Home » ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ

ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΟΥ SALZBURG -ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ – (6.6.2018) Στα Ελληνικά και Γερμανικά.

Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,
Αξιότιμες κυρίες και Αξιότιμοι κύριοι Αντιπρυτάνεις
Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε της Συγκλήτου
Αξιότιμε κύριε Κοσμήτορα,

Σεβαστοί κύριοι καθηγητές

Αγαπητοί φοιτητές

Κυρίες και κύριοι,

Μια από τις πλέον μαύρες στιγμές ντροπής για την ανθρώπινη κοινωνία ήταν όταν το καρότσι σκουπιδιών της Βιέννης χτυπούσε την πόρτα του νεκρού Μότσαρτ για να πάρει το άψυχο σώμα του και να το ρίξει στον λάκκο με τους ανώνυμους και άκληρους πολίτες μιας απάνθρωπης ζωής.

            Για κακή ή για καλή μου τύχη, συνέβη όταν ήμουν 12 χρονών να ακούσω αυτή την απίστευτη ιστορία, που μ’ έκανε να φοβηθώ τους ανθρώπους και να κλειστώ στο δωμάτιό μου, έως ότου έγινα πια έφηβος και όφειλα να αντιμετωπίσω τη ζωή και την κοινωνία κατάματα και να αρχίσω να πετώ με τα δικά μου φτερά.

            Σ’ αυτά τα χρόνια της μοναξιάς δεν είχα άλλη συντροφιά εκτός από το βιολί μου, γεγονός που με βοήθησε να ανακαλύψω μόνος μου την θεωρία και την αρμονία της μουσικής. Γι’ αυτό είπα «για καλή μου τύχη».

            Πρέπει να πω εδώ, ότι μέσα στο σπίτι μου άκουγα βυζαντινούς ψαλμούς από τη γιαγιά μου και κάθε Κυριακή που πηγαίναμε στην ορθόδοξη εκκλησία, άκουγα κι εκεί τις ίδιες μελωδίες. Στην εκκλησία όμως υπήρχαν δύο λειτουργίες: η βυζαντινή και η «ευρωπαϊκή». Αυτή τη δεύτερη την είχε επιβάλει περί τα τέλη του 19ου αιώνα η Βασίλισσα Όλγα, αδελφή του Τσάρου και κάποιος συνθέτης ονόματι Πολυκράτης  εναρμόνισε τις βυζαντινές μελωδίες.

 

  Έτσι, στα δεκαέξι μου χρόνια, κατά το πρότυπο του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, όχι φυσικά στη Λειψία αλλά σε μια φτωχική συνοικία της Τρίπολης, στον Ναό της Αγίας Βαρβάρας, έγινα ένας λιλιπούτειος κάντωρ επιφορτισμένος να συνθέτω κάθε Κυριακή εκκλησιαστικούς ύμνους για την ευρωπαϊκή λειτουργία.

            Η μεγάλη στροφή μου όμως -θα έλεγα η ολοκληρωτική στροφή- θα γινόταν το επόμενο έτος, το 1942, όταν άκουσα τον «Ύμνο της Χαράς» από την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν. Τότε, αυτός ο γίγας της μουσικής εισέβαλε μέσα μου, σε βαθμό που να παραδέχομαι σήμερα ότι είμαι ένας Γερμανός συνθέτης που γεννήθηκε στο Αιγαίο και ένας Κρητικός τραγουδοποιός που έζησε στο Παρίσι».

   Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι στο σπίτι μας είχαμε μια μεγάλη βιβλιοθήκη, δεδομένου ότι ο πατέρας μου ήταν θερμός οπαδός των συγγραφέων και του μεγαλείου της ανθρώπινης σκέψης σε όλες της τις μορφές. Έτσι, μελέτησα κι εγώ μεταξύ άλλων και την ιστορία της μουσικής. Η περίπτωση του τέλους του Μότσαρτ έπαιξε βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της ανατρεπτικής πλευράς του χαρακτήρα μου, σε βαθμό που θα έλεγα ότι όλες αυτές τις ετικέτες «αναρχικός», «αριστερός», «σοσιαλιστής», «κομμουνιστής» κλπ. και όλες αυτές τις θεωρίες τις συμψήφισα από τότε ως σήμερα σε μια λέξη: «αντιεξουσιαστής».

