραγωδίες…Μόνο για καβάλα και για γέννες είμαστε…

(προς τη Λαμπιτώ)

Όμως εσύ καλή μου Σπαρτιάτισσα, αν έρθεις με το μέρος μου 

Υπάρχει ελπίδα.

Δώσ’ μου την ψήφο σου!

ΛΑΜΠΙΤΩ

Δύσκολο το κρεβάτι δίχως άντρα…

Όμως για να ΄χεις άντρα χρειάζεσαι Ειρήνη!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Γειά σου λεβέντισσα! Άξια γυναίκα!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Αν κάνουμε αποχή…

ΟΛΕΣ

Κούφια η ώρα… 

ΚΛΕΟΝΊΚΗ 

Πες μας, πώς θα ’ρθει η Ειρήνη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Θα σας πω ευθύς το σχέδιο μου.

Σαν έρθει ο άντρας

εμείς αρχίζουμε τα στολίδια,

τα βαψίματα και τα κουνήματα.

Τα μέρη τα κρυφά καλά αποτριχωμένα

Κάτω απ’ τα αραχνούφαντα πέπλα,

τα τουρλώνουμε μπροστά στα μάτια τους!

Έτσι που να τους ανάβουμε τον πόθο!

Κι όταν αυτοί χιμούν ορεξάτοι να μας πλακώσουν,

τοτε κι εμείς τους σπρώχνουμε πέρα φωνάζοντας:

«Σταματήστε τον πόλεμο! Αλλιώς δεν έχει από αυτό»…

Τότε θα τρέξουν να κλείσουν ανακωχή!

ΛΑΜΠΙΤΩ

Όπως κι ο Μενέλαος

που πέταξε το σπαθί 

Μπροστά στης Ελένης τα στήθη τ’ αφράτα.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Όμως αν κάνουνε οι άντρες αποχή

τότε τι γινόμαστε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Ατομική παρηγοριά θα βρούμε.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Ασε τα υποκατάστατα…

Όμως αν με το ζόρι στο στρώμα μάς σέρνουν;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Θα πιανόμαστε από την πόρτα.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Κι αν μας βαράνε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Θα τους χαλάμε όσο μπορούμε την ηδονή…

Αυτή η δουλειά με το στανιό δεν έχει γούστο.

Θα τους παιδεύουμε όσο να κουραστούν.

Αν η γυναίκα δεν θέλει, ο άντρας χαρά δεν έχει.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Αν οι δυο σας αποφασίσατε, τότε συμφωνούμε κι εμείς.

ΛΑΜΠΙΤΩ

Εμείς οι Σπαρτιάτισσες

τους άντρες μας θα βάλουμε

να κάνουν Ειρήνη!

Μα τι θα γίνει με τον άστατο τον όχλο των Αθηναίων;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Δουλειά δική μας! Μη σε νοιάζει!

ΛΑΜΠΙΤΩ

Όσο έχει χρήμα ο Παρθενώνας

και τα καράβια τους στα πελάγη αρμενίζουν φοβάμαι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Το πρόβλεψα κι αυτό!

Όσο εμείς κουβεντιάζουμε 

οι γριές τρέχουν στην Ακρόπολη 

το θησαυρό να πάρουν.

ΛΑΜΠΙΤΩ

Ωραία τα λές!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Λοιπόν; Όρκο ας πάρουμε.

Θεμέλιο ας βάλουμε.  

ΜΥΡΡΙΝΗ,  ΚΛΕΟΝΙΚΗ, ΛΑΜΠΙΤΩ 

Λέγε!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Βάλε την ασπίδα ανάποδα.

Φέρε το σφαχτάρι για τη θυσία.

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Πως; Έτσι θα ορκιστούμε Λυσιστράτη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Πώς αλλιώς;

Τι διδάσκει ο Αισχύλος στους Επτά επί θήβας;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Για το θεό, Λυσιστράτη!

Πάνω σε ασπίδα πολέμου

Θα ορκιστούμε για την Ειρήνη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ 

Σαν τις αμαζόνες

Θέλεις να κόψουμε

τα σπλάχνα άσπρου αλόγου;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Τι άσπρα, τι πράσινα άλογα μας λές!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Επιτέλους! θέλεις να ορκιστούμε;

ΚΛΕΟΝΙΚΗ

Μά τον Δία! Αντίς αρνί

φερτε μια στάμνα με θασιώτικο κρασί 

να το πράξουμε.

Και να ορκιστούμε 

να μη βάλουμε ποτέ νερό στα σχέδιά μας.

ΟΛΕΣ 

Μάνα μου Γης, μ’ αρέσει αυτός ο όρκος!

Τρέξτε και φέρτε την κούπα και το σταμνί!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Όρκο θα κάνω στους θεούς και τη Χρυσή Παλλάδα

Θα γίνω φως-φωτιά για την Ειρήνη.

ΜΥΡΡΙΝΗ

Εγώ που φέρνω τη ζωή

Θα βάλω τέλος στη σφαγή•

θα γίνω φως-φωτιά για την Ειρήνη.

ΟΛΕΣ

Παντοτινά Ειρήνη!

ΚΛΕΟΝΙΚΗ 

Τον πόλεμο τον πολεμώ

με τα γλυκά μου κάλλη•