            Γιατί όπως είπαμε, τι άλλο ήταν όλοι αυτοί οι φεουδάρχες και οι πρίγκιπες που μάζευαν στην αυλή τους τις μεγαλοφυϊες όπως ο Χάϋδν και ο Μότσαρτ, παρά μορφές μιας σκληρής και απάνθρωπης ζωής; Γιατί όλοι γνωρίζουμε, ότι ο Χάϋδν έμενε με τους υπηρέτες και ότι ο Μότσαρτ που θέλησε να ζήσει ανεξάρτητος, τιμωρήθηκε παραδειγματικά σε  θάνατο από την πείνα και τις αρρώστιες.

            Τελευταία προσπάθησα να δω την ανθρωπότητα ως ένα ενιαίο σύνολο από την εμφάνιση του ανθρώπου στη γη έως σήμερα. Και κατέληξα στα εξής συμπεράσματα:

Πρώτον: Ότι ο προϊστορικός άνθρωπος από τα 200.000 χρόνια προ Χριστού είχε ως κύριο γνώρισμα την ανασφάλεια και τον φόβο.

Δεύτερον: Ότι ο σύγχρονος άνθρωπος με αρχή περίπου το 5.000 προ Χριστού έως σήμερα είναι 100% κληρονόμος αυτής της προαιώνιας εσωτερικής πληγής.

Τρίτον: Με την ανάπτυξη της λογικής επινόησε δύο βασικούς τρόπους για να αντιμετωπίσει από θέση ισχύος τους εχθρούς του: Την συσσώρευση αγαθών και την οργάνωση ομάδων άμυνας και επίθεσης.

Τέταρτον: Με την εμφάνιση της ανθρώπινης κοινωνίας γύρω στο 5.000 π.Χ. εμφανίζεται το στοιχείο της εμφύλιας διαίρεσης. Γιατί ενώ η διαδικασία της απελευθέρωσης ήταν συνολική, στην νέα εποχή κάποιοι επιτήδειοι είτε συσσωρεύουν για τον εαυτό τους τον πλούτο είτε μονοπωλούν τα ερείσματα της εξουσίας, δηλαδή τον στρατό, τα όπλα και την βία.

Πέμπτον: Επειδή ο άνθρωπος παρέμεινε όπως είπα κληρονόμος της ανασφάλειας και του φόβου, δημιούργησε δοξασίες-θρησκείες, κοινωνικά συστήματα και ιδεολογίες, που όμως αντί να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των ανθρώπων, συνεχώς το διεύρυναν, έτσι ώστε τελικά η απόσταση αυτή να έχει γίνει σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ.

Έκτον: Κατά τη γνώμη μου αυτή η κατάσταση μάς έχει οδηγήσει σε βαθύτατη κρίση που οδηγεί στο τέλος της εποχής της διαφορετικότητας.

Έβδομον: Η μόνη λύση για μένα είναι η κατάκτηση της μοναδικότητας. Σε ποιο σημείο, αλήθεια, ο άνθρωπος είναι μοναδικός; Είναι μοναδικός στην ιδιότητά του να γεννά και να τρέφεται με πνευματική ζωή. Δηλαδή αυτό που δεν μπορεί να κάνει κανένα έμβιο ον αλλά μόνο ο Άνθρωπος.

Όγδοον: Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα ως την άλλη. Αλλά μας χρειάζονται τρεις βασικές προϋποθέσεις:

            α) Απομόνωση των εξουσιαστών που κατέχουν το μονοπώλιο της εξουσίας με κύριο μέσο την ωμή βία.

            β) Μια εκτεταμένη περίοδος παγκόσμιας Ειρήνης.

            γ) Ανάδειξη των προικισμένων ανθρώπων που γεννούν επιστημονικές ιδέες και δημιουργούν πνευματικά επιτεύγματα και έργα τέχνης.

Ένατον: Απαιτείται επομένως μια εκτεταμένη περίοδος Νέου Διαφωτισμού, μέσα στον οποίο θα σχηματισθεί το νέο ιδανικό κοινωνικό μόρφωμα της νέας εποχής της Μοναδικότητας.

*

            Στο σημείο αυτό, ίσως θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει: Άραγε θα υπήρχαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες της εποχής εκείνης αν δεν υπήρχαν οι «πεφωτισμένοι» αριστοκράτες; Και αντίστροφα, εάν οι αριστοκράτες δεν είχαν την κατάλληλη μόρφωση ώστε να αναζητήσουν την πνευματική και ψυχική τους ολοκλήρωση στα μεγάλα έργα τέχνης θα είχαν δημιουργηθεί άραγε αυτά;   

Τι το ξεχωριστό είχαν όλοι αυτοί, όπως και οι ελεύθεροι Αθηναίοι της κλασικής περιόδου;

            Η απάντηση είναι ότι ήσαν ελεύθεροι και συγχρόνως είχαν πλούσιο ελεύθερο χρόνο, επειδή είχαν κατορθώσει να ζουν έξω από τον κύκλο παραγωγής υλικών αγαθών. Δηλαδή πιστεύω ότι εάν δεν υπήρχαν άνθρωποι που να διαθέτουν ελεύθερο χρόνο, δεν θα υπήρχε Λόγια Τέχνη αλλά μόνο Λαϊκή. Γιατί η διαδικασία για την δημιουργία Λόγου και Τέχνης απαιτεί Διάλογο. Μεταξύ του πνευματικού-καλλιτεχνικού δημιουργού και των «άλλων». Όχι όμως οποιωνδήποτε «άλλων» αλλά μόνο αυτών που έχουν την καλλιέργεια για να εκτιμήσουν και να αποδεχθούν τα έργα του Λόγου και της Τέχνης. Αυτή η απαραίτητη καλλιέργεια προϋποθέτει πλούσιο ελεύθερο χρόνο.

Όμως το τίμημα αποδείχθηκε ότι ήταν βαρύ για την ανθρώπινη κοινωνία. Γιατί για να μπορέσουν αυτές οι άρχουσες τάξεις να είναι ελεύθερες και επομένως κυρίαρχες, θα έπρεπε οι υπόλοιποι πολίτες να είναι υποταγμένοι με διάφορους τρόπους. Είτε δούλοι είτε δουλοπάροικοι είτε αμόρφωτοι αγρότες και εργάτες, υπάλληλοι.

Με εξαίρεση την εποχή μας, όπου οι σημερινές κυρίαρχες τάξεις είναι κι αυτές μέσα στον κύκλο της παραγωγής παραμένοντας εξ ίσου αμόρφωτες με τους υπόλοιπους πολίτες, γεγονός που στερεί από τους διανοούμενους καλλιτέχνες εκείνο το ανώτατο κοινωνικό μόρφωμα με το οποίο είχαν διάλογο και για το οποίο ουσιαστικά δημιουργούσαν οι πνευματικοί δημιουργοί.

Και έτσι φτάσαμε σήμερα στην γενικευμένη κρίση του πνευματικού πολιτισμού. Εκτός μιας μερίδας επιστημόνων που έθεσαν τις γνώσεις τους στην υπηρεσία της παγκόσμιας άρχουσας τάξης που έχει αναγάγει τις μορφές βίας και θανάτου ως βάση της ύπαρξής της. Το φαινόμενο αυτό της συμμετοχής επιστημόνων σε τέτοια εγκλήματα, είναι πραγματικά ο εξευτελισμός του Ανθρώπου.

Και ποιο είναι το όραμα αυτής της νέας περιόδου διαφωτισμού;

Α. Να θέσει όλα τα επιστημονικά μέσα για την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων σε διεθνή κλίμακα.

Β. Να επιτύχει τη λιγότερη δυνατή συμμετοχή του πληθυσμού μέσα στον κύκλο της παραγωγής εξασφαλίζοντας τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο που θα του επιτρέψει να αναδειχθεί -όπως άλλοτε οι πεφωτισμένες τάξεις των εξουσιαστών- σε ιδανικό συνομιλητή των πνευματικών δημιουργών της εποχής της Μοναδικότητας, της νέας εποχής της ανθρώπινης κοινωνίας σε διεθνές επίπεδο.

Βεβαίως όμως, θα ήθελα να θέσω ως προϋπόθεση για το ξεκίνημα της εποχής του Νέου Διαφωτισμού την μετατροπή των Βιομηχανιών Πολέμου σε Βιομηχανίες Ειρήνης. Καθώς και την προσήλωση στις μέγιστες ανθρώπινες αξίες όπως είναι η Ελευθερία, η Ειρήνη, η Ανεξαρτησία, η Δημοκρατία και η Κοινωνική Δικαιοσύνη.

Θα ήθελα να τελειώσω την ομιλία αυτή εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη μου στην τύχη μου που με αξίωσε να ζήσω αυτή την στιγμή της αναγόρευσής μου σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Salzburg, της πόλης του Μότσαρτ, και να ευχαριστήσω από καρδιάς την Σύγκλητο των Καθηγητών και τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου αυτού για την ύψιστη αυτή τιμή.

Σας ευχαριστώ.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ

Το έργο ζωής του Μίκη Θεοδωράκη, γεννημένου στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο, μπορεί να ιδωθεί ως ένας υπερεθνικός αγώνας για την ελευθερία και την ειρήνη, ο οποίος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο στην κοινωνική και πολιτική του δράση, αλλά και στο μουσικό του έργο. Η καλλιτεχνική του παραγωγή – ένα πολύ μικρό δείγμα της οποίας είναι η μουσική μπαλέτου για την Αντιγόνη, το ορατόριο Canto General, όπερες όπως η Μήδεια και η Ηλέκτρα, η πρωτοπόρα και εντυπωσιακή μελοποίηση  της ποίησης εξαιρετικών ποιητών (όπως ο Pablo Neruda, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος κ.α.), η καθιέρωση της έννοιας της «μετασυμφωνικής μουσικής», όπως και η στηριζόμενη σε αρχές της διδασκαλίας του Πυθαγόρα θεωρία της «συμπαντικής αρμονίας» για τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, την Τέχνη και τον Κόσμο – κατέστησε τον Μίκη Θεοδωράκη παγκοσμίως γνωστό. Η πρωτοποριακή φιλοσοφική και κοινωνιοκριτική προσέγγισή του για τον ελεύθερο χρόνο, την καλλιτεχνική δημιουργικότητα και την παιδεία, όπως διατυπώθηκε στη μονογραφία του “Αντι-μανιφέστο”, δεν ενέπνευσε μόνο μελέτες για την κοινωνική αλλαγή, αλλά δρομολόγησε με δημιουργικό τρόπο σημαντικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς της εποχής μας.

Το δημοκρατικό του ήθος, το οποίο διατήρησε στο ακέραιο, πολλές φορές ξεπερνώντας τα σωματικά και ψυχικά του όρια, καθώς και η πολιτική του δράση, τον κατέστησαν σύμβολο αντίστασης για εκατομμύρια ανθρώπους, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα. Ο τιμώμενος συνθέτης και πολιτικός υψώνει αδιάκοπα μέχρι σήμερα την πολιτική φωνή του και επεκτείνει διαρκώς το μουσικό του έργο (όπερα «Λυσιστράτη», «Ανατολικά του Αιγαίου»).

Η γέφυρα που χτίζει ο Μίκης Θεοδωράκης μεταξύ Τέχνης και Πολιτικής αποτυπώνεται επίσης στο έργο του «Mauthausen Kantate“, το οποίο βασίζεται στα ποιήματα του Έλληνα συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη, επιζώντα του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Το έργο αυτό παρουσιάζεται συχνά στο πλαίσιο σύγχρονων εκδηλώσεων για την ενίσχυση μιας κουλτούρας της μνήμης στην Αυστρία και συμβάλλει ως μουσική υπενθύμισης στην προσπάθεια για την κριτική επεξεργασία του εθνικοσοσιαλισμού, την αναστοχαστική ενασχόληση με το παρελθόν και τη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης στην Αυστρία. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι, όπως ο ίδιος περιγράφει αποφθεγματικά τον εαυτό του: «Moυσικός και επαναστάτης. Επαναστάτης μουσικός. Έτσι θέλω να μείνω στη μνήμη των απογόνων μας».

Ως συμβολή προς την υλοποίηση αυτής της επιθυμίας και ως αναγνώριση του τεράστιου καλλιτεχνικού και πολιτικού του έργου στους άξονες «Διαχρονική μουσική και υπερεθνική αντίσταση», «αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα», «πολιτική παιδεία», η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ, μετά από σχετικό αίτημα των τριών Τμημάτων «Επιστήμη της Αγωγής», «Επιστήμη της Τέχνης, της Μουσικής και του Χορού», και «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία» αποφάσισε στις 23/1/2018 να απονείμει στον Μίκη Θεοδωράκη τον τίτλο του Επίτιμου Διδάκτορα της Φιλοσοφίας (Dr. phil. h. c.).

Ο Πρύτανης.

Ο Πρόεδρος της συγκλήτου.

Ο Κοσμήτορας.

 Das Lebenswerk Mikis Theodorakis‘, geb. am 29. Juli 1925 auf Chios/Griechenland, ist als grenzüberschreitender Einsatz für Freiheit und Frieden anzusehen, der sich nicht nur in seinem sozialen und politischen Wirken, sondern ebenso in seinen musikalischen Werken widerspiegelt. Sein künstlerisches Schaffen – die Ballettmusik zu Antigone, das Oratorium Canto General, Opern wie Medea und Elektra, die erstmalige und beeindruckende Vertonung von Poesie herausragender Dichter (wie Pablo Neruda, Odysseas Elytis, Giorgos Seferis, Jannis Ritsos u.a.), sein Konzept der Metasinfonik sowie seine auf der Lehre von Pythagoras beruhende Theorie der universellen Harmonie über das Verhältnis zwischen Mensch, Kunst und Kosmos, sind nur ein kleiner Auszug davon – machte Theodorakis als Musiker weltberühmt. Sein in der Monographie „Anti-Manifest“ ausgearbeiteter, richtungsweisender philosophischer und gesellschaftskritischer Ansatz über Muße, künstlerische Kreativität und Bildung inspirierte nicht nur Studien zu gesellschaftlichem Wandel, sondern induzierte auch schöpferisch wichtige soziale Transformationen unserer Zeit. Seine demokratische Integrität, die er über physische wie psychische Schmerzgrenzen hinaus bewahrte, sowie sein politischer Einsatz machten ihn für Millionen von Menschen zum Widerstandssymbol gegen die griechische Diktatur. Der gefeierte Komponist und Politiker erhebt bis heute seine politische Stimme für das Selbstbestimmungsrecht der Völker und erweitert beständig sein musikalisches Werk (u.a. Oper Lysistrata, East of the Aegean).

Die Brücke, die Theodorakis zwischen Kunst und Politik schlägt, offenbart sich insbesondere in seinem Werk „Mauthausen Kantate“, welches auf den Texten des griechischen Autors Iakovos Kambanellis, eines Überlebenden des KZ-Mauthausen basiert. Bis heute wird dieses Werk im Rahmen aktueller Veranstaltungen zur österreichischen Gedenkkultur aufgeführt und leistet somit einen Beitrag zur musikalischen Erinnerungsarbeit zur Aufarbeitung des Nationalsozialismus sowie zur politischen Bewusstseinsbildung in Österreich. Mikis Theodorakis ist «Mουσικός και επαναστάτης. Επαναστάτης μουσικός», wie er sich selbst in knappen Worten beschreibt: „Musiker und Revolutionär. Revolutionärer Musiker. So möchte ich in der Erinnerung unserer Nachkommen bleiben“.

Als Beitrag zur Verwirklichung dieses Wunsches und in Würdigung seiner herausragenden künstlerischen und politischen Leistungen entlang der thematischen Verbindungs- und Kooperationslinien „Zeitlose Musik und transnationaler Widerstand – Kampf für die Menschenrechte – Politische Bildung“ hat der Senat der Paris-Lodron-Universität Salzburg über Antrag der drei Fachbereiche Erziehungswissenschaft, Kunst-, Musik- und Tanzwissenschaft sowie Politikwissenschaft und Soziologie am 23.1.2018 beschlossen, Herrn Mikis Theodorakis die Würde eines Ehrendoktors der Philosophie (Dr. phil. h. c.) zu verleihen. 

Η ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στα Γερμανικά 

Dankesrede
Mikis Theodorakis
Universität Salzburg
6. Juni 2018

Sehr geehrter Herr Rektor,
Sehr geehrter Herr Senatsvorsitzender,
Sehr geehrter Herr Dekan,
Verehrte Professorinnen und Professoren,
Liebe Studierende,
Meine Damen und Herren,

Einer der dunkelsten und beschämendsten Momente der menschlichen Geschichte war, als der leblose Körper Mozarts vor der Tür seines Hauses in Wien von einem Müllwagen aufgesammelt und zusammen mit den Leichen anderer mittelloser und nunmehr auch namenloser Bürger, die unter unmenschlichen Bedingungen lebten, in einem Massengrab verscharrt wurde.

Dass ich diese unglaubliche Geschichte im Alter von 12 Jahren hörte, brachte –  rückblickend betrachtet – etwas Gutes und etwas Schlechtes mit sich: Einerseits ließ es mich die Menschen regelrecht fürchten und führte dazu, dass ich mich in mein Zimmer zurückzog, bis ich schließlich als Teenager meine Augen vor dem Leben und der Gesellschaft nicht mehr verschließen durfte und meine eigenen Flügel ausbreiten sollte.             

In diesen Jahren der Einsamkeit hatte ich keinen anderen Trost als meine Violine. Dies half mir dabei – und das war andererseits das Gute daran –, die Theorie und Harmonie der Musik für mich selbst zu entdecken.

Dazu muss ich erwähnen, dass ich in unserem Haus regelmäßig hörte, wie meine Großmutter byzantinische Psalmen sang, und jeden Sonntag begegneten mir dieselben Melodien wieder, wenn wir in die christlich-orthodoxe Kirche gingen. In der Kirche gab es zwei Arten von Messen: die byzantinische und die „europäische“. Zweitere hat sich gegen Ende des 19. Jahrhunderts unter Königin Olga, der Schwester des russischen Zaren, durchgesetzt, die byzantinischen Melodien wurden von einem Komponisten namens Polykrates harmonisiert.         

Mit meinen grade mal 16 Jahren übernahm ich ganz nach dem Vorbild von Johann Sebastian Bach – natürlich nicht wie dieser damals in Leipzig, sondern in einem Armenviertel in Tripolis, im heiligen Tempel von Agia Varvara –, die Position eines bescheidenen Kantors, der jeden Sonntag kirchliche Hymnen für die europäische Messe komponieren sollte.

Die große Veränderung  – ich würde sagen, die grundlegendste Veränderung – in meinem Leben sollte sich im folgenden Jahr 1942 ereignen, als ich die „Ode an die Freude“ aus Beethovens Neunter Symphonie hörte. Dieser Gigant der Musik berührte und prägte mich so sehr, dass ich heute mit gutem Gefühl sagen kann: „Ich bin ein deutscher Komponist, der in der Ägäis geboren wurde und ein Liedermacher aus Kreta, der in Paris lebte“.

Ich sollte wohl weiterhin ergänzen, dass wir in unserem Haus eine große Bibliothek hatten, zumal mein Vater ein großer Bewunderer der Literaten und der Größe des menschlichen Denkens in all seinen Facetten war. So habe ich unter anderem auch die Geschichte der Musik studiert. Das Ende von Mozarts Leben hat die aufrührerische Seite meines Charakters maßgeblich mitgestaltet, so dass ich all die Labels wie „Anarchist“, „Linker“, „Sozialist“, „Kommunist“ usw. und all die dazugehörenden Theorien bezüglich meiner Person seither in einem einzigen Wort zusammenfassen würde: „Antiautoritär“.

Vergegenwärtigen wir uns: Was verkörperten all diese Feudalherren und Fürsten, die in ihren Höfen Genies wie Haydn und Mozart versammelten, außer die Schaffung von rauen und unmenschlichen Lebensbedingungen? Wie wir alle wissen, musste Haydn in Diensträumen leben und Mozart, der selbstbestimmt leben wollte, wurde geradezu beispielhaft dazu bestraft, in Hunger und Krankheit zu sterben.

In letzter Zeit habe ich versucht, die Menschheit von ihrem Anbeginn bis heute als ein integrales Ganzes zu betrachten. Und ich kam zu folgenden Schlussfolgerungen:

Erstens: Das Hauptmerkmal des prähistorischen Menschen seit  etwa 200.000 v. Chr. war Unsicherheit und Angst.

Zweitens: Der zivilisierte Mensch – seit etwa 5000 v. Chr. – hat die uralte Wunde zu 100% geerbt und sie ist bis heute nicht verheilt.
Drittens: In Folge der Entwicklung des rationalen Denkens hat der Mensch zwei Strategien gefunden, um Feinden aus einer Machtposition heraus entgegenzutreten: Güter akkumulieren und Gruppen für Verteidigung und Angriff bereitzustellen.

Viertens: Mit der Vergesellschaftung der Menschen rund 5000 v. Chr. tritt auch das Phänomen des Bürgerkrieges zutage. Obwohl der Prozess der Befreiung und Emanzipation von der Natur allumfassend war, häufen in der neuen Ära einige verschlagene Menschen entweder Reichtum für sich selbst an, oder monopolisieren die Mittel der Macht: Armee, Waffen und Gewalt.

Fünftens: Da der Mensch, wie ich bereits sagte, Erbe von Unsicherheit und Angst war und bleibt, schuf er Weltanschauungen und Religionen, soziale Systeme und Ideologien, die, anstatt die Kluft zwischen Menschen zu überbrücken, diese kontinuierlich wachsen ließ, so dass nun schließlich die Kluft größer ist als je zuvor.

Sechstens: Diese Situation hat uns meiner Meinung nach zur tiefst möglichen Krise geführt, die das Ende der Ära der Vielfalt zur Folge hat.                                                                  

Siebtens: Die einzige Lösung ist meines Erachtens die Wiedergewinnung der Einzigartigkeit. In welcher Hinsicht ist eigentlich der Mensch wirklich einzigartig? Er  ist einzigartig in seiner Eigenschaft, geistige Schöpfungen hervorzubringen und sich an diesen zu laben. Gerade das ist es, was außer dem Menschen kein anderes Lebewesen zu tun vermag.
Achtens: Dies aber kann sich nicht von einem Tag auf den anderen ereignen. Drei Hauptvoraussetzungen sollten hierfür erfüllt sein: a) die Isolierung von Autoritäten, die ihre Monopolstellung mit ihren brutalen Gewaltmitteln verteidigen. b) Eine längere Zeit des Weltfriedens. c) Die Förderung begabter Personen, die wissenschaftliche Ideen hervorbringen, sowie Errungenschaften des Geistes und Kunstwerke schaffen.
Neuntens: Es bedarf daher einer längeren Ära einer Neuen Aufklärung, durch die das neue ideale soziale Konstrukt, die neue Ära der Einzigartigkeit, gebildet wird.         

An dieser Stelle könnte man vielleicht fragen: Hätte es die großen Künstler jener Zeit gegeben, wenn es keine „aufgeklärten“ Aristokraten gegeben hätte? Und wenn umgekehrt Aristokraten nicht die entsprechende Bildung gehabt hätten, um ihre kulturelle und spirituelle Erfüllung in den Meisterwerken der Kunst zu suchen, wären diese überhaupt geschaffen worden?     

Was war an diesen Menschen – wie auch an den freien Athenern des klassischen Zeitalters – so besonders?    

Die Antwort ist, dass sie frei waren und gleichzeitig viel freie Zeit hatten, weil sie es geschafft hatten, außerhalb des Produktionszyklus materieller Güter zu leben. Denn ich bin überzeugt, hätte es keine Menschen gegeben, die über genug freie Zeit verfügten, dann hätte es auch keine hohe Kunst, sondern nur Volkskunst gegeben. Denn für die Entstehung von Logos und Kunst ist Dialog erforderlich. Dialog zwischen den geistig-künstlerischen Schöpfern und den „Anderen“. Dennoch nicht irgendwelchen anderen, sondern denjenigen, die so kultiviert sind, um die Werke des Logos und der Kunst erkennen und schätzen zu können. Und die dafür notwendige Bildung setzt reichlich freie Zeit voraus!

Aber dieses Privileg hat sich als schweres Joch für die menschliche Gesellschaft erwiesen. Denn, damit diese herrschenden Klassen frei und daher regierend sein durften, musste der Rest der Bürger auf verschiedene Weise unterworfen sein. Entweder als Sklaven oder Diener oder als ungebildete Bauern, Arbeiter oder Angestellte.

Anders ist es in unserer Zeit, wo die herrschenden Klassen nun ebenfalls in den Produktionszyklus eingebunden sind und dadurch ebenso ungebildet bleiben, wie der Rest der Bürger. Ihnen wird das  höchste soziale Gut entzogen, mit Hilfe dessen die einstigen intellektuellen Künstler in Dialog mit Anderen treten konnten und schöpferisch tätig sein konnten.               

Darin liegt die heutige allgemeine Krise der geistigen Kultur. Ganz zu schweigen von einzelnen Wissenschaftlern, die ihr Wissen dem Dienst der globalen herrschenden Klasse bereitwillig zur Verfügung stellten, deren Existenz auf Gewalt und Tod beruht. Dieses Phänomen der Beteiligung von Wissenschaftlern an solchen Verbrechen ist wahrlich der Gipfel der Demütigung des Menschen.

Und was ist die Vision dieser neuen Ära der Aufklärung?

  1. Alle wissenschaftlichen Mittel einzusetzen, um die produktiven Kräfte weltweit zu fördern.
  2. Eine möglichst große Freistellung der gesamten Bevölkerung von der Beteiligung am Produktionszyklus gewährleisten, der ihr die notwendige freie Zeit raubt, um – ebenso wie einst die aufgeklärten Klassen der Herrschenden – ein idealer Partner im Dialog mit den Kulturschaffenden der Ära der Einzigartigkeit zu werden, der neuen Ära der menschlichen Gesellschaft auf internationaler Ebene.

Eine weitere wichtige Voraussetzung für den Beginn der neuen Ära der Aufklärung besteht für mich in der Umwandlung der Industrien des Krieges in Industrien des Friedens, so wie die Verpflichtung zu den höchsten menschlichen Werten der Freiheit, des Friedens, der Unabhängigkeit, der Demokratie und der sozialen Gerechtigkeit.

Ich möchte meine Rede schließen, indem ich meine Dankbarkeit für das gesegnete Glück ausspreche, die Verleihung der Ehrendoktorwürde der Universität Salzburg, hier in der Heimatstadt von Mozart, erleben zu dürfen. Aus diesem Grund möchte ich mich bei dem Akademischen Senat sowie bei dem Rektor der Universität für diese höchste Ehre von ganzem Herzen bedanken.

Vielen Dank!